<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΠΑΣΧΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-tag/pascha/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/pascha/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Fri, 03 May 2024 08:31:57 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.0.1</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΠΑΣΧΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/pascha/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 11:54:41 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5247</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού και των παξιμαδιών. Το γεμιστό κατσικάκι και τα φαγητά του Πάσχα.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/">Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-4-Το-βαλα-στο-γαδουράκι-το-παξιμάδι-και-το-πήγαινα-κάτω-στα-χωριά.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">&nbsp;Το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού και των παξιμαδιών</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Θερίζαμε τότες είχαμε… Είχαμεν το μύλο εκεί πέρα το βουλισμένο, ήτον του πατέρα μου κι άλεθε σε όλο το νησί κριθάρι και σιτάρι, και ζυμώναμε σε φούρνους, ξυλόφουρνους με κλαδιά, και κάναμε το ωραιότερο ψωμί. Κριθάρι τότες, αλλά ύστερι ηφέραν τα ξενικά αλεύρια κι εγώ με τον άντρα μου, εεε είχαμε αυτό το φούρνο εδώ απ` όξω και ζυμώναμε και το κάναμε παξιμάδι και μας πληρώνανε μεροκάματο. Εδώ ζυμώναμε στο σπίτι και το `βαλα στο γαδουράκι το παξιμάδι και το πήγαινα κάτω στα χωριά. Με πλερώνανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Είχατε πελάτες […] ή πηγαίνατε και τα πουλάγατε κι όποιος αγόραζε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Όχι, όχι. Μας φέρναν τ` αλεύρι και των το ζυμώναμε, το κάναμε παξιμάδι, πηαίναμε και ας πούμε και φραζόλες για να τρώνε, ναι, φρέσκο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Και ήταν μεγάλα καρβέλια το ψωμί τότε: </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ναι, μεγάλα. Όλη νύχτα ήμουν στο πόδι! Όλη νύχτα μου φώναζεν ο άντρας μου: «Σήκω να κάνεις το προζύμι!» Κάναμε μία λεκάνη με προζύμι ν` ανέβει καλά και έπειτα ν` ανάψωμεν το ζεστό νερό, να το ρίξω στη σκάφη το προζύμι, να το ζυμώσωμε ναι, ναι. Αλλά ήπρεπε ν` ανέβει τρεις ώρες το ψωμί. Κάναμε πολύ ωραίο ψωμί και ζύμωνε κι ο αδερφός μου ο πρώτος εδώ πάνω. </p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Ε το Πάσκα κάναμε πολύ ωραία πράματα. Μοσκομύριζεν ο κόσμος!</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-33.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Το γεμιστό κατσικάκι και τα φαγητά του Πάσχα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ε, το Πάσκα, κάναμεν ωραία ψητά, τυρόπιτες στο φούρνο, κάναμε πολύ ωραία πράματα, γεμίζαμε το ρίφι. Νύχτα ερκότανε από την εκκλησιά, εγώ ήμεινα απάνω δεν ηπήαινα στην εκκλησιά γιατί ήθελα να μαγειρέψω να φάμε το πρωί. Ήρκουτον ο άντρας μου και πήαινε και τα γύριζε τα ψητά όλα. Βάλαμε τέσσερα πέντε αυγά μέσα στη γέμιση, βράζαμε λίγο το ρύζι, βάλαμε στο τηγάνι το συκωτάκι, δεν το βάζαμε βέβαια όλο, το κόβαμε κομματάκια κομματάκια και βάζαμε βούτυρο της κατσίκας, βάζαμε μυρωδικά, βάζαμε τέσσερα αυγά μέσα. Το συκωτάκι το περνούμεν λίγο από το τηγάνι, το ψιλοκόβαμε, το βάλαμε στη γέμιση κι έπειτα το σκίζαμε το ρίφι ας πούμε από την κοιλιά και το ράβαμε ύστερα, το ράβαμε και το αλοίβαμε βούτυρο της κατσίκας απ` έξω, με λαδόκολλες το τυλίγαμε, βάλαμε και δεντρολίβανο. Μύριζεν ας πούμε απ` έξω. Και βάζαμε λίγο νερό μέσα σε…. τότες τα λέγαμε λακανίδια, γάστρα είναι, ας πούμε, και το βάζαμε στο φούρνο και ερκότανε τη νύχτα ο άντρας μου και τα μεταγύριζε. Πρωί ήταν έτοιμα. Ψηνότανε, το βγάλαμε την άλλην ημέρα στις εννιά η ώρα, στις δέκα. Το πρωί είχαμε κάνει τη μαγειρίτσα, το ποδοκέφαλο, τ` αντεράκια τα κάναμε χαρδούμια, κάναμε σούπα και τρώγαμε. Ωραία πράγματα, ωραία. Μοσκομύριζεν ο κόσμος! Ήτον ο Ψηλός τότες εδώ, ο Δημητράκης το `φερνε κάτω για να μην ξανανάβγει το φούρνο. Ερκόταν την άλλην ημέρα και τα παίρνανε. Μοσκομύριζεν ο κόσμος!</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/">Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 10:01:26 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1820</guid>

					<description><![CDATA[<p>Καλοταρίτισσα Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-12-Και-του-δίνουνε-ολόκουπο-και-πάνε-στη-Μουτσούνα-Πράσινος-Σταύρος.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Καλοταρίτισσα &#8211; Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ήτανε ήτανε βαγιανή μεγαλοβδομάδα. Ήτανε ο συχωρεμένος ο Μήτσος. Πόσω χρονώ, δεκατεσσάρω χρονώ, δεκαπέντε χρονώ παλληκαρόπουλο ήτανε; Αλλά λέμε παλληκάρι, ε; […] Λοιπό` που λες μαστρο-Ηλία, εκεί στην κάμαρα που κοιμόνταν ο συγχωρεμένος ο πατέρας, μπροστά στην πόρτα ήταν ένα καμάρι από πάνω, ένα καμάρι είχανε, και κει πάνω βάζαν τα ψωμιά άμα ζυμώνα. Σηκωνόταν λοιπόν ο συγχωρεμένος κι ήβλεπε το καμάρι αδειανό κι ερχόταν Λαμπρή. «Ρε γαμώ την ψυχή του», λέει, «μέσα, Λαμπρή έρχεται. Τι θα γίνει από ζυμωτό, από αλεύρι, να ζυμώσωμε, να κάνουμε το ψητό, να κάνουμε κάνα κουλούρι τη Λαμπρή», ξέρω γω. Σκεβότα<sup>1</sup>, σκεβότα, σκεβότα τι να κάμει, τι να κάμει. Βάρκα δεν είχε, μέσο δεν είχε. Ένας γείτονάς μας λοιπό` είχε ένα βαρκί, που το έπαιρνε ο ίδιος και πήγαινε στους χάνους. Εφερειπεί αυτό το βαρκί να `τονε σαν το δικό σας, πιο μικρό. Σηκώνεται απάνω, νύχτα και κάνει την απόφαση και πάει και ξυπνάει τον συγχωρημένο τον Μήτσο, πιτσιρικάς. Του λεει, «Σήκ` απάνω.» Κι είχεν όλα-όλα του 700 δραχμές. Λέει, «Σήκ` απάνω.» Καλοσύνη, καλοσύνη βέβαια. Λέει, «Πού θα πάμε;» «Ρε σήκω απάνω που σου λέω.» Και φεύγουνε και πάν` κάτω στο Βλυχό, στην αμμουδιά. Εκεί ο γείτονάς μας είχε το βαρκί του βάλει, αυτο το χανόβαρκο, το είχε βάλει μες στο σύρμα. Το φουντάει το βαρκί, το πετάει στην θάλασσα με τον συγχωρεμένο τον Μήτσο και βάζουνε από κει τα κουπιά από μέσα από το Βλυχό. Καβαντζάρουν, καβαντζάρουν τα Σωβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά! </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Με κουπιά ή με μηχανή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Με κουπιά, με κουπιά. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Πανί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Τίποτα, τίποτα. Τεσσάρι. Δυο μπρος, δυο πίσω κουπιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αγάντα, αγάντα, αγάντα. «Άλα κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου καλά, κι όταν πάμε στη Μουτσούνα, θα σου πάρω και χαρβά να φας.»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε</strong>: Ήλεγε του παιδιού, ήλεγε του παιδιού. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Τότες ο χαρβάς ήτανε…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε</strong>: Τότες ο χαρβάς ήτανε… πού να τον δεις τον χαρβά. Μαύρο χαβιάρι που λένε ήτον ο χαρβάς. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Καμία φορά, αγάντα, αγάντα, αγάντα, πιάνει τις Μάκαρες. Πίσω απ` τις Μάκαρες, ξεκουράσθησα. Ήταν δα και πιο μέρα. Πάλι κουπί, πάλι κουπί και πάνε στη Μουτσούνα. Τα καταφέραν και πήαν στη Μουτσούνα  με το βαρκί. Πάνε λοιπόν, εκεί ο πατέρας μου εγνώριζε έναν που `χε τ` αλεύρια. Τότες η Μουτσούνα άκμαζε! Ήταν τα νεώρια, τα σμιρίγλια, βέβαια, το σμιρίγλι. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Τι είναι αυτό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Πέτρα, το σμιρίγλι. Ήταν ο ονομαζόμενος ο Μιχαλούκος ο Σκληράκης. Η Μουτσούνα είπαμε, ότι ήκμαζε. Πάαιναν τα βαπόρια και φορτώναν σμιρίγλι. Κατεβαίναν από πάνω, πάνω από τα ορυχεία κατεβαίναν το σμιρίγλι, το φορτώνανε τα βαπόρια. Νεώριο. Ένας κουβάς απάνω, ένας κάτω. Λοιπό`, πάνε στο Σκληράκη το Μιχάλη. Μπακαλική, τα πάντα, χαρβάδες, μακαρόνια, μπακαλική, τα αλεύρια. Όλα-όλα τα λεφτά του παππού ήταν 700 όλα. Βγάζει το βαρκί, βγαίνει έξω, πάει στο Μιχάλη -τον εγνώριζε, γιατί πααίνανε ψάρια πέρα και πουλούσαν στη Μουτσούνα. Βαρκαριές. Κατεβαίναν οι Αξιώτες κάτω με τα μουλάρια, τότες δρόμους δεν είχε, κι είχαν τα καφάσα οι μανάβηδες και βάζαν τη γούπα και πααίναν στα χωριά. Είχε μεγάλη κίνηση η Μουτσούνα λόγω τα σμιρίγλια. Μπαίνει μέσα λοιπό`, βλεπει το αλεύρι. Ήταν λοιπόν τα αλεύρια εβδομηντάρικα τσουβάλια, οκάδες, εβδομήντα οκάδες ήταν το τσουβάλι. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ήταν οκάδες τότες όχι κιλά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ήταν τα εβδομηντάρια τσουβάλια 700 δραχμές. Παίρνει το τσουβάλι ο  συχωρεμένος ο πατέρας, το στήνει όρθιο, το πάει επά στο μόλο.  Πάει ακουμπά 700 δραχμές του Μιχαλού.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Δεν του `μεινε τίποτα, για να πάρει του παιδιού ένα κομμάτι χαρβά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Έβλεπε λοιπόν το χαρβά το παιδί και του λέει ο πατέρας, του Μιχαλού λέει, -είπαμε ότι ο χαρβάς τότες ήτον μαύρο χαβιάρι. Του λεει του Μιχαλού που λε` -τον γνώριζε ο πατέρας μου τον Μιχαλό, ήταν πολύ γνώριμοι […]. Λέει, «Μιχάλη, κόψε ένα κομμάτι χαρβά του παιδιού γιατί έτσι κι έτσι.» Λέει, «Ο χαρβάς, Βασίλη, θέλει λεφτά.» Λοιπόν ήθελε να του κόψει ένα κομμάτι…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ένα κομματάκι του παιδιού να του φύει..</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> H κελομάρα! </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Δεν είχε άλλα λεφτά να του πάρει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong>  Δεν είχε μία. Μένει λοιπό` ο μπάρμπα Βασίλης με το γιό του στη Μουτσούνα, το τσουβάλι τ` αλεύρι, το βαρκί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Νηστικοί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Πού να πάει τώρα αυτός ο άνθρωπος; Η καλή του τύχη, η καλή του τύχη ήτανε τότες το Νικητούρι ο Σκοπελίτης, αυτός ήταν ψαράς. Δηλαδή ο Σκοπελίτης το Νικητούρι ήταν αδέρφια με το Σκοπελίτη το Γιώργη. Αδέρφια. Ήταν ψαράδες αυτοί. [&#8230;] Όπως καθόνταν λοιπό` κει δα στη γωνιά κι ήτον απελπισμένος, έρχεται το Νικητούρι με τη βάρκα του φορτωμένη γούπα, με την οικογένειά του, τα παιδιά του, ήταν ο γιός του ο Μήτσος, ο Γιάννης, κι ένα άλλο παιδί, ο Ηλίας, αυτούς είχε. Φέρνου λοιπό` τη γούπα, μόλις βλέπουν τον πατέρα, «Βρε Βασίλη!» του λέει. Τον εκαλέσαν, φάγανε, βράσαν, τηγανίσαν. Μετά του λέει, «Νικήτα, θέλω να πάω στη Ντονούσα.» «Ναι Βασίλη. Βάλε το αλεύρι μες στη μεγάλη βάρκα, δέσε το βαρκί πίσω από τη μεγάλη βάρκα» και βγαίνουν όξω, κάνουν το πανί, έρχονται στις Μάκαρες. Αλλά επειδής ο καιρός ήτον λίγο ατσαλωμένος, τον έφερε, λέει, μέχρι τα μισά. Τον πατέρα με το βαρκί. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Ήτανε καλό, λέει, το Νικητούρι. Πολύ φιλότιμος, καλός!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Βάλτει λοιπόν το αλεύρι μες στο βαρκί και το πάει στην Καλοταρίτισσα μες την νύχτα. Σηκώνεται το πρωί ο νοικοκύρης που είχε το βαρκί και πάει κάτω, το πρωί που έφυγε το βαρκί. Δηλαδή πήε ο πατέρας μου τη νύχτα, ηπήρε το βαρκί να πάει στη Μουτσούνα, το αλεύρι. Επήε το πρωί ο νοικοκύρης, να το πάρει να πάει στους χάνους. Έλειπε το βαρκί, έλειπε το βαρκί. Πάει απάνω, «Πω, γαμώ την ψυχήν του, μου πήραν το βαρκί μου!»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όλο την ψυχήν του έλεγε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ξέρω εγώ, κι έγινεν φασαρία. Ποιος την πήρε την βάρκα. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε: </strong>Νόμιζε το κλέψαν το βαρκί. Λέει το κλέψαν, ποιος το πήρε το βαρκί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Η συχωρημένη η μάνα, ας πούμε η γιαγιά, η μάνα μου, ήξερε την υπόθεση. Ήταν ας πούμε αυτή, ήταν μια γυναίκα καλή γειτόνισσα και η μάνα μου, ας πούμε, ήτον καλή γυναίκα. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Φιλότιμη γυναίκα η μάνα του η γιαγιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αφού λοιπόν άκουγε τον Δημητράκη, άκουγεν ας πούμε το νοικοκύρη του βαρκιού και οχλαγωγούσε και μάλωνε, ξέρω γω, κι έσκουζε, πάει και της λέει της γειτόνισσας της Μαριώς, η μάνα μου: «Πε του μπάρμπα Δημήτρη να μην φωνάζει, και ο άντρας μου ο Βασίλης ηπήρε το βαρκί και ηπήε στη Μουτσούνα να φέρει αλεύρι, να ζυμώσωμε τη Λαμπρή, που δεν έχωμε ψωμί.» Μάντα δω, μάντα δω [&#8230;] Πάει λοιπόν και του λέει. «Ε, μη φωνάζεις Δημητράκη, μην φωνάζεις Δημητράκη και θα `ρθει το βαρκάκι.» «Γαμώ την ψυχή του! Ποιός μου πήρε τη βάρκα;» Αφού λοιπόν το `φερεν το αλεύρι, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου στο σπίτι, 70 οκάδες αλέυρι, γεμίζει η μάνα μου η συχωρεμένη μία λεκάνη τέτοια αλεύρι. Τότες το αλεύρι ήτονε… </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Σου λέω για τυρί το τρώαν το άσπρο ψωμί. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Γεμίζει λοιπόν μια λεκάνη τέτοια και την πάει απάνω και της λέει… Αυτή ας πούμε η υπόθεση πόσο ήταν, ήτονε 48 ώρες, να πάει ας πούμε ο πατέρας μου στη Μουτσούνα και να `ρτει. Γεμίζει μια λεκάνη αλεύρι, την παίρνει λοιπόν, της την πάει στην κυρά Μαριώ και της λέει, «Έλα Μαρία, πάρε να κάμεις τηγάνι στο Δημητράκη.» «Μάντα δα, ίντα;» «Δεν πειράζει, δεν πειράζει.» Αφού ήρτε λοιπόν ο άντρας της, τα κατσίκια ήβοσκε, του λέει «Μάντα δα, μάντα δα, θα κάνουμε τηγανίτες που… δε` ίντα μας ήφερε η Μαρία που πήρε το βαρκί.» «Ε, γαμώ την ψυχήν του πιο καλά…»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ήταν το βαρκί, αλλά αφού γύρισε ο παππούς, ήβαλε η γιαγιά την λεκάνη με το αλεύρι, του το πήγε, σου λέει «Πάρε και συ να κάμεις τηγανίτες, που `ναι Πάσχα ας πούμε, να κάμεις ένα ψωμί των παιδιών σου.» […] Η ανέχεια, τι είναι η ανέχεια. <strong>Σ:</strong> Αυτά είναι.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>σκεφτόταν</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Σαρδέλα κάνανε πάρα πολύ κι αυτή την εστείλανε στη Γιάλη μ΄ ανταλλαγή με λάδι</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/sardela-kanane-para-poly-ki-ayti-tin-esteilane-sti-giali-m%ce%84-antallagi-me-ladi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/sardela-kanane-para-poly-ki-ayti-tin-esteilane-sti-giali-m%ce%84-antallagi-me-ladi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 18 May 2023 12:57:40 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1468</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ανταλλαγή γουπάκι με κρασί και σαρδέλα με λάδι. Συνταγή για λιαστό γουπάκι. Κατσίκι γεμιστό και τα φαγητά του Πάσχα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/sardela-kanane-para-poly-ki-ayti-tin-esteilane-sti-giali-m%ce%84-antallagi-me-ladi/">Σαρδέλα κάνανε πάρα πολύ κι αυτή την εστείλανε στη Γιάλη μ΄ ανταλλαγή με λάδι</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don26-8-1.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ανταλλαγή γουπάκι με κρασί και σαρδέλα με λάδι. Συνταγή για λιαστό γουπάκι</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Πιάνανε το γουπάκι το μικρό, Βασίλη και το ξεραίνανε και μετά αυτό το στέλναν στη Σαντορίνη με την Κατοχή, και παίρναν το κρασί. Το ανταλλάζανε με ψαράκι και με το κρασί. Και το φέρναν απ` τα καΐκια κι αυτό έβαλε δύναμη στους αθρώπους ας πούμε. Όσοι το παίρνανε, παίρνανε δύναμη, γιατί τρώγαν ας πούμε το όσπριο και πίναν και το κρασίν αυτό. Και σαρδέλα. Σαρδέλα κάνανε πάρα πολλή κι αυτή την εστείλανε στη Γιάλη μ` ανταλλαγή με λάδι. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ:</strong> Πώς το φτιάχνατε αυτό το λιαστό ακριβώς; Τι διαδικασία είχε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αυτό έπαιρνες ένα μέρος σ` ένα βαρέλι -γιατί πιάνανε πάρα πολύ- και κάνανε την άρμη και το ρίχνανε μέσα και όταν άσπριζεν το ματάκι του ψαριού, ήταν το σύνθημα αυτό, το βγάζανε και το `πλώναν απάνω στις ταράτσες που `ναι καθαρά. Το `πλώναν απάνω, το γυρίζαν, το μεταγυρίζαν και όταν ηξεραινόταν το βάζανε σε σακιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ:</strong> Πόσο καιρό λιαζότανε δηλαδή πάνω-κάτω;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ε, μια βδομάδα; Μπορώ να σας πω και παραπάνω γιατί ήπρεπε να ψηθεί καλά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ:</strong> Ψηνόταν με τ` αλάτι του δηλαδή αυτό πρώτα και μετά με τον ήλιο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Και το στείλανε κι αυτό στη Σαντορίνη.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ:</strong> Τα καθαρίζατε πρώτα ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ: </strong>Όχι, όχι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ:</strong> Όπως ήτανε, ναι μικρά είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ναι, και τα ψήναμε κι όταν ψηθεί αυτό βγαίνει η πέτσα από πάνω και το τρώγαμε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Αυτά είναι της Λαμπρής. Το ζυμωτό ψωμί, μετά τα κουλούρια και τρίτη φουρνιά να βάλωμε τα ψητά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don26-7.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κατσίκι γεμιστό και τα φαγητά του Πάσχα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ: </strong>Το Πάσχα σφάζωμεν το αρνί. Αφού το ετοιμάσωμεν και το πλύνωμεν και το τακτοποιήσωμε, θα βάλω την κατσαρόλα στη φωτιά. Θα βράσω πρώτα λίγο χόντρο, στάρι. Το `χω κομμένο, θα βράσει. Μέσα εκεί θα ρίξω το υπόλοιπο ρύζι. Θα το ρίξω μέσα, θα βράσει κι αυτό. Μετά θα τσιγαρίσω τα συκωτάκια όλα, το κρεμμύδι, το άνηθο, και τα ρίχνω μέσα στην κατσαρόλα τα μυρωδικά, πιπέρι, κανέλα, όλα αυτά, τ` αλάτι, βούτυρο κατσικίσο και μετά θα το γεμώσω τ` αρνί και θα το ράψω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ:</strong> Αυτό όλο το βράζετε και γίνεται πηχτό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ: </strong>Ναι, αλλά μέσα άμα ράψω την κοιλιά τ` αρνιού, μέσα εκεί άμα βάλω τη γέμιση, θα βάλω ή νερό ή γάλα για να βράσει μες στο φούρνο να φουσκώσει. Γιατί άμα δε βάλεις τίποτι θα `ναι ξερό. Και το βάζεις αυτό και χυλώνει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ:</strong> Το γάλα πώς το βάζετε δηλαδή; Στην κατσαρόλα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Το `χω βρασμένο και όταν βάλω τη γέμιση μέσα στο κατσίκι, θα βάλω και…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ:</strong> Α, το ρίχνετε από πάνω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Το ρίχνω. Ε, κι ό,τι υπόλοιπο το βάζω σ` ένα ταψί και το βάζω στο φούρνο. Ό,τι περισσέψει από το κατσίκι. Ναι. Πάλι, τα ποδοκεφαλάκια, τα κάνουνε τσιστά στα ξύλα. Το βάζει στα κάρβουνα, βγάζει καλά-καλά το μαλλί κείνο όλο που έχει απάνω, το πλύνει καλά-καλά, τα ποδαράκια όλα, τ` αντεράκια όλα τα κάνει χαρδουμάκια και τα βράζουμε, κι αυτά τα `χουμε στην Ανάσταση με τη μαγειρίτσα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μ:</strong> Παλιά δεν κάναμε και μαγειρίτσα, αυτά κάναμε. Αυτή ήταν η σούπα η μαγειρίτσα μας, ας πούμε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ναι, αυτά είναι της Λαμπρής τα… το ζυμωτό, που ζυμώνωμε το ψωμί, μετά θα κάνουμε τα κουλούρια δεύτερη φουρνιά να τα φουρνίσωμε, και τρίτη φουρνιά να βάλωμε τα ψητά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Πολλή δουλειά!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ναι, ναι, εκεί είναι ωραία να παίρνεις φωτογραφίες. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ: </strong>Εδώ τα κάνουνε τα σπίτια ακόμα όλα αυτά;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ: </strong>Ναι, βέβαια! Όλα. Κάθε σπίτι τα κάνει αυτά. Και το τελευταίο σπίτι θα το φτιάξει. Είναι ωραία.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Αλλά δε νηστεύουνε όπως παλιά; Τόσο αυστηρά;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Παλιά ήτανε να φας τση Σαρακοστή είτε Μεγαλοβδομάδα είτε… Ήπρεπε να `ρτει Ανάσταση για να φας το κρέας, να σας πω.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/sardela-kanane-para-poly-ki-ayti-tin-esteilane-sti-giali-m%ce%84-antallagi-me-ladi/">Σαρδέλα κάνανε πάρα πολύ κι αυτή την εστείλανε στη Γιάλη μ΄ ανταλλαγή με λάδι</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/sardela-kanane-para-poly-ki-ayti-tin-esteilane-sti-giali-m%ce%84-antallagi-me-ladi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 07 May 2023 21:54:22 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=705</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η αυτάρκεια στο Μερσήνι. Ο κόσμος, οι χαρές και τα γλέντια που πέρασαν</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/">Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don9-8.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading has-text-color">Η αυτάρκεια στο Μερσήνι. Ο κόσμος, οι χαρές και τα γλέντια που πέρασαν</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Τα χρόνια όμως εκείνα οι αθρώποι δεν ηγοράζανε από τα μαγαζά. Ένα ρύζι αν ήτυχε να αγοράζουσι, να πούμε, μια Λαμπρή. Κάνανε φασόλες, ρίχταν μες στα χωράφια τα καλοκαιρινά, φασόλια μέσα στα καλοκαιρινά, σουσάμια, ντομάτες, αγγούρια από όλα, από όλα είχανεν ο κόσμος. Και ήξερες ότι ήτανε να πούμε… τότες ηρίχτανε κοπριές, δεν ρίχνανε τώρα όπως ρίχνουν τώρα λιπάσματα, αυτά όλα είναι δηλητήριο. Δεν ήτον, που `τον την Κατοχή ο κόσμος όπου ήτανε…&nbsp; […]. Όχι μαγαζί δεν ήτανε, δεν ήταν ο κόσμος όπου ηπείνα; Ήτον μια χαρά. […] Ήτονε εδώ πέρα του Περβολάρη τα παιδιά όλα, πάνω της Μαρινάκαινας, είχεν κόσμο, είχεν κόσμο. Όπου σάλευγες… Ήθελε λοιπον κάθε σκόλη να παίζουνε, να παίζουνε. […] Είχανε κι αμπέλια. Εκεί δα η Ποδαριά, ήτονε αμπέλι από το σταυλί και κάτω, ήτον αμπέλια όλα. Ο παππούς σου ήκανε τόσα κρασά. Όλοι ηκάνανε. Λέει, αύριο θα ανοίξουμε του ενός το κουρούπι. Την άλλην το άλλο. Και ήθελε λοιπόν να παίζουν, να χορεύγουν, να `ναι ο κόσμος μια χαρά, μια χαρά. Το μόνο χωριόν όπου ήτανε ποφανερωμένο, ήτον το Μερσήνι. Και τώρα ερημώσαν τα χωριά. Είχεν κόσμο, είχεν, είχεν. Ήθελεν τώρα να `ρθει το Πάσχα, να βλέπεις τον κόσμο, βγαίνουσι όπως τη μερμηγκιά. Παιδιά, όλος ο κόσμος με τα φανάρια και να πηαίνουν στην εκκλησία. Να `ναι ο κόσμος μια χαρά. Γλέντια, πράματα. Τώρα… Βλέπεις τους ανθρώπους… Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Εκκλησία κατεβαίνατε στο Σταυρό το Πάσχα ή ερχότανε εδώ στην Αγιά Σοφιά;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Δεν ήτουν τότες ακόμα η Αγιά Σοφιά χτισμένη.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/">Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
