<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΕΛΙΕΣ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-tag/elies/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/elies/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Fri, 19 Apr 2024 16:41:59 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΕΛΙΕΣ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/elies/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 24 May 2023 08:04:37 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1677</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες για φαντάσματα στο Σπήλιο και για νεράιδες στη βρύση</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/">Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-21-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για φαντάσματα στο Σπήλιο</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Ελ:</strong> Κι εδώ στο Σπήλιο πάλι λέγανε πως… Φοβούμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, που `ρχομαστε από το σχολείο. Τώρα, μας τα λέγανε για να μας φοβίζουνε, για να `ρχόμαστε νωρίς; Γιατί παίζαμε στο δρόμο και ερχόμαστε όλο νύχτα, νύχτα. Άμα περνούσαμε, άμα δεν είμαστε και διπλάρικα μαζί, φοβούμαστε βέβαια, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα, «κου-κου, κου-κου» ακούγαμε. Καμιά φορά ήμουνα το πιο μικρό του σχολείου, άμα ανεβαίναμε -τα άλλα όλα ήταν μεγάλα αγόρια και τρέχανε- ε, εγώ πήγαινα σιγά-σιγά σαν το… και σκοτεινιαζόμουνα, ερχόμουνα νύχτα και τ` άκουγα λοιπό που φωνάζανε και έλεγα λοιπό μόνη μου τώρα, για να παρηγοριέμαι, <em>κουκουβάγια μωρέ είναι, τώρα τι φοβάμαι;</em> Μονολογούσα εγώ κι έλεγα <em>κουκουβάγια είναι μωρέ τώρα, τι φοβάμαι, αφού είναι κουκουβάγια και κάνει «κου-κου», τι να φοβάμαι;</em> Και παρηγοριόμουνα μόνη μου.&nbsp;</p>



<p><strong>Κ: </strong>Θυμάστε τι λέγαν για το Σπήλιο, για το συγκεκριμένο μέρος εκεί; […]</p>



<p><strong>Eλ:</strong> Λέγαν πως εκεί μέσα είναι το μέρος και καλά πιο δύσκολο το μέρος εκείνο, πως έχει φαντάσματα. Εγώ δεν έχω δει. Το μόνο που έχω ακούσει και δεν το `πε ψέματα βέβαια, δεν ξέρω ακριβώς πώς βρέθηκε, ήτανε… Όταν σκοτώθηκε της γριάς Πλυτώ ο πρώτος της άντρας, έπεσε ένας τοίχος και τον πέτρωσε εκεί δα μέσα, όχι στο Σπήλιο, πιο πέρα, στο άλλο που `ναι η ελιά. […] Εκεί ήταν, μέσα στα χωράφια αυτά σκοτώθηκε ο άντρας της. Έκατσε κάτω από τον τοίχο να κολατσίσει και τον είχε ξεσκάψει κι εκεί ξεκόλλησεν από πάνω ο τοίχος και τον ησκότωσεν από κάτω. Ψάχναν, τον ηγυρεύανε, δεν τον ευρίσκανε πουθενά. Και λέγανε τέλος πάντων, πως είχε φαντάξει, ακούγανε διάφορες φωνές. Δηλαδή εκείνη την ημέρα όχι δεν ακούσαν τίποτα. Το μόνο που μας έλεγεν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι ήτανε στο περιβόλι και πήγεν ο πεθερός του και τον εγύρευε στο περιβόλι. Αφού τον εγυρεύανε, μήπως είναι στο περιβόλι, μήπως είναι στη Μεσαριά; Ψάχνανε, τον γυρεύγανε. Ήμουνα μικρό παιδάκι εγώ τότε. Και άκουσε, λέει, από πάνω που έβηξε, γιατί από κάτω είναι το δικό μας περιβόλι, από πάνω αμέσως είναι δικιά του η τραφιά. Και λέει, λοιπόν, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, «Άκου, ο Δημήτρης» -Δημήτρη τον λέγανε και κείνο- «Άκου, ο Δημήτρης που βήχει από πάνω. Πού τον εγύρευεν ο πεθερός του και δεν τον ευρίσκανε;» Αλλά δεν εμίλησε, λέει, από πάνω φαίνεται θα `τανε και ίσως τον ευρήκανε και δεν ακουγόταν και τίποτα. Άκουσε, λέει, που έβηξε. Λοιπόν είχε φύγει ο Βαγγέλης από την Καλοταρίτισσα […], εδουλεύανε στις Μάκαρες κι ερχότανε τα Σάββατα, τις έφερνεν εδώ ο ίδιος ο επιστάτης, είχε μια βάρκα μεγάλη και τους έφερνεν εδώ τα σαββατοκύριακα, να πλυθούνε, να δουν τους δικούς τους, και προπάντων να πλύνουν και τα ρούχα τους. Και σηκώθηκε λοιπό` αυτός ο Βαγγέλης -ήτανε παλληκαρόπουλο και δούλευεν εις τις Μάκαρες κι αυτός- σηκώθηκε λοιπόν της αυγής για να φύγει […] για να προλάβει τη βάρκα που θα `φευγε και φεύγαν και πρωί-πρωί.  Του λέει ο πατέρας του… -σηκώθηκε νύχτα σκοτεινά- «Μήπως δουλιαστείς<sup>1</sup> να `ρθω κι εγώ μαζί σου;» Ο γέρος δε φοβότανε, αλλά ο μικρός… λέει, «Μπα, πού να `ρχεσαι μαζί μου τέτοιαν ώρα», λέει, «θα πάω.» Λέει, «Αν φοβάσαι να `ρθω γω μαζί σου.» Λέει, «Όχι, όχι, δε φοβάμαι.» Επήρεν τα ρούχα του αυτός κι έφυγε, μόλις επήγεν εκεί δα στην ελιά που σου λέω, ακριβώς είναι μια φίδα από κάτω. Όπως πήγε να περνάει αυτός, όλο και με το φόβο φαίνεται, βλέπει ένα μαύρο γάτο και πηδάει μες στα πόδια του και χύνεται κάτω προς τα κάτω. Αυτό ξεράθηκε το παιδί από το φόβο του. Γιατί πήδηξε με φόρα από πάνω από τον τοίχο και κατέβηκε μες στο δρόμο και πήρε κάτω τη ρεματιά. Και αυτό φοβήθηκε πολύ και πήγε λοιπό στον Κάμπο κι ήτανε άσπρο, λέει, όπως τον τοίχο. Του λέει, «Γιατί είσαι έτσι τρομαγμένος;»  Λέει, «Άστα τώρα.» Δεν ήθελε να πει τίποτα, αλλά μετά τον ξαναρωτήσανε. Του λέει ο Αριστείδης, αυτός που `χε τη βάρκα, λέει, «Γιατί είσαι έτσι; Είσαι κίτρινος», του λέει, «όπως το λεμόνι.» Του λέει, «Κάτι μου `τυχε στο δρόμο, που κατέβαινα νύχτα και κόντεψα να μείνω μες στο δρόμο.» Κι άμα `ρτεν απάνω τα `λεγε στους γονείς του, πως αυτό του `τυχε. Άλλη φορά πάλι, τις ίδιες μέρες εκείνες, κοιμότανε στ `αλώνια τότε, αλωνεύαμε, ήταν η εποχή των αλωνιών. Και κοιμότανε οι αθρώποι όλοι, ο πατέρας μου, της Σοφίας ο πατέρας, ο θείος μου ο Νικόλας, αυτός που σκοτώθηκε, στ` αλώνια κοιμόταν όλοι. Όλο το καλοκαίρι κοιμότανε στ` αλώνια, δεν ερχόταν στο σπίτι. Μία για να λυχνίσουνε, μία πως τους άρεσε και πιο καλά έξω καλοκαίρι που ήτανε, να μη ζεσταίνονται στα σπίτια, είχαν πάρει τα ρούχα τους και κοιμότανε στ` αλώνι. Στάχυα είχε κάτω και ήτανε μαλακά… Και θυμάμαι που `λεγεν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι κείνο το βράδυ, κείνη τη βραδιά, άκουσε μία σφυριά από το πίσω μέρος, εδώ που πηγαίνετε εσείς για να αντικρύσετε πώς είναι η ρεματιά, άκουσε μία σφυριά μες στη ρεματιά, που λέει, «Εγώ όσο χρονώ είμαι δεν είχα φοβηθεί ποτέ μου κι άκουσα μία σφυριά που επήγε ο αντίλαλος μέχρι κάτω. Εγώ», λέει, «δεν είχα φοβηθεί ποτέ και άκουσα αυτή τη σφυριά και εκείνο το βράδυ», λέει, «φοβήθηκα.»</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Άκουγα κι εγώ σαν παιδί πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-20-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>K:</strong> Σχετικά με θρύλους που λένε διάφορα για τη βρύση, για το νερό κι όλα αυτά, έχετε ακούσει;&nbsp;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Α, τ` άκουγα κι εγώ σαν παιδί, […] πως υπήρχανε νεράιδες εις τη Βρύση και κλαίγαν τα μωρά.&nbsp;</p>



<p><strong>K:</strong> Εγώ θυμάμαι που μας λέγανε ότι όποιος είναι να πάει βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί […] να κρατάς μαζί σου ένα κομμάτι ψωμί. Έχετε ακούσει την ιστορία τι συμβόλιζε αυτό το ψωμί;</p>



<p><strong>Ελ: </strong>Επειδή, πώς το βάζει ο παπάς που σε κοινωνάει, τον σίτο, τον οίνο και το έλαιο… Το ψωμί είχε τη δύναμη και δε σε πλησίαζε, λέει, το ξωτικό, έτσι μας λέγαν κι εμάς. Άμα βγαίναμε βράδυ έξω, λέει κράτα… -εμείς τα παιδιά βέβαια δεν πηγαίναμε πουθενά, αλλά άμα πήγαινε ο πατέρας μου που σηκωνότανε να πάνε στα ψαρέματα τη νύχτα, είτε απ` έξω είτε…-&nbsp; βάλε κι ένα κομματάκι ψωμί μαζί μες στη τσέπη σου. […] Ένα κομματάκι ψωμί. Γιατί το ψωμί είναι σταυρωμένο και δεν κάνει ούτε να το πατάμε ούτε να το πετάμε.</p>



<p><strong>Η:</strong> Κι εδώ για τη Βρύση τι λέγανε;&nbsp;</p>



<p><strong>Ελ: </strong>Μας λέγαν ότι υπήρχανε, λέει, νεράιδες εις τη Βρύση και είχαν ακούσει, λέει, κάποιοι, δεν ξέρω, ότι είχαν τα μωρά τους. Πηγαίναν και πλέναν τα ρούχα τους, λέει, στη Βρύση και τ` ακούγαν που κλαίγανε τα παιδιά. Αυτά θα `ταν φαντασίες. Μια κουκουβάγια να φώναζε τη νύχτα και λέγαν πως είναι τα παιδιά της νεράιδας. Οπότε δεν το πίστεψα βέβαια. Ε, καλά σαν παιδιά μας φοβίζανε και φοβόμασταν να πάμε, αλλά εγώ πολλές φορές που άντεχα και πήγαινα κάτω και πελεμούσα και σκοτεινιαζόμουνα και `ρχοτανε η συχωρεμένη η γριά Πλυτώ εδώ κάτω, έβλεπεν πως δεν είχα ανεβεί απάνω κι έλεγεν της Ειρήνης, «Βρε συ, αυτή η Ελευθερία λες να `παθε τίποτα και δεν έχει ανεβεί ακόμα;» Και κατέβαινε η κακομοίρα κάτω και με γύρευε. Μου `λεγε, λοιπόν, η Ειρήνη, «`ε δουλιέσ`<sup>2</sup> τέτοια ώρα που κάθεσαι κάτω;» Λέω, «Τι να δουλιώ;» «Δεν πάω», μου λέει, «τέτοια ώρα εγώ στη Βρύση, που να μου δίνουνε τι.» Δεν το σκέφτηκα ποτέ να φοβηθώ, σκοτεινά που να `ναι κάτω. Μια φορά εδώ, μόλις στρίβουμε, που `ναι η ταμπέλα «Βρύση» και «Λιβάδι», που `ναι η ταμπέλα ακριβώς, το από κάτω τραφάκι το `χεν ο γέρο Κώστας απάνω και το `χανε όλο αγκιναριές. Τότε όλα  ετούτα τα περγαλίδια ήταν γεμάτα αγκιναριές. Ξέρεις πόση αγκινάρα έβγαζε εδώ; Τα περγαλίδια όλα μόνο αγκιναριές είχε, δεν είχε φραγκοσυκιές καθόλου, ούτε μία, μόνο αγκιναριές είχαμε. Και είχαμε λοιπό μεγαλώσει πια και του λέω… -ήταν ένα βράδυ πια σκοτεινά κι είχεν έρθει κάτω για να βεγγερίσωμε- και του λέω, «Εν κόβεις τις αγκινάρες σου μόνο θα ξεποχιάσουνε, που `ναι κάτω στο Γύρισμα;» Το λέγαμε Γύρισμα επειδή πήγαινε το ένα έτσι και τ` άλλο αλλιώς. Λέει, «Μπα, αφού δεν τις τρώει κανένας.» Λέω «Κρίμασι.» «Ε, δεν πας να τις κόψεις;»  Λέω «Να πάω τώρα;» Μου λέει, «Άμα είσαι άξια να πας τώρα, χαλάλι σου. Πήαινε κόψε τις.» Λέω, «Θα πάω.» Μου λέει, «Δεν το πιστεύω.» Ήταν σκοτεινά πια. Μωρέ πήγα εγώ και γέμισα ένα καλάθι μέχρι απάνω. Λέω, τι να φοβάμαι τις νεράιδες που λένε, πώς κλαίνε στη Βρύση;</p>



<p><strong>Η: </strong>Οι άλλοι δεν πηγαίνανε δηλαδή;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Δεν πηγαίνανε.</p>



<p><strong>Κ: </strong>Δεν πάνε εύκολα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>φοβηθείς</em></li>



<li><em>δεν φοβάσαι</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/">Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 10:18:55 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1624</guid>

					<description><![CDATA[<p>Αποκριάτικα γλέντια και Δονουσιώτες βιολιτζήδες. Γάμοι στα σπίτια. Η Τρουλιανή που μέθυσε και τραγούδησε. Προξενιά από την Αμοργό. Προξενιό από το ίδιο χωριό για λόγους πρακτικούς. Κρασιά και μεθύσια</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/">Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-9-Αποκριάτικο-γλέντι.-Δονουσιώτες-βιολιτζήδες-Σιγάλα-Σοφία-.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Αποκριάτικα γλέντια και Δονουσιώτες βιολιτζήδες</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Ηλ:</strong> Χορεύατε εσείς;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Στα νιάτα μου! Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία. Μια φορά κατεβήκαμε στον Κάμπο κι ήτον ο αδερφός μου ο Δημητράκης, είχε γούστο, ήτον μεγά… παντρεμένος, ήμεστε όλοι, και ντυθήκαμε μασκάροι και πήγαμε στ(ου) Ηλία το Σκοπελίτη εδώ που καθότανε, και έπαιζε το καλύτερο βιολί και μας έπαιξε, όπως είμαστε μασκάροι, μες στο αλώνιν του και χορέψαμε!</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Στο αλώνι εκεί;</p>



<p><strong>Σοφ: </strong>Ναι, ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Νύχτα ή μέρα ήτανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, ήτο βράδυ, νύχτα πήγαμε κάτω, νύχτα πηγαίναμε μασκάροι για να μη μας γνωρίζου`.</p>



<p><strong>Λάρα</strong>: Τι ντυθήκατε; Τι φορούσατε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Φορούσαμε μάσκες εδώ, να μη μας βλέπου. Μόνο τα μάτια μας εβλέπα. Πήγε στη Λαμπαδάκαινα ο αδερφός μου και της λέει, λέει… Του λέει… -είχε ντυθεί σαν αστυνομικός- και του λέει, «Αστυνομικός είσαι ή από δω είσαι;» Λε` «Στραβομάρα έχεις να με δεις πως είμαι…» (γέλια). Κάμα γέλια, ήκαμα γέλια. Πηγαίναμε στο Μερσήνι, γύριζεν ο κόσμος, ήταν πολύ ωραία. Αλλά ο Ηλίας ο Σκοπελίτης ήπαιζε ωραίο βιολί, έπαιζε όλες τις… Σε γάμους, σε όλα έπαιζε… Πολύ ωραία ήτανε.</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Κι εδώ και στο Μερσήνι δεν ήταν ένας που έπαιζε βιολί; </p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ο Γιωργάκης του Περβολάρη, ναι, ήπαιζε. Αυτός έβγαζε και ωραία τραγούδια, πολύ ωραία.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Τους ηπαντρεύγαν στα χωριά πρώτα, έτσι ήτον το έθιμο των παλαιών</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-17.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Γάμοι στα σπίτια. Η Τρουλιανή που μέθυσε και τραγούδησε</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Η: </strong>Εσάς ο γάμος σας πού έγινε;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Εδώ. Εδώ μας ηπαντρέψαν.</p>



<p><strong>Η: </strong>Στο σπίτι;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ναι.</p>



<p><strong>Η:</strong> Όχι στην εκκλησία;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Όχι. Ήρθεν ο παπάς εδώ, μας ηπάντρεψε. Ήτον οι γέροι, πού να παν` κάτω νύχτα […] και του Ρηνιού του Ψηλού απάνω στο σπίτι ήγινε, ναι, ναι, απάνω στο σπίτι. Και του Δημητράκη, ναι, και του Δημητράκη. Τους ηπαντρεύγαν στα χωριά πρώτα, τους ηπαντρεύγαν στα χωριά. […] Έτσι ήτον το έθιμο των παλαιών. Τώρα παν` στην εκκλησία.&nbsp;</p>



<p><strong>Η:</strong> Πείτε μου για το γάμο στο σπίτι […].</p>



<p><strong>Σ:</strong> Τους ηπαντρεύγαν πρώτα και στην Καλοταρίτισσα, ηπήαινε ο παπάς πίσω και στο Μερσήνι&nbsp; και παντού.&nbsp;</p>



<p><strong>Η: </strong>Ο κόσμος ερχότανε σπίτι; </p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Οι συγγενείς ηρχούτανε, εμείς δεν ηκάμαμε, ας πούμε, γλέντι. Εκεί που κάνα`, στην Καλοταρίτισσα στη Φανής το γάμο, ηκάμαν γλέντι, ήτον πολύ ωραία. Πήαν κι φέρα` τον Ηλία το Σκοπελίτην πίσω, ήπαιξε. Είχαμε την Καλλιώ την Τρουλιανή, δε θα ξεχάσω τα γέλια που κάμαμε. Μέθυσε και σηκώθηκε και τραγούδει. Ε, Χριστέ μου γέλια τα κάμαμε, αλλά ύστερι το πήρεν ο άντρας της χαμπάρι από τον Τρούλο, ότι γελούσαν οι Καλοταριανοί και ξέρεις ίντα ήκαμε; Αφού ηπήε λέει στον Τρούλο της λέει, «Μωρή ίντα πήγες κι ήκαμες», γιατί ήτον ηκακόχερος, «μωρή ήντα πήγες κι ήκαμες και με `κανες ρεζίλι στην Καλοταρίτισσα;» Λέει, «Τίποτι τίποτι, ε, αστειεύτησαν εκεί τα παιδιά.» Αυτή ημέθυσεν ύστερι κι χόρευγεν και τραγούδειν και την ηπήραν ύστερι και την ηπήγαν στον Τρούλο και την είδεν ο άντρας της, του κακοφάνη και ίντα κάνει; Ήτον τότες οι νάρκες που ηπλεύγαν εδώ. Κάτι από πολέμους ξέρω γω, και ξεγελά τις Καλοταριανούς και τω λέει, «εδώ κάτω στον Κέντρο είναι μια νάρκα» ήτο, κάτι είπαν πως ήπλευγε και για να τις εκδικηθεί τις Καλοταριανούς είπεν ότι πλεύγει, ας πούμε, μια νάρκα, να παν` να την πιάσουν. Γιατί τις συγκαίαν τις νάρκες ύστερι και τις κάμαν δυναμίτες. Ε, και το `πε ψέμματα και τις ήφερεν απ` την Καλοταρίτισσα για να τις εκδικηθεί. Αλλά ήτον ωραίος ο γάμος, πολύ ωραίος. Κι από τη Μεσαριά ηπήγαμε, εγώ ήμουν παράνυφη, περάσαμεν ωραία. Αλλά ο Ηλίας ήπαιζεν ο Σκοπελίτης πολύ ωραία, πάρα πολύ ωραία. Μια φορά ντυθήκαμε μασκάροι και πήαμε απ` όξω από του Ηλία του Σκοπελίτη μες στ` αλώνι και μας ήπαιξε και χορέψαμε. Ε, κακόμοιρος. Ύστερι γέρασε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Πρώτα ήτο&#8217; φτωχοί οι αθρώποι, όποιος είχε τα πιο πολλά χωράφια ήτον ο καλύτερος γαμπρός</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-15.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Προξενιά από την Αμοργό</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Λάρα:</strong> Η μαμά σας πώς ήρθε εδώ; Πού τη γνώρισε ο πατέρας σας;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Πρώτα να καταλάβεις ήτο φτωχοί οι αθρώποι και στην Αμοργό, και όποιος είχε τα πιο πολλά χωράφια ήτον ο καλύτερος γαμπρός. Ναι, και πήγε στην Αμοργό και του κάμαν το παντρολόι εκεί κάποιος.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Ο πατέρας σας από εδώ ήτανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ναι, ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Απ` τη Μεσαριά;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Είχε πάει, ναι, στην Αμοργό και τη γνώρισε. Ήτο και φτωχοί τα πεθερικά του, είχε δυο-τρεις κόρες ή τέσσερεις; Και στην Καλοταρίτισσα η Γιαλίτισσα είχε πάρει από τη Γιάλη, ναι. Η συμπετέρα μας πάλι η Πετσετάκαινα που λέγανε, από τη Χώρα της Αμοργού ήτον κι εκείνη. Ε, πάλι και ήτο μεγάλη οικογένεια και παντρεύτηκαν…</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Οι γυναίκες ήτανε συνήθως από Αμοργό;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Οι γυναίκες ήτανε, οι γυναίκες ναι, ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Και ήρθε εδώ και δεν είχε, λέτε, παρέα, δεν είχε κόσμο. Δεν ήταν κι άλλες γυναίκες απ` την Αμοργό εδώ;</p>



<p><strong>Σοφ: </strong>Εδώ δεν ήτανε. Μια φορά της ήστειλεν μια αδερφή της γράμμα και της ήγραφεν και τραγουδάκια και πήγε πέρα στο χωράφι κι έπιασεν μια πέτρα, να σπάσει την κεφαλή της και ήρτε… ήτον ένας Αμοργιανός εδώ και πάει και λέει του παππού ότι, «Πες της κόρης σου μη ξαναγράψει γράμμα και γράφει τραγουδάκια, γιατί θα τη σκοτώσω εγώ.» Λέ`, «Γιατί;» «Αρώτα με», λέει, «που είδα την κόρη σου που δεν ήκανε στη Δονούσα. Αρώτα με», λέει, «τι κλάμα ήκανε.»</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Στεναχωριότανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Στεναχωριότανε. Ε, δεν είχε και, δεν είχε και πολλούς αθρώπους εδώ να κουβεντιάσει. Ο καθένας έφευγε και πήαινε στα χωράφια κι έμενε μόνη. Ε, ύστερι που έκανε τα παιδιά, έκανε τα παιδιά, ησύχασε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Μου λέει, «Θα σε παντρέψω εδώ στη γειτονιά, να σε `χω κι εγώ κοντά μου»</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-7-Δεν-ήθελε-ο-πατέρας-μου-να-με-στείλει-σε-άλλο-χωριό-να-παντρευτώ.-Σιγάλα-Σοφία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Προξενιό από το ίδιο χωριό για λόγους πρακτικούς</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Η:</strong> Και τον άντρα σας πότε τον… Πώς γνωριστήκατε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, αφού ήταν εδώ πάνω, εδώ πάνω ήταν. `εν ήθελεν ο πατέρας μου να με στείλει σε άλλο χωριό να παντρευτώ. Δεν είχε και τις δυνάμεις να κάμει σπίτι, ούτε στον Κάμπο ούτε σε άλλο χωριό, δεν είχε. Μου λέει, «Θα σε παντρέψω εδώ στη γειτονιά, να σε `χω κι εγώ κοντά μου.»  Είχαμε τραβήξει, είχαμε τραβήξει. Ύστερι ο συχωρεμένος ο άντρας μου πήαινε κάτω στο Σταυρό κι ήκανε μεροκάματα. Τον ντενεκέ στον ώμο να ανεβαίνει στη σκάλα, να ανεβαίνεις τα υλικά. Ε, καμένα χρόνια, πόσο δύσκολα που `τανε. Τώρα όλες τις ευκολίες τις έχει ο κόσμος. […] Ήτανε δύσκολα τα χρόνια.  Όλοι οι αθρώποι μισερώθησαν εδώ. Ο Σταύρος πέρα, από τα βάρητα έπαθεν η μέση του κι ηπήεν στην Αθήνα. Τώρα δεν μπορεί να δουλέψει, δεν μπορεί να δουλέψει το κακόμοιρο.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Στα παλιά ήπιναν πολύ κρασί και μεθιούσανε</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-6-Στα-παλιά-ήπιναν-πολύ-κρασί-και-μεθιούσανε.-Σιγαλα-Σοφία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κρασιά και μεθύσια</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Στα παλιά ηπίναν πολύ κρασί και μεθιούσανε, γυρίζαν και κάναν καντάδες.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Α, ναι; Θυμάστε καμιά καντάδα;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Μπα πού να τις θυμάμαι, δεν ήμουν γεννημένη στους παλιούς.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Μετά στα δικά σας χρόνια δε γυρνάγανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, ήταν ο άντρας μου με το Νικήτα το Μαρκουλή. Ο Νικήτας ο Μαρκουλής, που `χει το μαγαζί, έχει πάρει την ανηψιά μου, ναι. Είμαστε και συγγενείς Μαρκουλήδες, ναι. Εδώ εκάτω ηκάθουντον ο Νικήτας. Κι ήταν λοιπό, είχαμε… τότες ηκάναμε κρασιά, κάναμε κιούπια ολόκληρα, κουρουπάκια, κι ήρχουνταν λοιπό ο Νικήτας κι έσμει` με τον άντρα μου και πίνανε και είχανε, είχαμεν και χοντρολιές, ωραίες ελιές, και τρώγανε και μεθιούσανε και γυρίζανε, ηπηαίναν μέχρι το Μερσήνι. Ύστερι που ηπαντρεύτει ο Νικήτας, του λέω, «Θεός σε πήε», λέω, «κάτω στον Κάμπο να σωθώ!» (γέλια) Μια μέρα έβρεχε, ήρταν πολλοί και πηγαίναν πέρα στο Μερσήνι και πέφταν στις δρόμους και βρεχότανε, δεν τις ήμελε. Αλλά ήταν αγαπημένοι, ήμεστε συγγενείς. Καλοί αθρώποι ήταν πρώτα. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/">Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μέχρι που του `χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 16:37:25 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1195</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες με νεράιδες και βρυκόλακες</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/">Μέχρι που του `χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-13-Η-ΕΛΙΑ-ΣΤΟ-ΜΕΡΣΗΝΙ.-Η-ΣΠΗΛΙΑ-ΣΤΟ-ΛΑΚΟ.-ΚΟΚΚΙΝΟΣ-ΠΡΑΣΙΝΟΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες με νεράιδες και βρυκόλακες</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Ε:</strong> Να σου πω. Μια φορά είχαμε ένα Γιαλίτην εδώ, που ήτανε βοσκός [&#8230;] και ήρθεν από την Καλοταρίτισσα κι πέρναν από ΄δώ πέρα. Κι από κάτω εκεί στην ελιά [&#8230;] από κάτω στο δρόμο στο λαγκάδι, [&#8230;] εκεί ΄πό κάτω, λέει, είδε λέει αυτός ο βοσκός τέσσερεις ανεραϊδες και ηχορεύγαν, λέει, μες στο δρόμο μέχρι που σκιαξεν εκεί πέρα το δρόμο και του ανάβγαν, λέει και το φακό και τον ηκοιτάζανε. [&#8230;] Στην Ποδαριά [&#8230;]. Αυτό ξέρω εγώ. Ένας βοσκός και γυρεύγαν, λέει, να τον πιάσουν να τον χορεύγου΄ μες στο δρόμο.</p>



<p><strong>Η:</strong> Και τι έκανε αυτός;&nbsp;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Αυτός ηπροχώρα δεν ησταμάτηξε παρά ηπροχώρα αλλά&#8230; Άμα δει, λέει, το φακό ας πούμε τα φαντάσματα [&#8230;] σταματούνε, χάνουνται. Την ώρα που άναψε ας πούμε αυτός το φακό, αυτές ηχάθησαν. Αυτό ξέρω μονάχα εγώ, που ήρθε ένας βοσκός που ήταν εδώ και ήρχουντουν εδώ το βράδυ και τα συζήταγε, τα λεε.&nbsp;</p>



<p>Ε, και ο Μήτσος άλλη μια φορά. Ο Μήτσος παιδιά μου μια φορά ξέρεις τι ήπαθε; Εκει πέρα στη σπηλιά, Ποπάκι, ξέρεις που είναι η σπηλιά στο λάκο παραπάνω. [&#8230;] Είχε πάει μεσάνυχτα να ταϊσει τα ζώα. Βρε μη σηκωθείς να πας μεσάνυχτα [&#8230;] Ήθελε να κάμει ζευγάρι και πάει να ταϊσει τα χτήματα και πάει κάποιος βορχκόλακας από πάνω από τις πλάτες του [&#8230;] Πού να σηκωθεί! Βρε αμά&#8230; Τίποτι. Μέχρι που του ΄χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, ΄εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω.</p>



<p><strong>Δ:</strong> Ένα θερίο ήρτε απάνω μου. [&#8230;] Θερίο! Βάρος; Δεν μπορούσα ούτε χέρι να κινήσω ούτε πόδι τίποτα. Πω πω! Σκέφτηκα λοιπό από το γέρο Γιώργη το Μυλωνά, τα ΄χε πάθει τα ίδια και μου τα λεε, παιδί μου, ήκανα το σταυρό μου μόνο με τη γλώσσα μου. Αυτό ήκανα κι εγώ και ήφηεν από πάνω μου.</p>



<p><strong>E:</strong> Μετά [&#8230;] ούτε ηξανάβγαιν από το σπίτι μέχρι που βγαινε ο ήλιος.</p>



<p><strong>Δ:</strong> Θερίο, θερίο!</p>



<p><strong>Ε:</strong> Τέτοιο φόβο που ήπαρει.&nbsp;</p>



<p><strong>Η: </strong>Δηλαδή ήρθε και σας έπιασε;</p>



<p><strong>Δ: </strong>Ναι ναι ναι ναι. Ήπεσε απάνω μου. Εγώ ήπεσα λοιπό εκεί δα, μπρούμηξα πάνω στ΄άχυρα εκεί, ώσπου να ξημερώσει, μεσάνυχτα θα ΄ταν που πήγα και έρχεται το θερίο αυτό απάνω μου. Ναι ναι βρε αμάν να τρίξω&#8230;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Υπάρχουνε [ch-].</p>



<p><strong>Δ:</strong> Τίποτα, τίποτα. Άλλη φορά πήγαινα νύχτα κάτω να ρίχνομαι μια ταράτσα, πλάκα του Στεφανόπουλου στον Κάμπο. Πήγαινα λοιπό από δώ πέρα [&#8230;], που ΄ναι η ελιά, αφού ηπρόβαλλα προς τα εκεί, βλέπω ένα φως και ήρχουντο προς εμένα προς απάνω μου.  Λέω θα ΄ναι κανένας από τον Κάμπο, τώρα θα συναντηθούμε να δω ποιος είναι. Αλλά αφού ηπροχώρειν εγώ και ήβγειν από πάνω, από πάνω και πήγε στην ελιά, λοιπό, γύριζε γύρω γύρω την ελιά, γύρω γύρω γύρω. Εγώ ηκάθομου απάνω στο γάδαρο πραγκωμένος γερά, είχα κι ένα φακό και τον ήναψα λοιπό κι εγώ καταπάνω του το φως αυτό. Αλλά εκεί γύριζεν αυτό, εκεί εκεί εκεί εκεί μέχρι που ήγκαψα<sup>1</sup> πέρα τη Μεσαριά. Ναι έμεινεν εκεί. Τι ήταν αυτό;</p>



<p><strong>E:</strong> Εκεί που είδεν αυτός τις τρεις [&#8230;] τις ανεραϊδες, είδεν και τούτος το φως [&#8230;]. [ed] Υπάρχουνε! Λέμε ότι ΄εν υπάρχου΄, αλλά υπάρχουνε.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>πάω κάπου που δε φαίνομαι</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/">Μέχρι που του `χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Έκλεψε τη γυναίκα του απ τη Μεσαριά δια νυχτός και πήγανε στη Φωκοσπηλιά</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eklepse-ti-gynaika-toy-ap%ce%84ti-mesaria-dia-nychtos-kai-pigane-sti-fokospilia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eklepse-ti-gynaika-toy-ap%ce%84ti-mesaria-dia-nychtos-kai-pigane-sti-fokospilia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 09 May 2023 09:13:00 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5415</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορία ερωτικού κλεψίματος. Προξενιό στη Γιάλη.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eklepse-ti-gynaika-toy-ap%ce%84ti-mesaria-dia-nychtos-kai-pigane-sti-fokospilia/">Έκλεψε τη γυναίκα του απ τη Μεσαριά δια νυχτός και πήγανε στη Φωκοσπηλιά</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don5-11.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορία ερωτικού κλεψίματος. Προξενιό στη Γιάλη</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Κ:</strong> Εδώ κλεψίματα γινόντουσαν; Δηλαδή να μην αφήνει ο πατέρας της κοπέλας, ξέρω γω, να μη θέλει το γαμπρό και να κλέβει… Τέτοια υπήρχανε;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ε, υπήρχανε πως. Ε, όχι όμως πολλά πράματα.</p>



<p><strong>Σ: </strong>Της Σοφιδιώς εδώ, της Σοφίας ο πατέρας, αυτός λέγανε -το `ξερα γω από παλιά- ότι έκλεψε τη γυναίκα του από τη Μεσαριά και την πήγε μες στη Φωκοσπηλιά.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ήταν αδερφή του παππού σου. Ακούς τώρα; Ήταν αδερφή του παππού σου αυτή. </p>



<p>[&#8230;]</p>



<p><strong>Σ:</strong> Της Σοφίας ο πατέρας, τον λέγανε Βαγγέλη, έκλεψε τη γυναίκα του, την αδερφή του παππού σου του γέρο-Δημήτρη, απ` τη Μεσαριά δια νυχτός και πήγανε στη Φωκοσπηλιά.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Την ήβγαλε στον Κάστελα.</p>



<p><strong>Σ: </strong>Και βγήκανε απάνω σ` ένα βράχο σε μια σπηλιά, κι εκεί μέσα εμείνανε. Εκεί με συχωρείς ηκάμαν το γαμήλιο ταξίδι τους. Αυτήν την κλεψιά ξέρουμε μεις τότες.</p>



<p><strong>E:</strong> Ξέρεις και γιατί την εκάμαν τη κλεψά αυτή; Γιατί ο παππούς σου ο Δημήτρης, άκου τώρα, αγαπούσε μια αδερφή του πατέρα του Σοφιδιού, του γέρου Βαγγέλη […]. Κι ηγαπούσε λοιπό κι ο γέρο Βαγγέλης την αδερφή του παππού σου. Αν προλάβαινε ο παππούς σου να πάρει την αδερφή του, δεν μπόρειε ο γερο-Βαγγέλης να πάει να πάρει πάλι την αδελφή του παππού σου. Αφού ήταν αδερφάδες. Του γερο-Βαγγέλη η μια και του παππού σου η άλλη.</p>



<p><strong>Κ: </strong>Κατάλαβα.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Κατάλαβες; Οπότε λοιπό` πήγε διά νυχτός ο γέρο Βαγγέλης στη Μεσαριά. Ήταν συνεννοημένοι με τη νύφη, το `ξερε όμως κι η μάνα της, ο πατέρας δε το `ξερε. Η μάνα όμως το `ξερε, η μάνα της κοπέλας.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ήκαμε πλάτες η μάνα.<strong>Ε:</strong> Ναι. Κατεβάσαν δια νυχτός, λέει, τα ρούχα της από ένα παράθυρο κάτω, τα πήρε η κόρη, ήτον ο γαμπρός από κάτω, την πήρε, κι είχανε πάει στον Κάστελα. Κάτσαν όξω κάμποσες μέρες, ε, μετά έτσι λίγο-λίγο. Μετά λοιπό` ο παππούς σου τον ηφοβέριζε ότι θα τις χτυπήσει, την αδερφή του, ας πούμε, και το γέρο-Βαγγέλη, γιατί αγαπούσε την αδερφή του ο παππούς. Ε, τελικά ε, μετά τι να κάνει πια κι ο παππούς σου, αφού πια&#8230; Λίγο-λίγο, λίγο-λίγο ηρχόντανε από τον Κάστελα, ήτανε λίγο-λίγο εδώ στο χωριό και κατοικήσαν εδώ κάτω.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Έλα Βασίλη να σου δώκουμε του Χρηστάρου την κόρη τη Μαριώ που είναι προκομμένη</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-5.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Προξενιό στη Γιάλη</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σ:</strong> Είχε ο παππούς ο Βασίλης, είχε συγγενείς στην Αμοργό, στη Γιάλη, διότι η μάνα του πατέρα μου ήταν Γιαλίτισσα, [&#8230;] δηλαδή η γιαγιά μου, ήταν από τη Γιάλη, και αυτή είχε συγγενείς στην Γιάλη. Πήγε λοιπόν κάτω ο πατέρας νεαρός, να πάει στο λιοτρίβι να κάμει λάδι, διότι ηπηαίναν εργάτες τότες στα λιοτρίβια. Πήγαν στα λιοτρίβια, άλλοι για να μαζεύουν ελιές, να πάρουν λάδι. Τότες εδώ δεν υπήρχε λάδι. Στην Γιάλη ήταν πολύ. Και είχε συγγενείς ο πατέρας ο δικός μου κάτω, συγγενείς από τη μάνα του, και κάμαν τα παντρολόγια που λέμε με τη συγχωρεμένη τη μάνα μου. «Έλα Βασίλη, να σου δώκουμε του Χρηστάρου την κόρη τη Μαριώ, τη Μαρία. Που είναι προκομμένη, που είναι δουλευταρού, που ετσά που αλλιώς, που ακούμε ότι είσαι γεωργόπαιδο, που είσαι μοναχόπαιδο» και ξέρω γω. Και τα συψηφίσανε, ήτανε τριανταεφτά χρονώ όταν παντρεύτηκε ο παππούς, και είκοσι χρονώ ήτανε η γιαγιά η Μαρία. Μικρή. [&#8230;]</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ο παππούς ο Βασίλης, είχε ένα αγόρι μόνο ο πατέρας του, τα άλλα ήτανε όλο κορίτσα. Μόνο το Βασίλη είχε, ένα γιο. Ένα γιο είχε μόνο.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eklepse-ti-gynaika-toy-ap%ce%84ti-mesaria-dia-nychtos-kai-pigane-sti-fokospilia/">Έκλεψε τη γυναίκα του απ τη Μεσαριά δια νυχτός και πήγανε στη Φωκοσπηλιά</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eklepse-ti-gynaika-toy-ap%ce%84ti-mesaria-dia-nychtos-kai-pigane-sti-fokospilia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
