<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΜΥΛΩΝΑΣ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-tag/mylonas/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/mylonas/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Sun, 18 Jan 2026 19:13:42 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΜΥΛΩΝΑΣ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/mylonas/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 18 Jan 2026 19:13:42 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10612</guid>

					<description><![CDATA[<p>Φάρσα στο πηγάδι της Μεσαριάς</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/">Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-20.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Φάρσα στο πηγάδι της Μεσαριάς</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1"><b>Σοφ:</b> Μια φορά είχε πάει η Βαγγελιώ η νύφη μου με το Δημητράκη να ντρετσάρουν το μύλο και ηκατεβήκανε κάτω<span class="Apple-converted-space">  </span>στο πηγάδι να πιουν νερό. Κι ήτον ο άντρας μου με τον Ψηλό στο Μερσήνι και τις είδαν που κατεβαίναν από το μύλο, ήτο σκοτεινά, και του λέει ο Ψηλός λέ΄, πάμε να των κάνωμε τον αράπη. Και κατεβαίνουν από πάνω και όπως ηπηαίναν κάτω στο νερό οι δικοί μας, των ηρίχναν πέτρες<span class="Apple-converted-space">  </span>και ηκάμναν και τον αράπη. Η Βαγγελιώ η νύφη μου ήθελε να πιει νερό και της λέει ο Δημητράκης λέει, έλα να σου ανέσυρον. Βάστα Δημητράκη μου γιατί ΄ναι<span class="Apple-converted-space">  </span>οι βαρκόλακοι από πάνω! Αυτοί οι δικοί μας είχαν πέσει μέσα στο χωράφι και κυλιούντον απ΄ τα γέλια. Ύστερι θαρρώ πως ηπεράσανε εδώ και τον ηδώκανε. Βρε κακούργοι, λέει, κοντεύγετε να με πεθάνετε. Κάναν αστεία πρώτα, ηκάναν.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/">Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 10:46:10 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2418</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η καταγωγή του πατέρα και η σχέση του με το μύλο. Ιστορίες από το μύλο και η καταστροφή του από την κακοκαιρία. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/">Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-5-Αυτός-ο-μύλος-μας-έζησε.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καταγωγή του πατέρα. Ιστορίες από το μύλο</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Η:</strong> Ο πατέρας σας από πού ήτανε?</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Από ΄δώ. Ήτον αδέρφια με του Ψηλού τον πατέρα, με τον παππού σας. Τρία αδέρφια ΄ναι. Ήτον κι άλλος, Γιαννης, στην Αθήνα ο θείος ο Γιάννης ναι, ναι. Και μια μοναχοκόρη είχανε και ήταν στην Αμοργό παντρεμένη, πέθανε κι αυτή, όλοι πεθάνανε οι κακόμοιροι όλοι.[&#8230;] Δε γεράσαν ας πούμε όπως πρέπει όλοι, δε γεράσανε ναι, ναι. Μας τον ήφαεν ο μύλος. Η έγνοια του μύλου τον ήφαε. Να σηκώνεται, να πηαίνει τη νύχτα, να ντρετσάρει το μύλο. Έπρεπε να το δένει και δεν τον έδενε. Ύστερη που τον επήρεν ο Δημητράκης ο αδερφός μου τον ξαρτάρωνε που λένε.</p>



<p><strong>Η:</strong> Εσάς ο πατέρας σας ήταν ο μυλωνάς;</p>



<p>Σοφ: Ναι. Ναι, ναι.</p>



<p><strong>Η:</strong> Εσείς δουλεύατε στο μύλο; Πηγαίνατε;</p>



<p><strong>Σ: </strong>Όχι, πού να&#8230; Μια φορά που το ράβγαμεν από πάνω το&#8230; τον ηξεντένωσε, τον ηχάλασεν ο καιρός, τις αντένες όλα κι ύστερη[ch-] τον ηράβαμε με χόρτο [ch-]. Πόσες φορές του τον έριξε κάτω το μύλο! Πόσες φορές! Μια φορά ήτον ο Μιχάλης ο αδερφός μου εδώ, γιατί αυτός ήτον πολύ έμπειρος και ήρτε, αυτόν ήτον οργή θεού, είμαστε εδώ και κατεβαίνει ένα φίρμα βοριάς, τις σήκωνε τις πέτρες απάνω και παίρνει ο ξάδερφός μου ο Νικόλας δρόμο που ΄τον κατήφορος και πάει στον κάτω μύλο, τον ηπρόλαβε, τον ηντρετσάρισε. Ο Μιχάλης ώστε να πάει πέρα, ότι που πήεν απ΄ έξω, ήρτε ένα φίρμα και τον ηκατέβασε τις αντένες όλες κάτω. Ο Μιχάλης λοιπόν ήτο [ch-], τον ηκοίταζε και πιο καλά που δεν ήμπε το κακόμοιρο μέσα να κατέβει κανένα ξύλον, όπως ήρθε με τη φόρα ο αγέρας, να το σκοτώσει. Και ήταν ο πατέρας μου εδώ ΄π΄ έξω και κάνει, τύφλα Μιχάλη. Ο Μιχάλης [ch-].  Του ήρτε μετά, του λέει, ήντα ΄καμες τώρα Μιχάλη; Ε, ώστε να μπω μέσα να σκοτωθώ, πιο καλά να βουλήσει ο μύλος. Ύστερη το φτιάξανε πάλι, το φτιάξανε. Αλλά κακοχτισμένος, κακοχτισμένος αυτός που τον, που τον είχε. Τον είχαν απ΄ το Μεσήνι, τον είχεν αγοράσει ο πατέρας μου.</p>



<p><strong>Η:</strong> Πότε τον είχαν φτιάξει το μύλο αυτόν;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ε πολλά χρόνια, πριν γεννηθώ εγώ. Ε μα αυτός ο μύλος μας έζησε, γιατί με την Κατοχή όλοι πείνάσανε, εμείς δεν ηπεινάσαμε. Αλλά ήδωμνεν ο πατέρας μου αλεύρι στις φτωχούς. Ήρτεν ένα καϊκι στο Λιβάδι κι ανέβηκεν ένας και του λέει, έλα καλέ μου άνθρωπε και βάλε μου μια χουφτιά αλεύρι να κάνω μια πίτα να φάω που πεινώ. Κι ήπιασε και του ΄βαλε. Ήδωνε, ήδωνε στις φτωχούς. Τραβήξαμε, τραβήξαμε. Ύστερα που πήγαν στρατιώτες τα παιδιά&#8230; Δε, δε, δε. Λεφτά δεν ηβγαίναν τότες.</p>

<p>&nbsp;</p>
<h1>Ο μύλος λέει γίνεται, το παιδί δε γίνεται</h1>
<p>&nbsp;</p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-21-Ο-μύλος-λέει-γίνεται-το-παιδί-δε-γίνεται.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Δουλειά στο μύλο. Η σχέση του πατέρα με το μύλο. Κακοκαιρία</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ο πατέρας μου ο κακόμοιρος[ed] ήτανε απάνω σ&#8217; ένα τέτοιο κρεβάτι κι είχεν ανοίξει την πόρτα και κοίταζε το μύλο, μέχρι που ξεψύχησε[&#8230;] Να το βλέπει, να το βλέπει, να το βλέπει. Όλη νύχτα εγνοιαζότα&#8217; όταν είναι κακοκαιρία, όλη νύχτα δεν κοιμότανε. Του &#8216;λεε η μάνα μου: Βρε κοιμήσου και δε θα πάθει τίποτι ο μύλος. Γιάντα δεν τον ξαταρώνεις(?); &#8216;Εν ήθελε να τον ξαταρώνει.[&#8230;] Και μια μέρα επήγεν ο αδερφός μου ο Μιχάλης δέκα η ώρα το πρωί να τον τρετσάρει(?), γιατί κατέβηκε&#8230; Αυτό ήταν οργή Θεού! Κατέβηκε ένας βοριάς, ένα φου ηβάστηξε μια ώρα κι έπειτα κατά, κατασαλάγιασε και παίρνει δρόμο ο ξάδερφός μου ο Νικόλας και πάει στον κάτω μύλο. Εκείνο ήτον κατήφορο, τον ηπρόλαβε το μύλο. Ο αδερφός μου ο Μιχάλης ήτον μακρυά, πήγε, αυτός ήταν και γουστόζικος κι αφού λοιπό&#8217; είδε το&#8230; Αφού ηπήγεν απ&#8217; έξω από το μύλο, έρχεται ένα φίρμα(?) και κατεβάζει τις αντένες, το ξόνι(?) και τω&#8217; δώνει μια και κατεβαίνουν όλα κάτω. Ο Μιχάλης λοιπό&#8217; δεν έπιανε στενοχώρια. Σταύρωσε τα χέρια του απ&#8217; όξω κι έστεκε τον ηξάντι[?]. Βγαίνει ο πατέρας μου και του κά και κάνει λέ&#8217;, τύφλα Μιχάλη! Ε, [ch-] η μάνα, δεν κοιτάζεις, λέει, που δεν ηπήε το παιδί μέσα, να ξεφύει, λέει, καένα ξύλο, εκεί που τον ηκατέβασε, λέει, το μύλο να πάει να το σκοτώσει. Μα θα γνοιαστούμε, λέει, το μύλο; Ο μύλος, λέει, γίνεται, το παιδί δε γίνεται. Ναι κι ήρτεν εδώ ο Μιχάλης ούτε[???]. Αφού δεν μπορούσα, λέει, πατέρα να πάω μέσα,πώς ήθελες να πάω; Να πάω να σκοτωθώ; Ε, &#8216;εν του ξαναμίλησε. Ο κάτω μύλος τον ηπρόλαβεν ο ξάδερφός μου και τον&#8230;</p>



<p><strong>Ηλ: </strong>Μετά τον ξαναφτιάχνατε όμως; Τον χαλούσε ο καιρός&#8230;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ένα φίρμα! Τον ηξαναφτιάξαμε. Δηλαδή οργή Θεού ήτανε. Ηλίχνιζε τη θάλασσα και την πέτα πάνω[&#8230;]. Ούτε μισή ώρα δεν ηβάστηξε, ε ναι. Ένας αγέρας όπου έβρισκεν άθρωπο θα τον ησκότωνε και ήτον οργή Θεού, οργή Θεού ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Εδώ το πιάνει πολύ ο αέρας; Γιατί πάνω στο Μερσήνι φυσάει πολύ αέρας.</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Μυλωναριό σου λένε. Παντού πιάνει[&#8230;]. Μυλωναριό λέει.</p>



<p><strong>Λάρα: </strong>Τι είναι αυτό;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, δηλαδή &#8216;κει που &#8216;ν&#8217; ο μύλος, μυλωναριό το λέγανε.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Τον τόπο;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Όχι, το μέρος που ήτον ο μύλος.[&#8230;] Ο πατέρας μου εγέρασε πριν την ώρα του με το μύλο, γιατί μόνο μόνο να φυσούσε κακοκαιρία τη νύχτα, είχεν αυτή την έγνοια, θα μου σπάσει το μύλο, θα μου σπάσει το μύλο.</p>

<p>&nbsp;</p>
<h1>Ήπεσεν αστροπελέκι και τον ήκαψεν</h1>
<p>&nbsp;</p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-19-Ήπεσεν-αστροπελέκι-και-τον-ήκαψεν.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καταστροφή του μύλου</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Η:</strong> Και το μύλο μέχρι πότε το λειτουργούσε ο πατέρας σας;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ύστερι που γέρασε τον ηπήρεν ο Δημητράκης, ο Δημητράκης, αλλά τον είχανε κακοχτισμένο, κάθε χρόνο βουλούσε μια πάντα. Ύστερα βαργίστησε (?) το Δημητράκη, δεν τον ηξαρταρώναν να μην το σπάσει ο αγέρας. [&#8230;] Ήτον μες στο βοριά, ήρχουντον νοτιάς του ΄δωνε και κατέβαζε όλες τις αντένες κάτω. Πρέπει να το δένεις. Και ύστερα βουλούσε, τον ήχτιζε από τη μια πάντα, τον ήχτιζε καλά δυο φορές ο συχωρεμένος ο πατέρας μου [&#8230;]. Πέρασαν πολλά χρόνια, δυο τρία χρόνια, ήπεσεν αστροπελέκι και τον ήκαψε, καιγόταν τρεις μέρες, τρεις μέρες με τα ξώνια όλα μέσα, είναι ξυλία. Ναι, ναι ήκαψε. Και ήλεα, ε και να ζούσε ο πατέρας μου να το δει να καίεται. Ήθελε να πάει μια ώρα πιο μπροστά. Το όνειρό του ήτο΄ να κοιτάζει το μύλο. Πόσες φορές με κακοσύνη μες στη νύχτα έφευγε να πάει πέρα να τον τρετσάρει.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/">Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μέχρι που του `χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 16:37:25 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1195</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες με νεράιδες και βρυκόλακες</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/">Μέχρι που του `χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-13-Η-ΕΛΙΑ-ΣΤΟ-ΜΕΡΣΗΝΙ.-Η-ΣΠΗΛΙΑ-ΣΤΟ-ΛΑΚΟ.-ΚΟΚΚΙΝΟΣ-ΠΡΑΣΙΝΟΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες με νεράιδες και βρυκόλακες</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Ε:</strong> Να σου πω. Μια φορά είχαμε ένα Γιαλίτην εδώ, που ήτανε βοσκός [&#8230;] και ήρθεν από την Καλοταρίτισσα κι πέρναν από ΄δώ πέρα. Κι από κάτω εκεί στην ελιά [&#8230;] από κάτω στο δρόμο στο λαγκάδι, [&#8230;] εκεί ΄πό κάτω, λέει, είδε λέει αυτός ο βοσκός τέσσερεις ανεραϊδες και ηχορεύγαν, λέει, μες στο δρόμο μέχρι που σκιαξεν εκεί πέρα το δρόμο και του ανάβγαν, λέει και το φακό και τον ηκοιτάζανε. [&#8230;] Στην Ποδαριά [&#8230;]. Αυτό ξέρω εγώ. Ένας βοσκός και γυρεύγαν, λέει, να τον πιάσουν να τον χορεύγου΄ μες στο δρόμο.</p>



<p><strong>Η:</strong> Και τι έκανε αυτός;&nbsp;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Αυτός ηπροχώρα δεν ησταμάτηξε παρά ηπροχώρα αλλά&#8230; Άμα δει, λέει, το φακό ας πούμε τα φαντάσματα [&#8230;] σταματούνε, χάνουνται. Την ώρα που άναψε ας πούμε αυτός το φακό, αυτές ηχάθησαν. Αυτό ξέρω μονάχα εγώ, που ήρθε ένας βοσκός που ήταν εδώ και ήρχουντουν εδώ το βράδυ και τα συζήταγε, τα λεε.&nbsp;</p>



<p>Ε, και ο Μήτσος άλλη μια φορά. Ο Μήτσος παιδιά μου μια φορά ξέρεις τι ήπαθε; Εκει πέρα στη σπηλιά, Ποπάκι, ξέρεις που είναι η σπηλιά στο λάκο παραπάνω. [&#8230;] Είχε πάει μεσάνυχτα να ταϊσει τα ζώα. Βρε μη σηκωθείς να πας μεσάνυχτα [&#8230;] Ήθελε να κάμει ζευγάρι και πάει να ταϊσει τα χτήματα και πάει κάποιος βορχκόλακας από πάνω από τις πλάτες του [&#8230;] Πού να σηκωθεί! Βρε αμά&#8230; Τίποτι. Μέχρι που του ΄χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, ΄εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω.</p>



<p><strong>Δ:</strong> Ένα θερίο ήρτε απάνω μου. [&#8230;] Θερίο! Βάρος; Δεν μπορούσα ούτε χέρι να κινήσω ούτε πόδι τίποτα. Πω πω! Σκέφτηκα λοιπό από το γέρο Γιώργη το Μυλωνά, τα ΄χε πάθει τα ίδια και μου τα λεε, παιδί μου, ήκανα το σταυρό μου μόνο με τη γλώσσα μου. Αυτό ήκανα κι εγώ και ήφηεν από πάνω μου.</p>



<p><strong>E:</strong> Μετά [&#8230;] ούτε ηξανάβγαιν από το σπίτι μέχρι που βγαινε ο ήλιος.</p>



<p><strong>Δ:</strong> Θερίο, θερίο!</p>



<p><strong>Ε:</strong> Τέτοιο φόβο που ήπαρει.&nbsp;</p>



<p><strong>Η: </strong>Δηλαδή ήρθε και σας έπιασε;</p>



<p><strong>Δ: </strong>Ναι ναι ναι ναι. Ήπεσε απάνω μου. Εγώ ήπεσα λοιπό εκεί δα, μπρούμηξα πάνω στ΄άχυρα εκεί, ώσπου να ξημερώσει, μεσάνυχτα θα ΄ταν που πήγα και έρχεται το θερίο αυτό απάνω μου. Ναι ναι βρε αμάν να τρίξω&#8230;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Υπάρχουνε [ch-].</p>



<p><strong>Δ:</strong> Τίποτα, τίποτα. Άλλη φορά πήγαινα νύχτα κάτω να ρίχνομαι μια ταράτσα, πλάκα του Στεφανόπουλου στον Κάμπο. Πήγαινα λοιπό από δώ πέρα [&#8230;], που ΄ναι η ελιά, αφού ηπρόβαλλα προς τα εκεί, βλέπω ένα φως και ήρχουντο προς εμένα προς απάνω μου.  Λέω θα ΄ναι κανένας από τον Κάμπο, τώρα θα συναντηθούμε να δω ποιος είναι. Αλλά αφού ηπροχώρειν εγώ και ήβγειν από πάνω, από πάνω και πήγε στην ελιά, λοιπό, γύριζε γύρω γύρω την ελιά, γύρω γύρω γύρω. Εγώ ηκάθομου απάνω στο γάδαρο πραγκωμένος γερά, είχα κι ένα φακό και τον ήναψα λοιπό κι εγώ καταπάνω του το φως αυτό. Αλλά εκεί γύριζεν αυτό, εκεί εκεί εκεί εκεί μέχρι που ήγκαψα<sup>1</sup> πέρα τη Μεσαριά. Ναι έμεινεν εκεί. Τι ήταν αυτό;</p>



<p><strong>E:</strong> Εκεί που είδεν αυτός τις τρεις [&#8230;] τις ανεραϊδες, είδεν και τούτος το φως [&#8230;]. [ed] Υπάρχουνε! Λέμε ότι ΄εν υπάρχου΄, αλλά υπάρχουνε.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>πάω κάπου που δε φαίνομαι</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/">Μέχρι που του `χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πηαίναν μες στην Ανατολή, ηφορτώνανε καΐκια, κλέβγανε των ανθρώπων τις αγελάδες, ό,τι βρίσκανε…</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 14:54:15 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1191</guid>

					<description><![CDATA[<p>Στοιχειωμένες μέλισσες, στοιχειωμένα λεφτά, κλέφτες</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/">Πηαίναν μες στην Ανατολή, ηφορτώνανε καΐκια, κλέβγανε των ανθρώπων τις αγελάδες, ό,τι βρίσκανε…</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don9-13 - ΛΟΓΙΑ, ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΑ, ΚΛΕΦΤΟΥΡΙΑ. ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΣΟΦΙΔΙ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Στοιχειωμένες μέλισσες. Στοιχειωμένα λεφτά</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σ:</strong> Μέλισσες, κι αυτές τις στοιχειώνουνε. Το ξέρεις ότι είχε πρώτα πολλά απάνω. Είχεν και ΄χει. </p>



<p><strong>H:</strong> Και τις μέλισσες δηλαδή πώς τις στοιχειώνουνε; [&#8230;]</p>



<p><strong>Σ:</strong> Λόγια βάζουνε, λόγια βάζουνε.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Έχετε ακούσει εσείς κάποια από αυτά τα λόγια; Ξέρετε τίποτα από αυτά; [&#8230;]</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ε, ήκουα καμιά φορά να πούμε τους παλιούς. [&#8230;] Μια φορά ήτο, λέει, ένας εις στην Αμοργό μας ήλεεν ο πατέρας μου. Ήτον ένα φτερό, μες στο φτερό αυτό ήτον η μέλισσα. Βούταγε, λέει, το μέλι, γέμισεν η σπηλιά εκεί μέσα είχε το μέλι. Αλλά ήτον όμως σου λέει ένα χάος. Λέει λοιπόν ο ένας στον άλλον, ρε πάμε να κάνουμε απόφαση να την τρυήσωμε; Τον ήδεσε λοιπόν, λέει, αυτόν από τη μέση. Ηκατέβειν, να πούμε, κάτω με το ντενεκέ. Τον ηγέμισεν τον ντενεκέ, τον λέβαρεν απάνω το ντενεκέ το μέλι. Λέει, να ξανακατέβω. Και του δώσαν, λέει φτάνει, ακούει, φτάνει. Με το φτάνει ηχάθηκεν, ηχάθηκεν δε φάνηκε καθόλου.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Ο άνθρωπος;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ναι ούτε τον εβρήκανε καθόλου. Είχανε μια φορά, τώρα δεν το βλέπουνε, το βλέπαμε πολλές φορές, πηαίναμε στ΄αλώνια που αλωνεύγαμε το βράδυ, που άμα ΄θελε να ΄ναι έτσι το φεγγάρι, είχε, λέει, λεφτά πολλά, που τα ΄χανε στοιχειωμένα. Και τα βλεπες λοιπό κάθε βράδυ το φως, το φως. Κι ήκουα  λοιπόν τους παλιούς, που λέασι: Να λέει που βόσκουν και τα πρόβατα, βγήκε, λέει, πάλι το&#8230; Τι είναι λέω αυτό; Λέω του πατέρα μου, ήντα λέω είναι αυτό; Αυτό μου λέει είναι λεφτά και τα ΄χουνε στοιχειωμένα. Έχουν πει λόγια. Τρία αδέρφια θα πάνε, τα δυο θα το κερδίξουνε, το άλλο θα το πνίξει. Αν πρόκειται, λέω, για να πας, να χάσεις τον&#8230; Να λείπουνε. Ε, τώρα αν δε βάλωμεν τη βάση, δε θα τα ΄χουνε βρει σκαμμένα. Είχε στηρίγματα πολλά. [&#8230;] Έχει η Ντονούσα πολλά απάνω [&#8230;]. Στου μαστρο Γιάννη εκεί κάτω εκεί πέρα [&#8230;], μας ήλεεν ο μακαρίτης ο Μαρινάκης, ότι ηβλέπασιν ένα φως από πάνω από το μαυρόχορτο [?] το δικό μας και ήσβυνε μες στο λάκωμα. Τι είναι λέει αυτό, τι είναι; [ch-] Ήτανε κλέφτες, είχανε τρία μάρμαρα. Ησκάψανε [ch-], του λέσιν ότι αν τα ΄βρεις λέει χαλάλι σου. Ε, ηπήε, λέει, ο συχωρεμένος ο παππούς λέει ήβρεν το ένα, το ΄βγαλε. Βγάλει το άλλο, τίποτι. Έπρεπε να βγάλει και το τρίτο. Το παράτησε λοιπό. Σε λίγον καιρό να η κλεφτουριά. Και του λέει, ε, μπάρμπα ήβρες τα&#8230;; Λέει, όχι, λέει ηπήαμε μα δεν τα βρήκαμε. Λέει και πόσα μάρμαρα ήβγαλες; Λέει, δυό. Λέει, δώσε μας ένα φτυάρι και μιαν αξίνα. Και πάνε και τα βρίσκουνε. Για να τα ΄βρεις και τι χαλάλι σου και δεν του δώκανε τίποτι. Κάτω στο μύλο, το μύλο τον κάτω μύλο. Είπαν πως τα ΄βρε ο γέερο Μυλωνάς. Του το ΄πανε, το ΄ξερε. Λέει, αν τα  ΄βρεις λέει&#8230; Αυτοί βλέπεις ήταν απ΄τα κλεφτουριά, ήτανε τότες ήτονε κλεφτουριά. Τα κλέβγανε και τα χώνανε κι άμα τα βρίσκανε. Ε, δεν ήρτασι, τα βρεν ο γέρο Μυλωνάς. Μπορεί να βρεις καϋμένη τέτοια&#8230; Αλλά πρέπει να προσέχεις. Αν σε προδώσουνε, αλοίμονο. [&#8230;] Μερικοί που βλέπεις και λες και είναι&#8230; Πόσα βρίσκουνε κάτω στα νησά&#8230; Πόσα&#8230;</p>



<p><strong>Η:</strong> Οι κλέφτες αυτοί θεία τι ήτανε;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ήτανε κλεφτουριά, κλέβανε. Τότες δεν υπάρχανε συγκοινωνίες τότες, σαν τηλέφωνα που υπάρχουν τώρα. Τα χρόνια εκείνα δεν υπάρχανε. Και πηαίναν λοιπόν μες στην Ανατολή, ηφορτώνανε καϊκια, κλέβγανε των ανθρώπων τις αγελάδες, ό,τι βρίσκανε. [ch-] αφού δεν υπάρχανε&#8230; Ακόμη και τώρα τα κάνουνε αυτά.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Δονουσιώτες δηλαδή ήτανε ή από άλλα&#8230;;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Όχι παιδάκι μου, ξένοι [&#8230;], ξένοι, ξένοι. Ξένη κλεφτουριά. [&#8230;] Τα πουλούσανε να πούμε. Μια φορά είχανε ενούς Αξιώτη ένα βούδι κλεμμένο. Το φέρασι λοιπό εδώ, εγώ δε το θυμούμαι, μου τα ΄λεγεν η αδερφή μου και της Ελευθερίας ο πατέρας του λένε, μπορείς να μας κρατήσεις αυτό το βόδι ώσπου να γυρίσωμε να το πάρωμε; Ε, το κράτηξε. Του λέει λοιπόν ό πατέρας μου, του λέει Μιχάλη πρόσεξε, του λέει, πρόσεξε καλά γιατί&#8230; Μη σε&#8230; Σε λίγες μέρες να ο Αξιώτης. Λέει ποιος είναι ο Μιχάλης ο Σιγάλας, λέει του πατέρα μου. Λέει, είναι αδερφός μου. Αδερφός σου; Το βόδι λέει που πήρε, πού το ΄χει; ήρθεν λοιπόν, το ΄χε από πίσω στις που λέμε Χειλούτες [?]. Είχαν ένα καζάνι μεγάλο και εκεί λοιπό το πότιζε. [&#8230;] Ήρτε λοιπό, σε λίγες μέρες ήρτεν η κλεφτουριά και το πήρε. Το προδώσανε λοιπό, έρχεται ο Αξιώτης, τι έκανες το βόδι μου; Λέει, εγώ δεν ήξερα, μου το ΄φηκε λέει πως ήθελε να γυρίσει να το πάρει. Εγώ λέει ηνόμιζα ότι το&#8230; Του λέει, άντε τώρα πλήρωσέ το εσύ. Και πουλεί μια αγελάδα δικιάν του και δεν ξέρω πόσα ήδοκε ρέστα. Ηκάνανε πρώτα πράγματα&#8230; </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/">Πηαίναν μες στην Ανατολή, ηφορτώνανε καΐκια, κλέβγανε των ανθρώπων τις αγελάδες, ό,τι βρίσκανε…</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
