<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΠΕΡΒΟΛΑΡΗΣ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-tag/pervolaris/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/pervolaris/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Sun, 18 Jan 2026 19:03:58 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΠΕΡΒΟΛΑΡΗΣ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/pervolaris/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 18 Jan 2026 19:02:55 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10609</guid>

					<description><![CDATA[<p>Φάρσα στην Πηγή του Μερσηνιού</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/">Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-13.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Φάρσα στην Πηγή του Μερσηνιού</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1"><b>Σοφ:</b> Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό από το Λιβάδι, το Φύκιο και την ηπήαν και την ηβάλαν΄ μες στης βρύσης τη στέρνα και την ηφορτώσαν και κρομμύδι. Αλλά αυτός που την είχε τη βάρκα ήτον από πάνω κρυμμένος κι ό,τι ηλέαν αυτοί τ΄ άκουσε και ηλέαν λέει, τώρα θα ρθει ο Περβολάρης και θα βρει τη βάρκα του φορτωμένη κρομμύδι και πώς θα την πάει κάτω, να την πάει στην Αμοργό να το πουλήσει; Και φανερώνεται, λέει, τω΄ λέει πάρτε τη βάρκα, βάλτε το βγάλτε το κρομμύδι όξω, και πάτε τη βάρκα εκεί που λέει, γιατί θα σας κάμω, θα σας κόψω μες στη μέση. Και την πήραν και την πήαν κάτω. [&#8230;] Από κάτω την ησηκώσαν τρεις τέσσερεις νομάτες, την ηφέραν απάνω στη βρύση. Κάνανε ηπράματα, ηκάναν πράματα πρώτα οι παλαιοί! Πίναν κρασά, ημεθιούσαν.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/">Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 10 Nov 2023 11:31:31 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2442</guid>

					<description><![CDATA[<p>Εύθυμες και πένθιμες ρίμες. Το ποίημα της Αγίας Σοφίας.  Στίχοι από παλιά κάλαντα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/">Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-12.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Εύθυμες και πένθιμες ρίμες</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Δ:</strong> Επήγαινα στη Μεσσαριά κι εκεί στα σκαλοπάτια[?] [&#8230;] κι εκεί που με ποτίσανε τριώ λογιώ φαρμάκια. [&#8230;] Επήγαινα στη Μεσσαριά για ν΄αποχαιρετίσω και πάντιξέ [?] μου ο χάροντας και μου ΄πε στρέψε πίσω. [&#8230;]</p>



<p><strong>Κ:</strong> Αυτά τα βγάζετε τώρα ή τα ΄χετε ακούσει;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Όχι από μικρός μικρός.</p>



<p><strong>Δ:</strong> Τα ΄χω βγάλει από&#8230;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ε από 30 από 20. [&#8230;] Ναι ο ίδιος τα ΄χει σχεδιάσει [&#8230;].</p>



<p><strong>Κ:</strong> Για θυμηθείτε κι άλλες τώρα που πήρατε φόρα! [&#8230;] </p>



<p><strong>Δ:</strong> Άκουκεν πως θα κατεβώ στο μαυρισμένον Άδη, που ΄ναι ψηλός σαν εγκρεμός βαθύς σαν το πηγάδι. [ed]</p>



<p><strong>Ν:</strong> Ο Κώστας του Σταύρου έλεγε τι ΄ναι στο Σοχωράκι&#8230;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Α τότες ημαλώναν απάνω που κανε το θέρος εκείνο στο Σιχωράκι. Ήταν ο μακαρίτης ο Στέλιος πήαινε θέριζε και ηπήαν οι άλλοι και ημαλούσαν, πάνω τσακωθήκανε. Ήρτεν από Καλοταρίτισσα η Πετσετάκενα κι εκείνε κι ήταν ο Κώστας του Σταύρου κάτω στο περβόλι, ανέβειν πέρα στο σπίτι του και ήκουσειν και φωνάζειν, βρε παιδιά τι ΄ναι στο Σιχωράκι; Αμέσως η Ζαρανιά τον ήκουσεν κι λέει ο Κώστας του Σταύρου φώναζε τι ΄ναι στο Σοχωράκι,  του Σμαραγδιού το σώβρακο εσχίστηνε λιγάκι. [ed]  </p>



<p>Ήτονε μια φορά εκεί πάνω, είχανε ένα χωράφι, το ΄χανε δώσει εδώ. Ήτονε μια της Πετσετάκενας εκεινής, είχε παντρευτεί του Περιβολάρη ο γιος ο Στέλιος. Του ΄χανε δώσει ένα χωράφι εδώ πάνω, το ΄χε λοιπό σπύρει. Αφού δεν ξέρω δυο τρία χρόνια τέσσερα ήτανε παντρεμένοι και πόθανε μετά, αυτή τη λέαν Καλλιόπη. Πόθανε την πήγαν στην Αμοργό, πόθανε. Ήταν το χωράφι, ήρτεν ο Μάης, μπήκαν να το θερίζου. Ήταν η Ζαρανιά αντίκρυ και ήρταν από πίσω και τους κάναν μπόλεμο και τους λέει η Ζαρανιά, ακούσετε να σας ειπώ εις στις οχτώ του Μάη, τα στάχυα που θερίζανε ποιος θα τα πρωτοπάρει; Στου γέρου Κώστα τις σπηλιές μέσα σ΄αυτή την πόλη, δίχως μπαρούτι και φωτιά ησκοτωθήκαν όλοι. Ο Περβολάρης έτρεχεν να πιάσει μια μαγκούρα μ΄όλα τα γεροντάματα εγώ θα κάμω γιούρα.</p>



<p><strong>E:</strong> Αυτή, Ποπάκι μου, τη ρίμα [&#8230;] να της πεις στη μαμά σου, πως την ήλεεν πες η νονά σου. Η νονά σου πες τις ήβγαλεν αυτές. [ed]</p>



<p><strong>H: </strong>Αυτά τα βγάζατε με μιας; [&#8230;] Τα τραγουδάγατε κιόλας;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Ναι ναι ναι ναι.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Όχι, έτσι τα σκέβγουντο και τα βγάλανε.</p>



<p><strong>M: </strong>Αυτή έβγαζεν πολλά εκείνη δα η γυναίκα. Ήτανε του Ζαράνη η γυναίκα ήκουεν αυτή, Σοφία εδώ πάνω, του γέρου Νικητιού κόρη ήτανε. [ed] Ήβγαλε που λες καμπόσα και στο τέλος τους είπε Σοφία η ποιήτρια καταγωγή Σιγάλα αφήστε με παρακαλώ να τραγουδώ μεγάλα. Η Ζαρανιά έβγαλε τα ποιήματα. Είχε βγάλει πολλά. Αφού τα ΄στειλε να τα τυπογράψουνε τότες [&#8230;].</p>



<p><strong>E:</strong> Κι ο συχωρεμένος ο Νικόλας [&#8230;] κι εκείνος είχε πολλά βγαλμένα στη μάνα του την κακομοίρα. [&#8230;] Τα ΄χε γράψει όλα τα τραγούδια, αλλά τα βρανε οι συγγενείς και του τα κάψανε. Όλα αυτά τα τραγούδια που τα ΄χε. [&#8230;] Τόσο λυπητερές ρίμες όπου είχε πεθάνει η μάνα του η κακομοίρα, που τις ήβγαλε, της έβγαλε ας πούμε τραγουδάκια ο κακόμοιρος.</p>



<p><strong>Δ: </strong>Αφού ετοιμαζόσουνα ν΄αφήσεις τη ζωή σου, γιατί δε μου το έλεγες να ΄ρθω κι εγώ μαζί σου; [&#8230;] Οι αλήθειες γίναν ψέμματα τα ψέμματα αλήθειες, έφυγες μητερούλα μου και πίσω πια δεν ήρθες. [&#8230;]</p>



<p><strong>E:</strong> Και γιατί πέθανε ας πούμε η κακομοίρα κι ήμεινε μονάχος, [&#8230;] της ήβγαλε ας πούμε ποιηματάκια. Σου λέω πάκα, πάκα χαρτιά.</p>



<p><strong>Δ:</strong> Ναι ναι είχε γράψει κόλλες πολλές πολλές ο Νικόλας, αλλά δεν υπήρχε να τις πάρω τις κόλλες που θελα να τις διαβάσω, μόνο τις ηπήραν, τα κάψανε, τι τα κάμανε. [ed]</p>



<p><strong>Ε:</strong> Εκείνος (αναφέρεται στον άντρα της) ήτανε σου λεώ με τη γυναίκαν που έχει τη μαμά σου βαφτίσει και τον είχε ξεφτέρι κάμει σε όλα. Όλα και σε ποιήματα και σε αυτά τα κάλαντα και τα πάντα, γιατί τα λεεν εκείνη και τον είχε κοπέλι εκεί και τον ησπούδαζε. </p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Έπεσα και κοιμήθηκα κι είδα στο όνειρό μου, να χτίσω την Αγιά Σοφιά να ΄ρθώ στο λογισμό μου</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-14-Της-Αγίας-Σοφίας-το-ποίημα.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Το ποίημα της Αγίας Σοφίας</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Ε:</strong> Της  Αγιά Σοφιάς το ποίημα που ε&#8217;ιχε ο συχωρεμένος [ch-].</p>



<p><strong>Δ:</strong> Αλλά πώς ξεκινάει; Δεν μπορώ να το σκεφτώ. [&#8230;] 23 μερόνυχτα ήμουνα στο κρεββάτι ούτε φαί ούτε καφέ στο στόμα μου να βάλω και τότες απελπίστηκα πως ήρθε να πεθάνω. Έπεσα και κοιμήθηκα κι είδα στο όνειρό μου, να χτίσω την Αγιά Σοφιά να ΄ρθώ στο λογισμό μου. Την εκκλησία έχτισα με το καμπαναρίο της, έχει και το σπιτάκι της και το προαύλιό της. Παρακαλώ σας βρε παιδιά να τη φωτολογάτε, πάτε να τη θυμιάζετε, να μην την εξεχνάτε. Γιατί είναι μάνα που πονεί, κοιτάζει ένα ένα, που ανεστήνει τους νεκρούς, ανέστησε και μένα.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Θεός συχωρέστον εκεί δα που είναι.</p>



<p><strong>Δ:</strong> Έτσι ακόμα είναι κάνα στιχάκι μόν΄ το ξεχνώ πως το λέει το τελευταίο. [&#8230;] Η Αγιά Σοφιά μ΄ανέστησε κι οι τρεις τις θυγατέρες. Η μια είναι η Πίστη, η Ζωή κι άλλη η Αγάπη, γι΄αυτό τους έχει κι ο Θεός μες σε χρυσό παλάτι. Έτσι είναι το τέλος, μέχρι εκεί. [&#8230;] Το διάβαζε ένας καθηγητής πέρα και λέει ααα αυτός ο άνθρωπος, λέει, ήταν ποιητής.</p>



<p><strong>E:</strong> Ήγιασεν, λέει, που το ΄χει βγάλει λέει αυτό το αυτό.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Ηπόπαμεν τ΄αφέντη μας, του μπέη του λεβέντη μας </h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-15.-Κάλαντα.-Τα-λέαν-ας-πούμε-στα-παλιά-χρόνια.-Πράσινος-Δημήτρης.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Στίχοι από παλιά κάλαντα</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Δ:</strong> Ηπόπαμεν τ΄αφέντη μας, του μπέη του λεβέντη μας, να πούμεν της κυράς μας της καλονοικοκυράς μας, κυρά ψηλή κυρά λιγνή κυρά καμαροκρίδα, που ΄χεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος, κύρα μου όταν στολιστείς και βάλεις τα καλά σου πως τρελαίνει η ομορφιά σου. Αν έχεις κόρη έμορφη γραμματικός τη θέλει, αν είναι και γραμματικός πολλά προικιά γυρεύει. Θέλει αμπέλια τρίγυρτα κι αμπέλια τριγυμένα, θέλεικε και την θάλασσαν μ΄όλα της τα καράβια. Αλλά ξεχνάω την αρχή μωρέ, πώς είναι η αρχή του αυτή δα. [ed]</p>



<p><strong>Η:</strong> Αυτό που μας είπατε θείε ήταν [&#8230;] κάλαντα; Το προηγούμενο που δε θυμόσαστε την αρχή [&#8230;] Είναι κάλαντα αυτά που τα λέγατε τα Χριστούγεννα;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ναι ναι κάλαντα είναι.</p>



<p><strong>Δ: </strong>Ναι ναι ναι ναι.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Κάλαντα. Τα λέαν ας πούμε στα παλιά χρόνια ας πούμε εδώ. [&#8230;]</p>



<p><strong>Δ: </strong>Όλοι οι αθρώποι του χωριού ήτανε. Θυμάμαι εγώ τον Περβολάρη, το γέρο Περιβολάρη, εγώ ήμουν δώδεκα χρονώ΄, δώδεκα χρονώ και όλοι λοιπόν οι αθρώποι οι χωριανοί&#8230; Πήγαινεν αυτός εμπροστά και τα ΄λεγε κι ακολουθούσαν όλοι και τα λέγανε τα κάλαντα αυτά που σας είπα στο πρώτο. Όλα γύρω γύρω στο χωριό στα σπίτια απ΄ έξω ναι ναι ναι. Είναι πολλά αλλά σε λέω έχω ξεχάσει την αρχή του πως αρχινάει εκείνο, αυτό που σας ηπρωτόπα. Ναι είναι πολλά και τα κάλαντα. Θέλει ώρα να τα σκεφτώ, γιατί είναι σου λέω πολλά χρόνια που τα παρατήσαμε. Αφού ΄μουν δώδεκα χρονώ που τα λέγαν αυτά, τα λέγαμεν τότες.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/">Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 10:18:55 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1624</guid>

					<description><![CDATA[<p>Αποκριάτικα γλέντια και Δονουσιώτες βιολιτζήδες. Γάμοι στα σπίτια. Η Τρουλιανή που μέθυσε και τραγούδησε. Προξενιά από την Αμοργό. Προξενιό από το ίδιο χωριό για λόγους πρακτικούς. Κρασιά και μεθύσια</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/">Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-9-Αποκριάτικο-γλέντι.-Δονουσιώτες-βιολιτζήδες-Σιγάλα-Σοφία-.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Αποκριάτικα γλέντια και Δονουσιώτες βιολιτζήδες</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Ηλ:</strong> Χορεύατε εσείς;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Στα νιάτα μου! Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία. Μια φορά κατεβήκαμε στον Κάμπο κι ήτον ο αδερφός μου ο Δημητράκης, είχε γούστο, ήτον μεγά… παντρεμένος, ήμεστε όλοι, και ντυθήκαμε μασκάροι και πήγαμε στ(ου) Ηλία το Σκοπελίτη εδώ που καθότανε, και έπαιζε το καλύτερο βιολί και μας έπαιξε, όπως είμαστε μασκάροι, μες στο αλώνιν του και χορέψαμε!</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Στο αλώνι εκεί;</p>



<p><strong>Σοφ: </strong>Ναι, ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Νύχτα ή μέρα ήτανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, ήτο βράδυ, νύχτα πήγαμε κάτω, νύχτα πηγαίναμε μασκάροι για να μη μας γνωρίζου`.</p>



<p><strong>Λάρα</strong>: Τι ντυθήκατε; Τι φορούσατε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Φορούσαμε μάσκες εδώ, να μη μας βλέπου. Μόνο τα μάτια μας εβλέπα. Πήγε στη Λαμπαδάκαινα ο αδερφός μου και της λέει, λέει… Του λέει… -είχε ντυθεί σαν αστυνομικός- και του λέει, «Αστυνομικός είσαι ή από δω είσαι;» Λε` «Στραβομάρα έχεις να με δεις πως είμαι…» (γέλια). Κάμα γέλια, ήκαμα γέλια. Πηγαίναμε στο Μερσήνι, γύριζεν ο κόσμος, ήταν πολύ ωραία. Αλλά ο Ηλίας ο Σκοπελίτης ήπαιζε ωραίο βιολί, έπαιζε όλες τις… Σε γάμους, σε όλα έπαιζε… Πολύ ωραία ήτανε.</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Κι εδώ και στο Μερσήνι δεν ήταν ένας που έπαιζε βιολί; </p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ο Γιωργάκης του Περβολάρη, ναι, ήπαιζε. Αυτός έβγαζε και ωραία τραγούδια, πολύ ωραία.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Τους ηπαντρεύγαν στα χωριά πρώτα, έτσι ήτον το έθιμο των παλαιών</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-17.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Γάμοι στα σπίτια. Η Τρουλιανή που μέθυσε και τραγούδησε</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Η: </strong>Εσάς ο γάμος σας πού έγινε;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Εδώ. Εδώ μας ηπαντρέψαν.</p>



<p><strong>Η: </strong>Στο σπίτι;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ναι.</p>



<p><strong>Η:</strong> Όχι στην εκκλησία;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Όχι. Ήρθεν ο παπάς εδώ, μας ηπάντρεψε. Ήτον οι γέροι, πού να παν` κάτω νύχτα […] και του Ρηνιού του Ψηλού απάνω στο σπίτι ήγινε, ναι, ναι, απάνω στο σπίτι. Και του Δημητράκη, ναι, και του Δημητράκη. Τους ηπαντρεύγαν στα χωριά πρώτα, τους ηπαντρεύγαν στα χωριά. […] Έτσι ήτον το έθιμο των παλαιών. Τώρα παν` στην εκκλησία.&nbsp;</p>



<p><strong>Η:</strong> Πείτε μου για το γάμο στο σπίτι […].</p>



<p><strong>Σ:</strong> Τους ηπαντρεύγαν πρώτα και στην Καλοταρίτισσα, ηπήαινε ο παπάς πίσω και στο Μερσήνι&nbsp; και παντού.&nbsp;</p>



<p><strong>Η: </strong>Ο κόσμος ερχότανε σπίτι; </p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Οι συγγενείς ηρχούτανε, εμείς δεν ηκάμαμε, ας πούμε, γλέντι. Εκεί που κάνα`, στην Καλοταρίτισσα στη Φανής το γάμο, ηκάμαν γλέντι, ήτον πολύ ωραία. Πήαν κι φέρα` τον Ηλία το Σκοπελίτην πίσω, ήπαιξε. Είχαμε την Καλλιώ την Τρουλιανή, δε θα ξεχάσω τα γέλια που κάμαμε. Μέθυσε και σηκώθηκε και τραγούδει. Ε, Χριστέ μου γέλια τα κάμαμε, αλλά ύστερι το πήρεν ο άντρας της χαμπάρι από τον Τρούλο, ότι γελούσαν οι Καλοταριανοί και ξέρεις ίντα ήκαμε; Αφού ηπήε λέει στον Τρούλο της λέει, «Μωρή ίντα πήγες κι ήκαμες», γιατί ήτον ηκακόχερος, «μωρή ήντα πήγες κι ήκαμες και με `κανες ρεζίλι στην Καλοταρίτισσα;» Λέει, «Τίποτι τίποτι, ε, αστειεύτησαν εκεί τα παιδιά.» Αυτή ημέθυσεν ύστερι κι χόρευγεν και τραγούδειν και την ηπήραν ύστερι και την ηπήγαν στον Τρούλο και την είδεν ο άντρας της, του κακοφάνη και ίντα κάνει; Ήτον τότες οι νάρκες που ηπλεύγαν εδώ. Κάτι από πολέμους ξέρω γω, και ξεγελά τις Καλοταριανούς και τω λέει, «εδώ κάτω στον Κέντρο είναι μια νάρκα» ήτο, κάτι είπαν πως ήπλευγε και για να τις εκδικηθεί τις Καλοταριανούς είπεν ότι πλεύγει, ας πούμε, μια νάρκα, να παν` να την πιάσουν. Γιατί τις συγκαίαν τις νάρκες ύστερι και τις κάμαν δυναμίτες. Ε, και το `πε ψέμματα και τις ήφερεν απ` την Καλοταρίτισσα για να τις εκδικηθεί. Αλλά ήτον ωραίος ο γάμος, πολύ ωραίος. Κι από τη Μεσαριά ηπήγαμε, εγώ ήμουν παράνυφη, περάσαμεν ωραία. Αλλά ο Ηλίας ήπαιζεν ο Σκοπελίτης πολύ ωραία, πάρα πολύ ωραία. Μια φορά ντυθήκαμε μασκάροι και πήαμε απ` όξω από του Ηλία του Σκοπελίτη μες στ` αλώνι και μας ήπαιξε και χορέψαμε. Ε, κακόμοιρος. Ύστερι γέρασε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Πρώτα ήτο&#8217; φτωχοί οι αθρώποι, όποιος είχε τα πιο πολλά χωράφια ήτον ο καλύτερος γαμπρός</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-15.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Προξενιά από την Αμοργό</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Λάρα:</strong> Η μαμά σας πώς ήρθε εδώ; Πού τη γνώρισε ο πατέρας σας;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Πρώτα να καταλάβεις ήτο φτωχοί οι αθρώποι και στην Αμοργό, και όποιος είχε τα πιο πολλά χωράφια ήτον ο καλύτερος γαμπρός. Ναι, και πήγε στην Αμοργό και του κάμαν το παντρολόι εκεί κάποιος.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Ο πατέρας σας από εδώ ήτανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ναι, ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Απ` τη Μεσαριά;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Είχε πάει, ναι, στην Αμοργό και τη γνώρισε. Ήτο και φτωχοί τα πεθερικά του, είχε δυο-τρεις κόρες ή τέσσερεις; Και στην Καλοταρίτισσα η Γιαλίτισσα είχε πάρει από τη Γιάλη, ναι. Η συμπετέρα μας πάλι η Πετσετάκαινα που λέγανε, από τη Χώρα της Αμοργού ήτον κι εκείνη. Ε, πάλι και ήτο μεγάλη οικογένεια και παντρεύτηκαν…</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Οι γυναίκες ήτανε συνήθως από Αμοργό;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Οι γυναίκες ήτανε, οι γυναίκες ναι, ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Και ήρθε εδώ και δεν είχε, λέτε, παρέα, δεν είχε κόσμο. Δεν ήταν κι άλλες γυναίκες απ` την Αμοργό εδώ;</p>



<p><strong>Σοφ: </strong>Εδώ δεν ήτανε. Μια φορά της ήστειλεν μια αδερφή της γράμμα και της ήγραφεν και τραγουδάκια και πήγε πέρα στο χωράφι κι έπιασεν μια πέτρα, να σπάσει την κεφαλή της και ήρτε… ήτον ένας Αμοργιανός εδώ και πάει και λέει του παππού ότι, «Πες της κόρης σου μη ξαναγράψει γράμμα και γράφει τραγουδάκια, γιατί θα τη σκοτώσω εγώ.» Λέ`, «Γιατί;» «Αρώτα με», λέει, «που είδα την κόρη σου που δεν ήκανε στη Δονούσα. Αρώτα με», λέει, «τι κλάμα ήκανε.»</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Στεναχωριότανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Στεναχωριότανε. Ε, δεν είχε και, δεν είχε και πολλούς αθρώπους εδώ να κουβεντιάσει. Ο καθένας έφευγε και πήαινε στα χωράφια κι έμενε μόνη. Ε, ύστερι που έκανε τα παιδιά, έκανε τα παιδιά, ησύχασε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Μου λέει, «Θα σε παντρέψω εδώ στη γειτονιά, να σε `χω κι εγώ κοντά μου»</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-7-Δεν-ήθελε-ο-πατέρας-μου-να-με-στείλει-σε-άλλο-χωριό-να-παντρευτώ.-Σιγάλα-Σοφία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Προξενιό από το ίδιο χωριό για λόγους πρακτικούς</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Η:</strong> Και τον άντρα σας πότε τον… Πώς γνωριστήκατε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, αφού ήταν εδώ πάνω, εδώ πάνω ήταν. `εν ήθελεν ο πατέρας μου να με στείλει σε άλλο χωριό να παντρευτώ. Δεν είχε και τις δυνάμεις να κάμει σπίτι, ούτε στον Κάμπο ούτε σε άλλο χωριό, δεν είχε. Μου λέει, «Θα σε παντρέψω εδώ στη γειτονιά, να σε `χω κι εγώ κοντά μου.»  Είχαμε τραβήξει, είχαμε τραβήξει. Ύστερι ο συχωρεμένος ο άντρας μου πήαινε κάτω στο Σταυρό κι ήκανε μεροκάματα. Τον ντενεκέ στον ώμο να ανεβαίνει στη σκάλα, να ανεβαίνεις τα υλικά. Ε, καμένα χρόνια, πόσο δύσκολα που `τανε. Τώρα όλες τις ευκολίες τις έχει ο κόσμος. […] Ήτανε δύσκολα τα χρόνια.  Όλοι οι αθρώποι μισερώθησαν εδώ. Ο Σταύρος πέρα, από τα βάρητα έπαθεν η μέση του κι ηπήεν στην Αθήνα. Τώρα δεν μπορεί να δουλέψει, δεν μπορεί να δουλέψει το κακόμοιρο.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Στα παλιά ήπιναν πολύ κρασί και μεθιούσανε</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-6-Στα-παλιά-ήπιναν-πολύ-κρασί-και-μεθιούσανε.-Σιγαλα-Σοφία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κρασιά και μεθύσια</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Στα παλιά ηπίναν πολύ κρασί και μεθιούσανε, γυρίζαν και κάναν καντάδες.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Α, ναι; Θυμάστε καμιά καντάδα;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Μπα πού να τις θυμάμαι, δεν ήμουν γεννημένη στους παλιούς.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Μετά στα δικά σας χρόνια δε γυρνάγανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, ήταν ο άντρας μου με το Νικήτα το Μαρκουλή. Ο Νικήτας ο Μαρκουλής, που `χει το μαγαζί, έχει πάρει την ανηψιά μου, ναι. Είμαστε και συγγενείς Μαρκουλήδες, ναι. Εδώ εκάτω ηκάθουντον ο Νικήτας. Κι ήταν λοιπό, είχαμε… τότες ηκάναμε κρασιά, κάναμε κιούπια ολόκληρα, κουρουπάκια, κι ήρχουνταν λοιπό ο Νικήτας κι έσμει` με τον άντρα μου και πίνανε και είχανε, είχαμεν και χοντρολιές, ωραίες ελιές, και τρώγανε και μεθιούσανε και γυρίζανε, ηπηαίναν μέχρι το Μερσήνι. Ύστερι που ηπαντρεύτει ο Νικήτας, του λέω, «Θεός σε πήε», λέω, «κάτω στον Κάμπο να σωθώ!» (γέλια) Μια μέρα έβρεχε, ήρταν πολλοί και πηγαίναν πέρα στο Μερσήνι και πέφταν στις δρόμους και βρεχότανε, δεν τις ήμελε. Αλλά ήταν αγαπημένοι, ήμεστε συγγενείς. Καλοί αθρώποι ήταν πρώτα. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/">Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Είχαν ανοίξει κάτι τρύπες στο μηχανοστάσιο τόσες μεγάλες. Αφού μπαίναμε μέσα και βγάζαμε όλο το κάρβουνο από την καρβουναποθήκη</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/to-pliatsiko-sto-ploio-toy-kentroy/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/to-pliatsiko-sto-ploio-toy-kentroy/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 May 2023 13:15:18 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1354</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το πλιάτσικο στο βομβαρδισμένο πλοίο του Κέντρου</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-pliatsiko-sto-ploio-toy-kentroy/">Είχαν ανοίξει κάτι τρύπες στο μηχανοστάσιο τόσες μεγάλες. Αφού μπαίναμε μέσα και βγάζαμε όλο το κάρβουνο από την καρβουναποθήκη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don24-1-ΠΛΙΑΤΣΙΚΟ-ΣΤΟ-ΠΛΟΙΟ.-ΨΗΛΟΣ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Το πλιάτσικο στο βομβαρδισμένο πλοίο του Κέντρου</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Λ: </strong>Πήραν κι άλλα από κει;</p>



<p><strong>Ψ:</strong> Ναι αμέ πολλά.</p>



<p><strong>Λ:</strong> Τι πράγματα;</p>



<p><strong>Ψ:</strong> Από το καράβι; […] Το `χανε κάψει οι Γερμανοί, αλλά είχε πράματα πολλά μέσα. Είχε αμανάτια του στρατού, αμανάτια τα λέμε εμείς, μπογαλάκια να πούμε, διάφορα πράματα μέσα, πολλά πράματα. Αλλά βάλανε φωτιά το βράδυ οι Γερμανοί και τα κάψαν όλα και βούλιαξε το καράβι. Είχαμε ένα μικρό βαρκάκι μέσα του Περβολάρη, μπαίναμε μέσα και βγάζαμε, λεφτά είχε μέσα, φωτογραφίες πράματα, ρούχα, λεκάνες, μυστήρια, κασμάδες.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Αλλά δεν τα πήραν αυτά.</p>



<p><strong>Μ:</strong> Κουζινικά όλα αυτά…</p>



<p><strong>Ψ</strong>: Κουζινικά, ναι, τέτοια. Το βουλιάξαν τα εγγλέζικα… Είχαν ανοίξει κάτι τρύπες στο μηχανοστάσιο τόσες μεγάλες. Αφού μπαίναμε μέσα και βγάζαμε όλο το κάρβουνο από την καρβουναποθήκη. Αυτό το βουλιάξαν οι Γερμανοί, ήταν ελληνικό, το `χαν κατασχέσει, το `χανε κάνει πολεμικό. Έξι πύργους είχεν απάνω, αντιαεροπορικά, βαρέα κανόνια να πούμε. […] Το βουλιάξαν το σαραντατρίο οι Γερμανοί με την οπισθοχώρηση.</p>



<p><strong>Γ:</strong> Είναι τώρα από κάτω δηλαδή;</p>



<p><strong>Ψ:</strong> […] Ήρθε μια εταιρεία από τον Πειραιά και το&#8230; Εδώ το κατωκάραβο είναι κάτω, φαίνεται άμα το προσέξεις στην άμμο μέσα γιαλό-γιαλό […].</p>



<p><strong>Μ:</strong> Η καρίνα του μόνο έχει μείνει. […]</p>



<p><strong>Λ:</strong> Και τι και τι πράματα πήραν από μέσα;</p>



<p><strong>Ψ:</strong> Α τι πράματα; Το διαλύσαν το καράβιν εδώ, ερχότανε συνεργεία από τη Νάξο, τα κόβανε με κοπίδια με αυτά και το…</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-pliatsiko-sto-ploio-toy-kentroy/">Είχαν ανοίξει κάτι τρύπες στο μηχανοστάσιο τόσες μεγάλες. Αφού μπαίναμε μέσα και βγάζαμε όλο το κάρβουνο από την καρβουναποθήκη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/to-pliatsiko-sto-ploio-toy-kentroy/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 07 May 2023 21:54:22 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=705</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η αυτάρκεια στο Μερσήνι. Ο κόσμος, οι χαρές και τα γλέντια που πέρασαν</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/">Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don9-8.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading has-text-color">Η αυτάρκεια στο Μερσήνι. Ο κόσμος, οι χαρές και τα γλέντια που πέρασαν</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σ:</strong> Τα χρόνια όμως εκείνα οι αθρώποι δεν ηγοράζανε από τα μαγαζά. Ένα ρύζι αν ήτυχε να αγοράζουσι, να πούμε, μια Λαμπρή. Κάνανε φασόλες, ρίχταν μες στα χωράφια τα καλοκαιρινά, φασόλια μέσα στα καλοκαιρινά, σουσάμια, ντομάτες, αγγούρια από όλα, από όλα είχανεν ο κόσμος. Και ήξερες ότι ήτανε να πούμε… τότες ηρίχτανε κοπριές, δεν ρίχνανε τώρα όπως ρίχνουν τώρα λιπάσματα, αυτά όλα είναι δηλητήριο. Δεν ήτον, που `τον την Κατοχή ο κόσμος όπου ήτανε…&nbsp; […]. Όχι μαγαζί δεν ήτανε, δεν ήταν ο κόσμος όπου ηπείνα; Ήτον μια χαρά. […] Ήτονε εδώ πέρα του Περβολάρη τα παιδιά όλα, πάνω της Μαρινάκαινας, είχεν κόσμο, είχεν κόσμο. Όπου σάλευγες… Ήθελε λοιπον κάθε σκόλη να παίζουνε, να παίζουνε. […] Είχανε κι αμπέλια. Εκεί δα η Ποδαριά, ήτονε αμπέλι από το σταυλί και κάτω, ήτον αμπέλια όλα. Ο παππούς σου ήκανε τόσα κρασά. Όλοι ηκάνανε. Λέει, αύριο θα ανοίξουμε του ενός το κουρούπι. Την άλλην το άλλο. Και ήθελε λοιπόν να παίζουν, να χορεύγουν, να `ναι ο κόσμος μια χαρά, μια χαρά. Το μόνο χωριόν όπου ήτανε ποφανερωμένο, ήτον το Μερσήνι. Και τώρα ερημώσαν τα χωριά. Είχεν κόσμο, είχεν, είχεν. Ήθελεν τώρα να `ρθει το Πάσχα, να βλέπεις τον κόσμο, βγαίνουσι όπως τη μερμηγκιά. Παιδιά, όλος ο κόσμος με τα φανάρια και να πηαίνουν στην εκκλησία. Να `ναι ο κόσμος μια χαρά. Γλέντια, πράματα. Τώρα… Βλέπεις τους ανθρώπους… Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Εκκλησία κατεβαίνατε στο Σταυρό το Πάσχα ή ερχότανε εδώ στην Αγιά Σοφιά;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Δεν ήτουν τότες ακόμα η Αγιά Σοφιά χτισμένη.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/">Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
