<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Τρούλος | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-country/troylos/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-country/troylos/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Fri, 03 May 2024 08:59:32 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>Τρούλος | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-country/troylos/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Με κουβέλια στον αγέρα κατεβάζανε από τις γαλαρίες το υλικό και το πηαίναν στον Κέντρο</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/alla-ito-kai-epikindyna-ta-metalleia-na-pesei-i-galaria-na-se-petaxei/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/alla-ito-kai-epikindyna-ta-metalleia-na-pesei-i-galaria-na-se-petaxei/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 16:14:40 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5135</guid>

					<description><![CDATA[<p>Επικίνδυνη δουλειά στα μεταλλεία</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/alla-ito-kai-epikindyna-ta-metalleia-na-pesei-i-galaria-na-se-petaxei/">Με κουβέλια στον αγέρα κατεβάζανε από τις γαλαρίες το υλικό και το πηαίναν στον Κέντρο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-9.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Επικίνδυνη δουλειά στα μεταλλεία</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Η:</strong> Θεία, τα μεταλλεία τα είχατε προλάβει εσείς;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Εγώ ήβοσκα τα κατσίκια και ηπήαινε ο πατέρας μου απάνω στα Μπακαούσα, τα ξέρεις τα Μπακαούσα ποια είναι, απάνω από τον Τρούλο που είναι κάτι χωράφια… Κι ηπήα εγώ στη γαλαρία εκεί που δούλευγε ο πατέρας μου. Βγάλαν ένα γαλάζο αυτό και το στείλαν αλλού. Πώς είναι που το λέαν μωρέ; Δεν ξέρω, το μεταλλείο ναι. Αλλά ήτο και επικίνδυνα τα μεταλλεία, να πέσει η γαλαρία, να [&#8230;] σε πετάξει. Δουλεύανε χρόνια. Είχανε και άτσαχα, απάνω στου συμπεθέρου μου ένα χωράφι μέσα. Είδες πού είναι ο σιδηρόδρομος; Πάει, προχωρά μέσα. Αυτοί με κουβέλια<sup>1</sup> στον αγέρα κατεβάζανε από τις γαλαρίες το υλικό και το πηαίναν στον Κέντρο. Αυτό το σιδηρόδρομο πάλι που κάνα΄, κατεβάζαν τον άτσαχα, το βάλαν σε καρότσα βέβαια και τον ηπηαίναν κάτω και τον ηδειάζα΄. Είδες εδώ στο Κέντρο, όπως περάσεις το δρόμο είναι μια κατηφόρα από τη μια κι από την άλλη χτισμένο. Εκεί εδειάζαν από πάνω από το δρόμο τον άτσαχα και πήγαινε κάτω, ναι. Κι ερχότανε βαπόρι και τα ΄παιρνε. Σου λέω από πάνω από τα Μπακαούσα, από πάνω από τον Τρούλο, με κουβέλια στον αγέρα κατεβάζαν, ξέρω γω πώς τα κατεβάζαν τα κουβέλια κάτω στον Κέδρο. Όλοι δουλεύανε, αλλά ήταν επικίνδυνα. Ο αδερφός μου ο Δημητράκης, είχε πάει στον Κρούκελο και ηδούλευε, και περπατούσε το Σαββάτο, περπατούσεν από τον Κρούκελο και πήγαινε στη Χώρα της Αμοργού. Φαντάσου τόσο δρόμο. Ο Νικόλας του Στεφανή, ο Νικόλας ήτον… καμιά εικοσιτριώ χρονώ ήτο, αυτό το κακόμοιρο ηπήε στον Κρούκελο κι ήπεσε μια πέτρα από πάνω του και το σκότωσε. Ναι, ναι… Ηθυμούμαι που το φωνάξανε, ο Νικόλας, λέει, σκοτώθηκε, ε τον κακομοίρη. Ύστερι φοβήθηκε κι ο Δημητράκης κι ήφυγε από κει, φοβήθηκε. Ήτο δύσκολα τα χρόνια, δεν ηβγαίναν τα λεφτά, δεν ηβγαίναν λεφτά.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>δοχεία</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/alla-ito-kai-epikindyna-ta-metalleia-na-pesei-i-galaria-na-se-petaxei/">Με κουβέλια στον αγέρα κατεβάζανε από τις γαλαρίες το υλικό και το πηαίναν στον Κέντρο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/alla-ito-kai-epikindyna-ta-metalleia-na-pesei-i-galaria-na-se-petaxei/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 10:18:55 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1624</guid>

					<description><![CDATA[<p>Αποκριάτικα γλέντια και Δονουσιώτες βιολιτζήδες. Γάμοι στα σπίτια. Η Τρουλιανή που μέθυσε και τραγούδησε. Προξενιά από την Αμοργό. Προξενιό από το ίδιο χωριό για λόγους πρακτικούς. Κρασιά και μεθύσια</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/">Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-9-Αποκριάτικο-γλέντι.-Δονουσιώτες-βιολιτζήδες-Σιγάλα-Σοφία-.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Αποκριάτικα γλέντια και Δονουσιώτες βιολιτζήδες</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Ηλ:</strong> Χορεύατε εσείς;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Στα νιάτα μου! Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία. Μια φορά κατεβήκαμε στον Κάμπο κι ήτον ο αδερφός μου ο Δημητράκης, είχε γούστο, ήτον μεγά… παντρεμένος, ήμεστε όλοι, και ντυθήκαμε μασκάροι και πήγαμε στ(ου) Ηλία το Σκοπελίτη εδώ που καθότανε, και έπαιζε το καλύτερο βιολί και μας έπαιξε, όπως είμαστε μασκάροι, μες στο αλώνιν του και χορέψαμε!</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Στο αλώνι εκεί;</p>



<p><strong>Σοφ: </strong>Ναι, ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Νύχτα ή μέρα ήτανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, ήτο βράδυ, νύχτα πήγαμε κάτω, νύχτα πηγαίναμε μασκάροι για να μη μας γνωρίζου`.</p>



<p><strong>Λάρα</strong>: Τι ντυθήκατε; Τι φορούσατε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Φορούσαμε μάσκες εδώ, να μη μας βλέπου. Μόνο τα μάτια μας εβλέπα. Πήγε στη Λαμπαδάκαινα ο αδερφός μου και της λέει, λέει… Του λέει… -είχε ντυθεί σαν αστυνομικός- και του λέει, «Αστυνομικός είσαι ή από δω είσαι;» Λε` «Στραβομάρα έχεις να με δεις πως είμαι…» (γέλια). Κάμα γέλια, ήκαμα γέλια. Πηγαίναμε στο Μερσήνι, γύριζεν ο κόσμος, ήταν πολύ ωραία. Αλλά ο Ηλίας ο Σκοπελίτης ήπαιζε ωραίο βιολί, έπαιζε όλες τις… Σε γάμους, σε όλα έπαιζε… Πολύ ωραία ήτανε.</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Κι εδώ και στο Μερσήνι δεν ήταν ένας που έπαιζε βιολί; </p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ο Γιωργάκης του Περβολάρη, ναι, ήπαιζε. Αυτός έβγαζε και ωραία τραγούδια, πολύ ωραία.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Τους ηπαντρεύγαν στα χωριά πρώτα, έτσι ήτον το έθιμο των παλαιών</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-17.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Γάμοι στα σπίτια. Η Τρουλιανή που μέθυσε και τραγούδησε</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Η: </strong>Εσάς ο γάμος σας πού έγινε;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Εδώ. Εδώ μας ηπαντρέψαν.</p>



<p><strong>Η: </strong>Στο σπίτι;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ναι.</p>



<p><strong>Η:</strong> Όχι στην εκκλησία;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Όχι. Ήρθεν ο παπάς εδώ, μας ηπάντρεψε. Ήτον οι γέροι, πού να παν` κάτω νύχτα […] και του Ρηνιού του Ψηλού απάνω στο σπίτι ήγινε, ναι, ναι, απάνω στο σπίτι. Και του Δημητράκη, ναι, και του Δημητράκη. Τους ηπαντρεύγαν στα χωριά πρώτα, τους ηπαντρεύγαν στα χωριά. […] Έτσι ήτον το έθιμο των παλαιών. Τώρα παν` στην εκκλησία.&nbsp;</p>



<p><strong>Η:</strong> Πείτε μου για το γάμο στο σπίτι […].</p>



<p><strong>Σ:</strong> Τους ηπαντρεύγαν πρώτα και στην Καλοταρίτισσα, ηπήαινε ο παπάς πίσω και στο Μερσήνι&nbsp; και παντού.&nbsp;</p>



<p><strong>Η: </strong>Ο κόσμος ερχότανε σπίτι; </p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Οι συγγενείς ηρχούτανε, εμείς δεν ηκάμαμε, ας πούμε, γλέντι. Εκεί που κάνα`, στην Καλοταρίτισσα στη Φανής το γάμο, ηκάμαν γλέντι, ήτον πολύ ωραία. Πήαν κι φέρα` τον Ηλία το Σκοπελίτην πίσω, ήπαιξε. Είχαμε την Καλλιώ την Τρουλιανή, δε θα ξεχάσω τα γέλια που κάμαμε. Μέθυσε και σηκώθηκε και τραγούδει. Ε, Χριστέ μου γέλια τα κάμαμε, αλλά ύστερι το πήρεν ο άντρας της χαμπάρι από τον Τρούλο, ότι γελούσαν οι Καλοταριανοί και ξέρεις ίντα ήκαμε; Αφού ηπήε λέει στον Τρούλο της λέει, «Μωρή ίντα πήγες κι ήκαμες», γιατί ήτον ηκακόχερος, «μωρή ήντα πήγες κι ήκαμες και με `κανες ρεζίλι στην Καλοταρίτισσα;» Λέει, «Τίποτι τίποτι, ε, αστειεύτησαν εκεί τα παιδιά.» Αυτή ημέθυσεν ύστερι κι χόρευγεν και τραγούδειν και την ηπήραν ύστερι και την ηπήγαν στον Τρούλο και την είδεν ο άντρας της, του κακοφάνη και ίντα κάνει; Ήτον τότες οι νάρκες που ηπλεύγαν εδώ. Κάτι από πολέμους ξέρω γω, και ξεγελά τις Καλοταριανούς και τω λέει, «εδώ κάτω στον Κέντρο είναι μια νάρκα» ήτο, κάτι είπαν πως ήπλευγε και για να τις εκδικηθεί τις Καλοταριανούς είπεν ότι πλεύγει, ας πούμε, μια νάρκα, να παν` να την πιάσουν. Γιατί τις συγκαίαν τις νάρκες ύστερι και τις κάμαν δυναμίτες. Ε, και το `πε ψέμματα και τις ήφερεν απ` την Καλοταρίτισσα για να τις εκδικηθεί. Αλλά ήτον ωραίος ο γάμος, πολύ ωραίος. Κι από τη Μεσαριά ηπήγαμε, εγώ ήμουν παράνυφη, περάσαμεν ωραία. Αλλά ο Ηλίας ήπαιζεν ο Σκοπελίτης πολύ ωραία, πάρα πολύ ωραία. Μια φορά ντυθήκαμε μασκάροι και πήαμε απ` όξω από του Ηλία του Σκοπελίτη μες στ` αλώνι και μας ήπαιξε και χορέψαμε. Ε, κακόμοιρος. Ύστερι γέρασε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Πρώτα ήτο&#8217; φτωχοί οι αθρώποι, όποιος είχε τα πιο πολλά χωράφια ήτον ο καλύτερος γαμπρός</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-15.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Προξενιά από την Αμοργό</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Λάρα:</strong> Η μαμά σας πώς ήρθε εδώ; Πού τη γνώρισε ο πατέρας σας;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Πρώτα να καταλάβεις ήτο φτωχοί οι αθρώποι και στην Αμοργό, και όποιος είχε τα πιο πολλά χωράφια ήτον ο καλύτερος γαμπρός. Ναι, και πήγε στην Αμοργό και του κάμαν το παντρολόι εκεί κάποιος.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Ο πατέρας σας από εδώ ήτανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ναι, ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Απ` τη Μεσαριά;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Είχε πάει, ναι, στην Αμοργό και τη γνώρισε. Ήτο και φτωχοί τα πεθερικά του, είχε δυο-τρεις κόρες ή τέσσερεις; Και στην Καλοταρίτισσα η Γιαλίτισσα είχε πάρει από τη Γιάλη, ναι. Η συμπετέρα μας πάλι η Πετσετάκαινα που λέγανε, από τη Χώρα της Αμοργού ήτον κι εκείνη. Ε, πάλι και ήτο μεγάλη οικογένεια και παντρεύτηκαν…</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Οι γυναίκες ήτανε συνήθως από Αμοργό;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Οι γυναίκες ήτανε, οι γυναίκες ναι, ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Και ήρθε εδώ και δεν είχε, λέτε, παρέα, δεν είχε κόσμο. Δεν ήταν κι άλλες γυναίκες απ` την Αμοργό εδώ;</p>



<p><strong>Σοφ: </strong>Εδώ δεν ήτανε. Μια φορά της ήστειλεν μια αδερφή της γράμμα και της ήγραφεν και τραγουδάκια και πήγε πέρα στο χωράφι κι έπιασεν μια πέτρα, να σπάσει την κεφαλή της και ήρτε… ήτον ένας Αμοργιανός εδώ και πάει και λέει του παππού ότι, «Πες της κόρης σου μη ξαναγράψει γράμμα και γράφει τραγουδάκια, γιατί θα τη σκοτώσω εγώ.» Λέ`, «Γιατί;» «Αρώτα με», λέει, «που είδα την κόρη σου που δεν ήκανε στη Δονούσα. Αρώτα με», λέει, «τι κλάμα ήκανε.»</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Στεναχωριότανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Στεναχωριότανε. Ε, δεν είχε και, δεν είχε και πολλούς αθρώπους εδώ να κουβεντιάσει. Ο καθένας έφευγε και πήαινε στα χωράφια κι έμενε μόνη. Ε, ύστερι που έκανε τα παιδιά, έκανε τα παιδιά, ησύχασε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Μου λέει, «Θα σε παντρέψω εδώ στη γειτονιά, να σε `χω κι εγώ κοντά μου»</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-7-Δεν-ήθελε-ο-πατέρας-μου-να-με-στείλει-σε-άλλο-χωριό-να-παντρευτώ.-Σιγάλα-Σοφία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Προξενιό από το ίδιο χωριό για λόγους πρακτικούς</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Η:</strong> Και τον άντρα σας πότε τον… Πώς γνωριστήκατε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, αφού ήταν εδώ πάνω, εδώ πάνω ήταν. `εν ήθελεν ο πατέρας μου να με στείλει σε άλλο χωριό να παντρευτώ. Δεν είχε και τις δυνάμεις να κάμει σπίτι, ούτε στον Κάμπο ούτε σε άλλο χωριό, δεν είχε. Μου λέει, «Θα σε παντρέψω εδώ στη γειτονιά, να σε `χω κι εγώ κοντά μου.»  Είχαμε τραβήξει, είχαμε τραβήξει. Ύστερι ο συχωρεμένος ο άντρας μου πήαινε κάτω στο Σταυρό κι ήκανε μεροκάματα. Τον ντενεκέ στον ώμο να ανεβαίνει στη σκάλα, να ανεβαίνεις τα υλικά. Ε, καμένα χρόνια, πόσο δύσκολα που `τανε. Τώρα όλες τις ευκολίες τις έχει ο κόσμος. […] Ήτανε δύσκολα τα χρόνια.  Όλοι οι αθρώποι μισερώθησαν εδώ. Ο Σταύρος πέρα, από τα βάρητα έπαθεν η μέση του κι ηπήεν στην Αθήνα. Τώρα δεν μπορεί να δουλέψει, δεν μπορεί να δουλέψει το κακόμοιρο.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Στα παλιά ήπιναν πολύ κρασί και μεθιούσανε</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-6-Στα-παλιά-ήπιναν-πολύ-κρασί-και-μεθιούσανε.-Σιγαλα-Σοφία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κρασιά και μεθύσια</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Στα παλιά ηπίναν πολύ κρασί και μεθιούσανε, γυρίζαν και κάναν καντάδες.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Α, ναι; Θυμάστε καμιά καντάδα;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Μπα πού να τις θυμάμαι, δεν ήμουν γεννημένη στους παλιούς.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Μετά στα δικά σας χρόνια δε γυρνάγανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, ήταν ο άντρας μου με το Νικήτα το Μαρκουλή. Ο Νικήτας ο Μαρκουλής, που `χει το μαγαζί, έχει πάρει την ανηψιά μου, ναι. Είμαστε και συγγενείς Μαρκουλήδες, ναι. Εδώ εκάτω ηκάθουντον ο Νικήτας. Κι ήταν λοιπό, είχαμε… τότες ηκάναμε κρασιά, κάναμε κιούπια ολόκληρα, κουρουπάκια, κι ήρχουνταν λοιπό ο Νικήτας κι έσμει` με τον άντρα μου και πίνανε και είχανε, είχαμεν και χοντρολιές, ωραίες ελιές, και τρώγανε και μεθιούσανε και γυρίζανε, ηπηαίναν μέχρι το Μερσήνι. Ύστερι που ηπαντρεύτει ο Νικήτας, του λέω, «Θεός σε πήε», λέω, «κάτω στον Κάμπο να σωθώ!» (γέλια) Μια μέρα έβρεχε, ήρταν πολλοί και πηγαίναν πέρα στο Μερσήνι και πέφταν στις δρόμους και βρεχότανε, δεν τις ήμελε. Αλλά ήταν αγαπημένοι, ήμεστε συγγενείς. Καλοί αθρώποι ήταν πρώτα. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/">Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ηκάησα και τα παπόρια και κάησα και τ` αερόπλανα. Ο ένας ησκότωσε τον άλλον</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/afoy-ypochoroysan-t-aeroplana-ipigaina-kai-vgalan-tis-traymaties-exo/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/afoy-ypochoroysan-t-aeroplana-ipigaina-kai-vgalan-tis-traymaties-exo/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 08:12:20 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1593</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο βομβαρδισμός του πλοίου, τραυματίες και νεκροί. Το πλιάτσικο στο πλοίο.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/afoy-ypochoroysan-t-aeroplana-ipigaina-kai-vgalan-tis-traymaties-exo/">Ηκάησα και τα παπόρια και κάησα και τ` αερόπλανα. Ο ένας ησκότωσε τον άλλον</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-11-ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΣ-ΠΛΟΙΟΥ-ΣΤΟΝ-ΚΕΝΤΡΟ.-Ο-ΙΤΑΛΟΣ-ΠΟΥ-ΤΟ-ΕΣΚΑΣΕ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΣΟΦΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο βομβαρδισμός του πλοίου, τραυματίες και νεκροί. Το πλιάτσικο στο πλοίο</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Εγώ τον έζησα το γερμανικό πόλεμο, εγώ με τον άντρα μου. Είμεστε δώδεκα χρονώ κι είμεστε εκεί πέρα σ` ένα χωράφι κι ήταν απέναντι… το βαπόρι δεν ήταν απέναντι, αλλά εκατεβαίναν από το… πηγαίναν τρία εγγλέζικα αερόπλανα… από την Αμοργό φαινότανε. Εμείς ηβόσκαμε εκεί πέρα με τον άντρα μου κι όλα τα `δαμε και περνούσανε, ξεκινούσανε από την Αμοργό, περνούσαν την Καλοταρίτισσα, ανεβαίναν απάνω τον Πάπα κι από κει κατεβαίναν κάτω τον Τρούλο εκεί, το ρήγμα να πάει κάτω, τρία αερόπλανα, και ρίχνανε τόσα βλήματα μες στο βαπόρι το γερμανικό και το κάψανε. Το κάψανε, τραυματίσθησαν οι αθρώποι, προλάβαν και τις πήραν μερικά κάτω στο Σταυρό, τις περιποιηθήκανε και ηπέφταν τα βλήματα κι οι αθρώποι μες στα χωράφια. Πώς δε σκοτώθηκεν καένας; Η μάνα μου ήτον εδώ κάτω κι είχε χάσει κάτι και το γύρευε κι ηπέρασε ένα βλήμα τόσο δα από πάνω της και πήγε εδώ κάτω κι έσκασε. Πώς δε σκοτωθήκανε οι αθρώποι; Είχαμεν τη βάρκα μας, τη βάρκα που ψαρεύγα τ` αδέρφια μου εκεί στον Κέδρο, και πηγαίνα και την είχανε και αφού υποχωρούσαν τ` αερόπλανα, ηπηγαίνα και βγάλαν τις τραυματίες έξω και τις φορτώσανε, τις βάλανε σε γαδούρια και τις πήγανε κάτω στο σκολειό στον Κάμπο κάτω στο Σταυρό και τις περιποιηθήκανε οι αθρώποι, αφού ήτον τραυματίες, ναι. Αλλά ήτον κι άλλα δύο εδώ κάτω στο μύλο του Ψηλού, στην άμμο στο Βαθύ Λιμενάρι και αν δεν εφεύγανε, ήθελε να κατέβουν από δω πάνω και να κάψουν το χωριό καλά-καλά, γιατί όπως κατεβαίνανε, ρίχναν τα βλήματα. Αλλά τα τραβήξανε, λέει, μέσα στα Δωδεκάνησα. Θα σας πω, εκατέβαιναν τα τρία εγγλέζικα βαπόρια γιατί ρίχνανε. Ε, ανεβήκανε λοιπό δυο Γερμανοί με οπλοπολυβόλα εκεί στον Τρούλο πιο κάτω στο ύψωμα, κι όπως κατεβαίνανε λοιπόν τ` αερόπλανα, ρίξανε βλήματα και πετύχανε το ένα. Πώς δεν έπεσε κάτω στο Σταυρό, να τον κάψει; Πήγεν από κει στα Παχυβούνια και κάηκε με τις αθρώπους τ` αερόπλανο καλά-καλά. […] Αφού ύστερι ηφοβήθησα, αφού το `καψαν το αυτό, τραβήξανε να πάνε να κάψουν και τα άλλα παπόρια που ήτανε μέσα. Κι ηκάησα, λέει, και τα παπόρια και κάησα και τ` αερόπλανα, ναι. Ο ένας ησκότωσε τον άλλον.</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Και το είδατε, θεία, εσείς αυτό, το είδατε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Το `πανε, ότι τραβήξανε, λέει, μέσα να γλιτώσουν τα παπόρια, αλλά δεν τη γλιτώσανε […]. Αφού ρίξανε το αερόπλανο φύγανε… [&#8230;]. Ύστερα την άλλην ημέρα αφού ηβγάλαν τους… μας είχαν πάρει τη βάρκα μας και φέρνανε, επήγανε τις τραυματίες οι Γερμανοί, και οι Έλληνες εβοηθήσαν και τις πήγανε κάτω στο σκολειό, τις περιποιηθήκαν. Ααα και το μάθανε οι Γερμανοί κι έρκονται! Περάσαν από δω όπως τα άγρια θηρία και μας λεν` -ήρτανε απ` αλλού- και μας λέν`, λέει, «Πού είναι οι τραυματίες;» Τον αδερφό μου τον Κώστα τον ηβάραν και πήαν τον σκοτώσου, χωρίς να των πειράξει. Θηρία ήτανε! Α, των λέει ο πατέρας μου, «Τις τραυματίες τις πήρανε οι αθρώποι μας και τις πήγανε κάτω στο σκολείο, των δώσανε τροφή και φάγανε, των δώσανε ρούχα.» Ε, εν ημιλήσανε πιο. Φύγαν και ηπήαν και πραγματικώς τις είχαν περιποιηθεί και τις πήρα κι ηφύγα, ναι, ναι.</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Και με αυτό εδώ πέρα τι έγινε, πώς το πήρατε; (Εννοεί με το σίδερο που συγκρατεί το ταβάνι)</p>



<figure class="wp-block-image size-large"><img fetchpriority="high" decoding="async" width="1200" height="800" src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1-1200x800.jpg" alt="" class="wp-image-6109" srcset="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1-1200x800.jpg 1200w, https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1-640x427.jpg 640w, https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1-768x512.jpg 768w, https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1-415x277.jpg 415w, https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1-650x433.jpg 650w, https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1-250x167.jpg 250w, https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1.jpg 1280w" sizes="(max-width: 1200px) 100vw, 1200px" /></figure>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, αφού ήμεινε το βαπόρι… πόσα χρόνια έπλευγε εκεί κοντά, τώρα επήε και το βουλιάξανε. Εε, πήαν τ` αδέρφια μου, ηπαίρνα κάρβουνο και το πουλούσανε στη Νάξο και παίρνα πατάτες, ναι, και πήραν και το σίδερο και το φέρανε. Πώς γλιτώσαν τ΄αδέρφια μου; Τρεις μέρες, τέσσερεις, κατεβαίνανε τ` αερόπλανα, που το είχαν τραυματίσει, που είχαν φύγει οι Γερμανοί. Ήθελαν να το φαν, να το κάψου. Κατεβαίναν τ` αερόπλανα και ρίχνανε. Κι είχαμε τη βάρκα και κοντεύαν να μας σκοτώσου τ` αδέρφια μας. Πήγαν να πάρουν τη βάρκα τ` αδέρφια μου… Ναι. Τι κακόν εγί`.</p>



<p>&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/afoy-ypochoroysan-t-aeroplana-ipigaina-kai-vgalan-tis-traymaties-exo/">Ηκάησα και τα παπόρια και κάησα και τ` αερόπλανα. Ο ένας ησκότωσε τον άλλον</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/afoy-ypochoroysan-t-aeroplana-ipigaina-kai-vgalan-tis-traymaties-exo/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Έντεκα αεροπλάνα ήτανε, από δω ως την άμμο στην Περαπάντα, ηγαζώναν το μέρος όλο κι ηπηαίναν εις τον Κέντρο</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/o-vomvardismos-toy-ploioy-ston-kendro-to-pliatsiko/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/o-vomvardismos-toy-ploioy-ston-kendro-to-pliatsiko/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 May 2023 15:22:26 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1380</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο βομβαρδισμός του πλοίου στον Κέντρο. Το πλιάτσικο</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/o-vomvardismos-toy-ploioy-ston-kendro-to-pliatsiko/">Έντεκα αεροπλάνα ήτανε, από δω ως την άμμο στην Περαπάντα, ηγαζώναν το μέρος όλο κι ηπηαίναν εις τον Κέντρο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don4-10-ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΣ-ΠΛΟΙΟΥ-ΣΤΟΝ-ΚΕΔΡΟ-ΠΛΙΑΤΣΙΚΟ.-ΚΩΒΑΙΟΣ-ΚΩΣΤΑΣ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο βομβαρδισμός του πλοίου στον Κέντρο. Το πλιάτσικο</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Η:</strong> Όταν έγινε ο βομβαρδισμός εσείς που είσαστε;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Εδώ ήμουνα. Το `42, `43. Πώς δεν τους ησκοτώσαν όλους. Και μένα, κι εγώ ηπήα τελευταίος. Ήμουν μες στο λαγκάδι, ήχτιζα κάτι τοίχους και ήρθα και πήγα γραμμή στο σκαλίν εκεί.</p>



<p><strong>Μ:</strong> Ο μπαμπάς που ήταν, ο μπαμπάς ο δικός μου;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Ο μπαμπάς σου; Εκείνος ήτανε πίσω, πάνω στην Αγριομέλισσαν ηπήε.&nbsp;</p>



<p><strong>Η:</strong> Και βομβαρδίζανε αεροπλάνα; [&#8230;]</p>



<p><strong>Κ:</strong> Έντεκα αεροπλάνα ήτανε, από δω ως την άμμο στην Περαπάντα, ηγαζώναν το μέρος όλο κι ηπηαίναν εις τον Κέντρο. Αλλά είχασι περάσει, γιατί πήαν εκεί για πλιάτσικα κάτω. Είχε στρατιώτες πολλούς μέσα Ιταλούς, τους είχαν οι Γερμανοί κι αφού ήρτεν αεροπλάνο, να κάνει αναγνώρισιν εκεί, τους λέει «Φευγάτε, γιατί τώρα σε λίγο θα `ρτουν αεροπλάνα να….» Και ηφύασι και είχαν περάσει εδώ. Αλλιώς `θελε να σκοτωθούν σχεδόν όλους, όπως ήρχουντο όλος ο δρόμος ήτανε σκαμμένος με μπόμπες, ηπέφταν από την Παναγία κι εκεί. Τ` απόγευμαν ήρτανε και ηπήαν δυό αεροπλάνα, ήρταν από δω, πήανε ψηλά. Αυτοί λοιπόν από μες στο βαπόρι είχαν προσηλωθεί εκεί και περνά ένα χαμηλά-χαμηλά από την Παναγία και πάει και τις αμολεί μέσα αυτό και το βούλιαξε. Αλλά όπως ηπήε να περάσει το Μύλο πέρα, το ρίξανε, ήπεσεν εδώ πίσω. Το βράδυ σκοτώθησαν πολλοί, ήταν όλοι μέσα για να βγάλουν τα πράματά τους. Ήτο βουλιασμένο το βαπόρι, [&#8230;] μες στην άμμο και ηκάθουντον απάνω και ήρταν τ` αεροπλάνα και ησκοτώσαν πολλούς. Την άλλην ημέρα όλοι γυρνούσαν στον Κέντρο για πλιάτσικα και να δυο αεροπλάνα και ηρχίσαν και ηβάζαν από πάνω από τον Πάπα που ηκατεβαίνα. Άλλοι πέφταν στη θάλασσα άλλοι αυτό και βγαίναν όξω, αλλά δεν ηρίχναν απάνω στον κόσμο, όχι, έτσι στον αέρα, ήτον εγγλέζικα.</p>



<p><strong>Καλ:</strong> Από δω ήτον ο κόσμος;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Όλος ο κόσμος δεν είχεν πάει εκεί για πλιάτσικα το πρωί;</p>



<p><strong>Η:</strong> Εσείς πήρατε κάτι; Πήγατε κει εσείς;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Εμείς μετά ηπιάσαμε, ηβγάλαμε το κάρβουνον όλο, κόψαμε τις λαμαρίνες, τις ηπηαίναμε τότες στη Νάξο. Όλες τις χοντρές λαμαρίνες τις πηαίναν για τα μαγκανοπήγαδα κι ηφορτώναμε πατάτες κι ηρχόμαστε. Η γέφυρα ήτο σαν το σπίτι, όσο είναι το σπίτι με τις κάμαρες, τόσο ήτον η γέφυρα. Σιδερένια όλα, κολώνες και κείνη την ημέρα δεν είχα πάει εγώ, είχα πάει στις Αγριλιές για άλλη δουλειά, και με την Απελευτέρωση να το καταδιωκτικό και πάει μέσα στο βαποράκι. Ηφύαν όλοι, ηδουλεύγαν καμιά δεκαπενταριά άτομα μέσα. Είχαν βάλει δυναμίτες, είχαν κόψει τη γέφυρα και την ητουμπάρανε, για να τη διαλύσου` και πάει το βαποράκι. Άλλοι ηπήασι μέσα στη λαγκάδα, άλλοι στη Μεσσαριά, οι δικοί μας από τον Τρούλο και περάσαν εδώ κάτω. Τότες ητραβούσαν τον πατέρα σας που είχεν το λιβάδι. Το `χε καλοκαιρινό και τον ηπιάσαν και «Ποιοι ήτο μέσα και ποιοι το κόβαν το βαπόρι;» Λέει, «Ξέρω γω», δεν ημαρτύρα τώρα εκείνος. Λέει, «Αφού είναι το δικό σου το περβόλιν εδώ», γιατί ήτον περβόλι πραγματικώς. «Λέει, δεν ήμουν εδώ εκείνη την ημέρα.» Είχαμεν ίσα με εφτακόσιες οκάδες. Κάνα δυο τόνους είχαμε μαντέμι σπάσει με τον συγχωρημένο τον Γιάννη. Το δίναμε του Τουρκιού, το πήαινεν από δω στο…  Μας το πλήρωναν δυο φράγκα τότες, δυο δραχμές ήτο λεφτά. Και το μπαρκάρουν όλο μες στο βαποράκι και το πήραν για να το πουλήσουν αυτοί. Ύστερα ήρτε μια εταιρεία και το `κοψε.</p>



<p>&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/o-vomvardismos-toy-ploioy-ston-kendro-to-pliatsiko/">Έντεκα αεροπλάνα ήτανε, από δω ως την άμμο στην Περαπάντα, ηγαζώναν το μέρος όλο κι ηπηαίναν εις τον Κέντρο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/o-vomvardismos-toy-ploioy-ston-kendro-to-pliatsiko/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Τότες ερχόταν ο Ιταλός, σου `λεγε, βάλε τα κατσίκια μες στη μάντρα και σου `λεγε, φέρε κείνο, φέρε αυτό</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/o-nikolaras-epi-katochis-epitaxi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/o-nikolaras-epi-katochis-epitaxi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 May 2023 14:07:54 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1361</guid>

					<description><![CDATA[<p>Επίταξη επί Κατοχής</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/o-nikolaras-epi-katochis-epitaxi/">Τότες ερχόταν ο Ιταλός, σου `λεγε, βάλε τα κατσίκια μες στη μάντρα και σου `λεγε, φέρε κείνο, φέρε αυτό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-27-final-cut.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Επίταξη επί Κατοχής.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Λάρα:</strong> Μας έχουνε πει για ένα Νικολάρα που ερχότανε.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Α, ααα! Αυτός ήπαιρνε Ιταλούς από την Αμοργό κι ερχόταν απάνω κι ερχότανε δω στις μάντρες που `χαμε τα κατσίκια, τα πρόβατα…</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Κι έπαιρνε τα πιο καλά.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Τα μοσχάρια, τα γελάδια και μας έκαναν επίταξη.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Στα δέκα ένα.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ποιο;&nbsp;</p>



<p><strong>Φανή: </strong>Στα δέκα ηπαίρναν ένα. Ύστερι δεν ηχορταίναν, θε` τα δεκατίζαν στα εννιά…</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ήταν συμμορία από τη Γιάλη, ήτανε τρία-τέσσερα άτομα κι είχαν, ας πούμε τους Ιταλούς για να τρώνε κι ερχόταν στα ερημονήσια<strong>.</strong></p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ε, Λευτέρη, δεν ήτο μόνο ο Νικολάρας, ήτον κι ένας άλλος, πώς τον ελέαν εκείνο;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ήταν ο Στέφανος&#8230;</p>



<p><strong>Φανή: </strong>Ο Χόχλακας.</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Αμοργιανοί;</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Ναι.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Είχαμε, είχαμε τριάντα, σαράντα κεφάλια κατσίκια, πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, τι κάναμε; Παίρναμε τα μισά κατσίκια, όταν ηξέραμε, ότι θε` να `ρτουν αυτοί να μας κάνουν…</p>



<p><strong>Φανή: </strong>Μας ειδοποιούσαν από τον Κάμπο.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ναι, και πηγαίναμε, ας πούμε, τα μισά μας ζώα, τα κρύβαμε σε σπηλιές, σε σπηλιές και `φήναμε, ας πούμε, κάτι λίγα. Όταν λοιπόν ερχόταν, ας πούμε η επίταξη, ο Ιταλός μ` αυτούς και βρίσκαν λίγα, ξέρω γω τι `χαμε λίγα ζώα, μας επαίρνα` λίγα. Όταν λοιπόν, όταν είχε, όταν εβλέπανε ολόκληρο το μαντρί ογδόντα, εβδομήντα κεφάλια… Αλλά εμείς τα κρύβαμε.</p>



<p><strong>Λάρα: </strong>Πώς ειδοποιούσαν απ` τον Κάμπο;</p>



<p><strong>Λευτ: </strong>Με το που βλέπανε… Καταρχήν είχε πολλούς ανθρώπους τότε.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ειδοποιούσανε, ότι ήρτανε για επίταξη.</p>



<p><strong>Λάρα: </strong>Ναι, πώς προλαβαίναν, λέω, απ` τον Κάμπο;</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Είχε πολλούς ανθρώπους εδώ, κάποιος θα `ρχόταν μέσα να το `λεγε.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ειδοποιούσανε, λέει, «Ήρτανε από τη Γιάλη για επίταξη» για επίταξη. Και σε παράμερα, φερ` ειπείς να δείκουμεν τριάντα κεφάλια, τα άλλα τριάντα; Θα τα κρύψωμε.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Όταν ερχόταν η επίταξη και σου `βρισκε μες στη μάντρα εξήντα, εβδομήντα κεφάλια κατσίκια, θα σου `παιρνε πολλά.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Αφού σου λέω, ότι στα δέκα έπαιρνε ένα.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Όταν λοιπόν ερχόταν κι έβρισκε λίγα, σου `παιρνε λίγα. Αλλά εμείς τα κρύβαμε στις σπηλιές.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Το ξέραν όμως αυτό.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Όχι δεν το ξέρανε.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Άμα το ξέρανε, θε να πάμε από τουφέκι.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Το φανταζόντουσαν, αλλά δεν ξέραν που είναι.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Όχι.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Εκτός μονάχα από προδοσία.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Να προδώσουνε.</p>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Εκτός μονάχα από προδοσία.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Άμα γίνουντον τέτοια, ουαί κι αλίμονό μας.</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Σε τουφεκίζαν μετά.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Η προδοσία είν` η μεγαλύτερη καταστροφή. Τότες ερχόταν ο Ιταλός, σου `λεγε, βάλε τα κατσίκια μες στη μάντρα. Ο Ιταλός έμπαινε μες στην πόρτα, ερχότανε μπρος στην πόρτα εφ` όπλου λόγχη και σου `λεγε, φέρε κείνο, φέρε αυτό. Να, να μην… ότι σας λέω ψέματα. Εγώ τα `ζησα. Φέρε κείνο, φέρε κείνο.</p>



<p><strong>Φανή: </strong>Θε να τα μετρήσει…</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Εσύ να μιλήσεις, εχτύπα την αρβύλα κάτω, αθρώποι ξέρω γω, παλιοί αθρώποι ξέρω γω. Χτύπαγε την αρβύλα κάτω και σου… Είχαμε τις γελάδες το ζευγάρι κι αυτοί, ας πούμε, είχανε μοσχάρια. Κι ερχόνταν εδώ πέρα στο, στον κέντρο εδώ πέρα σ` ένα κέδρο και φωνάζανε, «Φέρτε τις γελάδες.» Εμείς τα μοσχά… τα, τα, τα μικρά τα `χαμε κρυμμένα. «Φέρτε τις γελάδες να δούμε, έχουνε…»</p>



<p><strong>Φανή:</strong> «Να δούμε τις μαστούς τως!»</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ναι. Σου λέει, άμα έχει γάλα η γελάδα, έχει μοσχάρι. Αυτός το `χει κρυμμένο, πού το `χει κρυμμένο; Τότες μυαλά!</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ήτον απάνω στου γερ` Αντώνη, είχεν ο γερ` Αντώνης αελιές<sup>1</sup>, είχεν τρεις και παίρνει τη μια και την πάει στον Τρούλο, που `χαν κι εκείνοι μιαν αελιά, να τις κάμουνε ζευγάρι, να τα δουν, να μην τις χαλάσουν. Και λέει, ήτον η Βαρβάρα…<strong> </strong>Άλλος δαίμονας! «Φέρτε τις γελάδες, να δούμε τις μαστούς τως!»&nbsp;&nbsp;</p>



<p><strong>Λάρα: </strong>Αυτή ήταν από δω;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ήταν δασκάλα εδώ.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ήτον δασκάλα εδώ. […]</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Και δούλεψε με τους Ιταλούς; Καλά μετά, μετά την Απελευθέρωση αυτήν δεν την…</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Τι να κάνεις, παιδί μου;&nbsp;</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Κοιμόντουσαν ο κόσμος, κοιμότανε.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Τι να κάμεις;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Τι να πας να… Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ. Αυτό που λες δεν έχει ουσία. Δε μου λες σε παρακαλώ, να πας να κάμεις φονικό. […] Μετά τι ήταν η ζωή σου;&nbsp;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Όχι.&nbsp;</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Να τη διώξουν από δω λέω.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Πού να την πάνε; […] Εαν δηλαδή αυτός τότες, σ` εκείνη την… [&#8230;] μου `χε πάρει την κατσίκα, μου `χε πάρει τον τράγο μου το δαμάλι μου [&#8230;] μετά εγώ ως αντίποινα να παω να τον εσκοτώσω, θες να πα` να ψοφήσω μες στη φυλακή; […]</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Ο Νικολάρας ήταν μεγάλος απατεώνας. Καταρχήν ο Νικολάρας πλούτισε έτσι, έκανε λεφτά. […] Είχανε το Νικολάρα κι ερχόταν εδώ οι Δονουσιώτες, γιατί ήταν χαζοί τελείως, τους έπαιρνε τα μοσχάρια, τα κατσίκια με τους Ιταλούς με τσαμπουκά και μετά ερχότανε και το `παιζε κι ευεργέτης. Αυτό. Αλλά ήταν η ανάγκη, δηλαδή ήθελες ζάχαρη, ήθελες καφέ, ήθελες πετρέλαιο να σου στείλει, σου `λεγε «Δεν πειράζει, πλήρωσέ τα όποτε έχεις.»</p>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Ανέχεια, πείνα. Αφού πεινάς, σε παρακαλώ και δεν έχεις να πλερώσεις και σου λέει ο άλλος πάρε, εσύ τι θα κάμεις;&nbsp;</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Μετά όμως δεν πεινά… Πεινάσατε μετά; […] Μετά τον πόλεμο δεν είχε ο κόσμος εδώ να ζήσει;&nbsp;</p>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Όχι, δεν είχαμε ύστερις. Αφού, ας πούμε, αυτός ήτονε έμπορος χοντρέ… χοντρός έμπορος κι έχει, ας πούμε… ήτανε ζωέμπορος κι έφερνε, ας πούμε, πράματα. Ήξερε, ότι εγώ έχω μοσχά… έχω γελάδια, θα κάμω μοσχάρια, θα κάμω, με συχωρείς, χοιρινό, χοίρο, θα κάμω ρίφια, ξέρω γω και πάρε, πάρε, πάρε. Λάδια, αλεύρι, ό,τι θέλεις. Και μετά ερχόταν και σου `λεγε, ας πούμε, ότι να του δώσω το χοιρινό μου, να του δώσω το μοσκάρι μου, να πληρώσω τα αυτά. Δεν υπάρχουν λεφτά, δεν υπήρχαν λεφτά, να πας, να πας ντάκου ντούκου. Έτσι είναι.&nbsp;</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>αγελάδες</em></li>
</ol>



<p><em>*Ο Λευτέρης είναι γιος του κουνιάδου της Φανής Πρασίνου, Σταύρου Πράσινου. Ο Σταύρος Πράσινος και ο γιος του Λευτέρης μένουν στο Μερσήνι και βρέθηκαν τυχαία στο σπίτι της Φανής Πρασίνου χωρίς να γνωρίζουν ότι είχαμε πάει και εμείς.</em></p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/o-nikolaras-epi-katochis-epitaxi/">Τότες ερχόταν ο Ιταλός, σου `λεγε, βάλε τα κατσίκια μες στη μάντρα και σου `λεγε, φέρε κείνο, φέρε αυτό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/o-nikolaras-epi-katochis-epitaxi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
