<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Σοφία Πρασίνου (Σοφίδι) | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-curator/sofia-prasinoy-sofidi/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-curator/sofia-prasinoy-sofidi/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Wed, 10 Apr 2024 15:31:54 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>Σοφία Πρασίνου (Σοφίδι) | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-curator/sofia-prasinoy-sofidi/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Αφού ο κόσμος πια ήπαθεν αναιμικός. Ήβλεπες τον κόσμον και ήτον έτσι αλαξομουρισμένος</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 May 2023 14:33:03 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1372</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κατοχή. Επίταξη</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/">Αφού ο κόσμος πια ήπαθεν αναιμικός. Ήβλεπες τον κόσμον και ήτον έτσι αλαξομουρισμένος</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don9-7-final-cut.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κατοχή. Επίταξη.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Κ:</strong> Στην Κατοχή ήσασταν στη Δονούσα;</p>



<p><strong>Σ: </strong>Αφού ήμαστεν εδώ κάτοικοι, πού `θελες να πάμε;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Και τι βρίσκατε για φαγητό;</p>



<p><strong>Σ: </strong>Από φαγητόν να πούμε υπήρχανε βέβαια, αφού ήμασταν αγρότες ηκάναμε από όλα. Αλλά τότες ηβαστήχτη, να πούμεν, ο πόλεμος και δεν ύπαρχε… Ακόμα κι αλάτι δεν ηβρίσκαμε να βάλωμε, μόνο στα χόρτα όλοι οι αθρώποι. Δεν υπήρχαν πια χόρτα, κάθε μέρα οι αθρώποι πρωί-βράδυ. Αφού ο κόσμος πια ήπαθεν αναιμικός. [&#8230;] Ήβλεπες τον κόσμον και ήτον έτσι αλαξομουρισμένος. Ψάρι μοναχά είχε μπόλικο, μόνο ψάρι είχε μπόλικο.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Είχατε πεινάσει εσείς εδώ;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Εμείς είχαμε πεινάσει, γιατί μας ηνοίξανε το σπίτι, είχαμε λίγον καρπό και μας τον πήρανε. Πείναν ο κόσμος, πείναν ο κόσμος… [&#8230;]</p>



<p><strong>K:</strong> Υπήρχαν Ιταλοί που ερχόντουσαν και παίρνανε;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ναι, δεν ηφήναν τίποτα. Ούτε χτήματα μας ηφήνανε ούτε… Μια φορά είχεν έρτειν ένας… Σταχτουράκη τον ελέανε του Νικολάρα. Λοιπόν είχα, δυο-τρεις κατσίκες είχαμε [&#8230;] και είχανε κάνει και τρία ριφάκια. Τις κατσίκες λοιπον τις είχα έξω, δεν τις είδανε, τα ριφάκια επήγαν και γινήκασι ένα μέσα στη μάντρα […] και πάει και μπαίνει μέσα κι ήψαχνε τη μάντρα, λέει «Τι είναι αυτές οι νεροδουλειές;» Λέει λοιπό` ο πατέρας μου, «Ε, να», λέει, «δεν τα βλέπεις πως πεινούσι και δεν έχουσι να φάνε. Έχωμε», λέει, «τις μαρτίνες». Λε` «Πού τις έχετε; Πού τις έχετε;» Εγώ λοιπόν τις είχα αποκινήσει από κει πίσω στα… Αλλά εμείς οι Ρωμιοί, δηλαδή προδίνει ο ένας τον άλλον κι είναι και συγγενείς. Λέει «Δεν πας να φέρεις αυτές τις κατσίκες που `χεις από κει;» Και φεύγω και πάω, τις ήφερα και μου πήρανε μία γίδα. Πάλι οι δικοί μας, να πούμε, τα κάνανε. Αναμεταξύς μας οι Ρωμιοί βγάλαμε τα μάτια μας.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Μαρτίνες θεία, ποιες κατσίκες λέτε μαρτίνες;&nbsp;</p>



<p><strong>Σ: </strong>Τις κατσίκες.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Όλες οι κατσίκες λέγονται μαρτίνες;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Οι μαρτίνες, οι μαρτίνες. Και αφού λοιπόν, ήτον ένας Σταχτουράκης, ήτον μαζί με το Νικολάρα, γιατί είχανε… πολλές καρδιές είχανε κάψει<sup>1</sup>, «Δεν έχετε, λέει, αυγά;» Ο ίδιος Σταχτουράκης ήκανε. Ο Ιταλός λοιπό κάμει, «Δε βλέπεις τα πίκουλα ότι πεινάνε κι εσύ λέει τα ρωτάς;» Εκείνος ητράβηξε να πούμε και πήαινεν απάνω. Ό,τι πήε λοιπόν απ` όξω από της Ειρήνης, στρέφει. Λέει, «Δεν έχετε κότα;» «Βρε ούτε κότες», λέει, «έχουμε ούτε…» Αφού πήανε λοιπόν απάνω εκεί που μαντρίζει ο Αντώνης τα κατσίκια του, βρήκαν τα ρίφια και παίζανε. Και λέω ήτον έτσι από το Θεό και τα φώτισε και πήγαν εκεί και θα μας τα παίρνανε. Και σώζαμε πότε-πότε, να πούμε, ένα, μαζεύγαμε και χόρτα. Ε, είχαμε λίγον καρπό. Τότες ηφήλααν και τις μύλους, όποιος ηπήαινεν άλεσμα του παίρνανε, ηπείναν ο κόσμος. […] Είχαμε το μύλο και χερομυλούσαμε και κάναμε… Αφού σκέψου ότι μια φοράν ηφέρανε το δελτίο και είχαμε λίγον παρμένο. Ε, ήψαμεν τη νύχταν το φούρνο, σκέψου να δεις, ότι από την πείναν που είχε ο κόσμος, ήψαμεν τη νύχτα και κάμαμε… τέσσερα ψωμιά είχαμε κάμει; Τα `χαμε δελτία και ως κι εκείνον ηπήρανε, ως και το ψωμί μας ηπήρανε. Κάτι σπορισιμιά &nbsp;που `χεν ο πατέρας μου που κάναμεν καλοκαιρινά να πούμε, που ρίχνουμε σησάμια, φασόλια, τέτοια, και κείνα τα πήρανε. Ήτανε, ήτανε τότες!</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>Εννοεί ότι είχανε κάνει κακό σε πολύ κόσμο</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/">Αφού ο κόσμος πια ήπαθεν αναιμικός. Ήβλεπες τον κόσμον και ήτον έτσι αλαξομουρισμένος</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πηαίναν μες στην Ανατολή, ηφορτώνανε καΐκια, κλέβγανε των ανθρώπων τις αγελάδες, ό,τι βρίσκανε…</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 14:54:15 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1191</guid>

					<description><![CDATA[<p>Στοιχειωμένες μέλισσες, στοιχειωμένα λεφτά, κλέφτες</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/">Πηαίναν μες στην Ανατολή, ηφορτώνανε καΐκια, κλέβγανε των ανθρώπων τις αγελάδες, ό,τι βρίσκανε…</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don9-13 - ΛΟΓΙΑ, ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΑ, ΚΛΕΦΤΟΥΡΙΑ. ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΣΟΦΙΔΙ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Στοιχειωμένες μέλισσες. Στοιχειωμένα λεφτά</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σ:</strong> Μέλισσες, κι αυτές τις στοιχειώνουνε. Το ξέρεις ότι είχε πρώτα πολλά απάνω. Είχεν και ΄χει. </p>



<p><strong>H:</strong> Και τις μέλισσες δηλαδή πώς τις στοιχειώνουνε; [&#8230;]</p>



<p><strong>Σ:</strong> Λόγια βάζουνε, λόγια βάζουνε.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Έχετε ακούσει εσείς κάποια από αυτά τα λόγια; Ξέρετε τίποτα από αυτά; [&#8230;]</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ε, ήκουα καμιά φορά να πούμε τους παλιούς. [&#8230;] Μια φορά ήτο, λέει, ένας εις στην Αμοργό μας ήλεεν ο πατέρας μου. Ήτον ένα φτερό, μες στο φτερό αυτό ήτον η μέλισσα. Βούταγε, λέει, το μέλι, γέμισεν η σπηλιά εκεί μέσα είχε το μέλι. Αλλά ήτον όμως σου λέει ένα χάος. Λέει λοιπόν ο ένας στον άλλον, ρε πάμε να κάνουμε απόφαση να την τρυήσωμε; Τον ήδεσε λοιπόν, λέει, αυτόν από τη μέση. Ηκατέβειν, να πούμε, κάτω με το ντενεκέ. Τον ηγέμισεν τον ντενεκέ, τον λέβαρεν απάνω το ντενεκέ το μέλι. Λέει, να ξανακατέβω. Και του δώσαν, λέει φτάνει, ακούει, φτάνει. Με το φτάνει ηχάθηκεν, ηχάθηκεν δε φάνηκε καθόλου.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Ο άνθρωπος;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ναι ούτε τον εβρήκανε καθόλου. Είχανε μια φορά, τώρα δεν το βλέπουνε, το βλέπαμε πολλές φορές, πηαίναμε στ΄αλώνια που αλωνεύγαμε το βράδυ, που άμα ΄θελε να ΄ναι έτσι το φεγγάρι, είχε, λέει, λεφτά πολλά, που τα ΄χανε στοιχειωμένα. Και τα βλεπες λοιπό κάθε βράδυ το φως, το φως. Κι ήκουα  λοιπόν τους παλιούς, που λέασι: Να λέει που βόσκουν και τα πρόβατα, βγήκε, λέει, πάλι το&#8230; Τι είναι λέω αυτό; Λέω του πατέρα μου, ήντα λέω είναι αυτό; Αυτό μου λέει είναι λεφτά και τα ΄χουνε στοιχειωμένα. Έχουν πει λόγια. Τρία αδέρφια θα πάνε, τα δυο θα το κερδίξουνε, το άλλο θα το πνίξει. Αν πρόκειται, λέω, για να πας, να χάσεις τον&#8230; Να λείπουνε. Ε, τώρα αν δε βάλωμεν τη βάση, δε θα τα ΄χουνε βρει σκαμμένα. Είχε στηρίγματα πολλά. [&#8230;] Έχει η Ντονούσα πολλά απάνω [&#8230;]. Στου μαστρο Γιάννη εκεί κάτω εκεί πέρα [&#8230;], μας ήλεεν ο μακαρίτης ο Μαρινάκης, ότι ηβλέπασιν ένα φως από πάνω από το μαυρόχορτο [?] το δικό μας και ήσβυνε μες στο λάκωμα. Τι είναι λέει αυτό, τι είναι; [ch-] Ήτανε κλέφτες, είχανε τρία μάρμαρα. Ησκάψανε [ch-], του λέσιν ότι αν τα ΄βρεις λέει χαλάλι σου. Ε, ηπήε, λέει, ο συχωρεμένος ο παππούς λέει ήβρεν το ένα, το ΄βγαλε. Βγάλει το άλλο, τίποτι. Έπρεπε να βγάλει και το τρίτο. Το παράτησε λοιπό. Σε λίγον καιρό να η κλεφτουριά. Και του λέει, ε, μπάρμπα ήβρες τα&#8230;; Λέει, όχι, λέει ηπήαμε μα δεν τα βρήκαμε. Λέει και πόσα μάρμαρα ήβγαλες; Λέει, δυό. Λέει, δώσε μας ένα φτυάρι και μιαν αξίνα. Και πάνε και τα βρίσκουνε. Για να τα ΄βρεις και τι χαλάλι σου και δεν του δώκανε τίποτι. Κάτω στο μύλο, το μύλο τον κάτω μύλο. Είπαν πως τα ΄βρε ο γέερο Μυλωνάς. Του το ΄πανε, το ΄ξερε. Λέει, αν τα  ΄βρεις λέει&#8230; Αυτοί βλέπεις ήταν απ΄τα κλεφτουριά, ήτανε τότες ήτονε κλεφτουριά. Τα κλέβγανε και τα χώνανε κι άμα τα βρίσκανε. Ε, δεν ήρτασι, τα βρεν ο γέρο Μυλωνάς. Μπορεί να βρεις καϋμένη τέτοια&#8230; Αλλά πρέπει να προσέχεις. Αν σε προδώσουνε, αλοίμονο. [&#8230;] Μερικοί που βλέπεις και λες και είναι&#8230; Πόσα βρίσκουνε κάτω στα νησά&#8230; Πόσα&#8230;</p>



<p><strong>Η:</strong> Οι κλέφτες αυτοί θεία τι ήτανε;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ήτανε κλεφτουριά, κλέβανε. Τότες δεν υπάρχανε συγκοινωνίες τότες, σαν τηλέφωνα που υπάρχουν τώρα. Τα χρόνια εκείνα δεν υπάρχανε. Και πηαίναν λοιπόν μες στην Ανατολή, ηφορτώνανε καϊκια, κλέβγανε των ανθρώπων τις αγελάδες, ό,τι βρίσκανε. [ch-] αφού δεν υπάρχανε&#8230; Ακόμη και τώρα τα κάνουνε αυτά.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Δονουσιώτες δηλαδή ήτανε ή από άλλα&#8230;;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Όχι παιδάκι μου, ξένοι [&#8230;], ξένοι, ξένοι. Ξένη κλεφτουριά. [&#8230;] Τα πουλούσανε να πούμε. Μια φορά είχανε ενούς Αξιώτη ένα βούδι κλεμμένο. Το φέρασι λοιπό εδώ, εγώ δε το θυμούμαι, μου τα ΄λεγεν η αδερφή μου και της Ελευθερίας ο πατέρας του λένε, μπορείς να μας κρατήσεις αυτό το βόδι ώσπου να γυρίσωμε να το πάρωμε; Ε, το κράτηξε. Του λέει λοιπόν ό πατέρας μου, του λέει Μιχάλη πρόσεξε, του λέει, πρόσεξε καλά γιατί&#8230; Μη σε&#8230; Σε λίγες μέρες να ο Αξιώτης. Λέει ποιος είναι ο Μιχάλης ο Σιγάλας, λέει του πατέρα μου. Λέει, είναι αδερφός μου. Αδερφός σου; Το βόδι λέει που πήρε, πού το ΄χει; ήρθεν λοιπόν, το ΄χε από πίσω στις που λέμε Χειλούτες [?]. Είχαν ένα καζάνι μεγάλο και εκεί λοιπό το πότιζε. [&#8230;] Ήρτε λοιπό, σε λίγες μέρες ήρτεν η κλεφτουριά και το πήρε. Το προδώσανε λοιπό, έρχεται ο Αξιώτης, τι έκανες το βόδι μου; Λέει, εγώ δεν ήξερα, μου το ΄φηκε λέει πως ήθελε να γυρίσει να το πάρει. Εγώ λέει ηνόμιζα ότι το&#8230; Του λέει, άντε τώρα πλήρωσέ το εσύ. Και πουλεί μια αγελάδα δικιάν του και δεν ξέρω πόσα ήδοκε ρέστα. Ηκάνανε πρώτα πράγματα&#8230; </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/">Πηαίναν μες στην Ανατολή, ηφορτώνανε καΐκια, κλέβγανε των ανθρώπων τις αγελάδες, ό,τι βρίσκανε…</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Εκεί τώρα τα φυλάουνε τα αρχαία αυτά. Τα μαζέψασιν όλα και τα πάνε εκεί και τα κολλήσανε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ekei-soy-leei-iton-i-proteyoysa-ayta-ta-stoichoionoyne/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ekei-soy-leei-iton-i-proteyoysa-ayta-ta-stoichoionoyne/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 07:06:02 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1148</guid>

					<description><![CDATA[<p>Τα «κουκλάκια» και τα αρχαία που έβρισκαν στα χωράφια</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ekei-soy-leei-iton-i-proteyoysa-ayta-ta-stoichoionoyne/">Εκεί τώρα τα φυλάουνε τα αρχαία αυτά. Τα μαζέψασιν όλα και τα πάνε εκεί και τα κολλήσανε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don9-12_εκεί-σου-λέει-ήτον-η-πρωτεύουσα.-Αυτά-τα-στοιχοιώνουνε.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα «κουκλάκια» και τα αρχαία που έβρισκαν στα χωράφια</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Κ: </strong>Για τις δουλειές που είπατε τώρα στα αρχαία, είχαν ασχοληθεί όλοι εδώ; Πώς είχε γίνει; Πώς τα `χανε βρει…  πήρανε εργάτες από τα χωριά; Πώς είχε γίνει;</p>



<p><strong>Σ:</strong> […] Ήρτε να πούμε τώρα, `εν ηξέρω, μηχανικός ήρτε; Και κοίταξε να πούμε τα μέρη αυτά και θα `βρεν κάτι εκεί; Είπανε ότι βρήκανε κάποια κούκλα, να πούμε, ηβρήκανε εκεί κι από κει λοιπό ηβάλανε πια να πούμε και ήρτανε και&#8230; Ε, βρήκανε πολλά, βρήκανε πολλά. Τώρα αυτά τα φυλάουνε.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Κι από δω είχανε φύγει άνθρωποι και δούλευαν εκεί; </p>



<p><strong>Σ:</strong> Αμέ, όλον το νησίν ηδούλευγε, δεν υπάρχαν βλέπεις δουλειές και ηναγκάζουντον ο κόσμος και πάαινε.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Εκεί τι κάνανε; Σκάψιμο;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ε, σκάβγανε να πούμε [&#8230;]. Μάλιστα ηβρήκανε νομίζω μία μάνα και είχεν το παιδί μες στην αγκάλην της, μες στην αγκάλην της και ήτον τα οστά του παιδιού, το κεφαλάκι και της μάνας. Τον καιρό που γίνηκεν ο σεισμός. Εκεί σου λέει πρώτα τον παλαιό καιρό, εκεί σου λέει, ήτον η πρωτεύουσα, εκεί και με τους σεισμούς… Αφού σου λένε ότι οι Μάκαρες κι η Ντονούσα ήτον το ένα κι χωρίσανε. Καλοταρίτισσα, το Σκουλονήσι αυτά όλα… </p>



<p><strong>Η:</strong> Θεία αυτά τα αρχαία με εκείνη τη γυναίκα με το μωρό πού ήτανε;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Αυτοί ήτανε, να πούμε, κάτοικοι να πούμεν εκεί και με το σεισμόν που ηγίνηκε είχεν… κουλουγύρισεν να πούμε και μείναν εκεί.</p>



<p><strong>Η: </strong>Και πού βρέθηκε αυτό; Σε πιο μέρος στη Δονούσα;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Εκεί κάτω να πούμε ήτονε, εκείνον όλο εκείνο ήτονε πρώτα να πούμε όπως στον Κάμπο, την Καλοταρίτισσα έτσι ήτον και κει. Και με το πανωγύρισμα, τις ηπανωγύρισε και βρήκανε πολλά, να πούμεν, εκεί.</p>



<p><strong>Κ: </strong>Εκεί στο Βαθύ Λιμενάρι λέτε τώρα; Σε αυτό το σημείο;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ναι, ναι. Εκεί τώρα τα φυλάουνε τα αρχαία αυτά. Τα μαζέψασιν όλα και τα πάνε να πούμε εκεί και τα κολλήσανε, βρήκανε να πούμε αρχαία κουρούπια, πολλά εβρήκανε.</p>



<p><strong>Κ</strong>: Πού τα πήγαν τα… ;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Αυτά τα πηαίνουν εκεί στο… πώς λέγεται αυτό δα; Που παν και πηαίνουν και τα βλέπουνε;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Στο μουσείο. […]</p>



<p><strong>Σ:</strong> Στο μουσείον εκεί. Εκεί τα πηαίναν, τα νεώσασι να πούμε, που `τανε πετρωμένα και σπάσανε, διάφορα. Παλαιά πράματα αυτά, σου λέω, από τα χρόνια σου λέει εκείνα. Και γι` αυτόν τον λόγο τώρα ηβάλανε τώρα και φύλακα και φυλάει. Γιάντα τώρα θα πελεμήσεις οικόπεδο για να χτίσεις, πρέπει να `ρθουσι να κοιτάζουνε. […] Και σου λένε πρώτα, τον παλαιόν καιρό να πούμε, ε τον παλαιόν καιρό… Εκεί που `τον πέρα οι κάτοικοι που ζευγαρίζαν ακόμα τώρα να πούμε, του Νικήτα, να πούμε, του Τσίφτη ο πατέρας, τα αδέρφια να πούμε που ηκάνανε ζευγάρι, βρίσκανε, λέει, τις κούκλες εκεί που κάνανε ζευγάρι και τα δίναν των παιδιώ και παίζανε. Δεν το ξέραν, να πούμε, πως ήταν τέτοια, κατάλαβες; […] Ενώ όμως σήμερι άμα τα βρίκεις αυτά, έχουν μεγάλην αξία, μεγάλην αξία. Ο παππούς σου μια φορά κάτω στο Λιβάδι […] ήτανε κάτι κάτι σταύλοι, τα `χα κι εγώ ακουστά […], ήβρε, λέει, δυο τσουκάλια. […] Και ήτο γεμάτο το ένα κάρβουνο και τ` άλλο καραβόλους. Δεν ήτο της τύχης του. Λέει, λοιπόν, «Τέτοια τύχη», λέει, «είσαι;» Με συχωρείτε και κατουρεί μέσα. «Να», λέει, «τέτοια είσαι η τύχις μου;» Άλλη φορά πάλι η νανά μου τα `χε βρει σκαμμένα πέρα εκεί στις όχτους, εκεί που `τον τα σπίτια τα παλιά, να πούμε, από κάτω στο πλευρόν εκεί ήβρεν κι εκείνη ένα τσουκάλι καραβόλους. Δεν ήτον της τύχης της κι εκείνης. Εάν ήτον άλλος κι ήταν της τύχης του […]. Αυτά τα στοιχειώνουνε, αυτά τα στοιχειώνουνε.. Αν πας τώρα λένε λόγια. Εάν είναι, να πούμε, πει για σε σκοινί, για ξέρω γω, γίνεται σκοινί. Λέει δέναν σκοινίν εκεί, εκεί γίνουνται λεφτά. Μας έλεεν ο πατέρας μου μια φορά, που ήτανε, λέει, στην Αμοργό νομίζω&#8230; Ήτο, λέει, ένας και τα `βρε, δεν ήτον όμως λεφτά. Είχε, λέει ένα φίλο και του λέει, «Βρε φίλε, πάμε στο τάδε μέρος;» «Ίντα πά` να κάνουμε;» «Πάμε έτσι για περίπατο.» Ε, αφού πήασι λοιπό, […] ήβρε ένα σκοινί εκεί και το σκοινί γίνουντο λεφτά. Του λέει, «Γι` αυτό βρε σε `θελα. Δεν ήτον», λέει, «εμένα της τύχης μου, γι `αυτό σε `θελα, αν εσένα ήτον της τύχης σου, να τα βρούμε.» Κατάλαβες τι γίνεται;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ekei-soy-leei-iton-i-proteyoysa-ayta-ta-stoichoionoyne/">Εκεί τώρα τα φυλάουνε τα αρχαία αυτά. Τα μαζέψασιν όλα και τα πάνε εκεί και τα κολλήσανε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ekei-soy-leei-iton-i-proteyoysa-ayta-ta-stoichoionoyne/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 07 May 2023 21:54:22 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=705</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η αυτάρκεια στο Μερσήνι. Ο κόσμος, οι χαρές και τα γλέντια που πέρασαν</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/">Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don9-8.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading has-text-color">Η αυτάρκεια στο Μερσήνι. Ο κόσμος, οι χαρές και τα γλέντια που πέρασαν</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σ:</strong> Τα χρόνια όμως εκείνα οι αθρώποι δεν ηγοράζανε από τα μαγαζά. Ένα ρύζι αν ήτυχε να αγοράζουσι, να πούμε, μια Λαμπρή. Κάνανε φασόλες, ρίχταν μες στα χωράφια τα καλοκαιρινά, φασόλια μέσα στα καλοκαιρινά, σουσάμια, ντομάτες, αγγούρια από όλα, από όλα είχανεν ο κόσμος. Και ήξερες ότι ήτανε να πούμε… τότες ηρίχτανε κοπριές, δεν ρίχνανε τώρα όπως ρίχνουν τώρα λιπάσματα, αυτά όλα είναι δηλητήριο. Δεν ήτον, που `τον την Κατοχή ο κόσμος όπου ήτανε…&nbsp; […]. Όχι μαγαζί δεν ήτανε, δεν ήταν ο κόσμος όπου ηπείνα; Ήτον μια χαρά. […] Ήτονε εδώ πέρα του Περβολάρη τα παιδιά όλα, πάνω της Μαρινάκαινας, είχεν κόσμο, είχεν κόσμο. Όπου σάλευγες… Ήθελε λοιπον κάθε σκόλη να παίζουνε, να παίζουνε. […] Είχανε κι αμπέλια. Εκεί δα η Ποδαριά, ήτονε αμπέλι από το σταυλί και κάτω, ήτον αμπέλια όλα. Ο παππούς σου ήκανε τόσα κρασά. Όλοι ηκάνανε. Λέει, αύριο θα ανοίξουμε του ενός το κουρούπι. Την άλλην το άλλο. Και ήθελε λοιπόν να παίζουν, να χορεύγουν, να `ναι ο κόσμος μια χαρά, μια χαρά. Το μόνο χωριόν όπου ήτανε ποφανερωμένο, ήτον το Μερσήνι. Και τώρα ερημώσαν τα χωριά. Είχεν κόσμο, είχεν, είχεν. Ήθελεν τώρα να `ρθει το Πάσχα, να βλέπεις τον κόσμο, βγαίνουσι όπως τη μερμηγκιά. Παιδιά, όλος ο κόσμος με τα φανάρια και να πηαίνουν στην εκκλησία. Να `ναι ο κόσμος μια χαρά. Γλέντια, πράματα. Τώρα… Βλέπεις τους ανθρώπους… Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Εκκλησία κατεβαίνατε στο Σταυρό το Πάσχα ή ερχότανε εδώ στην Αγιά Σοφιά;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Δεν ήτουν τότες ακόμα η Αγιά Σοφιά χτισμένη.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/">Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
