<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-tag/dimitrakis/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/dimitrakis/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Sun, 18 Jan 2026 19:13:42 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.0.1</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/dimitrakis/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 18 Jan 2026 19:13:42 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10612</guid>

					<description><![CDATA[<p>Φάρσα στο πηγάδι της Μεσαριάς</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/">Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-20.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Φάρσα στο πηγάδι της Μεσαριάς</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1 wp-block-paragraph"><b>Σοφ:</b> Μια φορά είχε πάει η Βαγγελιώ η νύφη μου με το Δημητράκη να ντρετσάρουν το μύλο και ηκατεβήκανε κάτω<span class="Apple-converted-space">  </span>στο πηγάδι να πιουν νερό. Κι ήτον ο άντρας μου με τον Ψηλό στο Μερσήνι και τις είδαν που κατεβαίναν από το μύλο, ήτο σκοτεινά, και του λέει ο Ψηλός λέ΄, πάμε να των κάνωμε τον αράπη. Και κατεβαίνουν από πάνω και όπως ηπηαίναν κάτω στο νερό οι δικοί μας, των ηρίχναν πέτρες<span class="Apple-converted-space">  </span>και ηκάμναν και τον αράπη. Η Βαγγελιώ η νύφη μου ήθελε να πιει νερό και της λέει ο Δημητράκης λέει, έλα να σου ανέσυρον. Βάστα Δημητράκη μου γιατί ΄ναι<span class="Apple-converted-space">  </span>οι βαρκόλακοι από πάνω! Αυτοί οι δικοί μας είχαν πέσει μέσα στο χωράφι και κυλιούντον απ΄ τα γέλια. Ύστερι θαρρώ πως ηπεράσανε εδώ και τον ηδώκανε. Βρε κακούργοι, λέει, κοντεύγετε να με πεθάνετε. Κάναν αστεία πρώτα, ηκάναν.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/">Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 11:54:41 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5247</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού και των παξιμαδιών. Το γεμιστό κατσικάκι και τα φαγητά του Πάσχα.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/">Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-4-Το-βαλα-στο-γαδουράκι-το-παξιμάδι-και-το-πήγαινα-κάτω-στα-χωριά.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">&nbsp;Το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού και των παξιμαδιών</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Θερίζαμε τότες είχαμε… Είχαμεν το μύλο εκεί πέρα το βουλισμένο, ήτον του πατέρα μου κι άλεθε σε όλο το νησί κριθάρι και σιτάρι, και ζυμώναμε σε φούρνους, ξυλόφουρνους με κλαδιά, και κάναμε το ωραιότερο ψωμί. Κριθάρι τότες, αλλά ύστερι ηφέραν τα ξενικά αλεύρια κι εγώ με τον άντρα μου, εεε είχαμε αυτό το φούρνο εδώ απ` όξω και ζυμώναμε και το κάναμε παξιμάδι και μας πληρώνανε μεροκάματο. Εδώ ζυμώναμε στο σπίτι και το `βαλα στο γαδουράκι το παξιμάδι και το πήγαινα κάτω στα χωριά. Με πλερώνανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Είχατε πελάτες […] ή πηγαίνατε και τα πουλάγατε κι όποιος αγόραζε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Όχι, όχι. Μας φέρναν τ` αλεύρι και των το ζυμώναμε, το κάναμε παξιμάδι, πηαίναμε και ας πούμε και φραζόλες για να τρώνε, ναι, φρέσκο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Και ήταν μεγάλα καρβέλια το ψωμί τότε: </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ναι, μεγάλα. Όλη νύχτα ήμουν στο πόδι! Όλη νύχτα μου φώναζεν ο άντρας μου: «Σήκω να κάνεις το προζύμι!» Κάναμε μία λεκάνη με προζύμι ν` ανέβει καλά και έπειτα ν` ανάψωμεν το ζεστό νερό, να το ρίξω στη σκάφη το προζύμι, να το ζυμώσωμε ναι, ναι. Αλλά ήπρεπε ν` ανέβει τρεις ώρες το ψωμί. Κάναμε πολύ ωραίο ψωμί και ζύμωνε κι ο αδερφός μου ο πρώτος εδώ πάνω. </p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Ε το Πάσκα κάναμε πολύ ωραία πράματα. Μοσκομύριζεν ο κόσμος!</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-33.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Το γεμιστό κατσικάκι και τα φαγητά του Πάσχα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ε, το Πάσκα, κάναμεν ωραία ψητά, τυρόπιτες στο φούρνο, κάναμε πολύ ωραία πράματα, γεμίζαμε το ρίφι. Νύχτα ερκότανε από την εκκλησιά, εγώ ήμεινα απάνω δεν ηπήαινα στην εκκλησιά γιατί ήθελα να μαγειρέψω να φάμε το πρωί. Ήρκουτον ο άντρας μου και πήαινε και τα γύριζε τα ψητά όλα. Βάλαμε τέσσερα πέντε αυγά μέσα στη γέμιση, βράζαμε λίγο το ρύζι, βάλαμε στο τηγάνι το συκωτάκι, δεν το βάζαμε βέβαια όλο, το κόβαμε κομματάκια κομματάκια και βάζαμε βούτυρο της κατσίκας, βάζαμε μυρωδικά, βάζαμε τέσσερα αυγά μέσα. Το συκωτάκι το περνούμεν λίγο από το τηγάνι, το ψιλοκόβαμε, το βάλαμε στη γέμιση κι έπειτα το σκίζαμε το ρίφι ας πούμε από την κοιλιά και το ράβαμε ύστερα, το ράβαμε και το αλοίβαμε βούτυρο της κατσίκας απ` έξω, με λαδόκολλες το τυλίγαμε, βάλαμε και δεντρολίβανο. Μύριζεν ας πούμε απ` έξω. Και βάζαμε λίγο νερό μέσα σε…. τότες τα λέγαμε λακανίδια, γάστρα είναι, ας πούμε, και το βάζαμε στο φούρνο και ερκότανε τη νύχτα ο άντρας μου και τα μεταγύριζε. Πρωί ήταν έτοιμα. Ψηνότανε, το βγάλαμε την άλλην ημέρα στις εννιά η ώρα, στις δέκα. Το πρωί είχαμε κάνει τη μαγειρίτσα, το ποδοκέφαλο, τ` αντεράκια τα κάναμε χαρδούμια, κάναμε σούπα και τρώγαμε. Ωραία πράγματα, ωραία. Μοσκομύριζεν ο κόσμος! Ήτον ο Ψηλός τότες εδώ, ο Δημητράκης το `φερνε κάτω για να μην ξανανάβγει το φούρνο. Ερκόταν την άλλην ημέρα και τα παίρνανε. Μοσκομύριζεν ο κόσμος!</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/">Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Με κουβέλια στον αγέρα κατεβάζανε από τις γαλαρίες το υλικό και το πηαίναν στον Κέντρο</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/alla-ito-kai-epikindyna-ta-metalleia-na-pesei-i-galaria-na-se-petaxei/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/alla-ito-kai-epikindyna-ta-metalleia-na-pesei-i-galaria-na-se-petaxei/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 16:14:40 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5135</guid>

					<description><![CDATA[<p>Επικίνδυνη δουλειά στα μεταλλεία</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/alla-ito-kai-epikindyna-ta-metalleia-na-pesei-i-galaria-na-se-petaxei/">Με κουβέλια στον αγέρα κατεβάζανε από τις γαλαρίες το υλικό και το πηαίναν στον Κέντρο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-9.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Επικίνδυνη δουλειά στα μεταλλεία</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Θεία, τα μεταλλεία τα είχατε προλάβει εσείς;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Εγώ ήβοσκα τα κατσίκια και ηπήαινε ο πατέρας μου απάνω στα Μπακαούσα, τα ξέρεις τα Μπακαούσα ποια είναι, απάνω από τον Τρούλο που είναι κάτι χωράφια… Κι ηπήα εγώ στη γαλαρία εκεί που δούλευγε ο πατέρας μου. Βγάλαν ένα γαλάζο αυτό και το στείλαν αλλού. Πώς είναι που το λέαν μωρέ; Δεν ξέρω, το μεταλλείο ναι. Αλλά ήτο και επικίνδυνα τα μεταλλεία, να πέσει η γαλαρία, να [&#8230;] σε πετάξει. Δουλεύανε χρόνια. Είχανε και άτσαχα, απάνω στου συμπεθέρου μου ένα χωράφι μέσα. Είδες πού είναι ο σιδηρόδρομος; Πάει, προχωρά μέσα. Αυτοί με κουβέλια<sup>1</sup> στον αγέρα κατεβάζανε από τις γαλαρίες το υλικό και το πηαίναν στον Κέντρο. Αυτό το σιδηρόδρομο πάλι που κάνα΄, κατεβάζαν τον άτσαχα, το βάλαν σε καρότσα βέβαια και τον ηπηαίναν κάτω και τον ηδειάζα΄. Είδες εδώ στο Κέντρο, όπως περάσεις το δρόμο είναι μια κατηφόρα από τη μια κι από την άλλη χτισμένο. Εκεί εδειάζαν από πάνω από το δρόμο τον άτσαχα και πήγαινε κάτω, ναι. Κι ερχότανε βαπόρι και τα ΄παιρνε. Σου λέω από πάνω από τα Μπακαούσα, από πάνω από τον Τρούλο, με κουβέλια στον αγέρα κατεβάζαν, ξέρω γω πώς τα κατεβάζαν τα κουβέλια κάτω στον Κέδρο. Όλοι δουλεύανε, αλλά ήταν επικίνδυνα. Ο αδερφός μου ο Δημητράκης, είχε πάει στον Κρούκελο και ηδούλευε, και περπατούσε το Σαββάτο, περπατούσεν από τον Κρούκελο και πήγαινε στη Χώρα της Αμοργού. Φαντάσου τόσο δρόμο. Ο Νικόλας του Στεφανή, ο Νικόλας ήτον… καμιά εικοσιτριώ χρονώ ήτο, αυτό το κακόμοιρο ηπήε στον Κρούκελο κι ήπεσε μια πέτρα από πάνω του και το σκότωσε. Ναι, ναι… Ηθυμούμαι που το φωνάξανε, ο Νικόλας, λέει, σκοτώθηκε, ε τον κακομοίρη. Ύστερι φοβήθηκε κι ο Δημητράκης κι ήφυγε από κει, φοβήθηκε. Ήτο δύσκολα τα χρόνια, δεν ηβγαίναν τα λεφτά, δεν ηβγαίναν λεφτά.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>δοχεία</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/alla-ito-kai-epikindyna-ta-metalleia-na-pesei-i-galaria-na-se-petaxei/">Με κουβέλια στον αγέρα κατεβάζανε από τις γαλαρίες το υλικό και το πηαίναν στον Κέντρο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/alla-ito-kai-epikindyna-ta-metalleia-na-pesei-i-galaria-na-se-petaxei/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 10:46:10 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2418</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η καταγωγή του πατέρα και η σχέση του με το μύλο. Ιστορίες από το μύλο και η καταστροφή του από την κακοκαιρία. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/">Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-5-Αυτός-ο-μύλος-μας-έζησε.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καταγωγή του πατέρα. Ιστορίες από το μύλο</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Ο πατέρας σας από πού ήτανε?</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Από ΄δώ. Ήτον αδέρφια με του Ψηλού τον πατέρα, με τον παππού σας. Τρία αδέρφια ΄ναι. Ήτον κι άλλος, Γιαννης, στην Αθήνα ο θείος ο Γιάννης ναι, ναι. Και μια μοναχοκόρη είχανε και ήταν στην Αμοργό παντρεμένη, πέθανε κι αυτή, όλοι πεθάνανε οι κακόμοιροι όλοι.[&#8230;] Δε γεράσαν ας πούμε όπως πρέπει όλοι, δε γεράσανε ναι, ναι. Μας τον ήφαεν ο μύλος. Η έγνοια του μύλου τον ήφαε. Να σηκώνεται, να πηαίνει τη νύχτα, να ντρετσάρει το μύλο. Έπρεπε να το δένει και δεν τον έδενε. Ύστερη που τον επήρεν ο Δημητράκης ο αδερφός μου τον ξαρτάρωνε που λένε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Εσάς ο πατέρας σας ήταν ο μυλωνάς;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Σοφ: Ναι. Ναι, ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Εσείς δουλεύατε στο μύλο; Πηγαίνατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ: </strong>Όχι, πού να&#8230; Μια φορά που το ράβγαμεν από πάνω το&#8230; τον ηξεντένωσε, τον ηχάλασεν ο καιρός, τις αντένες όλα κι ύστερη[ch-] τον ηράβαμε με χόρτο [ch-]. Πόσες φορές του τον έριξε κάτω το μύλο! Πόσες φορές! Μια φορά ήτον ο Μιχάλης ο αδερφός μου εδώ, γιατί αυτός ήτον πολύ έμπειρος και ήρτε, αυτόν ήτον οργή θεού, είμαστε εδώ και κατεβαίνει ένα φίρμα βοριάς, τις σήκωνε τις πέτρες απάνω και παίρνει ο ξάδερφός μου ο Νικόλας δρόμο που ΄τον κατήφορος και πάει στον κάτω μύλο, τον ηπρόλαβε, τον ηντρετσάρισε. Ο Μιχάλης ώστε να πάει πέρα, ότι που πήεν απ΄ έξω, ήρτε ένα φίρμα και τον ηκατέβασε τις αντένες όλες κάτω. Ο Μιχάλης λοιπόν ήτο [ch-], τον ηκοίταζε και πιο καλά που δεν ήμπε το κακόμοιρο μέσα να κατέβει κανένα ξύλον, όπως ήρθε με τη φόρα ο αγέρας, να το σκοτώσει. Και ήταν ο πατέρας μου εδώ ΄π΄ έξω και κάνει, τύφλα Μιχάλη. Ο Μιχάλης [ch-].  Του ήρτε μετά, του λέει, ήντα ΄καμες τώρα Μιχάλη; Ε, ώστε να μπω μέσα να σκοτωθώ, πιο καλά να βουλήσει ο μύλος. Ύστερη το φτιάξανε πάλι, το φτιάξανε. Αλλά κακοχτισμένος, κακοχτισμένος αυτός που τον, που τον είχε. Τον είχαν απ΄ το Μεσήνι, τον είχεν αγοράσει ο πατέρας μου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Πότε τον είχαν φτιάξει το μύλο αυτόν;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ε πολλά χρόνια, πριν γεννηθώ εγώ. Ε μα αυτός ο μύλος μας έζησε, γιατί με την Κατοχή όλοι πείνάσανε, εμείς δεν ηπεινάσαμε. Αλλά ήδωμνεν ο πατέρας μου αλεύρι στις φτωχούς. Ήρτεν ένα καϊκι στο Λιβάδι κι ανέβηκεν ένας και του λέει, έλα καλέ μου άνθρωπε και βάλε μου μια χουφτιά αλεύρι να κάνω μια πίτα να φάω που πεινώ. Κι ήπιασε και του ΄βαλε. Ήδωνε, ήδωνε στις φτωχούς. Τραβήξαμε, τραβήξαμε. Ύστερα που πήγαν στρατιώτες τα παιδιά&#8230; Δε, δε, δε. Λεφτά δεν ηβγαίναν τότες.</p>

<p>&nbsp;</p>
<h1>Ο μύλος λέει γίνεται, το παιδί δε γίνεται</h1>
<p>&nbsp;</p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-21-Ο-μύλος-λέει-γίνεται-το-παιδί-δε-γίνεται.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Δουλειά στο μύλο. Η σχέση του πατέρα με το μύλο. Κακοκαιρία</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ο πατέρας μου ο κακόμοιρος[ed] ήτανε απάνω σ&#8217; ένα τέτοιο κρεβάτι κι είχεν ανοίξει την πόρτα και κοίταζε το μύλο, μέχρι που ξεψύχησε[&#8230;] Να το βλέπει, να το βλέπει, να το βλέπει. Όλη νύχτα εγνοιαζότα&#8217; όταν είναι κακοκαιρία, όλη νύχτα δεν κοιμότανε. Του &#8216;λεε η μάνα μου: Βρε κοιμήσου και δε θα πάθει τίποτι ο μύλος. Γιάντα δεν τον ξαταρώνεις(?); &#8216;Εν ήθελε να τον ξαταρώνει.[&#8230;] Και μια μέρα επήγεν ο αδερφός μου ο Μιχάλης δέκα η ώρα το πρωί να τον τρετσάρει(?), γιατί κατέβηκε&#8230; Αυτό ήταν οργή Θεού! Κατέβηκε ένας βοριάς, ένα φου ηβάστηξε μια ώρα κι έπειτα κατά, κατασαλάγιασε και παίρνει δρόμο ο ξάδερφός μου ο Νικόλας και πάει στον κάτω μύλο. Εκείνο ήτον κατήφορο, τον ηπρόλαβε το μύλο. Ο αδερφός μου ο Μιχάλης ήτον μακρυά, πήγε, αυτός ήταν και γουστόζικος κι αφού λοιπό&#8217; είδε το&#8230; Αφού ηπήγεν απ&#8217; έξω από το μύλο, έρχεται ένα φίρμα(?) και κατεβάζει τις αντένες, το ξόνι(?) και τω&#8217; δώνει μια και κατεβαίνουν όλα κάτω. Ο Μιχάλης λοιπό&#8217; δεν έπιανε στενοχώρια. Σταύρωσε τα χέρια του απ&#8217; όξω κι έστεκε τον ηξάντι[?]. Βγαίνει ο πατέρας μου και του κά και κάνει λέ&#8217;, τύφλα Μιχάλη! Ε, [ch-] η μάνα, δεν κοιτάζεις, λέει, που δεν ηπήε το παιδί μέσα, να ξεφύει, λέει, καένα ξύλο, εκεί που τον ηκατέβασε, λέει, το μύλο να πάει να το σκοτώσει. Μα θα γνοιαστούμε, λέει, το μύλο; Ο μύλος, λέει, γίνεται, το παιδί δε γίνεται. Ναι κι ήρτεν εδώ ο Μιχάλης ούτε[???]. Αφού δεν μπορούσα, λέει, πατέρα να πάω μέσα,πώς ήθελες να πάω; Να πάω να σκοτωθώ; Ε, &#8216;εν του ξαναμίλησε. Ο κάτω μύλος τον ηπρόλαβεν ο ξάδερφός μου και τον&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ: </strong>Μετά τον ξαναφτιάχνατε όμως; Τον χαλούσε ο καιρός&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ένα φίρμα! Τον ηξαναφτιάξαμε. Δηλαδή οργή Θεού ήτανε. Ηλίχνιζε τη θάλασσα και την πέτα πάνω[&#8230;]. Ούτε μισή ώρα δεν ηβάστηξε, ε ναι. Ένας αγέρας όπου έβρισκεν άθρωπο θα τον ησκότωνε και ήτον οργή Θεού, οργή Θεού ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Εδώ το πιάνει πολύ ο αέρας; Γιατί πάνω στο Μερσήνι φυσάει πολύ αέρας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Μυλωναριό σου λένε. Παντού πιάνει[&#8230;]. Μυλωναριό λέει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα: </strong>Τι είναι αυτό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ε, δηλαδή &#8216;κει που &#8216;ν&#8217; ο μύλος, μυλωναριό το λέγανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Τον τόπο;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Όχι, το μέρος που ήτον ο μύλος.[&#8230;] Ο πατέρας μου εγέρασε πριν την ώρα του με το μύλο, γιατί μόνο μόνο να φυσούσε κακοκαιρία τη νύχτα, είχεν αυτή την έγνοια, θα μου σπάσει το μύλο, θα μου σπάσει το μύλο.</p>

<p>&nbsp;</p>
<h1>Ήπεσεν αστροπελέκι και τον ήκαψεν</h1>
<p>&nbsp;</p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-19-Ήπεσεν-αστροπελέκι-και-τον-ήκαψεν.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καταστροφή του μύλου</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και το μύλο μέχρι πότε το λειτουργούσε ο πατέρας σας;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ύστερι που γέρασε τον ηπήρεν ο Δημητράκης, ο Δημητράκης, αλλά τον είχανε κακοχτισμένο, κάθε χρόνο βουλούσε μια πάντα. Ύστερα βαργίστησε (?) το Δημητράκη, δεν τον ηξαρταρώναν να μην το σπάσει ο αγέρας. [&#8230;] Ήτον μες στο βοριά, ήρχουντον νοτιάς του ΄δωνε και κατέβαζε όλες τις αντένες κάτω. Πρέπει να το δένεις. Και ύστερα βουλούσε, τον ήχτιζε από τη μια πάντα, τον ήχτιζε καλά δυο φορές ο συχωρεμένος ο πατέρας μου [&#8230;]. Πέρασαν πολλά χρόνια, δυο τρία χρόνια, ήπεσεν αστροπελέκι και τον ήκαψε, καιγόταν τρεις μέρες, τρεις μέρες με τα ξώνια όλα μέσα, είναι ξυλία. Ναι, ναι ήκαψε. Και ήλεα, ε και να ζούσε ο πατέρας μου να το δει να καίεται. Ήθελε να πάει μια ώρα πιο μπροστά. Το όνειρό του ήτο΄ να κοιτάζει το μύλο. Πόσες φορές με κακοσύνη μες στη νύχτα έφευγε να πάει πέρα να τον τρετσάρει.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/">Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 10:18:55 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1624</guid>

					<description><![CDATA[<p>Αποκριάτικα γλέντια και Δονουσιώτες βιολιτζήδες. Γάμοι στα σπίτια. Η Τρουλιανή που μέθυσε και τραγούδησε. Προξενιά από την Αμοργό. Προξενιό από το ίδιο χωριό για λόγους πρακτικούς. Κρασιά και μεθύσια</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/">Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-9-Αποκριάτικο-γλέντι.-Δονουσιώτες-βιολιτζήδες-Σιγάλα-Σοφία-.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Αποκριάτικα γλέντια και Δονουσιώτες βιολιτζήδες</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Χορεύατε εσείς;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Στα νιάτα μου! Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία. Μια φορά κατεβήκαμε στον Κάμπο κι ήτον ο αδερφός μου ο Δημητράκης, είχε γούστο, ήτον μεγά… παντρεμένος, ήμεστε όλοι, και ντυθήκαμε μασκάροι και πήγαμε στ(ου) Ηλία το Σκοπελίτη εδώ που καθότανε, και έπαιζε το καλύτερο βιολί και μας έπαιξε, όπως είμαστε μασκάροι, μες στο αλώνιν του και χορέψαμε!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Στο αλώνι εκεί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ: </strong>Ναι, ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Νύχτα ή μέρα ήτανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ε, ήτο βράδυ, νύχτα πήγαμε κάτω, νύχτα πηγαίναμε μασκάροι για να μη μας γνωρίζου`.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα</strong>: Τι ντυθήκατε; Τι φορούσατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Φορούσαμε μάσκες εδώ, να μη μας βλέπου. Μόνο τα μάτια μας εβλέπα. Πήγε στη Λαμπαδάκαινα ο αδερφός μου και της λέει, λέει… Του λέει… -είχε ντυθεί σαν αστυνομικός- και του λέει, «Αστυνομικός είσαι ή από δω είσαι;» Λε` «Στραβομάρα έχεις να με δεις πως είμαι…» (γέλια). Κάμα γέλια, ήκαμα γέλια. Πηγαίναμε στο Μερσήνι, γύριζεν ο κόσμος, ήταν πολύ ωραία. Αλλά ο Ηλίας ο Σκοπελίτης ήπαιζε ωραίο βιολί, έπαιζε όλες τις… Σε γάμους, σε όλα έπαιζε… Πολύ ωραία ήτανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Κι εδώ και στο Μερσήνι δεν ήταν ένας που έπαιζε βιολί; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ο Γιωργάκης του Περβολάρη, ναι, ήπαιζε. Αυτός έβγαζε και ωραία τραγούδια, πολύ ωραία.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Τους ηπαντρεύγαν στα χωριά πρώτα, έτσι ήτον το έθιμο των παλαιών</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-17.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Γάμοι στα σπίτια. Η Τρουλιανή που μέθυσε και τραγούδησε</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Εσάς ο γάμος σας πού έγινε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Εδώ. Εδώ μας ηπαντρέψαν.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Στο σπίτι;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Όχι στην εκκλησία;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Όχι. Ήρθεν ο παπάς εδώ, μας ηπάντρεψε. Ήτον οι γέροι, πού να παν` κάτω νύχτα […] και του Ρηνιού του Ψηλού απάνω στο σπίτι ήγινε, ναι, ναι, απάνω στο σπίτι. Και του Δημητράκη, ναι, και του Δημητράκη. Τους ηπαντρεύγαν στα χωριά πρώτα, τους ηπαντρεύγαν στα χωριά. […] Έτσι ήτον το έθιμο των παλαιών. Τώρα παν` στην εκκλησία.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Πείτε μου για το γάμο στο σπίτι […].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Τους ηπαντρεύγαν πρώτα και στην Καλοταρίτισσα, ηπήαινε ο παπάς πίσω και στο Μερσήνι&nbsp; και παντού.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Ο κόσμος ερχότανε σπίτι; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Οι συγγενείς ηρχούτανε, εμείς δεν ηκάμαμε, ας πούμε, γλέντι. Εκεί που κάνα`, στην Καλοταρίτισσα στη Φανής το γάμο, ηκάμαν γλέντι, ήτον πολύ ωραία. Πήαν κι φέρα` τον Ηλία το Σκοπελίτην πίσω, ήπαιξε. Είχαμε την Καλλιώ την Τρουλιανή, δε θα ξεχάσω τα γέλια που κάμαμε. Μέθυσε και σηκώθηκε και τραγούδει. Ε, Χριστέ μου γέλια τα κάμαμε, αλλά ύστερι το πήρεν ο άντρας της χαμπάρι από τον Τρούλο, ότι γελούσαν οι Καλοταριανοί και ξέρεις ίντα ήκαμε; Αφού ηπήε λέει στον Τρούλο της λέει, «Μωρή ίντα πήγες κι ήκαμες», γιατί ήτον ηκακόχερος, «μωρή ήντα πήγες κι ήκαμες και με `κανες ρεζίλι στην Καλοταρίτισσα;» Λέει, «Τίποτι τίποτι, ε, αστειεύτησαν εκεί τα παιδιά.» Αυτή ημέθυσεν ύστερι κι χόρευγεν και τραγούδειν και την ηπήραν ύστερι και την ηπήγαν στον Τρούλο και την είδεν ο άντρας της, του κακοφάνη και ίντα κάνει; Ήτον τότες οι νάρκες που ηπλεύγαν εδώ. Κάτι από πολέμους ξέρω γω, και ξεγελά τις Καλοταριανούς και τω λέει, «εδώ κάτω στον Κέντρο είναι μια νάρκα» ήτο, κάτι είπαν πως ήπλευγε και για να τις εκδικηθεί τις Καλοταριανούς είπεν ότι πλεύγει, ας πούμε, μια νάρκα, να παν` να την πιάσουν. Γιατί τις συγκαίαν τις νάρκες ύστερι και τις κάμαν δυναμίτες. Ε, και το `πε ψέμματα και τις ήφερεν απ` την Καλοταρίτισσα για να τις εκδικηθεί. Αλλά ήτον ωραίος ο γάμος, πολύ ωραίος. Κι από τη Μεσαριά ηπήγαμε, εγώ ήμουν παράνυφη, περάσαμεν ωραία. Αλλά ο Ηλίας ήπαιζεν ο Σκοπελίτης πολύ ωραία, πάρα πολύ ωραία. Μια φορά ντυθήκαμε μασκάροι και πήαμε απ` όξω από του Ηλία του Σκοπελίτη μες στ` αλώνι και μας ήπαιξε και χορέψαμε. Ε, κακόμοιρος. Ύστερι γέρασε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Πρώτα ήτο&#8217; φτωχοί οι αθρώποι, όποιος είχε τα πιο πολλά χωράφια ήτον ο καλύτερος γαμπρός</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-15.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Προξενιά από την Αμοργό</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Η μαμά σας πώς ήρθε εδώ; Πού τη γνώρισε ο πατέρας σας;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Πρώτα να καταλάβεις ήτο φτωχοί οι αθρώποι και στην Αμοργό, και όποιος είχε τα πιο πολλά χωράφια ήτον ο καλύτερος γαμπρός. Ναι, και πήγε στην Αμοργό και του κάμαν το παντρολόι εκεί κάποιος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Ο πατέρας σας από εδώ ήτανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ναι, ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Απ` τη Μεσαριά;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Είχε πάει, ναι, στην Αμοργό και τη γνώρισε. Ήτο και φτωχοί τα πεθερικά του, είχε δυο-τρεις κόρες ή τέσσερεις; Και στην Καλοταρίτισσα η Γιαλίτισσα είχε πάρει από τη Γιάλη, ναι. Η συμπετέρα μας πάλι η Πετσετάκαινα που λέγανε, από τη Χώρα της Αμοργού ήτον κι εκείνη. Ε, πάλι και ήτο μεγάλη οικογένεια και παντρεύτηκαν…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Οι γυναίκες ήτανε συνήθως από Αμοργό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Οι γυναίκες ήτανε, οι γυναίκες ναι, ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Και ήρθε εδώ και δεν είχε, λέτε, παρέα, δεν είχε κόσμο. Δεν ήταν κι άλλες γυναίκες απ` την Αμοργό εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ: </strong>Εδώ δεν ήτανε. Μια φορά της ήστειλεν μια αδερφή της γράμμα και της ήγραφεν και τραγουδάκια και πήγε πέρα στο χωράφι κι έπιασεν μια πέτρα, να σπάσει την κεφαλή της και ήρτε… ήτον ένας Αμοργιανός εδώ και πάει και λέει του παππού ότι, «Πες της κόρης σου μη ξαναγράψει γράμμα και γράφει τραγουδάκια, γιατί θα τη σκοτώσω εγώ.» Λέ`, «Γιατί;» «Αρώτα με», λέει, «που είδα την κόρη σου που δεν ήκανε στη Δονούσα. Αρώτα με», λέει, «τι κλάμα ήκανε.»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Στεναχωριότανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Στεναχωριότανε. Ε, δεν είχε και, δεν είχε και πολλούς αθρώπους εδώ να κουβεντιάσει. Ο καθένας έφευγε και πήαινε στα χωράφια κι έμενε μόνη. Ε, ύστερι που έκανε τα παιδιά, έκανε τα παιδιά, ησύχασε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Μου λέει, «Θα σε παντρέψω εδώ στη γειτονιά, να σε `χω κι εγώ κοντά μου»</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-7-Δεν-ήθελε-ο-πατέρας-μου-να-με-στείλει-σε-άλλο-χωριό-να-παντρευτώ.-Σιγάλα-Σοφία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Προξενιό από το ίδιο χωριό για λόγους πρακτικούς</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και τον άντρα σας πότε τον… Πώς γνωριστήκατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ε, αφού ήταν εδώ πάνω, εδώ πάνω ήταν. `εν ήθελεν ο πατέρας μου να με στείλει σε άλλο χωριό να παντρευτώ. Δεν είχε και τις δυνάμεις να κάμει σπίτι, ούτε στον Κάμπο ούτε σε άλλο χωριό, δεν είχε. Μου λέει, «Θα σε παντρέψω εδώ στη γειτονιά, να σε `χω κι εγώ κοντά μου.»  Είχαμε τραβήξει, είχαμε τραβήξει. Ύστερι ο συχωρεμένος ο άντρας μου πήαινε κάτω στο Σταυρό κι ήκανε μεροκάματα. Τον ντενεκέ στον ώμο να ανεβαίνει στη σκάλα, να ανεβαίνεις τα υλικά. Ε, καμένα χρόνια, πόσο δύσκολα που `τανε. Τώρα όλες τις ευκολίες τις έχει ο κόσμος. […] Ήτανε δύσκολα τα χρόνια.  Όλοι οι αθρώποι μισερώθησαν εδώ. Ο Σταύρος πέρα, από τα βάρητα έπαθεν η μέση του κι ηπήεν στην Αθήνα. Τώρα δεν μπορεί να δουλέψει, δεν μπορεί να δουλέψει το κακόμοιρο.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Στα παλιά ήπιναν πολύ κρασί και μεθιούσανε</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-6-Στα-παλιά-ήπιναν-πολύ-κρασί-και-μεθιούσανε.-Σιγαλα-Σοφία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κρασιά και μεθύσια</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Στα παλιά ηπίναν πολύ κρασί και μεθιούσανε, γυρίζαν και κάναν καντάδες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Α, ναι; Θυμάστε καμιά καντάδα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Μπα πού να τις θυμάμαι, δεν ήμουν γεννημένη στους παλιούς.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Μετά στα δικά σας χρόνια δε γυρνάγανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ε, ήταν ο άντρας μου με το Νικήτα το Μαρκουλή. Ο Νικήτας ο Μαρκουλής, που `χει το μαγαζί, έχει πάρει την ανηψιά μου, ναι. Είμαστε και συγγενείς Μαρκουλήδες, ναι. Εδώ εκάτω ηκάθουντον ο Νικήτας. Κι ήταν λοιπό, είχαμε… τότες ηκάναμε κρασιά, κάναμε κιούπια ολόκληρα, κουρουπάκια, κι ήρχουνταν λοιπό ο Νικήτας κι έσμει` με τον άντρα μου και πίνανε και είχανε, είχαμεν και χοντρολιές, ωραίες ελιές, και τρώγανε και μεθιούσανε και γυρίζανε, ηπηαίναν μέχρι το Μερσήνι. Ύστερι που ηπαντρεύτει ο Νικήτας, του λέω, «Θεός σε πήε», λέω, «κάτω στον Κάμπο να σωθώ!» (γέλια) Μια μέρα έβρεχε, ήρταν πολλοί και πηγαίναν πέρα στο Μερσήνι και πέφταν στις δρόμους και βρεχότανε, δεν τις ήμελε. Αλλά ήταν αγαπημένοι, ήμεστε συγγενείς. Καλοί αθρώποι ήταν πρώτα. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/">Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ηπιάσαμε μια βάρκα – επήαμε απ&#8217; τη Μουτσούνα στου Νικολακάκη το νοσοκομείο</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ipiasame-mia-varka/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ipiasame-mia-varka/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 12:50:46 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1172</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο γιατρός πριν η Δονούσα γίνει κοινότητα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ipiasame-mia-varka/">Ηπιάσαμε μια βάρκα – επήαμε απ&#8217; τη Μουτσούνα στου Νικολακάκη το νοσοκομείο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-18_ηπιάσαμε μια βάρκα - επήαμε απ' τη Μουτσούνα στου Νικολακάκη το νοσοκομείο - Σιγάλα Σοφία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο γιατρός πριν η Δονούσα γίνει κοινότητα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Με γιατρό τι κάνατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Οι γιατροί ερχότανε από τα νησιά. Εμείς να καταλάβετε, δεν είχαμε Κοινότητα εδώ, δεν είχαμε τίποτα. Ούτε γιατρείο ούτε τίποτα και υπαγόμαστε στην Αμοργό, να πάμε να βγάλωμε ένα χαρτί, έπρεπε να πάρωμε βάρκα να πάμε στην Αμοργό και από κει βγάλαμε τα χαρτια. Ε, ύστερι κάμαν εδώ το… τα πάντα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Όταν δεν είχατε γιατρούς τι κάνατε; Άμα χτύπαγε κανείς, άμα αρρώσταινε;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Εκαταγόμαστε στην Αμοργό και μας στείλαν γιατρόν από την Αμοργό. Μας στείλανε, ερκότανε κάθε μήνα, κάθε… Όταν είχε κανένας, ήτον άρρωστος καλά, ναι και…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Είχατε εδώ κάποιον να σας φροντίζει; Κάνα βότανο, με κάνα… Καμία γυναίκα ήξερε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ναι, ήξερε. Μας έφερνε σας λέω από την Αμοργό και φάρμακα και μας ξεπερετούσανε ναι, ναι. Κι από το Κουφονήσι ερκότανε. Μόνο εμείς εδώ δεν είχαμε κοινότητα τότες, τα άλλα νησιά είχαν όλοι κι είχαν και γιατρούς, μεις δεν είχαμε. Μια φορά είχα αιμορραγίαν από τη μύτη, Θεός να μην αξιώσει άθρωπο και να μην τον δει. Είχα δέκα μέρες αιμορραγία από τη μύτη. Εκεί που κοιμόμουνα εκόχλαζε το αίμα κι ανέβαινε στη μύτη μου. Ολόκληρες ρόμπες έβρεχα. Εφέρναμε το γιατρό και μου `βαλε ένεση. Τι θε` να κάνει η ένεση στη μύτη; Τίποτα δεν ήκανε. Ύστερι ήρτε, αφού περάσανε δέκα μέρες είχα την αιμορραγία, είχε γίνει το πρόσωπό μου όπως τον ασβέστη. Ήχασα το χρώμα μου καλά-καλά. Αφού ήχασα όλο μου το αίμα. Και έρχεται ένας γιατρός από τη Νάξο, Νικολακάκη τον ηλέανε, κι είχε δικό του νοσοκομείο στη Νάξο. Έτυχε κι ήρτεν εδώ και του το `πανε και έρχεται λοιπόν εδώ και με στριμώχνει και μου λέει, «Για έλα δω εσύ, για έλα δω εσύ. Εσύ `χασες το χρώμα σου, θα χασ` και τη ζωή σου. Τώρα ξέρεις πού θα σε στείλω; Εσύ που `σαι μες στο σπίτι τώρα και λείπουν οι δικοί σου, όλο και `περετιέσαι» και πραγματικώς τα παιδιά ήτον μικρά, δυο κοριτσάκια, τα `παιρνεν ο πατέρας των μαζί, είχαμε χτήματα, είχαν αυτά, τέλος πάντων. Και ησηκώνουμου`, κάτι έκανα. Εκεί που έκανα σχηματίζοντα` το αίμα πιο πολύ. «Εσύ», λέει, «όταν μείνεις εδώ θα πεθάνεις, έχεις», λέει, «δέκα μέρες χάσει αίμα. Λοιπό ξέρεις πού θα σε στείλω; Όχι στην Αθήνα, στη Σύρα. Εκεί θα πας να κάτσεις, να κουζουρέψεις, να σε κοιτάξουν οι γιατροί, να γίνεις καλά.» Ε, αφού μας το `πε -είχα χάσει σου λέω το χρώμα μου τελείως, είχα υπόταση πάθει. Φεύγει αυτός, είχε δικόν του νοσοκομείο στη Χώρα. Λέω τώρα του αντρός μου, λε` «Και πώς θα με πας τώρα εσύ;» Λε` «Θα κάνωμεν τα έξοδα του αδερφού σου του Δημητράκη, που `ναι καλός και ξέρει τη Σύρο, να σε πάει.» Ναι, και πράγματι ηπιάσαμε μια βάρκα, επήαμε απ` τη Μουτσούνα, πήαμε γραμμή στου Νικολακάκη το νοσοκομείο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Φύγατε με βάρκα από δω;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Με βάρκα ναι, με το Σκοπελίτη.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ: </strong>Και πήγατε στη Μουτσούνα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ: </strong>Ναι, ναι στη Μουτσούνα κι από κει βγήκαμε και πήγαμε στη Χώρα και μας περίμενε ο Νικολακάκης.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ipiasame-mia-varka/">Ηπιάσαμε μια βάρκα – επήαμε απ&#8217; τη Μουτσούνα στου Νικολακάκη το νοσοκομείο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ipiasame-mia-varka/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
