<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-category/diaprosopikes-scheseis/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-category/diaprosopikes-scheseis/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Sun, 18 Jan 2026 19:40:47 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.0.2</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-category/diaprosopikes-scheseis/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Θέλαν να τους πετάξουν στη θάλασσα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 18 Jan 2026 19:24:00 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10616</guid>

					<description><![CDATA[<p>Φασαρία με Χιώτες στο καφενείο</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/">Θέλαν να τους πετάξουν στη θάλασσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-22.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Φασαρία με Χιώτες στο καφενείο</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1 wp-block-paragraph"><b>Σταύρ:</b> Εκείνος ο Μαραγκός μια φορά έπιασε μια, με συχωρείς, μια μανέλα που λιάζαν το κρομμύδι και δεν ξέρω πόσους Χιώτες, με το θείο σου τον Κώστα που βγήκαν έξω, επήγανε στο μαγαζί του Νικήτα. Το μαγαζί το &#8216;χεν ο, του Νικήτα ο πατέρας, το Αντωνάκι που λένε. Και πήγαν, ήταν του Σταυρού και πήγαν κάτι κοριτσόπουλα, φορούσαν λοιπόν κάτι ξέρω &#8216;γω και οι μάγκες οι Κουφονησώ&#8230; οι Χιώτες και &#8216;θέλαν να κάνουν το κομμάτι τους. Κι αγριεύει ο Μαυρόκωστας, Μαυροκώστας ηλέαν, ο Μαύρος&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Ο Κώστας ο Μαύρος.</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ: </b>Μπράβο. Τον ηλέαν και μπράβο και αραπάκι, επειδή ήταν μαύρος. Μιχάλη μου και πιάνει μια μανέλα του κρομμυδιού που ηλιάζαν<span class="s1"> το </span>κρομμύδι.<b> </b>Μανέλα σε παρακαλώ, ξύλο.</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Ξύλο, ξύλο.</p>
<p class="p1"><b>Λευτ:</b> Αααα.</p>
<p class="p1"><b>Φανή: </b>Μανέλα το λέαμε.</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ:</b> Μιχάλη, δεν ηξέρω πόσοι Χιώτες ήταν εκεί στα περίχωρα μες στο μαγαζί και πήανε σωρό και πέσανε, πήανε μες στα καϊκια. Ναι, πήαν κάτι κοπέλες εδώ και φορούσαν λοιπόν κάτι ξέρω &#8216;γω και πήαν λοιπόν οι γριές και &#8216;κάναν τα μαγκάκια. Εεεε ε και να σε &#8216;χω μάνα.</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Θέλαν να τους πετάξουν στη θάλασσα. Στη θάλασσα να τους πετάξει ο Μαραγκός και ο θείος σου ο Κώστας αυτός τώρα που είναι, είναι χάψαλος ο κακόμοιρος.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/">Θέλαν να τους πετάξουν στη θάλασσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 18 Jan 2026 19:13:42 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10612</guid>

					<description><![CDATA[<p>Φάρσα στο πηγάδι της Μεσαριάς</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/">Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-20.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Φάρσα στο πηγάδι της Μεσαριάς</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1 wp-block-paragraph"><b>Σοφ:</b> Μια φορά είχε πάει η Βαγγελιώ η νύφη μου με το Δημητράκη να ντρετσάρουν το μύλο και ηκατεβήκανε κάτω<span class="Apple-converted-space">  </span>στο πηγάδι να πιουν νερό. Κι ήτον ο άντρας μου με τον Ψηλό στο Μερσήνι και τις είδαν που κατεβαίναν από το μύλο, ήτο σκοτεινά, και του λέει ο Ψηλός λέ΄, πάμε να των κάνωμε τον αράπη. Και κατεβαίνουν από πάνω και όπως ηπηαίναν κάτω στο νερό οι δικοί μας, των ηρίχναν πέτρες<span class="Apple-converted-space">  </span>και ηκάμναν και τον αράπη. Η Βαγγελιώ η νύφη μου ήθελε να πιει νερό και της λέει ο Δημητράκης λέει, έλα να σου ανέσυρον. Βάστα Δημητράκη μου γιατί ΄ναι<span class="Apple-converted-space">  </span>οι βαρκόλακοι από πάνω! Αυτοί οι δικοί μας είχαν πέσει μέσα στο χωράφι και κυλιούντον απ΄ τα γέλια. Ύστερι θαρρώ πως ηπεράσανε εδώ και τον ηδώκανε. Βρε κακούργοι, λέει, κοντεύγετε να με πεθάνετε. Κάναν αστεία πρώτα, ηκάναν.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/">Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 18 Jan 2026 19:02:55 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10609</guid>

					<description><![CDATA[<p>Φάρσα στην Πηγή του Μερσηνιού</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/">Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-13.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Φάρσα στην Πηγή του Μερσηνιού</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1 wp-block-paragraph"><b>Σοφ:</b> Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό από το Λιβάδι, το Φύκιο και την ηπήαν και την ηβάλαν΄ μες στης βρύσης τη στέρνα και την ηφορτώσαν και κρομμύδι. Αλλά αυτός που την είχε τη βάρκα ήτον από πάνω κρυμμένος κι ό,τι ηλέαν αυτοί τ΄ άκουσε και ηλέαν λέει, τώρα θα ρθει ο Περβολάρης και θα βρει τη βάρκα του φορτωμένη κρομμύδι και πώς θα την πάει κάτω, να την πάει στην Αμοργό να το πουλήσει; Και φανερώνεται, λέει, τω΄ λέει πάρτε τη βάρκα, βάλτε το βγάλτε το κρομμύδι όξω, και πάτε τη βάρκα εκεί που λέει, γιατί θα σας κάμω, θα σας κόψω μες στη μέση. Και την πήραν και την πήαν κάτω. [&#8230;] Από κάτω την ησηκώσαν τρεις τέσσερεις νομάτες, την ηφέραν απάνω στη βρύση. Κάνανε ηπράματα, ηκάναν πράματα πρώτα οι παλαιοί! Πίναν κρασά, ημεθιούσαν.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/">Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Είχαν απάνω σε ένα καλάμι δεμένο ένα πιρούνι και κατεβάζαν από πάνω το πιρούνι και μου πέρναν τις πίτες</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 16 Jan 2026 20:55:31 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10598</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι φάρσες του Δημήτρη Κωβαίου στη θεία του την Ευαγγελία</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/">Είχαν απάνω σε ένα καλάμι δεμένο ένα πιρούνι και κατεβάζαν από πάνω το πιρούνι και μου πέρναν τις πίτες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don8-6.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι φάρσες του Δημήτρη Κωβαίου στη θεία του την Ευαγγελία</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1 wp-block-paragraph"><strong>Ε: </strong>Και τι μου ΄κάνεν και μια φορά πάλι, αυτός ο πειρασμός ο θείος σου ο Δημήτρης;</p>
<p class="p1"><strong>Η</strong><b>: </b>Τι;</p>
<p class="p1"><strong>Ε:</strong> Λοιπό ήτο Φώτα κι ήψηνα πίτες και ήντα ΄καμε; O Μήτσος με το Μιχάλη της Χήρας.<span class="Apple-converted-space">  </span>Ηκαθούμαστε λοιπόν μέσα στην κουζίναν εκείνη. Ήτον η συχωρημένη η Ποθητή, η μάνα της Σοφίας, ο Μήτσος που ΄το λεύτερος, ηγαπούσα με τη Σοφία και ο άντρας μου κι εγώ είχα τις πίτες κι ήψινα στην παραστιά βέβαια, γιατί ούτε γκάζι ούτε τίποτι. Λοιπό, τις ήριχνα μέσα στην κατσαρόλα με τα ξύλα, που ήναβγιε, να ψήνουνται και γύριζα και των ηκουβέντιαζα ας πούμε εκεί που κάθουντο. Λοιπό ήβαλα μέσα, ηκανόνιζα δέκα δεκαπέντε πίτες μες στην κατσαρόλα. Μετά τις ήβγαλα κι ήβρισκα μισές. Μα καλά με την κουβέντα, λέω, λάθος κάνω και βάλω τόσες και μετά βρίσκω λίγες; Μια φορά, δυο. Και με<span class="Apple-converted-space">  </span>την κουβέντα τώρα μανία που τους ήτον κι οι τρεις εκεί στη γραμμή μαζί και μου λέασι και κουβεντιάζαν και ξέρω ΄γώ τι, δεν τις ήπερνα είδηση. Καμιά φορά λοιπό τον προλαβαίνω κι είχαν απάνω σε ένα καλάμι δεμένο ένα πιρούνι και κατεβάζαν από πάνω το πιρούνι και μου πέρναν τις πίτες. Τι μου ΄χει κάνει ο δαίμονας μου ΄χει κάνει&#8230;</p>
<p class="p1">Άλλη φορά πάλι, ήμουν πίσω στη Σοφία κι ΄εν ηξέρω μωρέ παιδιά, ήτον απεθαμένος ο άνδρας μου, δεν εθυμούμαι. Λοιπόν παίρνει μια καρέκλα, τη βάλει μες στην μέση του σπιτιού, μου φαίνεται ήζειν αλλά ήλειπε, το Σπύρον είχα μικρό, άρα ήζειν, μόνο ήλειπε, μάλλον στα ψαρέματα ήτο. Και πιάνει μια καρέκλα, τη βάλει μές στην μέση του σπιτιού και πιάνει και βάλει το σακάκι του συχωρεμένου, το καπέλον του και τον κάνει άνθρωπο κι έχει την καρέκλα μες στην μέση του σπιτιού. Εγώ με το Σπύρο μου τον μικρό, δυο τριώ χρονώ, ήμουν μεσα στη Σοφία κι ήτο λοιπό μισοσκότεινα. Ότι που ΄θελε λοιπό να σκοτεινιάζει, ήφηα να ΄ρτω. Όπως ήφηα, τότες δεν υπάρχαν φώτα, δεν υπάρχαν τίποτι, με τις λάμπες. Όπως ανοίω την πόρτα, μπαίνω μέσα, βλέπω έναν άνθρωπο μες στο σπίτι. Γυρίζω και λέω του Σπύρου, ήτο μικρός, λέω, Σπύρο ένας άνθρωπος είναι μες στο σπίτι, πού να μπω εγώ μέσα. Του λέω τρέχα. Εγώ ηγύρισα ηπίσω και του λέω τρέχα πίσω στης Σοφίας, να ΄ρτει ο Μήτσος, να δούμε ήντα ΄ναι, ξωτικόν είναι, άνθρωπος είναι, ήντα ΄ναι. Μες στην μέση του σπιτιού ντυμένος, με<span class="Apple-converted-space">  </span>το καπέλο με το σακάκι με όλα. Έρχεται λοιπό, οι άνδρες βέβαια αν είναι δυνατό να φοβηθούν, μπαίνει μέσα, τότες σου λέω με τη λάμπα, δεν είχαμε φως. Μπροβέλει στην πόρτα και μου λέει, άνθρωπο σου ΄χου καμωμένο μες στην μέση του σπιτιού. Μπαίνει μέσα και μου λέει έλα να δεις, το σακάκι του ανδρός σου, το καπέλο του ανδρός σου. Μου ΄χει κάμει πράγματα αυτός ο θείος σου ο Μήτσος!</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/">Είχαν απάνω σε ένα καλάμι δεμένο ένα πιρούνι και κατεβάζαν από πάνω το πιρούνι και μου πέρναν τις πίτες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Και σηκώνεται απάνω και του δώνει μια κλωτσά και τον πετά στη θάλασσα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kai-sikonetai-apano-kai-toy-donei-mia-klotsa-kai-ton-peta-sti-thalassa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kai-sikonetai-apano-kai-toy-donei-mia-klotsa-kai-ton-peta-sti-thalassa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 11 Jan 2026 19:38:11 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10618</guid>

					<description><![CDATA[<p>Φασαρία με Μυκονιάτες για κλοπή λαθραίων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-sikonetai-apano-kai-toy-donei-mia-klotsa-kai-ton-peta-sti-thalassa/">Και σηκώνεται απάνω και του δώνει μια κλωτσά και τον πετά στη θάλασσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-23.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Φασαρία με Μυκονιάτες για κλοπή λαθραίων</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1 wp-block-paragraph"><b>Σταύρ:</b> Ο Γιάνναρος<span class="Apple-converted-space">  </span>μια φορά, Μιχάλη, είχε λαθρεμπόρια κρυμμένα στις Κοπριές. Ξέρεις τι σημαίνει Κοπριές; Στο νησάκι που είναι στο Κουφονήσι από πάνω. Και πήγαν λοιπόν από &#8216;δω κάτι Μυκονιάτες τη νύχτα, τα κλέψανε. Πάει ο Γιάνναρος στην Πάρο να βρει μουστούρες να πουλήσει. Λαθρεμπόρια τότες. Βρίσκει μουστούρη, δηλαδή έμπορο να σου πω και πάει να, πάει στη σπηλιά που τα &#8216;χε κρυμμένα και λείπαν τα λαθρεμπόρια. Τι λαθρεμπόρια; Ζάχαρες, πετρέλαια, κάτι άλλο που τα φέρναν από μέσα από το&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Φανή: </b>Τσιγάρα&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ:</b> Ναι. Βρε παν&#8217; τα λαθρεμπόρια, παν&#8217; τα λαθρεμπόρια. Από &#8216;δω από &#8216;κει μαθαίνει λοιπόν, ότι τα &#8216;χανε οι Μυκονιάτες. Κάτι Μυκονιάτες γνωστοί από &#8216;δω, ο Γιάννης του Αντώνη με το Κωνσταντή της Ποθητής. Ήτον ο Γιάνναρος στον Κάμπο φερμένος απ&#8217; τη Κουφονήσια. Να λοιπόν αυτός ο Μυκονιάτης κι έρχεται στον Κάμπο, ν&#8217; αράξει με το καϊκάκι το ψαροκάικό του. Βγαίνει όξω. Με το που βγαίνει όξω, ωπ πάει το βουθά. Τότες από κάτω από το μώλο του Μαραγκού ήταν ένας μώλος προσωρινός, όχι όπως είναι τώρα βέβαια, ξέρω &#8216;γω. Έκαν&#8217; ένα μωλαράκι&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Μιχ:</b> Ίσα ίσα να&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ:</b> Βοηθητικό τότες, με κοινοτικό, με κοινοτικό έργα. Βγαίνει όξω ο Μυκονιάτης, πάει τον μαγκώνει. Τον πετά κάτω, του ρίχνει δυο τρεις μπουνιές, ξέρω &#8216;γω του Γιάνναρου, αυτού του Γιάννα, του Γιάννη, το λέγαν κι αυτόν Γιάννη και το βάζει κάτω, κάτω στο αυτό κι ανοίει το&#8230; Τον πιάνει λοιπόν από &#8216;δω, από &#8216;δω τον άνοιξε το στόμα του, ο Γιάνναρος και βάζει το, τον τσάρουχά του μες στο στόμα του να, αααα. Ναι. Ο πατέρας του ο Συμιακός ήτον από πάνω &#8216;κει στου Μαραγκού, πού ήταν του Μαραγκού η&#8230; Και πάει κάτω ο Συμιακός και του λέει μανα καλέ μ&#8217;, μα καλέ μ&#8217;, μα καλέ μ&#8217;, Γιάννη μου, Γιάννη μου, για μένα κάμε το μα καλέ μ&#8217;.<span class="Apple-converted-space">  </span>Και σηκώνεται απάνω και του δώνει μια κλωτσά και τον πετά στη θάλασσα, ναι. Ξέρεις να ΄χεις το πράμα μες στη σπηλιά και να πας να &#8216;βρεις&#8230; Πηαίναν τα κρύβανε σε σπηλιές και παν&#8217; ας πούμε και βάζανε εμπόρους και πάει ο άθρωπος&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Λευτ:</b> Στην Κατοχή ήταν αυτά ε;</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ: </b>Ναι, λαθρεμπόρια ήταν αυτά&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Πριν πριν.</p>
<p class="p1"><b>Λευτ:</b> Πριν την Κατοχή;</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Πριν την Κατοχή.</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ:</b> Λαθρεμπόρια, αμερικανο&#8230; Αυτό.</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Πριν την Κατοχή&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ:</b> Ναι, λαθρεμπόρια, πετρέλαια, τσιγάρα, ζάχαρες, τέτοια.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-sikonetai-apano-kai-toy-donei-mia-klotsa-kai-ton-peta-sti-thalassa/">Και σηκώνεται απάνω και του δώνει μια κλωτσά και τον πετά στη θάλασσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kai-sikonetai-apano-kai-toy-donei-mia-klotsa-kai-ton-peta-sti-thalassa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παντρεύγουντο ωραία, με τραπέζα, με βιολιά, με ωραία&#8230; Τώρα δεν είναι ωραία.</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/des-kati-aggeloys-poy-choreygoyne-kalotarianoi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/des-kati-aggeloys-poy-choreygoyne-kalotarianoi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 01 May 2024 07:35:39 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1475</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι γάμοι στα παλιά χρόνια. Το γλέντι γάμου του Βαγγελιού.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/des-kati-aggeloys-poy-choreygoyne-kalotarianoi/">Παντρεύγουντο ωραία, με τραπέζα, με βιολιά, με ωραία&#8230; Τώρα δεν είναι ωραία.</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don10-10-Η-διαδικασία-του-γάμου.-Πρασίνου-Φανή.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι γάμοι στα παλιά χρόνια. Το γλέντι γάμου του Βαγγελιού</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Γίνουντο […] ωραίοι γάμοι. […] Οι γάμοι τότες πραγματικώς ήταν ωραίοι. Ήθελεν να ξεκινηθούν με τα βιολιά, ωραία ωραία, τραπέζα, βέβαια. Ωραίοι γάμοι γίνουντο τότες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Στο Σταυρό γινόντουσαν όλοι;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Όχι, καθενής στο χωριό του. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Εσείς πού παντρευτήκατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Εδώ μέσα. Γάμοι γίνουντον ωραίοι. Τώρα δεν είναι γάμοι, τώρα είναι σκατά. […] Άκουσε να σου πω Ηλία, θα σου πω μια κουβέντα. Τότες ηαγαπιούντον, ας πούμε. Ηπήαινε ο κάθε ένας να διαλέξει την κοπέλα. Δεν είχεν αυτήν την εξέλιξη που έχουνε τώρα, ζούνε μαζί χρόνια και μετά παντρεύγονται και μετά σε λίγον καιρό χωρίζουνε. Τότες δεν υπάρχαν αυτά. Υπάρχεν ένα σέβας, σέβουντον ο ένας τον άλλο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Δηλαδή τη γνώριζε και την παντρευόταν κατευθείαν; Δε μένανε…;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Ήρχουτον ο γαμπρός βέβαια στο σπίτι… Κατα πώς τη διορία που δώνανε. Ε, παντρεύγουντο ωραία, με τραπέζα, με βιολιά, με ωραία, ωραία, ωραία. Τώρα δεν είναι ωραία, τώρα είναι σκατά. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Εσάς ο γάμος σας πώς ήτανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Εγώ ήτον ο πατέρας μου απεθαμένος, αλλά είχαμε μερικόν κόσμο. Ύστερι ήρθανε τα βιολιά, α, ωραία ήτανε.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Βιολιτζήδες από τη Δονούσα ή από άλλα μέρη;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Ήτον ο Σκοπελίτης ο Ηλίας, ο γιος του ο… Ήταν ωραία, ωραία. Ο γάμος του Βαγγελιού του Τσίφτη ήταν ωραίος γάμος. [&#8230;] Λοιπό`, ήτονε η Τασούλα του κυρ-Νίκου η μάνα, μου λέει, «Βρε Φανή οι άντρες μας δε χορεύγου. Έρχεσαι», μου λέει, «να τραβήξωμε κάβο, να χορέψωμεν τη νύφη;» «Ε, και ποιος πάει», λέω, «τώρα εκείνο να…;» Λέω, «Ντρέπομαι.» Ε, το άκουσε ο Ηλίας ο Σκοπελίτης, θεός συχωρέστον, λέει, «Ε, αυτές οι γυναίκες θέλουν να χορέψουνε! [&#8230;]. Εσύ» μου λέει «βάλε μπρος.» Αφού λοιπό σηκωθήκα για να χορέψω, ήτον ο συχωρεμένος ο Μήτσος απάνω στου συχωρεμένου του θείου του Γιώργου. Πάει ο παπάς, τον πιάνει από το χέρι, γιατί τον ηγάπαν το Μήτσο ο παπάς. Λέει, «Παπά, ξέρω ίντα τρέχει.» Α, τότες, τότες Ηλία μου τα χιλιάρικα ηβροντούσανε. [&#8230;] «Έλα να ειδείς, έλα να ειδείς, κάτι γυναίκες που χορεύγου.» Ναι, πρόβαλε λοιπό ο συχωρεμένος, λέει, θεός συχωρέσ΄ τον, «Ελάτε να δείτε κάτι αγγέλους που χορεύγουνε, Καλοταριανοί!» Από τότε δεν ηξαναχόρεψα, πέθανε το παιδί μου, πέθανε ο άντρας μου. Ήτον ωραία πράματα… Τους έβλεπες κι είναι μαζί. Τώρα ζουν 5-6 χρόνια…μετά παντρεύγουντο, μετά χωρίζου`. Μα είναι δουλειές αυτές; Άιντε άιντε…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Δε χωρίζανε παλιότερα ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> ΄Εν ηχωρίζανε γιατί ντρέπουντο, ακούς;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/des-kati-aggeloys-poy-choreygoyne-kalotarianoi/">Παντρεύγουντο ωραία, με τραπέζα, με βιολιά, με ωραία&#8230; Τώρα δεν είναι ωραία.</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/des-kati-aggeloys-poy-choreygoyne-kalotarianoi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 11 Nov 2023 09:04:35 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5662</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κανόνες ποτίσματος στα περιβόλια. Η δίκη στην πηγή. Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/">Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-19.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κανόνες ποτίσματος στα περιβόλια. Η δίκη στην πηγή.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K: </strong>Ο καθένας είχε το χωράφι του κάτω στα περιβόλια. Τη διανομή του ποιος θα ποτίζει, ποια οικογένεια θα ποτίζει πότε, ξέρετε, έχετε ακούσει ιστορία πώς έχει γίνει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Είχα ακούσει τον πατέρα μου βέβαια, ότι είχανε κανονίσει τα πάνω περιβόλια -τα κάτω δεν υπήρχανε, τα κάτω περιβόλια, από την κάτω στέρνα τη μεγάλη που είναι ο πλάτανος και κάτω, ήτον ναι μεν, αλλά αμπέλια, τέτοια, δεν ήτανε περιβόλια, δεν ήταν ποτιστικά, ήτανε μόνο η Βρύση απάνω. Μετά που μεγαλώσαν και παιδιά αυτώνω που τα `χανε, τα χτίσανε λοιπόν και τα ημερέψανε, να τα κάνουνε ποτιστικά. Είχαν λοιπον κανονίσει την Κυριακή να μην ανοίγεται η Βρύση απάνω καθόλου για να μαζεύεται το νερό να πάει στην κάτω. Να τρέχει όλη μέρα, να γεμίζει η κάτω στέρνα την Κυριακή και επειδή ήταν το περιβόλι πιο μεγάλο και πιο μακριά από όλα, ήπαιρνε πάντα της Δευτέρας το νερό ο πεθερός μου και την Παρασκευή το μοιράζανε μαζί με το Ζαράνη. Ήπαιρνε ο ένας, πότιζε πρώτα, και μετά το `παιρνεν από πάνω ο Ζαράνης. Ποτίζαμε κι εμείς εκεί κάτω και γι` αυτό τα θυμάμαι. Μετά, αφού πλήθυνε πια το κάτω περιβόλι, αποφασίσανε να μην ανοίγει απάνω η στέρνα καθόλου. Τότε είχεν πολλά νερά. Λοιπόν κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου, του πατέρα μου ο πατέρας, με τον γερο-Νικητιό νομίζω, με της Ζαράναινας τον πατέρα, για το νερό. Ένα στερνάκι που `ναι πάνω από τη Βρύση ήτανε του Μαρκάκη, αυτός που `τανε αδερφός του παππού μου, και το νερό δεν το `φηνε, λέει, να κατεβαίνει κάτω, το κράταγε μόνο και πότιζε το δικό του. Ο παππούς μου όμως του λέει, ότι εφόσον το χειμώνα πάει μέσα στη στέρνα τη δημόσια, πρέπει να μας αφήνεις και μας το καλοκαίρι απόνερο, να κατεβαίνει μέσα στη στέρνα, να φτάνει, να ποτίζωμε τα περιβόλια. Πήγανε μέχρι και δικαστήριο. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση και δίκασε. Στη Βρύση ήρθε, δυο φορές το φέραν το δικαστήριο και δίκασε, για να δούνε επιτόπου πώς είναι τα πράματα. Του λένε, λοιπό, «Το χειμώνα όταν χειμωνιάσει, το νερό πού το πας;» του `πανε του Μαρκάκη. Λέει, «Εκατεβαίνει μέσα στη στέρνα ετούτη, που `ναι στη Βρύση.» Λέει, «Τότε θα το κρατάς και το χειμώνα, θα το βάλεις μες στην τραφιά σου, θα το γυρίσεις μεσα στο δικό σου. Εφόσον δεν το αφήνεις το καλοκαίρι να έχει δικαίωμα να πάρουνε κι οι υπόλοιποι, θα το κρατάς και το χειμώνα. Μπορείς;» Λέει, «Όχι.» «-Ε, τότε λοιπό θα αφήνεις το απόνερο μόλις ποτίσεις. Θα ποτίζεις μόνο μία τραφιά αυτή που `ναι εκεί δα κάτω-κάτω, και μετά θα το γυρίζεις μες στη στέρνα τη δημόσια.» Και τότε […] χωρίσανε και τις ημέρες. Εμάς ποτίζωμε το δικό μας το περιβόλι, εμένα, του Βαγγέλη απάνω και αυτό που είναι εδώ στη Βρύση της εκκλησίας, και αυτό που είναι από πάνω από του Αναστάση που το `χει η Σοφία, ποτίζωμε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο. Ξέρω και τις ώρες. Αφήνανε τη μεσημεριανή στερνιά, γιατί περιμένανε, αν δεν πηγαίνανε όλα τα ζώα να πιούνε νερό, κατσίκια που `χανε όλοι, τα γελάδια, τα γαϊδούρια, όλα να πάνε στη Βρύση να πιούνε νερό. Έπρεπε να μείνει η στέρνα, να γεμίσει, για να πιουν τα ζώα πρώτα και μετά ν` ανοίξουνε τη Βρύση, τη στέρνα. Κι επειδή ήτανε το περιβόλι μας πιο μακριά και ήθελε πολύ νερό, παίρναμε τη μεσημεριανή στερνιά πάντα. Εγώ τον εθυμάμαι τον Γραπουσανό που το `χε το περιβόλι αυτό και καθότανε στη Βρύση, είχε μια παγκάδα και καθόταν και περίμενε να πιούνε, ένας-ένας τα κτήματα που πηγαίναν κάτω, αν είχε πάει και το τελευταίο, για να ανοίξει, να πάει να ποτίσει.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Άκουγα κι εγώ σαν παιδί πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-20-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Σχετικά με θρύλους που λένε διάφορα για τη βρύση, για το νερό κι όλ΄αυτά, έχετε ακούσει;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Α, άκουγα κι εγώ σαν παιδί, [&#8230;] πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Εγώ θυμάμαι που μας λέγανε ότι όποιος είναι να πάει βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί [&#8230;] το να κρατάς μαζί σου ένα κομμάτι ψωμί. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ελ: Επειδή πώς το βάζει ο παπάς που σε κοινωνάει, το σίτο, τον οίνο και το έλαιο&#8230; Το ψωμί είχε τη δύναμη και δε σε πλησίζε, λέει, το ξωτικό, έτσι μας λέγαν κι εμας. Άμα βγαίναμε βράδυ έξω, λέει κράτα&#8230; Εμείς τα παιδιά βέβαια δεν πηγαίναμε πουθενά, αλλά άμα πήγαινε ο πατέρας μου που σηκωνότανε να πάνε στα ψαρέματα τη νύχτα είτε απ ΄έξω είτε&#8230; Βάλε κι ένα κομματάκι ψωμί μαζί μες στη τσέπη σου. [&#8230;] Ένα κομματάκι ψωμί. Γιατί το ψωμί είναι σταυρωμένο και δεν κάνει ούτε να το πατάμε ούτε να το πετάμε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Κι εδώ για τη βρύση τι λέγανε;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Μας λέγαν, ότι υπήρχανε λέει νεράιδες εις τη βρύση και είχαν ακούσει λέει κάποιοι δεν ξέρω, ότι είχαν τα μωρά τους. Πηγαίναν και πλέναν τα ρούχα τους στη βρύση και τ΄ακούγαν που κλαίγανε τα παιδιά. Αυτά θα ΄ταν φαντασίες. Μια κουκουβάγια να φώναζε τη νύχτα και λέγαν πως είναι τα παιδιά της νεράιδας. Όποτε δεν το πίστεψα βέβαια. Ε, καλά σαν παιδιά μας φοβίζανε και φοβόμασταν να πάμε, αλλά εγώ πολλές φορές [&#8230;] που άντεχα και πήγαινα κάτω και πελεμούσα και σκοτεινιαζόμουνα και ΄ρχοτανε η συχωρεμένη η γριά Πλυτώ εδώ κάτω [&#8230;] κι έλεγεν της Ειρήνης, βρε συ αυτή η Ελευθερία λες να παθε τίποτα και δεν έχει ανεβεί ακόμα; Και κατέβαινε η κακομοίρα κάτω και με γύρευε. Μου λεγε, λοιπόν, η Ειρήνη, ε δουλειές[?] τέτοια ώρα που κάθεσαι κάτω; Λέω, τι να δουλώ[?]; Δεν πάω μου λέει&nbsp; τέτοια ώρα εγώ στη βρύση, που να μου δίνουνε τι. [&#8230;] Δεν το σκέφτηκα ποτέ να φοβηθώ, σκοτεινά που να ΄ναι κάτω. Μια φορά [&#8230;] μόλις στρίβουμε, που ΄ναι η ταμπέλα βρύση και Λιβάδι, που ΄ναι η ταμπέλα ακριβώς,&nbsp; το από κάτω τραφάκι το ΄χεν ο γέρο Κώστας απάνω και το ΄χανε όλο αγκιναριές. Τότε όλα&nbsp; ετούτα τα περγαλίδια ήταν γεμάτα αγκιναριές. Ξέρεις πόση αγγινάρα έβγαζε εδώ; Τα περγαλίδια όλα μόνο αγκιναριές είχε, [&#8230;] δεν είχε φραγκοσυκιές καθόλου ούτε μία, μόνο αγκιναριές είχαμε. Και είχαμε μεγαλώσει πια και του λέω&#8230; Ήταν ένα βράδυ πια σκοτεινά κι είχεν έρθει κάτω για να βεγγερίσωμε και του λέω, δεν κόβεις τις αγκινάρες σου μόνο θα ξεποχιάσουνε, που ΄ναι κάτω στο Γυρισμα; Το λέγαμε Γύρισμα επειδή πήγαινε το ένα έτσι και τ΄αλλο αλλιώς. Λέει, μπα αφού δεν τις τρώει κανένας. Λέω κρίμασι.&nbsp; Ε, δεν πας να τις κόψεις;&nbsp; Λέω να πάω τώρα; Μου λέει, άμα είσαι άξια να πας τώρα, μου λέει χαλάλι σου. Πήαινε κόψε τις. Λέω, θα πάω. Μου λέει, δεν το πιστεύω. Ήταν σκοτεινά πια. Μωρε πήγα εγώ και γέμισα ένα καλάθι μέχρι απάνω. Λέω, τι να φοβάμαι τις νεράιδες που λένε, πώς κλαίνε στη βρύση;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Οι άλλοι δεν πηγαίνανε δηλαδή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Δεν πηγαίνανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Δεν πάνε εύκολα.&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/">Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 10 Nov 2023 11:31:31 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2442</guid>

					<description><![CDATA[<p>Εύθυμες και πένθιμες ρίμες. Το ποίημα της Αγίας Σοφίας.  Στίχοι από παλιά κάλαντα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/">Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-12.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Εύθυμες και πένθιμες ρίμες</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Επήγαινα στη Μεσσαριά κι εκεί στα σκαλοπάτια[?] [&#8230;] κι εκεί που με ποτίσανε τριώ λογιώ φαρμάκια. [&#8230;] Επήγαινα στη Μεσσαριά για ν΄αποχαιρετίσω και πάντιξέ [?] μου ο χάροντας και μου ΄πε στρέψε πίσω. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Αυτά τα βγάζετε τώρα ή τα ΄χετε ακούσει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όχι από μικρός μικρός.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Τα ΄χω βγάλει από&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ε από 30 από 20. [&#8230;] Ναι ο ίδιος τα ΄χει σχεδιάσει [&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Για θυμηθείτε κι άλλες τώρα που πήρατε φόρα! [&#8230;] </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Άκουκεν πως θα κατεβώ στο μαυρισμένον Άδη, που ΄ναι ψηλός σαν εγκρεμός βαθύς σαν το πηγάδι. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ν:</strong> Ο Κώστας του Σταύρου έλεγε τι ΄ναι στο Σοχωράκι&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Α τότες ημαλώναν απάνω που κανε το θέρος εκείνο στο Σιχωράκι. Ήταν ο μακαρίτης ο Στέλιος πήαινε θέριζε και ηπήαν οι άλλοι και ημαλούσαν, πάνω τσακωθήκανε. Ήρτεν από Καλοταρίτισσα η Πετσετάκενα κι εκείνε κι ήταν ο Κώστας του Σταύρου κάτω στο περβόλι, ανέβειν πέρα στο σπίτι του και ήκουσειν και φωνάζειν, βρε παιδιά τι ΄ναι στο Σιχωράκι; Αμέσως η Ζαρανιά τον ήκουσεν κι λέει ο Κώστας του Σταύρου φώναζε τι ΄ναι στο Σοχωράκι,  του Σμαραγδιού το σώβρακο εσχίστηνε λιγάκι. [ed]  </p>



<p class="wp-block-paragraph">Ήτονε μια φορά εκεί πάνω, είχανε ένα χωράφι, το ΄χανε δώσει εδώ. Ήτονε μια της Πετσετάκενας εκεινής, είχε παντρευτεί του Περιβολάρη ο γιος ο Στέλιος. Του ΄χανε δώσει ένα χωράφι εδώ πάνω, το ΄χε λοιπό σπύρει. Αφού δεν ξέρω δυο τρία χρόνια τέσσερα ήτανε παντρεμένοι και πόθανε μετά, αυτή τη λέαν Καλλιόπη. Πόθανε την πήγαν στην Αμοργό, πόθανε. Ήταν το χωράφι, ήρτεν ο Μάης, μπήκαν να το θερίζου. Ήταν η Ζαρανιά αντίκρυ και ήρταν από πίσω και τους κάναν μπόλεμο και τους λέει η Ζαρανιά, ακούσετε να σας ειπώ εις στις οχτώ του Μάη, τα στάχυα που θερίζανε ποιος θα τα πρωτοπάρει; Στου γέρου Κώστα τις σπηλιές μέσα σ΄αυτή την πόλη, δίχως μπαρούτι και φωτιά ησκοτωθήκαν όλοι. Ο Περβολάρης έτρεχεν να πιάσει μια μαγκούρα μ΄όλα τα γεροντάματα εγώ θα κάμω γιούρα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Αυτή, Ποπάκι μου, τη ρίμα [&#8230;] να της πεις στη μαμά σου, πως την ήλεεν πες η νονά σου. Η νονά σου πες τις ήβγαλεν αυτές. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H: </strong>Αυτά τα βγάζατε με μιας; [&#8230;] Τα τραγουδάγατε κιόλας;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ναι ναι ναι ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όχι, έτσι τα σκέβγουντο και τα βγάλανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>M: </strong>Αυτή έβγαζεν πολλά εκείνη δα η γυναίκα. Ήτανε του Ζαράνη η γυναίκα ήκουεν αυτή, Σοφία εδώ πάνω, του γέρου Νικητιού κόρη ήτανε. [ed] Ήβγαλε που λες καμπόσα και στο τέλος τους είπε Σοφία η ποιήτρια καταγωγή Σιγάλα αφήστε με παρακαλώ να τραγουδώ μεγάλα. Η Ζαρανιά έβγαλε τα ποιήματα. Είχε βγάλει πολλά. Αφού τα ΄στειλε να τα τυπογράψουνε τότες [&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Κι ο συχωρεμένος ο Νικόλας [&#8230;] κι εκείνος είχε πολλά βγαλμένα στη μάνα του την κακομοίρα. [&#8230;] Τα ΄χε γράψει όλα τα τραγούδια, αλλά τα βρανε οι συγγενείς και του τα κάψανε. Όλα αυτά τα τραγούδια που τα ΄χε. [&#8230;] Τόσο λυπητερές ρίμες όπου είχε πεθάνει η μάνα του η κακομοίρα, που τις ήβγαλε, της έβγαλε ας πούμε τραγουδάκια ο κακόμοιρος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Αφού ετοιμαζόσουνα ν΄αφήσεις τη ζωή σου, γιατί δε μου το έλεγες να ΄ρθω κι εγώ μαζί σου; [&#8230;] Οι αλήθειες γίναν ψέμματα τα ψέμματα αλήθειες, έφυγες μητερούλα μου και πίσω πια δεν ήρθες. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Και γιατί πέθανε ας πούμε η κακομοίρα κι ήμεινε μονάχος, [&#8230;] της ήβγαλε ας πούμε ποιηματάκια. Σου λέω πάκα, πάκα χαρτιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ναι ναι είχε γράψει κόλλες πολλές πολλές ο Νικόλας, αλλά δεν υπήρχε να τις πάρω τις κόλλες που θελα να τις διαβάσω, μόνο τις ηπήραν, τα κάψανε, τι τα κάμανε. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Εκείνος (αναφέρεται στον άντρα της) ήτανε σου λεώ με τη γυναίκαν που έχει τη μαμά σου βαφτίσει και τον είχε ξεφτέρι κάμει σε όλα. Όλα και σε ποιήματα και σε αυτά τα κάλαντα και τα πάντα, γιατί τα λεεν εκείνη και τον είχε κοπέλι εκεί και τον ησπούδαζε. </p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Έπεσα και κοιμήθηκα κι είδα στο όνειρό μου, να χτίσω την Αγιά Σοφιά να ΄ρθώ στο λογισμό μου</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-14-Της-Αγίας-Σοφίας-το-ποίημα.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Το ποίημα της Αγίας Σοφίας</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Της  Αγιά Σοφιάς το ποίημα που ε&#8217;ιχε ο συχωρεμένος [ch-].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Αλλά πώς ξεκινάει; Δεν μπορώ να το σκεφτώ. [&#8230;] 23 μερόνυχτα ήμουνα στο κρεββάτι ούτε φαί ούτε καφέ στο στόμα μου να βάλω και τότες απελπίστηκα πως ήρθε να πεθάνω. Έπεσα και κοιμήθηκα κι είδα στο όνειρό μου, να χτίσω την Αγιά Σοφιά να ΄ρθώ στο λογισμό μου. Την εκκλησία έχτισα με το καμπαναρίο της, έχει και το σπιτάκι της και το προαύλιό της. Παρακαλώ σας βρε παιδιά να τη φωτολογάτε, πάτε να τη θυμιάζετε, να μην την εξεχνάτε. Γιατί είναι μάνα που πονεί, κοιτάζει ένα ένα, που ανεστήνει τους νεκρούς, ανέστησε και μένα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Θεός συχωρέστον εκεί δα που είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Έτσι ακόμα είναι κάνα στιχάκι μόν΄ το ξεχνώ πως το λέει το τελευταίο. [&#8230;] Η Αγιά Σοφιά μ΄ανέστησε κι οι τρεις τις θυγατέρες. Η μια είναι η Πίστη, η Ζωή κι άλλη η Αγάπη, γι΄αυτό τους έχει κι ο Θεός μες σε χρυσό παλάτι. Έτσι είναι το τέλος, μέχρι εκεί. [&#8230;] Το διάβαζε ένας καθηγητής πέρα και λέει ααα αυτός ο άνθρωπος, λέει, ήταν ποιητής.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Ήγιασεν, λέει, που το ΄χει βγάλει λέει αυτό το αυτό.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Ηπόπαμεν τ΄αφέντη μας, του μπέη του λεβέντη μας </h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-15.-Κάλαντα.-Τα-λέαν-ας-πούμε-στα-παλιά-χρόνια.-Πράσινος-Δημήτρης.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Στίχοι από παλιά κάλαντα</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ηπόπαμεν τ΄αφέντη μας, του μπέη του λεβέντη μας, να πούμεν της κυράς μας της καλονοικοκυράς μας, κυρά ψηλή κυρά λιγνή κυρά καμαροκρίδα, που ΄χεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος, κύρα μου όταν στολιστείς και βάλεις τα καλά σου πως τρελαίνει η ομορφιά σου. Αν έχεις κόρη έμορφη γραμματικός τη θέλει, αν είναι και γραμματικός πολλά προικιά γυρεύει. Θέλει αμπέλια τρίγυρτα κι αμπέλια τριγυμένα, θέλεικε και την θάλασσαν μ΄όλα της τα καράβια. Αλλά ξεχνάω την αρχή μωρέ, πώς είναι η αρχή του αυτή δα. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτό που μας είπατε θείε ήταν [&#8230;] κάλαντα; Το προηγούμενο που δε θυμόσαστε την αρχή [&#8230;] Είναι κάλαντα αυτά που τα λέγατε τα Χριστούγεννα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ναι ναι κάλαντα είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Ναι ναι ναι ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Κάλαντα. Τα λέαν ας πούμε στα παλιά χρόνια ας πούμε εδώ. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Όλοι οι αθρώποι του χωριού ήτανε. Θυμάμαι εγώ τον Περβολάρη, το γέρο Περιβολάρη, εγώ ήμουν δώδεκα χρονώ΄, δώδεκα χρονώ και όλοι λοιπόν οι αθρώποι οι χωριανοί&#8230; Πήγαινεν αυτός εμπροστά και τα ΄λεγε κι ακολουθούσαν όλοι και τα λέγανε τα κάλαντα αυτά που σας είπα στο πρώτο. Όλα γύρω γύρω στο χωριό στα σπίτια απ΄ έξω ναι ναι ναι. Είναι πολλά αλλά σε λέω έχω ξεχάσει την αρχή του πως αρχινάει εκείνο, αυτό που σας ηπρωτόπα. Ναι είναι πολλά και τα κάλαντα. Θέλει ώρα να τα σκεφτώ, γιατί είναι σου λέω πολλά χρόνια που τα παρατήσαμε. Αφού ΄μουν δώδεκα χρονώ που τα λέγαν αυτά, τα λέγαμεν τότες.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/">Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 10:01:26 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1820</guid>

					<description><![CDATA[<p>Καλοταρίτισσα Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-12-Και-του-δίνουνε-ολόκουπο-και-πάνε-στη-Μουτσούνα-Πράσινος-Σταύρος.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Καλοταρίτισσα &#8211; Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ήτανε ήτανε βαγιανή μεγαλοβδομάδα. Ήτανε ο συχωρεμένος ο Μήτσος. Πόσω χρονώ, δεκατεσσάρω χρονώ, δεκαπέντε χρονώ παλληκαρόπουλο ήτανε; Αλλά λέμε παλληκάρι, ε; […] Λοιπό` που λες μαστρο-Ηλία, εκεί στην κάμαρα που κοιμόνταν ο συγχωρεμένος ο πατέρας, μπροστά στην πόρτα ήταν ένα καμάρι από πάνω, ένα καμάρι είχανε, και κει πάνω βάζαν τα ψωμιά άμα ζυμώνα. Σηκωνόταν λοιπόν ο συγχωρεμένος κι ήβλεπε το καμάρι αδειανό κι ερχόταν Λαμπρή. «Ρε γαμώ την ψυχή του», λέει, «μέσα, Λαμπρή έρχεται. Τι θα γίνει από ζυμωτό, από αλεύρι, να ζυμώσωμε, να κάνουμε το ψητό, να κάνουμε κάνα κουλούρι τη Λαμπρή», ξέρω γω. Σκεβότα<sup>1</sup>, σκεβότα, σκεβότα τι να κάμει, τι να κάμει. Βάρκα δεν είχε, μέσο δεν είχε. Ένας γείτονάς μας λοιπό` είχε ένα βαρκί, που το έπαιρνε ο ίδιος και πήγαινε στους χάνους. Εφερειπεί αυτό το βαρκί να `τονε σαν το δικό σας, πιο μικρό. Σηκώνεται απάνω, νύχτα και κάνει την απόφαση και πάει και ξυπνάει τον συγχωρημένο τον Μήτσο, πιτσιρικάς. Του λεει, «Σήκ` απάνω.» Κι είχεν όλα-όλα του 700 δραχμές. Λέει, «Σήκ` απάνω.» Καλοσύνη, καλοσύνη βέβαια. Λέει, «Πού θα πάμε;» «Ρε σήκω απάνω που σου λέω.» Και φεύγουνε και πάν` κάτω στο Βλυχό, στην αμμουδιά. Εκεί ο γείτονάς μας είχε το βαρκί του βάλει, αυτο το χανόβαρκο, το είχε βάλει μες στο σύρμα. Το φουντάει το βαρκί, το πετάει στην θάλασσα με τον συγχωρεμένο τον Μήτσο και βάζουνε από κει τα κουπιά από μέσα από το Βλυχό. Καβαντζάρουν, καβαντζάρουν τα Σωβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά! </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Με κουπιά ή με μηχανή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Με κουπιά, με κουπιά. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Πανί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Τίποτα, τίποτα. Τεσσάρι. Δυο μπρος, δυο πίσω κουπιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αγάντα, αγάντα, αγάντα. «Άλα κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου καλά, κι όταν πάμε στη Μουτσούνα, θα σου πάρω και χαρβά να φας.»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε</strong>: Ήλεγε του παιδιού, ήλεγε του παιδιού. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Τότες ο χαρβάς ήτανε…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε</strong>: Τότες ο χαρβάς ήτανε… πού να τον δεις τον χαρβά. Μαύρο χαβιάρι που λένε ήτον ο χαρβάς. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Καμία φορά, αγάντα, αγάντα, αγάντα, πιάνει τις Μάκαρες. Πίσω απ` τις Μάκαρες, ξεκουράσθησα. Ήταν δα και πιο μέρα. Πάλι κουπί, πάλι κουπί και πάνε στη Μουτσούνα. Τα καταφέραν και πήαν στη Μουτσούνα  με το βαρκί. Πάνε λοιπόν, εκεί ο πατέρας μου εγνώριζε έναν που `χε τ` αλεύρια. Τότες η Μουτσούνα άκμαζε! Ήταν τα νεώρια, τα σμιρίγλια, βέβαια, το σμιρίγλι. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Τι είναι αυτό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Πέτρα, το σμιρίγλι. Ήταν ο ονομαζόμενος ο Μιχαλούκος ο Σκληράκης. Η Μουτσούνα είπαμε, ότι ήκμαζε. Πάαιναν τα βαπόρια και φορτώναν σμιρίγλι. Κατεβαίναν από πάνω, πάνω από τα ορυχεία κατεβαίναν το σμιρίγλι, το φορτώνανε τα βαπόρια. Νεώριο. Ένας κουβάς απάνω, ένας κάτω. Λοιπό`, πάνε στο Σκληράκη το Μιχάλη. Μπακαλική, τα πάντα, χαρβάδες, μακαρόνια, μπακαλική, τα αλεύρια. Όλα-όλα τα λεφτά του παππού ήταν 700 όλα. Βγάζει το βαρκί, βγαίνει έξω, πάει στο Μιχάλη -τον εγνώριζε, γιατί πααίνανε ψάρια πέρα και πουλούσαν στη Μουτσούνα. Βαρκαριές. Κατεβαίναν οι Αξιώτες κάτω με τα μουλάρια, τότες δρόμους δεν είχε, κι είχαν τα καφάσα οι μανάβηδες και βάζαν τη γούπα και πααίναν στα χωριά. Είχε μεγάλη κίνηση η Μουτσούνα λόγω τα σμιρίγλια. Μπαίνει μέσα λοιπό`, βλεπει το αλεύρι. Ήταν λοιπόν τα αλεύρια εβδομηντάρικα τσουβάλια, οκάδες, εβδομήντα οκάδες ήταν το τσουβάλι. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ήταν οκάδες τότες όχι κιλά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ήταν τα εβδομηντάρια τσουβάλια 700 δραχμές. Παίρνει το τσουβάλι ο  συχωρεμένος ο πατέρας, το στήνει όρθιο, το πάει επά στο μόλο.  Πάει ακουμπά 700 δραχμές του Μιχαλού.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Δεν του `μεινε τίποτα, για να πάρει του παιδιού ένα κομμάτι χαρβά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Έβλεπε λοιπόν το χαρβά το παιδί και του λέει ο πατέρας, του Μιχαλού λέει, -είπαμε ότι ο χαρβάς τότες ήτον μαύρο χαβιάρι. Του λεει του Μιχαλού που λε` -τον γνώριζε ο πατέρας μου τον Μιχαλό, ήταν πολύ γνώριμοι […]. Λέει, «Μιχάλη, κόψε ένα κομμάτι χαρβά του παιδιού γιατί έτσι κι έτσι.» Λέει, «Ο χαρβάς, Βασίλη, θέλει λεφτά.» Λοιπόν ήθελε να του κόψει ένα κομμάτι…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ένα κομματάκι του παιδιού να του φύει..</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> H κελομάρα! </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Δεν είχε άλλα λεφτά να του πάρει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong>  Δεν είχε μία. Μένει λοιπό` ο μπάρμπα Βασίλης με το γιό του στη Μουτσούνα, το τσουβάλι τ` αλεύρι, το βαρκί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Νηστικοί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Πού να πάει τώρα αυτός ο άνθρωπος; Η καλή του τύχη, η καλή του τύχη ήτανε τότες το Νικητούρι ο Σκοπελίτης, αυτός ήταν ψαράς. Δηλαδή ο Σκοπελίτης το Νικητούρι ήταν αδέρφια με το Σκοπελίτη το Γιώργη. Αδέρφια. Ήταν ψαράδες αυτοί. [&#8230;] Όπως καθόνταν λοιπό` κει δα στη γωνιά κι ήτον απελπισμένος, έρχεται το Νικητούρι με τη βάρκα του φορτωμένη γούπα, με την οικογένειά του, τα παιδιά του, ήταν ο γιός του ο Μήτσος, ο Γιάννης, κι ένα άλλο παιδί, ο Ηλίας, αυτούς είχε. Φέρνου λοιπό` τη γούπα, μόλις βλέπουν τον πατέρα, «Βρε Βασίλη!» του λέει. Τον εκαλέσαν, φάγανε, βράσαν, τηγανίσαν. Μετά του λέει, «Νικήτα, θέλω να πάω στη Ντονούσα.» «Ναι Βασίλη. Βάλε το αλεύρι μες στη μεγάλη βάρκα, δέσε το βαρκί πίσω από τη μεγάλη βάρκα» και βγαίνουν όξω, κάνουν το πανί, έρχονται στις Μάκαρες. Αλλά επειδής ο καιρός ήτον λίγο ατσαλωμένος, τον έφερε, λέει, μέχρι τα μισά. Τον πατέρα με το βαρκί. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Ήτανε καλό, λέει, το Νικητούρι. Πολύ φιλότιμος, καλός!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Βάλτει λοιπόν το αλεύρι μες στο βαρκί και το πάει στην Καλοταρίτισσα μες την νύχτα. Σηκώνεται το πρωί ο νοικοκύρης που είχε το βαρκί και πάει κάτω, το πρωί που έφυγε το βαρκί. Δηλαδή πήε ο πατέρας μου τη νύχτα, ηπήρε το βαρκί να πάει στη Μουτσούνα, το αλεύρι. Επήε το πρωί ο νοικοκύρης, να το πάρει να πάει στους χάνους. Έλειπε το βαρκί, έλειπε το βαρκί. Πάει απάνω, «Πω, γαμώ την ψυχήν του, μου πήραν το βαρκί μου!»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όλο την ψυχήν του έλεγε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ξέρω εγώ, κι έγινεν φασαρία. Ποιος την πήρε την βάρκα. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε: </strong>Νόμιζε το κλέψαν το βαρκί. Λέει το κλέψαν, ποιος το πήρε το βαρκί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Η συχωρημένη η μάνα, ας πούμε η γιαγιά, η μάνα μου, ήξερε την υπόθεση. Ήταν ας πούμε αυτή, ήταν μια γυναίκα καλή γειτόνισσα και η μάνα μου, ας πούμε, ήτον καλή γυναίκα. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Φιλότιμη γυναίκα η μάνα του η γιαγιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αφού λοιπόν άκουγε τον Δημητράκη, άκουγεν ας πούμε το νοικοκύρη του βαρκιού και οχλαγωγούσε και μάλωνε, ξέρω γω, κι έσκουζε, πάει και της λέει της γειτόνισσας της Μαριώς, η μάνα μου: «Πε του μπάρμπα Δημήτρη να μην φωνάζει, και ο άντρας μου ο Βασίλης ηπήρε το βαρκί και ηπήε στη Μουτσούνα να φέρει αλεύρι, να ζυμώσωμε τη Λαμπρή, που δεν έχωμε ψωμί.» Μάντα δω, μάντα δω [&#8230;] Πάει λοιπόν και του λέει. «Ε, μη φωνάζεις Δημητράκη, μην φωνάζεις Δημητράκη και θα `ρθει το βαρκάκι.» «Γαμώ την ψυχή του! Ποιός μου πήρε τη βάρκα;» Αφού λοιπόν το `φερεν το αλεύρι, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου στο σπίτι, 70 οκάδες αλέυρι, γεμίζει η μάνα μου η συχωρεμένη μία λεκάνη τέτοια αλεύρι. Τότες το αλεύρι ήτονε… </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Σου λέω για τυρί το τρώαν το άσπρο ψωμί. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Γεμίζει λοιπόν μια λεκάνη τέτοια και την πάει απάνω και της λέει… Αυτή ας πούμε η υπόθεση πόσο ήταν, ήτονε 48 ώρες, να πάει ας πούμε ο πατέρας μου στη Μουτσούνα και να `ρτει. Γεμίζει μια λεκάνη αλεύρι, την παίρνει λοιπόν, της την πάει στην κυρά Μαριώ και της λέει, «Έλα Μαρία, πάρε να κάμεις τηγάνι στο Δημητράκη.» «Μάντα δα, ίντα;» «Δεν πειράζει, δεν πειράζει.» Αφού ήρτε λοιπόν ο άντρας της, τα κατσίκια ήβοσκε, του λέει «Μάντα δα, μάντα δα, θα κάνουμε τηγανίτες που… δε` ίντα μας ήφερε η Μαρία που πήρε το βαρκί.» «Ε, γαμώ την ψυχήν του πιο καλά…»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ήταν το βαρκί, αλλά αφού γύρισε ο παππούς, ήβαλε η γιαγιά την λεκάνη με το αλεύρι, του το πήγε, σου λέει «Πάρε και συ να κάμεις τηγανίτες, που `ναι Πάσχα ας πούμε, να κάμεις ένα ψωμί των παιδιών σου.» […] Η ανέχεια, τι είναι η ανέχεια. <strong>Σ:</strong> Αυτά είναι.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>σκεφτόταν</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ερχόντουσαν οι Ναξώτες ψαράδες κυρίως και τους παίρνανε για τίποτα τα κρομμύδια</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/erchontoysan-oi-naxotes-psarades-kai-toys-pairnane-gia-ena-kommati-psomi-ta-krommydia-itane-i-prosopopoiisi-tis-agathosynis-aytoi-oi-anthropoi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/erchontoysan-oi-naxotes-psarades-kai-toys-pairnane-gia-ena-kommati-psomi-ta-krommydia-itane-i-prosopopoiisi-tis-agathosynis-aytoi-oi-anthropoi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 11:46:00 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5191</guid>

					<description><![CDATA[<p>Εμπόριο κρεμμυδιών.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/erchontoysan-oi-naxotes-psarades-kai-toys-pairnane-gia-ena-kommati-psomi-ta-krommydia-itane-i-prosopopoiisi-tis-agathosynis-aytoi-oi-anthropoi/">Ερχόντουσαν οι Ναξώτες ψαράδες κυρίως και τους παίρνανε για τίποτα τα κρομμύδια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don28-4.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Εμπόριο κρεμμυδιών</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μ:</strong> Οι ντόπιοι πώς σας υποδεχτήκανε εκείνη τη χρονιά;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Οι ντόπιοι ήτανε άνθρωποι… η προσωποποίηση της αγαθοσύνης. Ιδίως εμείς, έχοντας εμπειρίες από Ναξώτες παμπόνηρους -οι οποίοι Ναξώτες τους κοροϊδεύανε αγρίως και τους εκμεταλλευόντουσαν. Γιατί το μόνο που παρήγαγε η Δονούσα ήτανε κρομμύδια, τίποτ` άλλο. Ερχόντουσαν λοιπόν οι Ναξώτες ψαράδες κυρίως, και Κουφονησιώτες, και τους παίρνανε για… όχι ένα κομμάτι ψωμί, για τίποτα, τα κρομμύδια. Τα οποία οι άνθρωποι τα κουβαλούσαν και από πάνω προς τα κάτω. Και τους τα παίρνανε δηλαδή… Μα αν σ` εμάς… Εμάς πιο πολλά μας τα δίναν έτσι, αλλά αν εμάς… Τους λέγαμε, «κάτι θα πάρετε». Εκείνοι τους κοροϊδεύανε και τους τα παίρνανε για το τίποτα, και μου φορτώνουν τα καΐκια κρομμύδια… Τους στείλανε δεν ξέρω, κάτι ψάρια, ούτε ξέρω τι κάνανε, κι εμείς να τους λέμε με τρόπο, μην τους τα… τόσο, ξέρω γω, και δε μας ακούγανε. Ήτανε η προσωποποίηση, σας λέω, της αγαθοσύνης αυτοί οι άνθρωποι.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/erchontoysan-oi-naxotes-psarades-kai-toys-pairnane-gia-ena-kommati-psomi-ta-krommydia-itane-i-prosopopoiisi-tis-agathosynis-aytoi-oi-anthropoi/">Ερχόντουσαν οι Ναξώτες ψαράδες κυρίως και τους παίρνανε για τίποτα τα κρομμύδια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/erchontoysan-oi-naxotes-psarades-kai-toys-pairnane-gia-ena-kommati-psomi-ta-krommydia-itane-i-prosopopoiisi-tis-agathosynis-aytoi-oi-anthropoi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
