Είχαν απάνω σε ένα καλάμι δεμένο ένα πιρούνι και κατεβάζαν από πάνω το πιρούνι και μου πέρναν τις πίτες

Οι φάρσες του Δημήτρη Κωβαίου στη θεία του την Ευαγγελία
Ε: Και τι μου ΄κάνεν και μια φορά πάλι, αυτός ο πειρασμός ο θείος σου ο Δημήτρης;
Η: Τι;
Ε: Λοιπό ήτο Φώτα κι ήψηνα πίτες και ήντα ΄καμε; O Μήτσος με το Μιχάλη της Χήρας. Ηκαθούμαστε λοιπόν μέσα στην κουζίναν εκείνη. Ήτον η συχωρημένη η Ποθητή, η μάνα της Σοφίας, ο Μήτσος που ΄το λεύτερος, ηγαπούσα με τη Σοφία και ο άντρας μου κι εγώ είχα τις πίτες κι ήψινα στην παραστιά βέβαια, γιατί ούτε γκάζι ούτε τίποτι. Λοιπό, τις ήριχνα μέσα στην κατσαρόλα με τα ξύλα, που ήναβγιε, να ψήνουνται και γύριζα και των ηκουβέντιαζα ας πούμε εκεί που κάθουντο. Λοιπό ήβαλα μέσα, ηκανόνιζα δέκα δεκαπέντε πίτες μες στην κατσαρόλα. Μετά τις ήβγαλα κι ήβρισκα μισές. Μα καλά με την κουβέντα, λέω, λάθος κάνω και βάλω τόσες και μετά βρίσκω λίγες; Μια φορά, δυο. Και με την κουβέντα τώρα μανία που τους ήτον κι οι τρεις εκεί στη γραμμή μαζί και μου λέασι και κουβεντιάζαν και ξέρω ΄γώ τι, δεν τις ήπερνα είδηση. Καμιά φορά λοιπό τον προλαβαίνω κι είχαν απάνω σε ένα καλάμι δεμένο ένα πιρούνι και κατεβάζαν από πάνω το πιρούνι και μου πέρναν τις πίτες. Τι μου ΄χει κάνει ο δαίμονας μου ΄χει κάνει…
Άλλη φορά πάλι, ήμουν πίσω στη Σοφία κι ΄εν ηξέρω μωρέ παιδιά, ήτον απεθαμένος ο άνδρας μου, δεν εθυμούμαι. Λοιπόν παίρνει μια καρέκλα, τη βάλει μες στην μέση του σπιτιού, μου φαίνεται ήζειν αλλά ήλειπε, το Σπύρον είχα μικρό, άρα ήζειν, μόνο ήλειπε, μάλλον στα ψαρέματα ήτο. Και πιάνει μια καρέκλα, τη βάλει μές στην μέση του σπιτιού και πιάνει και βάλει το σακάκι του συχωρεμένου, το καπέλον του και τον κάνει άνθρωπο κι έχει την καρέκλα μες στην μέση του σπιτιού. Εγώ με το Σπύρο μου τον μικρό, δυο τριώ χρονώ, ήμουν μεσα στη Σοφία κι ήτο λοιπό μισοσκότεινα. Ότι που ΄θελε λοιπό να σκοτεινιάζει, ήφηα να ΄ρτω. Όπως ήφηα, τότες δεν υπάρχαν φώτα, δεν υπάρχαν τίποτι, με τις λάμπες. Όπως ανοίω την πόρτα, μπαίνω μέσα, βλέπω έναν άνθρωπο μες στο σπίτι. Γυρίζω και λέω του Σπύρου, ήτο μικρός, λέω, Σπύρο ένας άνθρωπος είναι μες στο σπίτι, πού να μπω εγώ μέσα. Του λέω τρέχα. Εγώ ηγύρισα ηπίσω και του λέω τρέχα πίσω στης Σοφίας, να ΄ρτει ο Μήτσος, να δούμε ήντα ΄ναι, ξωτικόν είναι, άνθρωπος είναι, ήντα ΄ναι. Μες στην μέση του σπιτιού ντυμένος, με το καπέλο με το σακάκι με όλα. Έρχεται λοιπό, οι άνδρες βέβαια αν είναι δυνατό να φοβηθούν, μπαίνει μέσα, τότες σου λέω με τη λάμπα, δεν είχαμε φως. Μπροβέλει στην πόρτα και μου λέει, άνθρωπο σου ΄χου καμωμένο μες στην μέση του σπιτιού. Μπαίνει μέσα και μου λέει έλα να δεις, το σακάκι του ανδρός σου, το καπέλο του ανδρός σου. Μου ΄χει κάμει πράγματα αυτός ο θείος σου ο Μήτσος!
Φασαρία με Χιώτες στο καφενείο
Φάρσα στο πηγάδι της Μεσαριάς
Φασαρία με Μυκονιάτες για κλοπή λαθραίων




