<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Σταύρος Πράσινος | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-curator/stayros-prasinos/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-curator/stayros-prasinos/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Sun, 18 Jan 2026 19:40:47 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.1</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>Σταύρος Πράσινος | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-curator/stayros-prasinos/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Θέλαν να τους πετάξουν στη θάλασσα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 18 Jan 2026 19:24:00 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10616</guid>

					<description><![CDATA[<p>Φασαρία με Χιώτες στο καφενείο</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/">Θέλαν να τους πετάξουν στη θάλασσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-22.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Φασαρία με Χιώτες στο καφενείο</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1 wp-block-paragraph"><b>Σταύρ:</b> Εκείνος ο Μαραγκός μια φορά έπιασε μια, με συχωρείς, μια μανέλα που λιάζαν το κρομμύδι και δεν ξέρω πόσους Χιώτες, με το θείο σου τον Κώστα που βγήκαν έξω, επήγανε στο μαγαζί του Νικήτα. Το μαγαζί το &#8216;χεν ο, του Νικήτα ο πατέρας, το Αντωνάκι που λένε. Και πήγαν, ήταν του Σταυρού και πήγαν κάτι κοριτσόπουλα, φορούσαν λοιπόν κάτι ξέρω &#8216;γω και οι μάγκες οι Κουφονησώ&#8230; οι Χιώτες και &#8216;θέλαν να κάνουν το κομμάτι τους. Κι αγριεύει ο Μαυρόκωστας, Μαυροκώστας ηλέαν, ο Μαύρος&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Ο Κώστας ο Μαύρος.</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ: </b>Μπράβο. Τον ηλέαν και μπράβο και αραπάκι, επειδή ήταν μαύρος. Μιχάλη μου και πιάνει μια μανέλα του κρομμυδιού που ηλιάζαν<span class="s1"> το </span>κρομμύδι.<b> </b>Μανέλα σε παρακαλώ, ξύλο.</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Ξύλο, ξύλο.</p>
<p class="p1"><b>Λευτ:</b> Αααα.</p>
<p class="p1"><b>Φανή: </b>Μανέλα το λέαμε.</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ:</b> Μιχάλη, δεν ηξέρω πόσοι Χιώτες ήταν εκεί στα περίχωρα μες στο μαγαζί και πήανε σωρό και πέσανε, πήανε μες στα καϊκια. Ναι, πήαν κάτι κοπέλες εδώ και φορούσαν λοιπόν κάτι ξέρω &#8216;γω και πήαν λοιπόν οι γριές και &#8216;κάναν τα μαγκάκια. Εεεε ε και να σε &#8216;χω μάνα.</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Θέλαν να τους πετάξουν στη θάλασσα. Στη θάλασσα να τους πετάξει ο Μαραγκός και ο θείος σου ο Κώστας αυτός τώρα που είναι, είναι χάψαλος ο κακόμοιρος.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/">Θέλαν να τους πετάξουν στη θάλασσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Και σηκώνεται απάνω και του δώνει μια κλωτσά και τον πετά στη θάλασσα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kai-sikonetai-apano-kai-toy-donei-mia-klotsa-kai-ton-peta-sti-thalassa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kai-sikonetai-apano-kai-toy-donei-mia-klotsa-kai-ton-peta-sti-thalassa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 11 Jan 2026 19:38:11 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10618</guid>

					<description><![CDATA[<p>Φασαρία με Μυκονιάτες για κλοπή λαθραίων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-sikonetai-apano-kai-toy-donei-mia-klotsa-kai-ton-peta-sti-thalassa/">Και σηκώνεται απάνω και του δώνει μια κλωτσά και τον πετά στη θάλασσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-23.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Φασαρία με Μυκονιάτες για κλοπή λαθραίων</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1 wp-block-paragraph"><b>Σταύρ:</b> Ο Γιάνναρος<span class="Apple-converted-space">  </span>μια φορά, Μιχάλη, είχε λαθρεμπόρια κρυμμένα στις Κοπριές. Ξέρεις τι σημαίνει Κοπριές; Στο νησάκι που είναι στο Κουφονήσι από πάνω. Και πήγαν λοιπόν από &#8216;δω κάτι Μυκονιάτες τη νύχτα, τα κλέψανε. Πάει ο Γιάνναρος στην Πάρο να βρει μουστούρες να πουλήσει. Λαθρεμπόρια τότες. Βρίσκει μουστούρη, δηλαδή έμπορο να σου πω και πάει να, πάει στη σπηλιά που τα &#8216;χε κρυμμένα και λείπαν τα λαθρεμπόρια. Τι λαθρεμπόρια; Ζάχαρες, πετρέλαια, κάτι άλλο που τα φέρναν από μέσα από το&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Φανή: </b>Τσιγάρα&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ:</b> Ναι. Βρε παν&#8217; τα λαθρεμπόρια, παν&#8217; τα λαθρεμπόρια. Από &#8216;δω από &#8216;κει μαθαίνει λοιπόν, ότι τα &#8216;χανε οι Μυκονιάτες. Κάτι Μυκονιάτες γνωστοί από &#8216;δω, ο Γιάννης του Αντώνη με το Κωνσταντή της Ποθητής. Ήτον ο Γιάνναρος στον Κάμπο φερμένος απ&#8217; τη Κουφονήσια. Να λοιπόν αυτός ο Μυκονιάτης κι έρχεται στον Κάμπο, ν&#8217; αράξει με το καϊκάκι το ψαροκάικό του. Βγαίνει όξω. Με το που βγαίνει όξω, ωπ πάει το βουθά. Τότες από κάτω από το μώλο του Μαραγκού ήταν ένας μώλος προσωρινός, όχι όπως είναι τώρα βέβαια, ξέρω &#8216;γω. Έκαν&#8217; ένα μωλαράκι&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Μιχ:</b> Ίσα ίσα να&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ:</b> Βοηθητικό τότες, με κοινοτικό, με κοινοτικό έργα. Βγαίνει όξω ο Μυκονιάτης, πάει τον μαγκώνει. Τον πετά κάτω, του ρίχνει δυο τρεις μπουνιές, ξέρω &#8216;γω του Γιάνναρου, αυτού του Γιάννα, του Γιάννη, το λέγαν κι αυτόν Γιάννη και το βάζει κάτω, κάτω στο αυτό κι ανοίει το&#8230; Τον πιάνει λοιπόν από &#8216;δω, από &#8216;δω τον άνοιξε το στόμα του, ο Γιάνναρος και βάζει το, τον τσάρουχά του μες στο στόμα του να, αααα. Ναι. Ο πατέρας του ο Συμιακός ήτον από πάνω &#8216;κει στου Μαραγκού, πού ήταν του Μαραγκού η&#8230; Και πάει κάτω ο Συμιακός και του λέει μανα καλέ μ&#8217;, μα καλέ μ&#8217;, μα καλέ μ&#8217;, Γιάννη μου, Γιάννη μου, για μένα κάμε το μα καλέ μ&#8217;.<span class="Apple-converted-space">  </span>Και σηκώνεται απάνω και του δώνει μια κλωτσά και τον πετά στη θάλασσα, ναι. Ξέρεις να ΄χεις το πράμα μες στη σπηλιά και να πας να &#8216;βρεις&#8230; Πηαίναν τα κρύβανε σε σπηλιές και παν&#8217; ας πούμε και βάζανε εμπόρους και πάει ο άθρωπος&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Λευτ:</b> Στην Κατοχή ήταν αυτά ε;</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ: </b>Ναι, λαθρεμπόρια ήταν αυτά&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Πριν πριν.</p>
<p class="p1"><b>Λευτ:</b> Πριν την Κατοχή;</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Πριν την Κατοχή.</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ:</b> Λαθρεμπόρια, αμερικανο&#8230; Αυτό.</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Πριν την Κατοχή&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ:</b> Ναι, λαθρεμπόρια, πετρέλαια, τσιγάρα, ζάχαρες, τέτοια.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-sikonetai-apano-kai-toy-donei-mia-klotsa-kai-ton-peta-sti-thalassa/">Και σηκώνεται απάνω και του δώνει μια κλωτσά και τον πετά στη θάλασσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kai-sikonetai-apano-kai-toy-donei-mia-klotsa-kai-ton-peta-sti-thalassa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Αυτό το παιδί είναι θρεμμένο με το στήθος της μάνας και το φαΐ της φουβούς</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/i-foyvoy-to-gala-tis-manas-i-diadikasia-paraskeyis-toy-kafe/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/i-foyvoy-to-gala-tis-manas-i-diadikasia-paraskeyis-toy-kafe/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 10 Nov 2023 11:11:49 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2401</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η φουβού. Το γάλα της μάνας. Η παρασκευή του καφέ.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/i-foyvoy-to-gala-tis-manas-i-diadikasia-paraskeyis-toy-kafe/">Αυτό το παιδί είναι θρεμμένο με το στήθος της μάνας και το φαΐ της φουβούς</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don5-14-Αυτό-το-παιδί-είναι-θρεμμένο-με-το-στήθος-της-μάνας-και-το-φαϊ-της-φουβούς.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η φουβού. Το γάλα της μάνας. Η παρασκευή του καφέ.</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><span style="font-weight: 400;"><strong>Ε:</strong> Δεν υπήρχαν τότε ούτε πετρογκάζια, ούτε γκαζιέρες, ούτε τίποτα, μόνο ξύλο. Ξύλο και φουβού, δεν ξέρω αν την ήξερες τη φουβού; Όπως  το μαγκάλι, ήταν ένα πράμα με πόδια, το φτιάχνανε ο γύφτος αυτό, […] με τρία πόδια. Έτσι πατούσε κάτω. Εδώ δίπλα άνοιγε ένα παραθυράκι, άνοιγε κι έκλεινε πάλι το παραθυράκι. Εδώ μέσα είχαμε ένα σίδερο και το `χανε σκάρα έτσι μέσα. Μέσα σ` αυτή τη σκάρα έβαζες τα κάρβουνα.</span></p>
<p><span style="font-weight: 400;"><strong>Σ:</strong> Από πάνω.</span></p>
<p><span style="font-weight: 400;"><strong>Ε:</strong> Από πάνω από τη σκάρα. Από κάτω ήτανε κενό κι έβγαινε από δω από το παραθυράκι, έβαλε αέρα, και έβαλες τα κάρβουνα, τα άναβες με ένα κλαδάκι, από δω φυσούσε βέβαια κι από πάνω κι από δω κι ανάβανε. Έβγαινε και η στάχτη από δω, όσο χώνευε το κάρβουνο που εγίνοντο στάχτη έβγαινε από δω. Έβαζες λοιπό απάνω εκεί το μπρίκι κι έκανες τον καφέ, το τσάι, το φλασκόμηλο, ό,τι ήθελες. Ηκάναν οι μανάδες μας το φαΐ των παιδιώ`, το βάζανε ένα κατσαρολάκι. […] Έβαλε το κατσαρόλι επάνω, έκανε η κάθε μάνα που `χε το παιδί, του `κανε το φαΐ του παιδιού. Τότες αλεύρι του `κανε, σούβλι που λέμε, με λαδάκι, με ζαχαρίτσα μέσα, το σάλευε κι όταν εγίνουντο σαν κρέμα, αυτό ταΐζανε τα παιδιά. Τα θηλάζανε βέβαια τότες οι μανάδες πολύ τα παιδιά, μέχρι μεγάλα παιδιά. Ηκάνανε γάλα, δεν τα ποτίζανε γάλα όπως τα ποτίζουν τώρα τα παιδιά. Εκείνες κάνανε γάλα οι ίδιες και τα θηλάζανε, δεν τα ποτίζανε καθόλου γάλα ξένο, τίποτα, ό,τι πίναν από την ίδια. Κάνανε πολύ γάλα τότες οι μανάδες μας, γι` αυτό ηγίνουντο και τα παιδιά γίνανε μεγάλα. Τα βυζάνανε μέχρι μεγάλα γάλα, δεν το ξέρανε το γάλα το έτοιμο, ούτε κουτί ούτε τίποτα, επίναμε ό,τι έκανε η μάνα. Αυτό εθηλάζαν και πίνανε. Και μ` αυτό ημαγειρεύαν και κάναν του παιδιού το φαγητό και έτρωγε κι εγώ το πρόλαβα τη φουβού. Η μάνα μου ήθελε να βάλουμε τον καφέ, τότες τον ηφέρναν τον καφέ ακαβούρδιστο, [&#8230;] και μ` έχε εμένα η μάνα μου, τον ηκαβουρδίζαμε σ` ένα τηγάνι, να μαυρίσει ας πούμε, να γίνει το χρώμα του καφέ, αυτό το σπυρί που ήτανε, ακαβούρδιστος. Και μετά αφού είναι να καβουρδιστεί, να το βάλεις στον κόπανο, να το κοπανήσωμε, να το κοπανήσωμε, να γίνει, ας πούμε, ψιλό. Μετά ηστρώναμε ένα χαρτί, το κοσκινίζαμε με την τριχιά, να πάει κάτω το ψιλό. Όσο έβγαινε πάλι απάνω χοντρό, πάλι το κοπανούν, να το ξανακοπανήσωμε μέχρι να τελειώσει και μετά το βάλαμε στο κουτί και το βράζαμε τον καφέ σε αυτό τη φουβού που σου λέω. […] Ήτανε κουραστικό, αλλά ήταν ωραίο, παραδοσιακό.</span></p>
<p><span style="font-weight: 400;"><strong>Σ:</strong> Κοίταξε να δεις εσύ απάνω που σου λέει για την τροφή αυτή που τρώαν τα παιδιά, έτσι; Λοιπό`, αυτό το μωρό είναι θρεμμένο με αυτήν την τροφή και με το στήθος της γυναίκας, της μάνας. (Δείχνει μια παλιά φωτογραφία) […] Αυτό το μωρό, αυτό το παιδί, πόσων μηνών περίπου να `ναι… λοιπό`, είναι θρεμμένο με το στήθος της μάνας […], με το γάλα της μάνας, και με αυτό το φαΐ της φουβούς, δίχως να `χει φάει ξένη τροφή.</span></p>



<p class="wp-block-paragraph">&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/i-foyvoy-to-gala-tis-manas-i-diadikasia-paraskeyis-toy-kafe/">Αυτό το παιδί είναι θρεμμένο με το στήθος της μάνας και το φαΐ της φουβούς</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/i-foyvoy-to-gala-tis-manas-i-diadikasia-paraskeyis-toy-kafe/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Nov 2023 20:11:11 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5615</guid>

					<description><![CDATA[<p>Παλιές ιστορίες για πειρατές και κλέφτες. Η σπηλιά του Πονήρη, ζωοκλοπές, τα βασιλικά, οι Γαϊδουροσπηλιές.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/">Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-32.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Γαλιότες. Σφάξιμο ζώων στην Καλοταρίτισσα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς, που &#8216;ρχότανε η κλεφτουριά. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Ποιοι;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Οι γαλιότες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Απ&#8217; την Αιγιάλη;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταυρ:</strong> Γαλιότες[ch-]. Τα καϊκια με σαράντα κουπιά[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Από πού ερχόντουσαν;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αυτοί ήτανε πειρατέ, ήταν κλέφτες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Πόσο παλιά λέμε τώρα;[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Πριν την Κατοχή.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Αυτοί ήτανε Έλληνες ήτανε ή ξένοι;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Έλληνες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Πειρατές, πειρατές, κλέφτες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ύστερη ήβγαν τα βασιλικά και είχεν άλλαν αυτή η κλεφτουριά. Ήβγαν τα βασιλικά. Γιατί, μου &#8216;λεεν ο παππούς σου, ότι μέσα στη λάγκα(?) ήτον φορτωμένο το καϊκι και είχεν πιο τα πράματα&#8230; Τις ηκυνηούσα&#8217;. Και ησφάζα&#8217; και η λάγκα ήτο μα&#8230; Και τα γδέρνα&#8217; και πετούσαν όλα κι είχαν μόνο τα γωνιά[?] και η λάγκα&#8230; Μου τα &#8216;λεεν ο παππούς σου ο Βασίλης[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Είχε γεμίσει αίματα και δερμάτια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Δε μου λες; Αυτή η χρονολογία ήταν επί Τουρκοκρατίας;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Πρέπει, πρέπει[&#8230;] Δεν υπάρχε βασιλικά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Τα βασιλικά τι είναι;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Οι βασιλιάδες, βασιλιάς.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Δεν υπάρχεν. Είχεν&#8230; Δεν είχαμε βασίλειο[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Και αυτά είχαν σαράντα κουπιά;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Σαράντα κουπιά η γαλιότα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Η γαλιότα κατεβαίνει με δεκαοχτώ κουπιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Σαράντα, σαράντα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ε, δεκαοχτώ από κάθε πάντα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Σαράντα.[ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ηκατέβαινε, λέει, ο πατέρας σου με τον πατέραν το από το Μοσκονα, τότες ηκατεβαίνανε τις μάντρες εκεί και ήτο, λέει, μέσα το λιμάνι εκεί η λάγκα&#8230; Αίμα κι ήβγαινε όξω!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Τα σφάζανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Και είχα&#8217;, λέει, το πανί από την πάνταν του δρόμου, για να μην τα βλέπουν οι αθρώποι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Να μη βλέπουν τα σφαχτά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Ναι. Άκου να δεις.&nbsp;</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Εγώ είχα έναν πετερό και επήαινα το βράδυ και κάθεαι και μου &#8216;λεεν ιστορίες</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-38.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Παλιές ιστορίες του πεθερού</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Εγώ, κοπέλα μου, είχα έναν πετερό, ήτον εκατό χρονώ και άμα έχασα τον άντρα μου, επήαινα το βράδυ και κάθεαι και μου &#8216;λεεν ιστορίες μέχρι Μικρά Ασίας τον πόλεμο.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Όταν εβγήκαν έξω από το αυλάκι αρχίσαν τις τουφεκιές μπου, μπου, μπου!</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-31.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ζωοκλοπή από πειρατές στην Κουμαριά</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Εγώ πάλι, εγώ πάλι έχω ακούσει αλλιώς. Ότι ο παππούς σου ο γέρο Μιχάλης κάθονταν, να πούμε, στην αυλή και βλέπει ένα φως και προχωρούσε προς την Κουμαριά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Εμένα μου τα &#8216;πεν ο πετερός μου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> [ch-] Άστο, άκουσε κι εμένα. Και προχωρούσε προς την Κουμαριά. Ο παππούς σου ο γέρο Μιχάλης είχε μια μάντρα στην Κουμαριά και βλέπει το καϊκι, το φως και πάαινε προς την Κουμαριά και λέει, αυτό δεν είναι καλός οιωνός και φεύγει και πάει από πάνω απ&#8217; το φτερό. Τα κατσίκια ήτον μες στη μάντρα, στη μάντρα. Αφού είδε το καϊκι και ήμπε μες στο αυλάκι, μες στην Κουμαριά, λέει από πάνω απ&#8217; το φτερό, εεεε ποιοι είναι; Τι είναι; Ακούσαν λοιπόν αυτοί και λαργάρανε[?], φύγανε. Όταν εβγήκαν έξω από το, από το αυλάκι, απ&#8217; την Κουμαριά, αρχίσαν τις τουφεκιές κι ο μπαρμπά Μιχάλης ο βοσκός ερχόταν προς το σπίτι του. Άκουσε τις τουφεκιές κι από πάνω του Παντελή η τραφιά ήταν σιτάρι&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Εμένα μου το &#8216;πεν ο πετερός μου αλλιώς.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ήταν σιτάρι, σε παρακαλώ δυο λεπτά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Ασ&#8217; το να δούμε πώς θα το πει, ασ&#8217; το να δούμε πώς θα το πει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Άκουσε λοιπόν τις τουφεκιές μπου, μπου, μπου και το&#8230; Πηγαίνα να προφυλαχτεί ο άθρωπος, ας πούμε, βγήκε από πάνω, που λες, στην τραφιά σιτάρι και ήμπε μες στο σιτάρι, για να μην τον εχτυπήσουν τα βλήματα και φύγαν αυτοί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Εμένα μου τα &#8216;πεν ο πετερός μου αλλιώς.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">&nbsp;</h1>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Αυτοί ήβγαν το βουνό κι πήραν το &#8216;να βαρέλι κρέας και το πετάξαν μες στο ρυάκα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-33.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο Γερ΄ Αντώνης που έκλεψε το φαγητό των πειρατών</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Έρχουνται, λέει, επά κάτω και αράζω&#8217; και είχαν, λέει, βαρέλια και τα παστώνα&#8217;. Έρχουνται, λέει, εδώ κάτω στη&#8230; Μου τα &#8216;λεεν ο παππούς σου, εγώ ηπήαινα και τον ήβρισκα και μου τα &#8216;λεε, άμα &#8216;χασα το Μήτσο. Ήρχουνται, λέει, επά κάτω στο Σαπουνόχωμα κι είχανε πάρει, λέει, ένα γκουρνί από το μυλωνά και το βράζαν να φάνε και τραβάει, λέει, ο ένας το φτυάρι και λέει: Από &#8216;υτήν τη γυναίκα που πήραμεν το γουρνί, είναι έγκυος και δεν το ξέρει και θα κάμει θηλυκόν παιδί και μας ηπιάσανε.&nbsp;&#8216;Εν ηπρόλαβε, λέει, να το πει κι ηπρόβαλεν το βασιλικό στου Μοσχονά τον κάβο και σηκώσαν ένα βαρέλι, μου τα ΄λεε εμένα ο πατέρας σου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Α και τους πιάσανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Αμέ, ήρταν και πήραν το καϊκι, αλλά αυτοί ήβγαν το βουνό κι πήραν το &#8216;να βαρέλι κρέας και το πετάξαν μες στο ρυάκα κι πήα το βουνό, μου τα &#8216;πεν ο πατέρας σου, ω τι μου ΄λεε! Και πάει ο γερ&#8217; Αντώνης, που το &#8216;δε και το παίρνει. Κατέβησαν αυτοί&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ποιος γερ&#8217; Αντώνης;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Επά πάνω. Λοιπό, πάνε το βράδυ να πάρουν το βαρέλι, να παν&#8217; κάτω στις Καλιόπουδες[?], να μαγειρέψουν να φάν&#8217; κι ήλειπεν το κρέας.Ναι. Λοιπο, του λένε ότι, να&#8230; Κράτηξε ό,τι κράτηξε, γιατί αν δε το φέρεις, θα πάμε να σου σφάξωμε το ζευγάρι σου τη νύχτα. Εμένα μου τα &#8216;λεεν ο πατέρας σου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Α το &#8216;χε βαστήξει αυτός ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Α το &#8216;χε κρυμμένο, είπα κι εγώ, βάσταγε ο πειρατής το βαρέλι κι ήτρεχε στο βουνό τσάμπα;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ήτον πολύ, πολύ&#8230; Ηπήεν λοιπό αυτός και το &#8216;φερεν εδώ μετάκρυψε, δεν το πήρε&#8230; Κι πήγαν και του &#8216;παν ότι, κράτηξε ότι &#8216;θελες να φας και το άλλο να το φέρεις να φάμε. Αλλά πώς ηφύανε πιο μετά&#8230; Το παπόρι με τα όλα[&#8230;], το πήρεν το βασιλικό. Είχανε βγει τα βασιλικά[???]. Μου τα &#8216;λεεν ο πατέρας σου&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Αυτό το βασιλικό ήταν σαν, σαν καταδίωξη δηλαδή;[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ναι, ναι. Εγώ ηπήαινα και τον ήβρισκα τον παππού σου και μου &#8216;λεεν έτσι παλαιά[&#8230;], παλαιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αυτά, αυτά σε παρακαλώ, αυτά, ποιανής χρονολογίας ήτανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ποιος ξέρει Σταύρο;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Χίλια οχτακόσια ενενήντα κάτι ήτανε.[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ποιας χρονολογίας, ας πούμε, ήταν αυτό;[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ποια χρονολογία μόνο δεν τον ηρώτηξα εγώ το συχωρεμένο, να μου πει ποια χρονολογία[&#8230;]</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Σε πρεσέρνανε για να πεις πού τα &#8216;χεις τα γελάδια κρυμμένα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-34.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Βασανιστήρια για να κλέψουν αγελάδες. Γαιδουροσπηλιές</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Οργώναν οι αθρώποι[&#8230;], οργώναν οι αθρώποι τα χωράφια[&#8230;], ζευγαρίζαν που λέμε[&#8230;], με γελάδια[&#8230;] κι ότα&#8217; λοιπό&#8217; εβλέπαν τη γαλότα, ότι ερχότανε, εεε εβγάλα&#8230; Εβγάλα τα, τα γελάδια από το ζυό, που λέμε και τρέφανε[?] με συχωρείς γαϊδούρια και πήγαιναν και κρύβαν τα γελάδια. Τις ζυκαλικές[?] που κάναν τα, τα ζώα, τα βόδια μές στα χωράφια, τις εχώνα&#8217;, για να μην τα βρουν αυτοί, ότι είναι βόδια. Και βγαίναν έξω και σου λέανε&#8230; Ερχόντουσαν λοιπό εκεί που &#8216;κανες ζευγάρι, έκρυβες εσύ τα, τα γελάδια και όργω&#8230; Έβαλες γαϊδούρια στο ζυό. Τα γαϊδούρια δεν τα &#8216;παιρνα&#8217; για κρέας, ναι. Ψάχναν αυτοί γελάδια και σου λέγανε, πού τα &#8216;χεις κρυμμένα τα γελάδια; Λες, δεν έχω γελάδια[&#8230;], δεν έχω γελάδια. Ρε, πού τα ΄χεις κρυμένα τα γελάδια; Δεν έχω ντε. Τι κάνανε; Είχαν ένα, ένα σκοινί, ένα κομμάτι σκοινί και στο &#8216;βάζαν εδώ. Εδώ πίσω είχαν ένα, ένα ξύλο, ένα ξύλο και το[&#8230;], το σφίγγα&#8217; λοιπό, το σφίγγαν εδώ, το σφίγγανε&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Βασανιστήριο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Σε πρεσέρνανε, για να πεις, πού τα &#8216;χεις τα γελάδια κρυμμένα. Να πάρουν τα γελάδια. Αφού λοιπό&#8217; εσύ πρεσαρίζεις, ας πούμ&#8217; και σου σφίγγει αυτός με το πρεσάρισμα που σου &#8216;βαζε εδώ πίσω, εσύ έβλεπες το, το χάρο. Αναγκαζόσουνα να, να του πεις, πού έχεις κρυμμένα τα γελάδια, κατάλαβες; Και &#8216;συ λοιπόν έλεγες τα &#8216;χω κρυμμένα&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Ηπηαίνα&#8217;, λέει Λευτέρη, εκεί που ζευγάριζε και του λένε, έχεις και ασερνικό ζώο&#8230; Πατουχιές[ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Λέμε ότι, ότι έκανε λέει, λέει εκάναν ζευγάρια εδώ πάνω στα[ch-]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Στις Βάρδιες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Στις Βάρδιες όπως το λες και είχαν κρυμμένα τα βόδια από &#8216;κει, που &#8216;ναι κάτι σπηλιές. Εμείς αυτές τις σπηλιές τις λέμε&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Γαϊδουροσπηλιές.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Γαϊδουροσπηλιές. Εκεί τα &#8216;χαμε κρυμμέν&#8217; τα βόδια, αλλά αφού ας πούμε σε πρεσάρανε[&#8230;] αφού λοιπόν τις επρεσάραν&#8217; τους αθρώπους[&#8230;], αφού λοιπόν πήγαν αυτοί απάνω και τους επρεσάρανε με τα, με τα σκοινιά εδώ&nbsp; και σε αυτό, σου λέει, τι να κάμωμε;[&#8230;] Και πήαν στις γαϊδουροσπηλιές, πήραν τις γελάδες και πήανε κάτω στη Μέσα Άμμο και τις βαρκάρανε[&#8230;] Και βάλαν μες στο καϊκι[???], πήγε λοιπόν ένας φουκαράς γεωργός και τις λέει του καπετάνιου: Δώσε μου, καπετάνιε, τη γελάδα μου, να πάω να οργώσω, που ΄χω τα παιδιά μου. Φέρε δυο τρεις ελιές και δώσε στον κύριο, στον άθρωπο να φάει.&nbsp;</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Με το που θολώσα&#8217; λοιπόν αυτονώ&#8217; τα μάτια με το τσίο, μπαφ με το φτυάρι!</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-35.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Πονήρης. Ο βοσκός που έδιωξε τους πειρατές</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Άραξε ύστερ&#8217; η γαλότα και άραξε στη Φωκοσπηλιά και βγήκαν έξω, να &#8216;ρτουν, να &#8216;βρουν το βοσκό, που βοσκούσε εδώ στις πλαγιές, στους Μοσχονάδες. Όταν είδε ο βοσκός, αυτούς ερχόταν για να του πάρουν το κοπάδι, αυτός καθόταν μες στη σπηλιά και τυροκομούσε. Ήταν τέσσερα, πέντε άτομα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Τρεις ήτο&#8217;, λέει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Τέλος πάντων.[&#8230;] Λοιπό&#8217; αυτός τους είδε, ας πούμε, ότι αυτοί θα του πάρουν το κοπάδι. Οι γαλιότες ήτον αραγμένοι στη Φωκοσπηλιά, ξέρεις πού είναι φωκοσπηλιά; Ναι. Λέει, παιδιά, κάτσετε, ας πούμε, να κάμω τη μανούρα, να πάμε μετά, να φέρουμε το κοπάδι, να το πάρετε. Αυτός έβγαλε το τυρί, έβγαλε τη μυτζήθρα, άρχισε, ας πούμε, ξέρω &#8216;γω, τους έβαλε όπως καθόμαστε τώρα εκεί. Εγώ ήμουν εδώ ο βοσκός. Βάζω λοιπόν φωτιά στο καζάνι κι ο τσίρος έγινε&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Βάλω το φτυάρι από κάτω στα κάρβουνα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Βγάζει λοιπόν ο τσίρος έγινε το άκουα φόρτε. Δίπλα του αυτό, αλλά ήτανε ε; Άντρας! Ήταν λοιπόν δίπλα του αυτοί οι κύριοι και περιμέναν τώρα αυτός, να τελειώσει το τυρί, να πάει να&#8230; Όπως λοιπόν καθότανε ο κύριος εδώ κι είχε το καζάνι&#8230; Ναι, είχε λοιπόν την αγκλιά, τη&#8230; Μια αγκλιά&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Μπουγέλο, ένα μπουγέλο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ένα μπουγέλο κι όπως ήταν λοιπόν αυτοί εδώ και περιμέναν το βοσκό να&#8230; Ξέρω &#8216;γω, να πάει για το κοπάδι, κάνει παφ με το χέρι το[???] μες στα μάτια. Αυτοί ηπάθα&#8217; μπόδιτσα[?]. Είχε λοιπόν αυτός ένα σιδερόφτυαρο&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Στα κάρβουνα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Στα κάρβουνα, λέμε, ναι&#8230; Με το που θολώσα&#8217; λοιπόν αυτονώ&#8217; τα μάτια με το τσίο, μπαφ με το φτυάρι!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Τους σκότωσε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Και τους, τους ερημοσκοτίνιασε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Του Πονήρη η σπηλιά δεν είναι εκεί;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αφού λοιπό&#8217;, αφού που είδαν αυτοί[&#8230;], που περιμένανε ότι, που περιμένανε ότι θα πάει το κοπάδι, να το μπαρκάρου&#8217;, ότι αργούνε και ξέρω &#8216;γω, σου λέει κάτι συμβαίνει και σηκώνει και φεύγουνε κι έτσι ο, ο τσομπάνος γλίτωσε το κοπάδι.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/">Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 10:01:26 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1820</guid>

					<description><![CDATA[<p>Καλοταρίτισσα Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-12-Και-του-δίνουνε-ολόκουπο-και-πάνε-στη-Μουτσούνα-Πράσινος-Σταύρος.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Καλοταρίτισσα &#8211; Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ήτανε ήτανε βαγιανή μεγαλοβδομάδα. Ήτανε ο συχωρεμένος ο Μήτσος. Πόσω χρονώ, δεκατεσσάρω χρονώ, δεκαπέντε χρονώ παλληκαρόπουλο ήτανε; Αλλά λέμε παλληκάρι, ε; […] Λοιπό` που λες μαστρο-Ηλία, εκεί στην κάμαρα που κοιμόνταν ο συγχωρεμένος ο πατέρας, μπροστά στην πόρτα ήταν ένα καμάρι από πάνω, ένα καμάρι είχανε, και κει πάνω βάζαν τα ψωμιά άμα ζυμώνα. Σηκωνόταν λοιπόν ο συγχωρεμένος κι ήβλεπε το καμάρι αδειανό κι ερχόταν Λαμπρή. «Ρε γαμώ την ψυχή του», λέει, «μέσα, Λαμπρή έρχεται. Τι θα γίνει από ζυμωτό, από αλεύρι, να ζυμώσωμε, να κάνουμε το ψητό, να κάνουμε κάνα κουλούρι τη Λαμπρή», ξέρω γω. Σκεβότα<sup>1</sup>, σκεβότα, σκεβότα τι να κάμει, τι να κάμει. Βάρκα δεν είχε, μέσο δεν είχε. Ένας γείτονάς μας λοιπό` είχε ένα βαρκί, που το έπαιρνε ο ίδιος και πήγαινε στους χάνους. Εφερειπεί αυτό το βαρκί να `τονε σαν το δικό σας, πιο μικρό. Σηκώνεται απάνω, νύχτα και κάνει την απόφαση και πάει και ξυπνάει τον συγχωρημένο τον Μήτσο, πιτσιρικάς. Του λεει, «Σήκ` απάνω.» Κι είχεν όλα-όλα του 700 δραχμές. Λέει, «Σήκ` απάνω.» Καλοσύνη, καλοσύνη βέβαια. Λέει, «Πού θα πάμε;» «Ρε σήκω απάνω που σου λέω.» Και φεύγουνε και πάν` κάτω στο Βλυχό, στην αμμουδιά. Εκεί ο γείτονάς μας είχε το βαρκί του βάλει, αυτο το χανόβαρκο, το είχε βάλει μες στο σύρμα. Το φουντάει το βαρκί, το πετάει στην θάλασσα με τον συγχωρεμένο τον Μήτσο και βάζουνε από κει τα κουπιά από μέσα από το Βλυχό. Καβαντζάρουν, καβαντζάρουν τα Σωβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά! </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Με κουπιά ή με μηχανή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Με κουπιά, με κουπιά. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Πανί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Τίποτα, τίποτα. Τεσσάρι. Δυο μπρος, δυο πίσω κουπιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αγάντα, αγάντα, αγάντα. «Άλα κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου καλά, κι όταν πάμε στη Μουτσούνα, θα σου πάρω και χαρβά να φας.»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε</strong>: Ήλεγε του παιδιού, ήλεγε του παιδιού. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Τότες ο χαρβάς ήτανε…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε</strong>: Τότες ο χαρβάς ήτανε… πού να τον δεις τον χαρβά. Μαύρο χαβιάρι που λένε ήτον ο χαρβάς. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Καμία φορά, αγάντα, αγάντα, αγάντα, πιάνει τις Μάκαρες. Πίσω απ` τις Μάκαρες, ξεκουράσθησα. Ήταν δα και πιο μέρα. Πάλι κουπί, πάλι κουπί και πάνε στη Μουτσούνα. Τα καταφέραν και πήαν στη Μουτσούνα  με το βαρκί. Πάνε λοιπόν, εκεί ο πατέρας μου εγνώριζε έναν που `χε τ` αλεύρια. Τότες η Μουτσούνα άκμαζε! Ήταν τα νεώρια, τα σμιρίγλια, βέβαια, το σμιρίγλι. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Τι είναι αυτό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Πέτρα, το σμιρίγλι. Ήταν ο ονομαζόμενος ο Μιχαλούκος ο Σκληράκης. Η Μουτσούνα είπαμε, ότι ήκμαζε. Πάαιναν τα βαπόρια και φορτώναν σμιρίγλι. Κατεβαίναν από πάνω, πάνω από τα ορυχεία κατεβαίναν το σμιρίγλι, το φορτώνανε τα βαπόρια. Νεώριο. Ένας κουβάς απάνω, ένας κάτω. Λοιπό`, πάνε στο Σκληράκη το Μιχάλη. Μπακαλική, τα πάντα, χαρβάδες, μακαρόνια, μπακαλική, τα αλεύρια. Όλα-όλα τα λεφτά του παππού ήταν 700 όλα. Βγάζει το βαρκί, βγαίνει έξω, πάει στο Μιχάλη -τον εγνώριζε, γιατί πααίνανε ψάρια πέρα και πουλούσαν στη Μουτσούνα. Βαρκαριές. Κατεβαίναν οι Αξιώτες κάτω με τα μουλάρια, τότες δρόμους δεν είχε, κι είχαν τα καφάσα οι μανάβηδες και βάζαν τη γούπα και πααίναν στα χωριά. Είχε μεγάλη κίνηση η Μουτσούνα λόγω τα σμιρίγλια. Μπαίνει μέσα λοιπό`, βλεπει το αλεύρι. Ήταν λοιπόν τα αλεύρια εβδομηντάρικα τσουβάλια, οκάδες, εβδομήντα οκάδες ήταν το τσουβάλι. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ήταν οκάδες τότες όχι κιλά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ήταν τα εβδομηντάρια τσουβάλια 700 δραχμές. Παίρνει το τσουβάλι ο  συχωρεμένος ο πατέρας, το στήνει όρθιο, το πάει επά στο μόλο.  Πάει ακουμπά 700 δραχμές του Μιχαλού.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Δεν του `μεινε τίποτα, για να πάρει του παιδιού ένα κομμάτι χαρβά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Έβλεπε λοιπόν το χαρβά το παιδί και του λέει ο πατέρας, του Μιχαλού λέει, -είπαμε ότι ο χαρβάς τότες ήτον μαύρο χαβιάρι. Του λεει του Μιχαλού που λε` -τον γνώριζε ο πατέρας μου τον Μιχαλό, ήταν πολύ γνώριμοι […]. Λέει, «Μιχάλη, κόψε ένα κομμάτι χαρβά του παιδιού γιατί έτσι κι έτσι.» Λέει, «Ο χαρβάς, Βασίλη, θέλει λεφτά.» Λοιπόν ήθελε να του κόψει ένα κομμάτι…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ένα κομματάκι του παιδιού να του φύει..</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> H κελομάρα! </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Δεν είχε άλλα λεφτά να του πάρει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong>  Δεν είχε μία. Μένει λοιπό` ο μπάρμπα Βασίλης με το γιό του στη Μουτσούνα, το τσουβάλι τ` αλεύρι, το βαρκί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Νηστικοί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Πού να πάει τώρα αυτός ο άνθρωπος; Η καλή του τύχη, η καλή του τύχη ήτανε τότες το Νικητούρι ο Σκοπελίτης, αυτός ήταν ψαράς. Δηλαδή ο Σκοπελίτης το Νικητούρι ήταν αδέρφια με το Σκοπελίτη το Γιώργη. Αδέρφια. Ήταν ψαράδες αυτοί. [&#8230;] Όπως καθόνταν λοιπό` κει δα στη γωνιά κι ήτον απελπισμένος, έρχεται το Νικητούρι με τη βάρκα του φορτωμένη γούπα, με την οικογένειά του, τα παιδιά του, ήταν ο γιός του ο Μήτσος, ο Γιάννης, κι ένα άλλο παιδί, ο Ηλίας, αυτούς είχε. Φέρνου λοιπό` τη γούπα, μόλις βλέπουν τον πατέρα, «Βρε Βασίλη!» του λέει. Τον εκαλέσαν, φάγανε, βράσαν, τηγανίσαν. Μετά του λέει, «Νικήτα, θέλω να πάω στη Ντονούσα.» «Ναι Βασίλη. Βάλε το αλεύρι μες στη μεγάλη βάρκα, δέσε το βαρκί πίσω από τη μεγάλη βάρκα» και βγαίνουν όξω, κάνουν το πανί, έρχονται στις Μάκαρες. Αλλά επειδής ο καιρός ήτον λίγο ατσαλωμένος, τον έφερε, λέει, μέχρι τα μισά. Τον πατέρα με το βαρκί. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Ήτανε καλό, λέει, το Νικητούρι. Πολύ φιλότιμος, καλός!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Βάλτει λοιπόν το αλεύρι μες στο βαρκί και το πάει στην Καλοταρίτισσα μες την νύχτα. Σηκώνεται το πρωί ο νοικοκύρης που είχε το βαρκί και πάει κάτω, το πρωί που έφυγε το βαρκί. Δηλαδή πήε ο πατέρας μου τη νύχτα, ηπήρε το βαρκί να πάει στη Μουτσούνα, το αλεύρι. Επήε το πρωί ο νοικοκύρης, να το πάρει να πάει στους χάνους. Έλειπε το βαρκί, έλειπε το βαρκί. Πάει απάνω, «Πω, γαμώ την ψυχήν του, μου πήραν το βαρκί μου!»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όλο την ψυχήν του έλεγε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ξέρω εγώ, κι έγινεν φασαρία. Ποιος την πήρε την βάρκα. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε: </strong>Νόμιζε το κλέψαν το βαρκί. Λέει το κλέψαν, ποιος το πήρε το βαρκί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Η συχωρημένη η μάνα, ας πούμε η γιαγιά, η μάνα μου, ήξερε την υπόθεση. Ήταν ας πούμε αυτή, ήταν μια γυναίκα καλή γειτόνισσα και η μάνα μου, ας πούμε, ήτον καλή γυναίκα. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Φιλότιμη γυναίκα η μάνα του η γιαγιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αφού λοιπόν άκουγε τον Δημητράκη, άκουγεν ας πούμε το νοικοκύρη του βαρκιού και οχλαγωγούσε και μάλωνε, ξέρω γω, κι έσκουζε, πάει και της λέει της γειτόνισσας της Μαριώς, η μάνα μου: «Πε του μπάρμπα Δημήτρη να μην φωνάζει, και ο άντρας μου ο Βασίλης ηπήρε το βαρκί και ηπήε στη Μουτσούνα να φέρει αλεύρι, να ζυμώσωμε τη Λαμπρή, που δεν έχωμε ψωμί.» Μάντα δω, μάντα δω [&#8230;] Πάει λοιπόν και του λέει. «Ε, μη φωνάζεις Δημητράκη, μην φωνάζεις Δημητράκη και θα `ρθει το βαρκάκι.» «Γαμώ την ψυχή του! Ποιός μου πήρε τη βάρκα;» Αφού λοιπόν το `φερεν το αλεύρι, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου στο σπίτι, 70 οκάδες αλέυρι, γεμίζει η μάνα μου η συχωρεμένη μία λεκάνη τέτοια αλεύρι. Τότες το αλεύρι ήτονε… </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Σου λέω για τυρί το τρώαν το άσπρο ψωμί. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Γεμίζει λοιπόν μια λεκάνη τέτοια και την πάει απάνω και της λέει… Αυτή ας πούμε η υπόθεση πόσο ήταν, ήτονε 48 ώρες, να πάει ας πούμε ο πατέρας μου στη Μουτσούνα και να `ρτει. Γεμίζει μια λεκάνη αλεύρι, την παίρνει λοιπόν, της την πάει στην κυρά Μαριώ και της λέει, «Έλα Μαρία, πάρε να κάμεις τηγάνι στο Δημητράκη.» «Μάντα δα, ίντα;» «Δεν πειράζει, δεν πειράζει.» Αφού ήρτε λοιπόν ο άντρας της, τα κατσίκια ήβοσκε, του λέει «Μάντα δα, μάντα δα, θα κάνουμε τηγανίτες που… δε` ίντα μας ήφερε η Μαρία που πήρε το βαρκί.» «Ε, γαμώ την ψυχήν του πιο καλά…»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ήταν το βαρκί, αλλά αφού γύρισε ο παππούς, ήβαλε η γιαγιά την λεκάνη με το αλεύρι, του το πήγε, σου λέει «Πάρε και συ να κάμεις τηγανίτες, που `ναι Πάσχα ας πούμε, να κάμεις ένα ψωμί των παιδιών σου.» […] Η ανέχεια, τι είναι η ανέχεια. <strong>Σ:</strong> Αυτά είναι.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>σκεφτόταν</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Να περνάς του Μοσχονά τον κάβο και να λες, Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν΄ αράξω;</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 16:43:50 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5209</guid>

					<description><![CDATA[<p>Στα Χτένια με κουπιά και από εκεί Μουτσούνα. Παλιός τρόπος ψαρέματος καλαμαριών. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/">Να περνάς του Μοσχονά τον κάβο και να λες, Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν΄ αράξω;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-40.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Στα Χτένια με κουπιά και από εκεί Μουτσούνα</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αρματώνανε τις βάρκες από τον Κάμπο, ο Σκοπελίτης ο Γιώργης, ο Παναγιώτης, ο Συμβολαιογράφος, ο Πρόεδρος ο αυτός, ο Τσαβαρής, και πάαιναν στα Χτένια με τα πανιά και με τα κουπιά. Σκοτώναν κολιό, γούπα. Από ‘κει επααίναν Μουτσούνα ολιόκουπο, πουλούσανε κι ερχόταν με κουπί πάλι στον Κάμπο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ: </strong>Κι άμα τους έπιανε κάνας καιρός;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ε, ο Θεός κι η ψυχή μας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Μια φορά ηπήαινα πρόπερσι, είναι χρόνια πολλά, ηπηαίναμε στη Μουτσούνα με τη μαούνα, και ηγύριζα και ηκοίταζα τα Χτένια να πάνε στη Μουτσούνα κι ήλεα, <em>κοίταξε</em>, λέω, <em>ολόκληρον πέλαον!</em> Βρε αν ητύχαινε κάνα παπόρι! Με κουπιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Το βαπόρι εντάξει, ο καιρός είναι το θέμα. […] Αλλά τον καιρό άμα κατέβει καμιά βοριαδέλα από πάνω…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Ήταν αθρώποι αυτώ, Μιχάλη… Αυτοί Μιχάλη, οι αθρώποι που σου λέω τότες στον Κάμπο, αυτοί οι αθρώποι, ήτανε αθρώποι αποφασιστικοί, ψύχραιμοι. Αρπούσαν τις βάρκες και πηαίνανε… Ήτανε τα χρόνια ζόρικα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Α, να βγάλω το φράγκο, μην αξιανείς τώρα που τα λεφτά είναι… Ξέρεις ίντα μου `λεε ο παππούς σου; «Κόλλα», λέει, «το σώβρακο, κόλλαε πάνω στο κρέας μας και κάναμε εεε να το ξεκολλήσωμεν.» Πάνω στον πάγκο ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Αχ καλό μου πουλάκι μου, αχ καλό μου πουλάκι μου. […] Αντιλαμβάνεσαι; Αντιλαμβάνεσαι; Κουπί από μέσα από το Ξυλομπάτι το Καλοταριανό και να μου περνάς τους κάβους αυτούς, Μιχάλη μου, με σορόκο, με γρεγολεβαντίνα και να λες, <em>Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν` αράξω να πάω στο σπίτι μου;</em></p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Με τον παππού μαζί ή; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Με το θείο το Μήτσο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Και μου λες εμένα. Α πάνε στο Βάτο να μαζεύεις, να μαζεύεις τη γούπα και να λες… Να κατεβαίνει η βροχή και να κάνει έτσι «πβρρρ, πβρρρρρρ». Ναι, και να περνάς του Μοσχονά τον κάβο και να λες, <em>Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν` αράξω;</em></p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Το καλαμάρι λοιπόν έβλεπε ας πούμε το χάνο, έπιανεν απάνω στο χάνο</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-39.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Παλιός τρόπος ψαρέματος καλαμαριών</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Τα καυτερά πώς τα κάνατε, για τα καλαμάρια τότε;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Στάυρ: Τότε; Α. Τότε είχαμε… Είχαν ένα καλούπι κι είχαν ένα μολύβι και το χύναν λοιπόν και το κάναν ας πούμε, με συχωρείς, τόσο, τόσο μάκρος. Μάκρος. Σκέτο μολύβι. Είχαν λοιπό` βελόνες από αυτές που ράβουν οι γυναίκες, ναι, και κάτω-κάτω στο εδώ…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Το γυρνάγανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Το τυλίανε… Το τυλίανε, το τυλίανε, και το εφαρμόζα`. Οι βελόνες ας πούμε αυτές είχανε προεξοχή, προεξοχή. Όχι όπως είναι τώρα αυτά τα καυτερά και με αυτά…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Ηπηαίνανε, Μιχάλη κι απ` όξω, ηγδέρνα` χάνο. Απ` όξω άμα πηαίνα`. Συρτή.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Πααίναμε, Μιχάλη, στους χάνους και δέναμε το χάνο απάνω σε πετονιά. Λοιπό` ο χάνος ήτανε γδαρμένος, είχε βγει το… Του ‘βγάζαν το δερμάτι κι έβγαιν` ας πούμε, έμενε το αυτό, το κρέας. Πααίναμε λοιπόν στα πουντάρια<sup>1</sup>, κάτω στο Βλυχό, πέρα στη Σπηλιά, ξέρω ‘γω. Το ρίχναμε λοιπόν κάτω. Το καλαμάρι λοιπόν έβλεπε, ας πούμε, το χάνο, έπιανεν απάνω στο χάνο. Το φέρναμε, το φέρναμε γυαλό, αυτό λοιπό` έτρωγε το χάνο. Είχαμε την απόχη, ωπ! Μέσα. Πάλι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Κι αυτά από πού τα μαθαίνατε, τους τρόπους;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ε, οι γονείς μας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Παλαιοί, παλαιά. Αυτά είναι παλαιά, Μιχάλη. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Έκανες ένα καλούπι μια κάργα του καλαμιού. Εκεί μέσα, όπως είναι, ας πούμε, το κενό της κάργας του καλαμιού, έχυνες το μολύβι. Αυτό έμενε, ας πούμε, έβγαινε μετά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Καλούπι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Ναι. Αυτό, ας πούμε, έβγαινε μολύβι, μολύβι. Εδώ λοιπό` κάτω, γύρω -γύρω, γύρω -γύρω, βάζανε βελόνες. Αυτές τις βελόνες τις δέναν, ας πούμε, καλά, δεν ξέρω πώς τις επατωνιάρανε κι εδώ πάνω το τρυπούσανε. Το `καναν, ας πούμε, μια τρύπα και δέναν το σπάγγο. Και μ` αυτό… Το ασπρίζανε, το ασπρίζανε με μπογιά κι αυτό άσπριζε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ηπήαιν` ο θείος ο συχωρεμένος στα Χτένια με το Γιώργο. Του λέει, λέ` «Για ρίξε το καυτερό επά να πιάσω κα…» Αφού ήριξε, λέει, το καυτερό, του κάνει, «Μα πέτρες έχει έβρει και δεν πατώνει το καλαμάρι, το καυτερό;»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Ήταν καλαμάρια από κάτω. </p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>άκρη-άκρη</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/">Να περνάς του Μοσχονά τον κάβο και να λες, Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν΄ αράξω;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πράγματι σαν Κωλοκοτρώνης ήταν τα μουστάκια του</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/pragmati-san-kolokotronis-itan-ta-moystakia-toy/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/pragmati-san-kolokotronis-itan-ta-moystakia-toy/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 10:32:09 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2412</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι πρόγονοι και τα μεγάλα μουστάκια τους.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pragmati-san-kolokotronis-itan-ta-moystakia-toy/">Πράγματι σαν Κωλοκοτρώνης ήταν τα μουστάκια του</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don5-7-Πράγματι-σαν-Κωλοκοτρώνης-ήταν-τα-μουστάκια-του.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι πρόγονοι και τα μεγάλα μουστάκια τους</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Πολλοί έρχονται, μου λένε ποιοι είναι αυτοί οι αρχαίοι Έλληνες; (Αναφερόμενη σε μία φωτογραφία του σπιτιού). Λέω είναι τα πεθερικά μου. [&#8230;] Αυτοί ας πούμε είναι αρχαίοι Έλληνες, όπως [&#8230;] ο παππούς σου Καλλιόπη, ο θείος ο Γιάννης ο αδερφός του, που το ΄χει η Διαμαντούλα κάδρο [&#8230;]. Είχε πάει [&#8230;] του παππού σου ο αδερφός [&#8230;] να πάει να  περάσουνε περιοδεύον και τον είδανε, ας πούμε, έτσι με τη μουστάκα και του λέει, γεια σου βρε Πράσινε [&#8230;] με τις μεγάλες μούστακες, του λέγανε εκεί που πήγε να περάσει περιοδεύο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Πήγε να περάσει περιοδεύον στην Αμοργό [&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Και τα λεγε μετά ο παππούς σου. [&#8230;]  Άντρακλοι, άντρακλοι θερία ο παππούς της κι ο αδερφός του παππού της.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Λοιπόν ο αξιωματικός που τους περνούσε περιοδεύο του λέει, από πού ΄σαι ρε; Λέει είμαι από τις Κυκλάδες. Από ποιο μέρος; Λέει είμαι απ΄ την Αμοργό. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Λέγανε, ας πούμε, από  Αμοργό, όχι από  Δονούσα γιατί δεν την ξέραν τη Δονούσα, λέγαν από την Αμοργό. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Δέτε ρε, δέτε ρε έναν αρχαίον Έλληνα με τις μεγάλες μύστακες. [&#8230;] Πράγματι σαν  Κωλοκοτρώνης ήταν τα μουστάκια του. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E: </strong>Καλοκαίρι να ρθεις κάποια στιγμή [&#8230;] να τις δεις τις φωτογραφίες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Κάθεται στην καρέκλα ο παππούς ο μπάρμπα Δημήτρης κι είναι όρθιος&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ο μαστρο Γιάννης ο αδερφός του. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αυτός στο στρατό ήτανε αυτός χωροφύλακας και συνάμα ας πούμε τα δυο αδέρφια είχανε βγάλει μία φωτογραφία και αυτός που φοράει το καπέλο ο Γιάννης, είναι κουμπάρος μας έχει βαφτίσει το γιό μου το Βασίλη [&#8230;] και είναι λοιπόν με την καπελαδούρα, με τη στολή, με τις μπότες, στέκεται, ας πούμε όρθιος ο Γιάννης ο κουμπάρος μου και ο Δημήτρης ο παππούς κάθεται στην καρέκλα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ωραία φωτογραφία πολύ ωραία. [&#8230;] </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αρχαίοι Έλληνες! Γεια σου ρε Πράσινε, του λέει. Δέτε ρε έναν αρχαίο Έλληνα με τις μεγάλες μύστακες. </p>



<p class="wp-block-paragraph">&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pragmati-san-kolokotronis-itan-ta-moystakia-toy/">Πράγματι σαν Κωλοκοτρώνης ήταν τα μουστάκια του</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/pragmati-san-kolokotronis-itan-ta-moystakia-toy/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν΄ η καρουλοκλωστή</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 20 May 2023 08:27:34 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1538</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η σωστή φωτιά για τη ρακή. Το σωστό σταφύλι για ρετσίνα. Τα τρυοπάτια και τα λιοψημένα σταφύλια. Βουδιά για να σφραγίσει το καζάνι της ρακής.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/">Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν΄ η καρουλοκλωστή</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-9-Η-ΣΩΣΤΗ-ΦΩΤΙΑ-ΓΙΑ-ΡΑΚΗ.-ΠΡΑΣΙΝΟΣ-ΣΤΑΥΡΟΣ.-ΠΡΑΣΙΝΟΥ-ΦΑΝΗ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η σωστή φωτιά για τη ρακή</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Της τσικουδιάς το καζάνι άμα το &#8216;χεις με ξύλα, εμείς είμαστε με τη θειά, είμαστε συνεργάτες, συνεργαζόμαστε, πρέπει το καζάνι να το φυλάεις, όταν ειν&#8217; με ξύλα. Τα ξύλα θα πάρουνε ντομάνι, θα κατατάξου [?], θα πάρουνε φουλ θα πετάξου [?]. Αυτό το πράμα πρε&#8217; να το προσέχεις, άμα σου πάρει φούντο θα σου κατέβει η ρακή νερό κι άμα &#8216;ναι με τη φωτιά τη σιγανή, η ρακή θα κατεβαίνει&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Άμα πάρει φωτιά θα βγούν, θα βγουν από το λουλά τα τσίκουδα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Εκείνοι που ηρακεζεύανε τώρα εκεί που πήγα εκεί, ητρώαν μπριζόλες, επίνανε  το γλεντάνι [?] άναβε, μα για βάστε ρε κουμπάρε. Το &#8216;πα εγώ του θείου του Μήτσου. Του λέω, ρε συ, έτσι ρακεζεύουν, λέω; Τα ξύλα γαντάνια [?] Όταν το καζάνι, λέω, πάρει, φουλάρει το ξύλο, ξύλο είναι, ήκανε μια φου το καζάνι θα φουλάρει, θα κατέβει η ρακή νερό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Πηγαίνουν, θείε και τα βλέπουνε, δεν τ &#8216;αφήνουν&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ορίστε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Πηγαίνει μέσα και τα βλέπουνε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Βρε &#8216;συ εγώ&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Ο Μιχάλης έβγαλε ωραία ρακή φέτος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ακούς Μιχαλάκη; Το καζάνι στην αρχή θέλει κανονικιά φωτιά να το&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Να πάρει μπρος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Όταν αρχίσει και κανονίζει, βάλεις χοντρό ξύλο με σιγανή φωτιά&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Θέλει τέχνη να σε χαρώ&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Να κατέβει η ρακή, άμα του δώσεις ντουμάνι&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Αυτή η τέχνη είναι [???] τέχνη, πάει τελείωσε, όχι φου και φου. Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν&#8217; η καριδοκλωστή [?].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Λένε σιγά σιγά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Με το κάρβουνο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Μπράβο. Θα το φουλάρεις το καζάνι να θε να κινήσει και μετά θα βγάζεις τα ξύλα, να μείνει το κάρβουνο. Όταν το δεις και χαμηλώσει, ας πούμε ξέρω &#8216;γω, θα του βάλεις λιγάκι φωτιά, ε. Αλλά όχι να μου τρως μπριζόλες, να πίνεις και το καζάνι να τρέχει ο λουλάς νερό μέσα και μετά, λέει, η αυτή η ρακή αδύνατη. Έτσι δα γίνεται η φωτιά&#8230; οι ρακές; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ε μου λες; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ: </strong>Έλα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Θα καπάρλισεν [?] η φωτιά και κατέβαινε ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Έλα να σου πω, έτσι λέμε, λέμε. Βγαίνει η ρακή αδύνατη, μα&#8230; Το καζάνι εδώ το φυλάεις.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Αχ καμένα χρόνια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Ε μπορεί και τα τσίκουδα να ΄ταν όμως αδύνατα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Δεν είναι τα τσίκουδα, Μιχάλη!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Μπορεί τα τσίκουδα, Μιχάλη, αλλά πρέπει το καζάνι να το φυλάεις.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Να το προσέχεις.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύ: </strong>Ε αμέ.  </p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Τα λιοψημένα βάρδα να μην είναι σαπισμένα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-12-ΤΟ-ΣΩΣΤΟ-ΣΤΑΦΥΛΙ-ΓΙΑ-ΡΕΤΣΙΝΑ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Το σωστό σταφύλι για ρετσίνα</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ε μου &#8216;λε, ξερ&#8217; ήντα μου &#8216;λεε, Σταύρο, ο πατέρας σου ο συχωρεμένος; Πώς ηθέλα&#8217; λέει, να κάμου&#8217; ριτσίνα πάνω για τα&#8230; Αυτό. Ήρτε, λέει, ο παπά Μιχάλης και τον ηρώτηξε ο παππούς ο γέρο Δημήτρης, πώς την κάνουν τη ριτσίνα. Του &#8216;πεν, ας πούμε, να &#8216;ναι τα σταφύλια γερά, αλλά εκείνος ηνόμιζε να &#8216;ναι λίγο ξυνά (γέλια).</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Για ρετσίνι&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ηκόψαμε μου λέει, τα ΄λεεν ο θεός συχωρέστον ο πατέρας σου, από &#8216;κει, λέει, από τις Λούρους(?) κάτι σταφύλια ξινοπά. Τα πατήσαμε, τα βάλαμε στο βαρέλι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Πάει το σταφύλι στο διάολο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Αφού, λέει, ηπροβάλανε στην Κλαδαριά, των ήρτε η ξινίλα. Από το σεκάρισμα(?) που &#8216;γινε γλυκάδι, σμπαράρισεν(?) το βαρέλι. Ναι, μα των είπε ηγερά, να μην είναι σαπισμένα κι εκείνοι νομίζανε να βαστιούνται λίγο στο ξινό. Το σταφύλι θέλει να ωριμάσει στη μάναν του.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ο Νικολάρας, Μιχάλη, που &#8216;ρχοντο κι έπαιρνεν τα σταφύλια απ&#8217; το Μοσκωνά, που τα &#8216;παιρνε για ρετσίνα ήλεεν ότι, το σταφύλι, ας πούμε, που είναι για ρετσίνα βάρδα να μην έχει σαπίλα. Το να ΄ναι, λέει, ψημένο από τον ήλιο, το κατεβάζεις με το νερό. Η σαπίλα, σου λέει, για ρετσίνα δεν κάνει. Το να το κάνεις, ας πούμε, κρασί και ξέρω &#8216;γω, δεν σε πειράζε, αλλά η ρετσίνα βάρδα μην έχει σαπίλα. Το να &#8216;ναι το σταφύλι ψημμένο στην επιφάνεια όπως φαίνεται, δεν το νοιάζει θα το κανονίσει με το νερό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Κάνετε ρετσίνες εδωπέρα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Όοοοχι. Μια φορά ήρτεν ο Γραμματικός, να πάρει σταφύλια από το συχωρεμένο το Μήτσο. Λοιπό ο συχωρεμένος ο Μήτσος τα λιοψημένα δεν του τα &#8216;βαλε. Ααα, του λέει, τα λιοψημένα βάρδα να μην είναι σαπισμένα. Ο Γραμματικός ήκανε σου λέει ριτσίνα όπως&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Όπως είν&#8217; η λίρα το χρώμαν της.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ήκαμα κι εγώ μια φορά ένα βαρέλι, μου πέτυχε μια χαρά. Την άλλη φορά το &#8216;βαλα δε μου ξαήγινε. Άη στο διάολο λέω τώρα&#8230; Ναι.  </p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Τα ‘βαλες μες στο πατητήρι, σε μια μέρα δυο πρέπει να τα πατήσεις, για να μη σου ξινιάσου </h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-13-ΤΑ-ΤΡΙΟΠΑΤΙΑ-ΚΑΙ-ΤΑ-ΛΙΟΨΗΜΕΝΑ-ΣΤΑΦΥΛΙΑ.-ΠΡΑΣΙΝΟΣ-ΣΤΑΥΡΟΣ.-ΠΡΑΣΙΝΟΥ-ΦΑΝΗ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα τρυοπάτια και τα λιοψημένα σταφύλια</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Τα σταφύλια,Μιχάλη, θέλουν μεγάλη δουλειά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Να τραβήξει ο ήλιος, να τραβήξει την αυτή να μείνει. Αυτά που&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αυτά ας πούμε τα τρυοπάτια που μαζεύγαμε από μέσα στα αμπέλια, ας πούμε, τα τρυοπάτια. Τα τρυοπάτια είναι να μαζέψεις τη ρώα που θα τρυήσ&#8217;&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Κάνα σαπίμένο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Κάνα σαπιμένα, κάτι ξέρω &#8216;γω γινομένα, τα μαζεύεις, ας πούμε, τα κάνεις τρυοπάτια. Τα &#8216;βαλες μες στο πατητήρι, σε μια μέρα δυο πρέπει να τα πατήσεις, για να μη σου ξινιάσου&#8217;. Αυτά είναι κρασί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Και αυτά τα τρυοπάτια σου λένε, ότι σε δέκα μέρες να τα ρακεζέψεις.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Ναι τα τσίκουδα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Τα τσίκουδα. Το λιοψημμένο άσ&#8217; το.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Το λιοψημμένο δεν το νοιάζει. Τα λιοψημμένα, Μιχάλη, τα τσίκουδα, ας πούμε λένε οι&#8230; Είχαμε ακούσει απο γονιούς μας, ότι τα βάζαν σε κουρούπια σε μέρη, τα σφραγίζα&#8217; και τα Χριστούγεννα τα ρακεζεύανε. Χριστούγεννα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Όποτε, λέει, είχανε χρόνο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ας πούμε να μην ξεθυμαίνει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Κι από πάνω με τι τα κλείναν τότε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ορίστε; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ: </strong>Από πάνω με τι τα κλείνανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Συκόφυλλα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Από πάνω βάζεις, βάζεις ένα μέρος και το χρήεις γύρω γύρω για να μην ξεθυμαίνει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Βάλεις συκόφυλλα από πάνω&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Συκόφυλλα βάζεις από πάνω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Καένα ρούχο και άμα με κουρούπι το χρήηεις. Άμα &#8216;ναι&#8230; Εγώ που&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Πώς θα το χρήσεις;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Με τη ζύμη αμά &#8216;ναι απ&#8217; αυτά τα κουρουπάκια&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Βάζεις και βουδιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Ήντα βάλεις;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Λάσπη&#8230; και λάσπη&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Ναι ρε παιδί μου, πώς θα το κλείσεις την τρύπα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Έλα σε παρακαλώ γέμισε το κουρούπι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong>Θα βάλεις μια [???] μεγάλη από πάνω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ναι μια [???] και βάζεις γύρω γύρω ή βουδιά ή ζύμη ή χώμα.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Αντί ζύμη έβαζε βουδιά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-14-Βουδιά-για-να-σφραγίσει-το-καζάνι-της-ρακής.-Σταύρος-Πράσινος.-Φανή-Πρασίνου.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Βουδιά για να σφραγίσει το καζάνι της ρακής</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Λοιπό, ο παππούς σου ο δάσκαλος της νονάς σου ο πατέρας, ήτανε άθρωπος, ας πούμε, [ch-] και ρακέζευε εκεί που, στο ρακεζό. Τα καζάνια γύρω γύρω ξέρεις πώς τα χρήουνε ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Ναι με τη ζύμη.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αντί τότες, αλεύρι δεν είχε και μας έλεγε ο συχωρεμένος ο πατέρας, ότι πήγαινε εκεί μέσα στις μάντρες, που &#8216;ταν τα βούδια του ο άθρωπος και μάζευε βουδιές. Ξέρεις πώς το χρήουν το καζάνι γύρω γύρω; Έβαζαν τη ζύμη. Αντί ζύμη, Μιχάλη, έβαζε βουδιά, βουδιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Του μοσχαριού δεν είναι βρώμικο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Λιπαρή, λιπαρή.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Και με ασπρόχωμα και με ασπρόχωμα,</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Έβαζε, λέει, βουδιά. Πόσες φορές μου το &#8216;χε πει ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι ο γέρο δάσκαλος, ας πούμε, αντί να βάλει αλεύρι, τότε τ&#8217; αλεύρι ήταν ξέρω &#8216;γω, πήγαινε μες στις μάντρες έβρισκε φρέσκια βουδιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Φρέσκια κιόλας;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Έκανε λέει, έκανε χλι (γέλια), χλι, βουδιά βάλαμε βουδιά χλι, χλι (γέλια).</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> θεός συχωρέστον. Θεός συχωρέστον.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Γελούσε, γελούσε ας πούμε, κείνοι ήταν αθρώποι κωμικοί ρε, παλιοί αθρώποι&#8230; Και πάντα στο μαγαζί&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Καμένοι παλιοί αθρώποι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>[ch-] άμα είναι να γελάσει έκανε χλι, χλι (γέλια). Ναι.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/">Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν΄ η καρουλοκλωστή</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Κι είχαμε σαρδέλες, παστά που λέμε, και του τα δίναμε και κάναμε τράμπα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/erchoi-eichame-sardeles-pasta-poy-leme-kai-toy-ta-diname-kai-kaname-trampantan-kaikia-kai-fernane-pragmata-kynigoysame-na-chome-pasto-kai-ta-diname-kai-kaname-trampa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/erchoi-eichame-sardeles-pasta-poy-leme-kai-toy-ta-diname-kai-kaname-trampantan-kaikia-kai-fernane-pragmata-kynigoysame-na-chome-pasto-kai-ta-diname-kai-kaname-trampa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 18 May 2023 12:40:51 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1464</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ανταλλαγές σε είδος με Σαντορινιούς</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/erchoi-eichame-sardeles-pasta-poy-leme-kai-toy-ta-diname-kai-kaname-trampantan-kaikia-kai-fernane-pragmata-kynigoysame-na-chome-pasto-kai-ta-diname-kai-kaname-trampa/">Κι είχαμε σαρδέλες, παστά που λέμε, και του τα δίναμε και κάναμε τράμπα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-8.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ανταλλαγές σε είδος με Σαντορινιούς</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ: </strong>Πρώτα ερχόνταν καΐκια, ερχόνταν καΐκια και φέρνανε πράγματα. Φερειπεί` Σαντορινιοι, ερχόταν Σαντορινιοί. Εφέρνανε σταφίδα, εφέρνανε λάδια, όχι λάδι, εφέρναν και λάδια. Εφέρνανε άλλα διάφορα, κουκιά, όσπρια, τέτοια και κυνηγούσαμε να `χωμε παστό, να `χωμε αρμές σαρδέλες, γούπα, ατερνό, κολιό, που `ταν τότες άφθονα τα ψάρια. Κι είχαμε σαρδέλες, παστά που λέμε, και του τα δίναμε και κάναμε τράμπα. Παίρναμε κουκιά, κρασί σαντορινιό, σταφίδες, τέτοια.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/erchoi-eichame-sardeles-pasta-poy-leme-kai-toy-ta-diname-kai-kaname-trampantan-kaikia-kai-fernane-pragmata-kynigoysame-na-chome-pasto-kai-ta-diname-kai-kaname-trampa/">Κι είχαμε σαρδέλες, παστά που λέμε, και του τα δίναμε και κάναμε τράμπα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/erchoi-eichame-sardeles-pasta-poy-leme-kai-toy-ta-diname-kai-kaname-trampantan-kaikia-kai-fernane-pragmata-kynigoysame-na-chome-pasto-kai-ta-diname-kai-kaname-trampa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Συγγένεια Πράσινων- Ρούσσων</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/syggeneia-prasinon-roysson/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/syggeneia-prasinon-roysson/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 18 May 2023 11:57:06 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1455</guid>

					<description><![CDATA[<p>Συγγένειες Καλοταρίτισσας</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/syggeneia-prasinon-roysson/">Συγγένεια Πράσινων- Ρούσσων</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/Don2-6.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Συγγένειες Καλοταρίτισσας</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Του Μητσάκη του Ρούσσου στον Κάμπο… […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Του Νικήτα του Ρούσσου ο πατέρας… […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Η μάνα του η Μαρίκα που λέμε, ήταν αδέρφια με τον πατέρα μου. Η Άννα η Παναγιώταινα, η Λογοθέταινα, ο Κώστας ο Ρούσσος που πέθανε, ο Μητσάκης, ήτανε ανίψια του πατέρα μου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε: </strong>Είναι πρώτα ξαδέρφια. Όπως και με τον πατέρα σου τον συγχωρεμένο. Του Ρούσσου του Νικήτα ο πατέρας, η Άννα, την ηξέρεις που είναι του Παναγιώτη, η Βαγγελιώ της φουρνάρισσας η μάνα, η Λογοθέταινα, αυτοί ήτανε πρώτα ξαδέρφια. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ήτανε ο πατέρας μου, ο γέρο Βασίλης και η Μαρίκα που λέγαν αυτών των παιδιών η μάνα, ήταν αδέρφια.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/syggeneia-prasinon-roysson/">Συγγένεια Πράσινων- Ρούσσων</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/syggeneia-prasinon-roysson/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
