<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΕΠΙΤΑΞΗ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-tag/epitaxi/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/epitaxi/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Fri, 03 May 2024 08:59:32 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.0.2</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΕΠΙΤΑΞΗ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/epitaxi/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Τρεις μέρες κατεβαίναν τ` αερόπλανα και ρίχνα` συνέχεια μες στην άμμο, να μη βρεθεί μες στο παπόρι ζωντανός άθρωπος</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/o-vomvardismos-toy-ploioy-ston-kentro/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/o-vomvardismos-toy-ploioy-ston-kentro/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 May 2023 15:07:28 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1376</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο βομβαρδισμός του καραβιού στον Κέντρο. Ο Ιταλός που το έσκασε </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/o-vomvardismos-toy-ploioy-ston-kentro/">Τρεις μέρες κατεβαίναν τ` αερόπλανα και ρίχνα` συνέχεια μες στην άμμο, να μη βρεθεί μες στο παπόρι ζωντανός άθρωπος</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-27-ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΣ-ΠΛΟΙΟΥ-ΣΤΟΝ-ΚΕΝΤΡΟ.-Ο-ΙΤΑΛΟΣ-ΠΟΥ-ΤΟ-ΕΣΚΑΣΕ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΣΟΦΙΑ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο βομβαρδισμός του καραβιού στον Κέντρο. Ο Ιταλός που το έσκασε</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η</strong>: Εσεις τον είχατε δει το βομβαρδισμό του πλοίου στον Κέδρο;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Εγώ με τον άντρα μου είμεστε δώδεκα χρονώ κι είμεστε εκεί πέρα και βόσκαμε κατσίκια. Όλο τον πόλεμο τον είδαμε. Που πηγαίνανε τ` αερόπλανα, τρία εγγλέζικα αερόπλανα, περνούσανε πέρα από τις Μάκαρες, πηγαίνανε την Αμοργό και περνούσαν τα Δωδεκάνησα εδώ γιαλό-γιαλό και πηαίναν από την Καλοταρίτισσσα κι ανεβαίνανε τον Πάπα και κατεβαίνανε από τον Τρούλο και ρίχναν τόσα βλήματα, τόσα βλήματα τα ρίχνανε μέσα στο βαπόρι. Ρίχναν με τ` αντιαεροπορικά κι από κάτω, αλλά αφού ηρίξαν πια και το μισοκάψαν το βαπόρι, πήγανε δυο Γερμανοί απάνω στον Τρούλο με αντιαεροπορικά, τέλος πάντων με τα τουφέκια και όπως περνούσαν λοιπόν κάτω τ` αερόπλανα, ηρίξανε και το ένα το τραυματίσανε και πήεν έπεσε από κει πίσω στα Παχυβούνια και ηκάησαν κι αθρώποι, κι ευτυχώς δεν έπεσε στον Σταυρό να κάψει το χωριό. Τα άλλα τα τραυματίσαν όμως, ήταν και δυο παπόρια εδώ κάτω στο Μύλο αραγμένα και λέω εγώ, <em>εεε κι αν δεν κατέβουν από τη Μεσαριά,</em> λέω, <em>αν μείνουν εδώ θα την κάψουν τη Μεσαριά</em>, που θα κατεβγαίναν από δω πάνω να την ηκάβγαν τη Μεσαριά τελείως. Θα ρίχναν τα βαπόρια, θα ρίχναν αυτοί από `δω πάνω, θα την κάβγαν τη Μεσαριά και φοβηθήκανε αυτά, σου λέει, εδώ άμα μας στριμώξουν, θα μας κάψουν καλά-καλά κι πήαν τα Δωδεκάνησα. Κι ηπήαν ύστερι τ` αερόπλανα αφού το κάψαν το παπόρι στον Κέντρο κι ηπήαν από δω μέσα. Αλλά τα `χαν, λέει, τραυματίσει και τα άλλα αερόπλανα και ήρεν ο ένας τ` αλλουνού και κάησαν τ` αερόπλανα και κάησαν και τα παπόρια. Αλλά το μεγαλύτερο παπόρι ήτον του Κέντρου. Ε κακόμοιροι αθρώποι. Τις τραυματίες τις πήραν οι δικοί μας τις πήγαν κάτω στο σκολειό, τω` δώκανε ρούχα, τω` δώκανε τροφή, τις περιποιηθήκανε. Α, και την άλλη, σε δυο μέρες παρουσιάζονται οι Γερμανοί από παντού, ειδοποιήθησα`. Περάσαν από απ` όξω, ήτον ο Κώστας μας του λεν`, «Βρε πού είναι οι αιχμάλωτοι;» Εκεί πέρα ηκάτσανε. Λέει, «Τις πήραν οι δικοί μας, τις πήγανε κάτω, τις περιποιηθήκαν τα τραύματά των όλα.» Λέει, «Αλίμονο αν δεν τις εβρώμε, θα κάψωμε το νησί.» Θηρία! Τον αδερφό μου τον Κώστα τον κυνηούσαν να τον σκοτώσουν, πήε και κρύφτη. Ε, κακία οι κακοθάνατοι. Ήρτεν ένας Ιταλός τη βραδιά που τραυματίσαν το παπόρι, το `σκασε κι ήρτεν επά και ήταν η αδερφή μου η καμένη και της λέει, λέ`, «Έλα να μου δώσετε ένα δωμάτιο να πέσω γιατί θα με σκοτώσουν οι Γερμανοί.» Και του δώκαμε και φαΐ κι ήφαε και του βάλαμεν και ήπεσε και το πρωί σηκώθηκε κι ήδωκε κάτι δαχτυλίδια, κάτι βραχιόλια της αδερφής μου. «Θα με σκοτώσουν» λέει. Τις κατατρέχαν τις Ιταλούς να τις σφαχ`. Ηπηαίναν, λέει και τις βάλαν μέσα σε… γιατί τις ηγελάσαν, λέει… ήτο να συμμαχήσουν μαζί και τις ηγελάσαν οι Ιταλοί και τις βάλανε μέσα σε ένα βαπόρι, λέει, τις βάλαν κάτω στο μπάρι και τις βυθίζανε έτσι δα ζωντανούς τους κακόμοιρους. Αλλά ηκάμαν κι οι Γερμανοί, Ιταλοί… Ντόπιοι τα κάμαν όλα, οι ντόπιοι. Για να φαν οι ντόπιοι πηαίναν και τις Ιταλούς στα νησιά. Στην Αμοργό επιτάζαν τα λιοτρίβια, μετρούσαν το λάδι, τα επιτάζαν τα πάντα τα πάντα, τα κρασιά. Τι δεν ηκάνα`. Και περάσαμε! Πώς ηγλιτώσαν τ` αδέρφια μου ούτε και… Μας είχαν πάρει τη βάρκα μας, τη βάρκα την είχεν ο αδερφός μου ο Κώστας, ήπιανε χταπόδια, ψάρια, και μας την ηπήραν εκεί που την είχαμε σύρει στον Κέντρο και την ηκουβαλούσανε τις εσκοτωμένους όξω Γερμανοί. Ύστερι την ηπήραν οι δικοί μας και την ηπήραν στην πάνω πάντα και την ηράξαν, αλλά τρεις μέρες κατεβαίναν τ` αερόπλανα και ρίχνα` συνέχεια μες στην άμμο, να μη βρεθεί μες στο παπόρι ζωντανός άθρωπος και πώς ηγλιτώσαν οι δικοί μας ο θεός ξέρει.</p>



<p class="wp-block-paragraph">&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/o-vomvardismos-toy-ploioy-ston-kentro/">Τρεις μέρες κατεβαίναν τ` αερόπλανα και ρίχνα` συνέχεια μες στην άμμο, να μη βρεθεί μες στο παπόρι ζωντανός άθρωπος</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/o-vomvardismos-toy-ploioy-ston-kentro/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Αφού ο κόσμος πια ήπαθεν αναιμικός. Ήβλεπες τον κόσμον και ήτον έτσι αλαξομουρισμένος</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 May 2023 14:33:03 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1372</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κατοχή. Επίταξη</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/">Αφού ο κόσμος πια ήπαθεν αναιμικός. Ήβλεπες τον κόσμον και ήτον έτσι αλαξομουρισμένος</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don9-7-final-cut.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κατοχή. Επίταξη.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Στην Κατοχή ήσασταν στη Δονούσα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ: </strong>Αφού ήμαστεν εδώ κάτοικοι, πού `θελες να πάμε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Και τι βρίσκατε για φαγητό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ: </strong>Από φαγητόν να πούμε υπήρχανε βέβαια, αφού ήμασταν αγρότες ηκάναμε από όλα. Αλλά τότες ηβαστήχτη, να πούμεν, ο πόλεμος και δεν ύπαρχε… Ακόμα κι αλάτι δεν ηβρίσκαμε να βάλωμε, μόνο στα χόρτα όλοι οι αθρώποι. Δεν υπήρχαν πια χόρτα, κάθε μέρα οι αθρώποι πρωί-βράδυ. Αφού ο κόσμος πια ήπαθεν αναιμικός. [&#8230;] Ήβλεπες τον κόσμον και ήτον έτσι αλαξομουρισμένος. Ψάρι μοναχά είχε μπόλικο, μόνο ψάρι είχε μπόλικο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Είχατε πεινάσει εσείς εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Εμείς είχαμε πεινάσει, γιατί μας ηνοίξανε το σπίτι, είχαμε λίγον καρπό και μας τον πήρανε. Πείναν ο κόσμος, πείναν ο κόσμος… [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Υπήρχαν Ιταλοί που ερχόντουσαν και παίρνανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ναι, δεν ηφήναν τίποτα. Ούτε χτήματα μας ηφήνανε ούτε… Μια φορά είχεν έρτειν ένας… Σταχτουράκη τον ελέανε του Νικολάρα. Λοιπόν είχα, δυο-τρεις κατσίκες είχαμε [&#8230;] και είχανε κάνει και τρία ριφάκια. Τις κατσίκες λοιπον τις είχα έξω, δεν τις είδανε, τα ριφάκια επήγαν και γινήκασι ένα μέσα στη μάντρα […] και πάει και μπαίνει μέσα κι ήψαχνε τη μάντρα, λέει «Τι είναι αυτές οι νεροδουλειές;» Λέει λοιπό` ο πατέρας μου, «Ε, να», λέει, «δεν τα βλέπεις πως πεινούσι και δεν έχουσι να φάνε. Έχωμε», λέει, «τις μαρτίνες». Λε` «Πού τις έχετε; Πού τις έχετε;» Εγώ λοιπόν τις είχα αποκινήσει από κει πίσω στα… Αλλά εμείς οι Ρωμιοί, δηλαδή προδίνει ο ένας τον άλλον κι είναι και συγγενείς. Λέει «Δεν πας να φέρεις αυτές τις κατσίκες που `χεις από κει;» Και φεύγω και πάω, τις ήφερα και μου πήρανε μία γίδα. Πάλι οι δικοί μας, να πούμε, τα κάνανε. Αναμεταξύς μας οι Ρωμιοί βγάλαμε τα μάτια μας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Μαρτίνες θεία, ποιες κατσίκες λέτε μαρτίνες;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ: </strong>Τις κατσίκες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Όλες οι κατσίκες λέγονται μαρτίνες;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Οι μαρτίνες, οι μαρτίνες. Και αφού λοιπόν, ήτον ένας Σταχτουράκης, ήτον μαζί με το Νικολάρα, γιατί είχανε… πολλές καρδιές είχανε κάψει<sup>1</sup>, «Δεν έχετε, λέει, αυγά;» Ο ίδιος Σταχτουράκης ήκανε. Ο Ιταλός λοιπό κάμει, «Δε βλέπεις τα πίκουλα ότι πεινάνε κι εσύ λέει τα ρωτάς;» Εκείνος ητράβηξε να πούμε και πήαινεν απάνω. Ό,τι πήε λοιπόν απ` όξω από της Ειρήνης, στρέφει. Λέει, «Δεν έχετε κότα;» «Βρε ούτε κότες», λέει, «έχουμε ούτε…» Αφού πήανε λοιπόν απάνω εκεί που μαντρίζει ο Αντώνης τα κατσίκια του, βρήκαν τα ρίφια και παίζανε. Και λέω ήτον έτσι από το Θεό και τα φώτισε και πήγαν εκεί και θα μας τα παίρνανε. Και σώζαμε πότε-πότε, να πούμε, ένα, μαζεύγαμε και χόρτα. Ε, είχαμε λίγον καρπό. Τότες ηφήλααν και τις μύλους, όποιος ηπήαινεν άλεσμα του παίρνανε, ηπείναν ο κόσμος. […] Είχαμε το μύλο και χερομυλούσαμε και κάναμε… Αφού σκέψου ότι μια φοράν ηφέρανε το δελτίο και είχαμε λίγον παρμένο. Ε, ήψαμεν τη νύχταν το φούρνο, σκέψου να δεις, ότι από την πείναν που είχε ο κόσμος, ήψαμεν τη νύχτα και κάμαμε… τέσσερα ψωμιά είχαμε κάμει; Τα `χαμε δελτία και ως κι εκείνον ηπήρανε, ως και το ψωμί μας ηπήρανε. Κάτι σπορισιμιά &nbsp;που `χεν ο πατέρας μου που κάναμεν καλοκαιρινά να πούμε, που ρίχνουμε σησάμια, φασόλια, τέτοια, και κείνα τα πήρανε. Ήτανε, ήτανε τότες!</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>Εννοεί ότι είχανε κάνει κακό σε πολύ κόσμο</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/">Αφού ο κόσμος πια ήπαθεν αναιμικός. Ήβλεπες τον κόσμον και ήτον έτσι αλαξομουρισμένος</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Τότες ερχόταν ο Ιταλός, σου `λεγε, βάλε τα κατσίκια μες στη μάντρα και σου `λεγε, φέρε κείνο, φέρε αυτό</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/o-nikolaras-epi-katochis-epitaxi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/o-nikolaras-epi-katochis-epitaxi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 May 2023 14:07:54 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1361</guid>

					<description><![CDATA[<p>Επίταξη επί Κατοχής</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/o-nikolaras-epi-katochis-epitaxi/">Τότες ερχόταν ο Ιταλός, σου `λεγε, βάλε τα κατσίκια μες στη μάντρα και σου `λεγε, φέρε κείνο, φέρε αυτό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-27-final-cut.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Επίταξη επί Κατοχής.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Μας έχουνε πει για ένα Νικολάρα που ερχότανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Α, ααα! Αυτός ήπαιρνε Ιταλούς από την Αμοργό κι ερχόταν απάνω κι ερχότανε δω στις μάντρες που `χαμε τα κατσίκια, τα πρόβατα…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Κι έπαιρνε τα πιο καλά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Τα μοσχάρια, τα γελάδια και μας έκαναν επίταξη.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Στα δέκα ένα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ποιο;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Στα δέκα ηπαίρναν ένα. Ύστερι δεν ηχορταίναν, θε` τα δεκατίζαν στα εννιά…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ήταν συμμορία από τη Γιάλη, ήτανε τρία-τέσσερα άτομα κι είχαν, ας πούμε τους Ιταλούς για να τρώνε κι ερχόταν στα ερημονήσια<strong>.</strong></p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ε, Λευτέρη, δεν ήτο μόνο ο Νικολάρας, ήτον κι ένας άλλος, πώς τον ελέαν εκείνο;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ήταν ο Στέφανος&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Ο Χόχλακας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Αμοργιανοί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Είχαμε, είχαμε τριάντα, σαράντα κεφάλια κατσίκια, πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, τι κάναμε; Παίρναμε τα μισά κατσίκια, όταν ηξέραμε, ότι θε` να `ρτουν αυτοί να μας κάνουν…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Μας ειδοποιούσαν από τον Κάμπο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ναι, και πηγαίναμε, ας πούμε, τα μισά μας ζώα, τα κρύβαμε σε σπηλιές, σε σπηλιές και `φήναμε, ας πούμε, κάτι λίγα. Όταν λοιπόν ερχόταν, ας πούμε η επίταξη, ο Ιταλός μ` αυτούς και βρίσκαν λίγα, ξέρω γω τι `χαμε λίγα ζώα, μας επαίρνα` λίγα. Όταν λοιπόν, όταν είχε, όταν εβλέπανε ολόκληρο το μαντρί ογδόντα, εβδομήντα κεφάλια… Αλλά εμείς τα κρύβαμε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα: </strong>Πώς ειδοποιούσαν απ` τον Κάμπο;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Με το που βλέπανε… Καταρχήν είχε πολλούς ανθρώπους τότε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ειδοποιούσανε, ότι ήρτανε για επίταξη.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα: </strong>Ναι, πώς προλαβαίναν, λέω, απ` τον Κάμπο;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Είχε πολλούς ανθρώπους εδώ, κάποιος θα `ρχόταν μέσα να το `λεγε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ειδοποιούσανε, λέει, «Ήρτανε από τη Γιάλη για επίταξη» για επίταξη. Και σε παράμερα, φερ` ειπείς να δείκουμεν τριάντα κεφάλια, τα άλλα τριάντα; Θα τα κρύψωμε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Όταν ερχόταν η επίταξη και σου `βρισκε μες στη μάντρα εξήντα, εβδομήντα κεφάλια κατσίκια, θα σου `παιρνε πολλά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Αφού σου λέω, ότι στα δέκα έπαιρνε ένα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Όταν λοιπόν ερχόταν κι έβρισκε λίγα, σου `παιρνε λίγα. Αλλά εμείς τα κρύβαμε στις σπηλιές.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Το ξέραν όμως αυτό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Όχι δεν το ξέρανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Άμα το ξέρανε, θε να πάμε από τουφέκι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Το φανταζόντουσαν, αλλά δεν ξέραν που είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Όχι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Εκτός μονάχα από προδοσία.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Να προδώσουνε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Εκτός μονάχα από προδοσία.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Άμα γίνουντον τέτοια, ουαί κι αλίμονό μας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Σε τουφεκίζαν μετά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Η προδοσία είν` η μεγαλύτερη καταστροφή. Τότες ερχόταν ο Ιταλός, σου `λεγε, βάλε τα κατσίκια μες στη μάντρα. Ο Ιταλός έμπαινε μες στην πόρτα, ερχότανε μπρος στην πόρτα εφ` όπλου λόγχη και σου `λεγε, φέρε κείνο, φέρε αυτό. Να, να μην… ότι σας λέω ψέματα. Εγώ τα `ζησα. Φέρε κείνο, φέρε κείνο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Θε να τα μετρήσει…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Εσύ να μιλήσεις, εχτύπα την αρβύλα κάτω, αθρώποι ξέρω γω, παλιοί αθρώποι ξέρω γω. Χτύπαγε την αρβύλα κάτω και σου… Είχαμε τις γελάδες το ζευγάρι κι αυτοί, ας πούμε, είχανε μοσχάρια. Κι ερχόνταν εδώ πέρα στο, στον κέντρο εδώ πέρα σ` ένα κέδρο και φωνάζανε, «Φέρτε τις γελάδες.» Εμείς τα μοσχά… τα, τα, τα μικρά τα `χαμε κρυμμένα. «Φέρτε τις γελάδες να δούμε, έχουνε…»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> «Να δούμε τις μαστούς τως!»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ναι. Σου λέει, άμα έχει γάλα η γελάδα, έχει μοσχάρι. Αυτός το `χει κρυμμένο, πού το `χει κρυμμένο; Τότες μυαλά!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ήτον απάνω στου γερ` Αντώνη, είχεν ο γερ` Αντώνης αελιές<sup>1</sup>, είχεν τρεις και παίρνει τη μια και την πάει στον Τρούλο, που `χαν κι εκείνοι μιαν αελιά, να τις κάμουνε ζευγάρι, να τα δουν, να μην τις χαλάσουν. Και λέει, ήτον η Βαρβάρα…<strong> </strong>Άλλος δαίμονας! «Φέρτε τις γελάδες, να δούμε τις μαστούς τως!»&nbsp;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα: </strong>Αυτή ήταν από δω;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ήταν δασκάλα εδώ.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ήτον δασκάλα εδώ. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Και δούλεψε με τους Ιταλούς; Καλά μετά, μετά την Απελευθέρωση αυτήν δεν την…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Τι να κάνεις, παιδί μου;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Κοιμόντουσαν ο κόσμος, κοιμότανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Τι να κάμεις;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Τι να πας να… Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ. Αυτό που λες δεν έχει ουσία. Δε μου λες σε παρακαλώ, να πας να κάμεις φονικό. […] Μετά τι ήταν η ζωή σου;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Όχι.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Να τη διώξουν από δω λέω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Πού να την πάνε; […] Εαν δηλαδή αυτός τότες, σ` εκείνη την… [&#8230;] μου `χε πάρει την κατσίκα, μου `χε πάρει τον τράγο μου το δαμάλι μου [&#8230;] μετά εγώ ως αντίποινα να παω να τον εσκοτώσω, θες να πα` να ψοφήσω μες στη φυλακή; […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Ο Νικολάρας ήταν μεγάλος απατεώνας. Καταρχήν ο Νικολάρας πλούτισε έτσι, έκανε λεφτά. […] Είχανε το Νικολάρα κι ερχόταν εδώ οι Δονουσιώτες, γιατί ήταν χαζοί τελείως, τους έπαιρνε τα μοσχάρια, τα κατσίκια με τους Ιταλούς με τσαμπουκά και μετά ερχότανε και το `παιζε κι ευεργέτης. Αυτό. Αλλά ήταν η ανάγκη, δηλαδή ήθελες ζάχαρη, ήθελες καφέ, ήθελες πετρέλαιο να σου στείλει, σου `λεγε «Δεν πειράζει, πλήρωσέ τα όποτε έχεις.»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Ανέχεια, πείνα. Αφού πεινάς, σε παρακαλώ και δεν έχεις να πλερώσεις και σου λέει ο άλλος πάρε, εσύ τι θα κάμεις;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Μετά όμως δεν πεινά… Πεινάσατε μετά; […] Μετά τον πόλεμο δεν είχε ο κόσμος εδώ να ζήσει;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Όχι, δεν είχαμε ύστερις. Αφού, ας πούμε, αυτός ήτονε έμπορος χοντρέ… χοντρός έμπορος κι έχει, ας πούμε… ήτανε ζωέμπορος κι έφερνε, ας πούμε, πράματα. Ήξερε, ότι εγώ έχω μοσχά… έχω γελάδια, θα κάμω μοσχάρια, θα κάμω, με συχωρείς, χοιρινό, χοίρο, θα κάμω ρίφια, ξέρω γω και πάρε, πάρε, πάρε. Λάδια, αλεύρι, ό,τι θέλεις. Και μετά ερχόταν και σου `λεγε, ας πούμε, ότι να του δώσω το χοιρινό μου, να του δώσω το μοσκάρι μου, να πληρώσω τα αυτά. Δεν υπάρχουν λεφτά, δεν υπήρχαν λεφτά, να πας, να πας ντάκου ντούκου. Έτσι είναι.&nbsp;</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>αγελάδες</em></li>
</ol>



<p class="wp-block-paragraph"><em>*Ο Λευτέρης είναι γιος του κουνιάδου της Φανής Πρασίνου, Σταύρου Πράσινου. Ο Σταύρος Πράσινος και ο γιος του Λευτέρης μένουν στο Μερσήνι και βρέθηκαν τυχαία στο σπίτι της Φανής Πρασίνου χωρίς να γνωρίζουν ότι είχαμε πάει και εμείς.</em></p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/o-nikolaras-epi-katochis-epitaxi/">Τότες ερχόταν ο Ιταλός, σου `λεγε, βάλε τα κατσίκια μες στη μάντρα και σου `λεγε, φέρε κείνο, φέρε αυτό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/o-nikolaras-epi-katochis-epitaxi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ερχόταν εδώ κι επιτάζαν των ανθρώπω` τα ζώα. Θελώ και μη θελώ, φέρτο. Δεν το φέρνεις… Είχε μπαστουνιάρη</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-italoi-mersini/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-italoi-mersini/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 May 2023 13:41:16 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1358</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κατοχή. Επίταξη. Νικολάρας</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-italoi-mersini/">Ερχόταν εδώ κι επιτάζαν των ανθρώπω` τα ζώα. Θελώ και μη θελώ, φέρτο. Δεν το φέρνεις… Είχε μπαστουνιάρη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-9.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κατοχή. Επίταξη.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ερχόντουσαν οι Ιταλοί και κάνανε επίταξη.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Κάνανε επίταξη και μαζεύαν των ανθρώπων τα ζώα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ</strong>: Ερχόνταν επίταξη οι Ιταλοί. Οι Γερμανοί δεν ερχότανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε</strong>: Αμοργιανοί γνωστοί μας. […]&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Γερμανοί δεν περάσανε. Έλληνες, Αμοργιανοί ήταν αυτοί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ο Νικολάρας ο ένας που είναι ακουστός […] και κάτι άλλοι. Ερχόταν εδώ κι επιτάζαν των ανθρώπω` τα ζώα. Θελώ και μη θελώ, φέρτο. Δεν το φέρνεις… Είχε μπαστουνιάρη, βάλαν τις Ιταλούς. Ηταν η μάνα μου κι είχε μία μάντρα παιδιά κι η μάνα μου, μεγάλη οικογένεια και μεις, και είχε κάνει μελίπαστους στο καλάμι, ξερούς κολιούς, η μάνα μου, ξερούς κολιούς στο καλάμι, τα λέαμε μελίπαστα. Και την ώρα που ήρτε, ας πούμε, που τα ΄δε, της λέει, αυτός που σου λέω ο Νικολάρας, «Πού τα βρήκες αυτά;» Λέει η μάνα μου, «Ε, ο άντρας μου λέει πήγε σ΄ ένα καΐκι, και του τά ΄δωσε.» «Αμέ», λέει, «αμέ το καΐκι του τα ΄δωσε!» και καλά ότι τα ΄πιασε εκείνος με άλλο τρόπο. «Όχι», λέει, «ένα καΐκι τα ΄δωσε του…» Αφού είδε λοιπό τα παιδιά οι Ιταλοί, που ΄τανε ξένοι ας πουμε οι Ιταλοί, λένε «Όχι, άστα, άστα, άστα να τα φάνε, έχει πίκουλα», λέει, «πολλά, πίκουλα.» Εκείνος ήθελε να τα πάρει τα μελίπαστα. Οι Ιταλοί όμως όχι, τα παιδιά τα λυπότανε. Όχι. λέει, «Όχι, έχει πίκουλα», τα παιδιά τα λέγανε πίκουλα, «πίκουλα», λέει, «πολλα, όχι όχι», δεν τα πήρανε. Δεν τον ηφήσανε οι Ιταλοί το δικό μας. Γνωστός αυτός ήταν χασάπης, ερχόταν εδώ κι έκανε και κρέατα. Πολλοί τον κυνηγούσανε μετά, δεν τον ηθέλα ούτε να τον εβλέπουνε. Τον ηδιώξαν και δεν τις επήρανε τις κολιούς, που τις είχε η μάνα μου για τα παιδιά κάνει μελίπαστους στο καλάμι. Γιατί δεν υπήρχαν τότες ψυγεία, να βάλεις ψάρι και τέτοια. Τα κάναμε ξερά, τα κάναμε σαρδέλες. Τα ψυγεία είναι τώρα, πόσα χρόνια είναι που έγινε ο δρόμος και ηβάλαμε ψυγεία, δεν είχαμε τίποτα. Ήτανε μεγάλη ταλαιπωρία, άστα, άστα.</p>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Το καλό μας ήρθε, που η κατοχή τότε μας έδωσε τα ψάρια, πολύ άφθονα ψάρια</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-7.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κατοχή. Ψάρια και χόρτα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Το καλό μας ήρθε, που η Κατοχή τότε μας έδωσε τα ψάρια, τα ψάρια. Πολύ άφθονα ψάρια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ψάρια και χόρτα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Λες και ο Θεός εδώρισε το ψάρι άφθονο, άφθονο. Πολύ ψάρι!</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-italoi-mersini/">Ερχόταν εδώ κι επιτάζαν των ανθρώπω` τα ζώα. Θελώ και μη θελώ, φέρτο. Δεν το φέρνεις… Είχε μπαστουνιάρη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-italoi-mersini/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ο νόμος ήτανε στα 10 να σου πάρει 1, αλλά αυτοί δεν κοιτάζανε, έφτανε να το βλέπει να είναι παχύ και μικρό και το &#8216;παιρνε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-epi-katochis-o-nikolaras/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-epi-katochis-o-nikolaras/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 May 2023 13:04:18 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1349</guid>

					<description><![CDATA[<p>Επίταξη επί Κατοχής</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-epi-katochis-o-nikolaras/">Ο νόμος ήτανε στα 10 να σου πάρει 1, αλλά αυτοί δεν κοιτάζανε, έφτανε να το βλέπει να είναι παχύ και μικρό και το &#8216;παιρνε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-13-ΕΠΙΤΑΞΗ-ΝΙΚΟΛΑΡΑΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Επίταξη επί Κατοχής</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Είχε έρθει στρατός εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Όχι, ερχόταν απ` τη Γιάλη ερχότανε… Υπαγόμαστε στη Γιάλη και από τη Γιάλη ερχότανε. Ερχότανε και από άλλα μέρη, αλλά δε ζητούσανε, δεν παίρνανε με το έτσι θέλω. Απ` τη Γιάλη ερχότανε και κάνανε επίταξη εδώ. Απ` τη Γιάλη ερχότανε οι Ιταλοί. Τους ήφερνε ο Νικολάρας τότε, αυτός που `τανε στη Γιάλη. Ένας άλλος από τα Κατάπολα, του Μανώλη του παπά που λένε, συγγενής σας ήτανε ο Μανώλης. Ναι, η γιαγιά η Καλλιόπη είναι καμωμένη για την μάνα του Βαγγέλη, αυτού που σου λέω από τα Κατάπολα. Μαρία τη λέγανε αυτή που ήταν στα Κατάπολα, που την είχεν πάρει ο Μανώλης, ο Μανώλης του παπά. Ήταν του παπά υιός και τον λέγαν «ο Μανώλης του παπά», είχεν πάρει την αδερφή του παππού σου του δασκάλου, του γερο-δασκάλου. […] Εκεί ήταν ένας γιος του κι ήφερνεν απάνω τους Ιταλούς, ο Βαγγέλης και ο Νικολάρας απ` τη Γιάλη. Και ερχόταν εδώ και κάνανε επίταξη, ό,τι βρίσκανε. Θυμάμαι μοσχάρια παίρνανε, μα κατσίκια βρίσκανε. Εμείς είχαμε δυο-τρία… Ο νόμος ήτανε στα δέκα να σου πάρει ένα, αλλά αυτοί δεν κοιτάζανε, έφτανε να του αρέσει, να το βλέπει, να είναι παχύ και μικρό και το `παιρνε. Ο Νικολάρας τα `κανε, δεν τα κάνανε οι Ιταλοί, η αλήθεια ότι τα πολλά τα `κανε ο Νικολάρας. Θυμάμαι είχαμε τρεις-τέσσερεις κατσίκες και είχε αγοράσει η μάνα μου ένα μικρό κατσικάκι από την αδερφή της Σοφίας, είχανε φέρει καλά μαρτίνικα δηλαδή από την Αμοργό και κάνανε δίδυμα, ήτανε καλά. Η μάνα μου είχε μηχανή και έραβε, έκανε τη μοδίστρα εδώ, ολουνού του νησιού έραβε. Και της έραψε λοιπό ρούχα και της λέει, «Θέλω να μου δώσεις ένα κατσικάκι απ` τις καλές σου τις κατσίκες, για να κάμω κι εγώ ένα κατσικάκι.» Ήρθανε λοιπόν από την Αμοργό οι Ιταλοί μαζί με τον Νικολάρα, λέει, «Θέλω να δω τα κατσίκια σου, Ειρήνη», ενώ την ήξερε, γιατί πήγαινε στην Αμοργό και του μάζευεν ελιές. «Τι να πάρεις», του λέει, «βρε Νικόλα, εγώ έχω τρεις-τέσσερεις κατσίκες, είναι όλα μέσα στη μάντρα.» Λέει, «Θέλω να τα δω.» Μπαίνει μέσα λοιπό, το βλέπει αυτό, λέει, «Θέλω να πάρω ετούτο.» Του λέει, «Ρε Νικόλα, είσαι με τα καλά σου, αυτό το έχω αγοράσει για να κάνω κι εγώ μια κατσίκα, πάρε απ`τα άλλα.» Λέει, «Τι θα κάμω απ` τ` άλλα, κόκκαλα; Αυτό είναι παχύ θα το πάρω.» Το πήρε. Με τους Ιταλούς συνεργαζότανε και είχε κάψει κόσμο εδώ, είχε κάψει ο Νικολάρας κόσμο… Αφού όλοι, θυμάμαι, τότε που λέγανε, «Πού θα πάνε, δε θα φύγουνε οι Ιταλοί; Η πρώτη η τουφεκιά θα είναι του Νικολάρα.» Αλλά τελικά δεν τον ηπείραξε κανένας.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-epi-katochis-o-nikolaras/">Ο νόμος ήτανε στα 10 να σου πάρει 1, αλλά αυτοί δεν κοιτάζανε, έφτανε να το βλέπει να είναι παχύ και μικρό και το &#8216;παιρνε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-epi-katochis-o-nikolaras/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
