<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΣ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-tag/mylos/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/mylos/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Sun, 18 Jan 2026 19:13:42 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΣ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/mylos/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 18 Jan 2026 19:13:42 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10612</guid>

					<description><![CDATA[<p>Φάρσα στο πηγάδι της Μεσαριάς</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/">Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-20.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Φάρσα στο πηγάδι της Μεσαριάς</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1"><b>Σοφ:</b> Μια φορά είχε πάει η Βαγγελιώ η νύφη μου με το Δημητράκη να ντρετσάρουν το μύλο και ηκατεβήκανε κάτω<span class="Apple-converted-space">  </span>στο πηγάδι να πιουν νερό. Κι ήτον ο άντρας μου με τον Ψηλό στο Μερσήνι και τις είδαν που κατεβαίναν από το μύλο, ήτο σκοτεινά, και του λέει ο Ψηλός λέ΄, πάμε να των κάνωμε τον αράπη. Και κατεβαίνουν από πάνω και όπως ηπηαίναν κάτω στο νερό οι δικοί μας, των ηρίχναν πέτρες<span class="Apple-converted-space">  </span>και ηκάμναν και τον αράπη. Η Βαγγελιώ η νύφη μου ήθελε να πιει νερό και της λέει ο Δημητράκης λέει, έλα να σου ανέσυρον. Βάστα Δημητράκη μου γιατί ΄ναι<span class="Apple-converted-space">  </span>οι βαρκόλακοι από πάνω! Αυτοί οι δικοί μας είχαν πέσει μέσα στο χωράφι και κυλιούντον απ΄ τα γέλια. Ύστερι θαρρώ πως ηπεράσανε εδώ και τον ηδώκανε. Βρε κακούργοι, λέει, κοντεύγετε να με πεθάνετε. Κάναν αστεία πρώτα, ηκάναν.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/">Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Όπως ηκάναν τ` αδέρφια μου ζευγάρι, με `βαλε η οργή του Θεού και πιάνω τ` άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Nov 2023 10:02:19 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5438</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το ζευγάρισμα των χωραφιών</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/">Όπως ηκάναν τ` αδέρφια μου ζευγάρι, με `βαλε η οργή του Θεού και πιάνω τ` άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-35.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Το ζευγάρισμα των χωραφιών</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Εγώ έκανα ζευγάρι με δυο αγελάδες με άλετρο. […] Ζέφεις τη μιαν αγελάδαν εδώ την άλλη εκεί, έχεις ένα ζυό λέγεται και [&#8230;] τον έχουν τρυπημένο από τη μια κι από την άλλη. Ζυός είναι αυτός ας πούμε μεγάλος. Βάλεις την αγελάδα τη μιαν εκεί την άλλη εδώ κι εδώ έχεις τρύπες και παίρνεις ζεύλες τις λέμε και τις περνάς αυτές τις ζεύλες και τις περνάς από το λαιμό της αγελάδας από το ζυό και τις δένεις με δερματικά για να μην ξελύσουν κι έπειτα θα πιάσεις το άλετρο το μεγάλο με το νι, ας πούμε, που θα το ζευγαρίζεις και θα το περάσεις όπως είναι ο ζυγός αυτός, θα το περάσεις εδώ μ&#8217; ένα ζυγόλουρο χοντρο, θα το περάσεις το άλετρο μέσα και θα βάλεις ας πούμε το ζευγάρι να το τραβά το [ch-] να οργώνεις το χωράφι. Αυτά ηκάναμε. [&#8230;] Έτσι οργώναμε τα χωράφια. Ύστερα τελευταία βγάλαμε τις αγελάδες και κάναμε μόνο με τα γαδούρια. Εγώ ήμουν ο καλύτερος ζευγάς! Ξέρεις τι; Ήβοσκα τα κατσίκια, μ&#8217; έχανε πιο μικρή, με ΄χα βοσκό, να βόσκω τα κατσίκια. Τ &#8216; αδέρφια μου λοιπό ο Κώστας προπάντων μου &#8216;λεγε, θα &#8216;ρχεσαι να σκάβεις τις άκριες. Με το που ήβοσκα, ήσκαβγα και τις άκριες.&nbsp;</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Οι άκριες τι είναι;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Δηλαδή το χωράφι όπως είναι αυτό στην κάτω πάντα δεν μπορεί το άλετρο να το πάει και πρέπει να σκάβεις, ας πούμε, για να χώνεται το κριθάρι, ναι κι έσκαβα. Ύστερα όπως ηκάναν τ&#8217; αδέρφια μου ζευγάρι με &#8216;βαλέ η οργή του θεού και πιάνω τ&#8217; άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς. [&#8230;] Ο καλύτερος ζευγάς! Ήσπερνα κιόλα ύστερα. Φύγαν τ&#8217; αδέρφια μου, πήαν στρατιώτες, μου κόστισε μέχρι τη ζωή. Τώρα [&#8230;] μου λέει ο αδερφός μου να με πάρει στην Αθήνα. Λέει, για όνομα του θεού να φύγεις εσύ από τα χέρια μου. Ο πατέρας μου στο μύλο ήρχουντο και μου &#8216;ζεφε(?) τα κτήματα, μου &#8216;σπερνε κι ήκανα εγώ ζευγάρι. Ήσκαψα και τις άκριες. Έσπερνα και σιγά σιγά και ο πατέρας μου έβοσκεν από το μύλο να δει τα κάνω κάλα; Και γρινά και βλασφημεί την ώρα που γεννήθηκα. Τι τι τι είχα τραβήξει! Να &#8216;ναι ο πατέρας μου στο μύλο, να πάω να διαλέξω, να &#8216;ρτω το μεσημέρι, να πάω να διαλέω τα σύκα, να τα ξερώνω στην απλωταριά. Βάζαμε μαζά<sup>1</sup> από κάτω, τα ξεραίναμε, τα μαγειρεύαμε, να πάω να τα μαζέψω τα σύκα εγώ όλα στ&#8217; αμπέλια όλα τα πάντα τα παντα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>Είδος φυτού</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/">Όπως ηκάναν τ` αδέρφια μου ζευγάρι, με `βαλε η οργή του Θεού και πιάνω τ` άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Το πήζεις το γάλα και το αφήνεις. Όταν ξινίσει το στραγγίζεις και γίνεται η ξινομυτζήθρα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/to-pizeis-to-gala-kai-to-afineis-otan-xynisei-to-straggizeis-kai-ginetai-i-xynomytzithra/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/to-pizeis-to-gala-kai-to-afineis-otan-xynisei-to-straggizeis-kai-ginetai-i-xynomytzithra/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 14:23:37 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5269</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η παρασκευή του τυριού. Το κρίθινο ψωμί</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-pizeis-to-gala-kai-to-afineis-otan-xynisei-to-straggizeis-kai-ginetai-i-xynomytzithra/">Το πήζεις το γάλα και το αφήνεις. Όταν ξινίσει το στραγγίζεις και γίνεται η ξινομυτζήθρα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don22-6.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η παρασκευή του τυριού</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Β:</strong> Και, θεία, πόσα είδη τυριών βγάζεις;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ε, αναλόγως το γάλα, γιατί έχει μέρα που μπορεί να `χουν πιο πολύ γάλα, έχει μέρα που κάνουν πιο λίγο, δεν κάνουν όλες τις μέρες το ίδιο.</p>



<p><strong>Β: </strong>Και πόσα είδη τυριά βγάζετε δηλαδή τώρα;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Μπορεί να βγάλεις και οχτώ, μπορεί να βγάλεις και έξι, μπορεί να βγάλεις και δέκα αναλόγως.</p>



<p><strong>Β:</strong> Οχτώ αυτά τα κεφαλάκια τα μικρά ε;</p>



<p><strong>Α: </strong>Τα μεγάλα!</p>



<p><strong>Β:</strong> Και πόσα διαφορετικά είδη μπορούν να γίνουν αυτά;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Όταν κάνεις και μυζήθρα γίνονται δυο διαφορετικά.</p>



<p><strong>Β:</strong> Είναι η μυτζήθρα, και το άλλο τι είναι;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Το κεφαλοτύρι, το κεφαλοτύρι και η μυτζήθρα που κάνωμε. Αλλά δεν κάνουμε τώρα μυτζήθρα, γιατί τα αρμέγουμε βράδυ και όσο να τελειώσωμε αργούμε ν` αρμέξωμε. Κι ότα` θες να κάμεις το τυρί και μετά να κάνεις τη μυτζήθρα, πρέπει να σε `βρει τρεις η ώρα τη νύχτα. Είναι πολλές ώρες.</p>



<p><strong>Β: </strong>Έξω στο καζάνι;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Στη φωτιά για να κάνεις τη μυτζήθρα.</p>



<p><strong>Β:</strong> Κι  αυτό τι κάνεις; Βάζεις το γάλα μέσα, ανάβεις τη φωτιά και μετά το ανακατεύεις;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ε, το διονίζεις<sup>1</sup>, αυτό που `χωμε που το λέμε διόνιστρο εμείς. Το διονίζεις, το διονίζεις, έχει ένα καλάμι και μπρος στο καλάμι βάζεις μια σκουπιά από αυτές τις σκούπες ξέρεις, που `ναι από χόρτο. Και το περνάς μέσα, το τρυπάς το καλάμι από κάτω, το περνάς μέσα και αυτό το διονίζει το γάλα για να μην πιάνει κάτω, επειδής ανάβει. […] Το διονείς μέχρι να ανέβει η μυζήθρα.</p>



<p><strong>Β:</strong> Την πυτιά τη βάζεις μέσα;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Όχι δε θέλει πυτιά. Μόνο στο τυρί βάζεις πυτιά, στη μυτζήθρα όχι.</p>



<p><strong>Β: </strong>Στη μυτζήθρα το αφήνεις έτσι;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Έτσι, έτσι, έτσι ανεβαίνει. [&#8230;]</p>



<p><strong>Β:</strong> Και κάνεις τη μυτζήθρα και βγαίνει η μυτζήθρα απάνω ας πούμε και…</p>



<p><strong>Ε:</strong> Το ζντερό που βγάζεις από το τυρί, το τσίρο που λέμε εμείς, που βγάζεις απ` το τυρί, εκείνο μετά βάζεις στη φωτιά κι όταν ζεματίξει… Στη φωτιά βάζεις το δάχτυλό σου, όταν το δάχτυλο δεν το δέχεται έχει κάψει. Τότες ρίχνεις μέσα γάλα, αλλά πρέπει να ρίξεις το ανάλογο γάλα, κι όταν ρίξεις το ανάλογο γάλα, θα ρίξεις και μια φουχτιά καλή αλάτι μέσα.  </p>



<p><strong>Β:</strong> Α, βάζεις και αλάτι;</p>



<p><strong>Ε: </strong>Ε, βέβαια. Και μετά το διονίζεις που σου λέω μ` αυτό. Το διονίζεις, το διονίζεις, το διονίζεις κι εκείνο λίγο-λίγο θ` ανέβει η μυτζήθρα, Όταν ανέβει κι είναι έτοιμη τότες τραβάς τα ξύλα, λιγοστεύεις τη φωτιά. Θα λιγοστέψεις τη φωτιά καλά, κι όταν ανέβει η μυτζήθρα πια που `ναι ψημένη έτοιμη, τότες θα βγάλεις και τα κάρβουνα όλα έξω καλά καλά, θα την αφήσεις λίγο να ψηθεί και μετά τη βάζεις στο τυροβόλι.</p>



<p><strong>Β:</strong> Κι αυτό τώρα είναι ξινομυτζήθρα αυτό ή μυτζήθρα;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Όχι, όχι, μυτζήθρα.</p>



<p><strong>Β:</strong> Η ξινομυτζήθρα πώς γίνεται;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Η μυτζήθρα γίνεται από… Το πήζεις το γάλα και το αφήνεις. Πρέπει να ξινίσει, όταν ξινίσει το στραγγίζεις, το βάζεις πάλι στο τυροβόλι και γίνεται η ξινομυτζήθρα.</p>



<p><strong>Γ. </strong>Πατ: Εγώ το τσίρο δεν κατάλαβα τι είναι.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Το νερό του τυριού, του κεφαλοτυριού. Ε, θέλει τέχνη.</p>



<p><strong>Β:</strong> Στην ουσία θεία αφήνεις το γάλα ξινίζει…</p>



<p><strong>Ε: </strong>Το πήζεις το γάλα όμως, το πήζεις και θα το `φήσεις να… Το δοκιμάζεις πότε είναι έτοιμο. Μπορεί να το πήξεις σήμερα και να το αφήνεις μέχρι αύριο.</p>



<p><strong>Β:</strong> Α, το αφήνεις μία μέρα δηλαδή.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Βέβαια, για να ξινίσει, να πάρει την ξινιά, γι` αυτό λέγεται και ξινομυτζήθρα, να ξινίσει. Ε, τότε όταν θες να φας και γιαούρτι, τρως. Πριν το βάλεις στο τυροβόλι να στραγγίσει, όπως είναι με το ζουμί του, είναι ωραίο.</p>



<p><strong>Β: </strong>Και σου παίρνει ώρα όλο αυτό το πράμα ε;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ε, ναι θέλουν ώρα, όλα τα πράματα θέλουν ώρα. Συνήθως ξινομυτζήθρα τη φτιάχνουμε το καλοκαίρι πιο έπειτα. </p>



<p><strong>Β: </strong>Κι άλλη η καυτερή αυτή;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ε, η καυτερή είναι πάλι άλλο. Εκείνη τη ζυμώνεις, την αφήνεις και στραγγίζει καλά, να φύγει το νερό όλο να στεγνώσει και μετά τη ζυμώνεις και τη βάζεις σε τάπερ, σε κιούπια τις εβάλαμε παλιά, μικρά κιουπάκια, αλλά τώρα τις βάλωμε στα τάπερ , κάτι μεγάλα τάπερ που `ναι του γιαουρτιού […].</p>



<p><strong>Μπ:</strong> Με πιπεριά είναι μέσα;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Όχι […] μόνη της γίνεται.</p>



<p><strong>Μπ:</strong> Η τυροκαφτερή;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ναι, ναι, ναι, μόνη της.</p>



<p><strong>Μπ:</strong> Και πώς γίνεται έτσι πικάντικη;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Μόνη της γίνεται. Πρέπει να τη στραγγίσεις όμως να μην έχει υγρό μέσα καθόλου, γιατί όταν έχει υγρό παίρνει άσκημη μυρωδιά.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Το άσπρο ψωμί άμα βρισκότανε το τρώγανε για τυρί οι αθρώποι</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-11.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Κρίθινο ψωμί</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Ε:</strong> Παίρναμε κριθάρι, το πηγαίναμε στο μύλο εδώ απέναντι, που είναι βουλιαγμένοι τώρα οι μύλοι, και το αλέθαμε. Το περνούσαμε από τριχιά, ήμενε πάνω το πίτερο κάτω το αλεύρι και το ζυμώναμε, κρίθινο ψωμί. Αλλά τότες το `χαμε για κάτι το κρίθινο ψωμί, δεν υπήρχε άσπρο. Το άσπρο ψωμί άμα βρισκότανε το τρώγανε για τυρί οι αθρώποι, για τυρί νομίζαν πως ήταν το άσπρο.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>ανακατεύεις</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-pizeis-to-gala-kai-to-afineis-otan-xynisei-to-straggizeis-kai-ginetai-i-xynomytzithra/">Το πήζεις το γάλα και το αφήνεις. Όταν ξινίσει το στραγγίζεις και γίνεται η ξινομυτζήθρα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/to-pizeis-to-gala-kai-to-afineis-otan-xynisei-to-straggizeis-kai-ginetai-i-xynomytzithra/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 11:54:41 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5247</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού και των παξιμαδιών. Το γεμιστό κατσικάκι και τα φαγητά του Πάσχα.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/">Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-4-Το-βαλα-στο-γαδουράκι-το-παξιμάδι-και-το-πήγαινα-κάτω-στα-χωριά.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">&nbsp;Το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού και των παξιμαδιών</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Θερίζαμε τότες είχαμε… Είχαμεν το μύλο εκεί πέρα το βουλισμένο, ήτον του πατέρα μου κι άλεθε σε όλο το νησί κριθάρι και σιτάρι, και ζυμώναμε σε φούρνους, ξυλόφουρνους με κλαδιά, και κάναμε το ωραιότερο ψωμί. Κριθάρι τότες, αλλά ύστερι ηφέραν τα ξενικά αλεύρια κι εγώ με τον άντρα μου, εεε είχαμε αυτό το φούρνο εδώ απ` όξω και ζυμώναμε και το κάναμε παξιμάδι και μας πληρώνανε μεροκάματο. Εδώ ζυμώναμε στο σπίτι και το `βαλα στο γαδουράκι το παξιμάδι και το πήγαινα κάτω στα χωριά. Με πλερώνανε.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Είχατε πελάτες […] ή πηγαίνατε και τα πουλάγατε κι όποιος αγόραζε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Όχι, όχι. Μας φέρναν τ` αλεύρι και των το ζυμώναμε, το κάναμε παξιμάδι, πηαίναμε και ας πούμε και φραζόλες για να τρώνε, ναι, φρέσκο.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Και ήταν μεγάλα καρβέλια το ψωμί τότε: </p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ναι, μεγάλα. Όλη νύχτα ήμουν στο πόδι! Όλη νύχτα μου φώναζεν ο άντρας μου: «Σήκω να κάνεις το προζύμι!» Κάναμε μία λεκάνη με προζύμι ν` ανέβει καλά και έπειτα ν` ανάψωμεν το ζεστό νερό, να το ρίξω στη σκάφη το προζύμι, να το ζυμώσωμε ναι, ναι. Αλλά ήπρεπε ν` ανέβει τρεις ώρες το ψωμί. Κάναμε πολύ ωραίο ψωμί και ζύμωνε κι ο αδερφός μου ο πρώτος εδώ πάνω. </p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Ε το Πάσκα κάναμε πολύ ωραία πράματα. Μοσκομύριζεν ο κόσμος!</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-33.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Το γεμιστό κατσικάκι και τα φαγητά του Πάσχα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, το Πάσκα, κάναμεν ωραία ψητά, τυρόπιτες στο φούρνο, κάναμε πολύ ωραία πράματα, γεμίζαμε το ρίφι. Νύχτα ερκότανε από την εκκλησιά, εγώ ήμεινα απάνω δεν ηπήαινα στην εκκλησιά γιατί ήθελα να μαγειρέψω να φάμε το πρωί. Ήρκουτον ο άντρας μου και πήαινε και τα γύριζε τα ψητά όλα. Βάλαμε τέσσερα πέντε αυγά μέσα στη γέμιση, βράζαμε λίγο το ρύζι, βάλαμε στο τηγάνι το συκωτάκι, δεν το βάζαμε βέβαια όλο, το κόβαμε κομματάκια κομματάκια και βάζαμε βούτυρο της κατσίκας, βάζαμε μυρωδικά, βάζαμε τέσσερα αυγά μέσα. Το συκωτάκι το περνούμεν λίγο από το τηγάνι, το ψιλοκόβαμε, το βάλαμε στη γέμιση κι έπειτα το σκίζαμε το ρίφι ας πούμε από την κοιλιά και το ράβαμε ύστερα, το ράβαμε και το αλοίβαμε βούτυρο της κατσίκας απ` έξω, με λαδόκολλες το τυλίγαμε, βάλαμε και δεντρολίβανο. Μύριζεν ας πούμε απ` έξω. Και βάζαμε λίγο νερό μέσα σε…. τότες τα λέγαμε λακανίδια, γάστρα είναι, ας πούμε, και το βάζαμε στο φούρνο και ερκότανε τη νύχτα ο άντρας μου και τα μεταγύριζε. Πρωί ήταν έτοιμα. Ψηνότανε, το βγάλαμε την άλλην ημέρα στις εννιά η ώρα, στις δέκα. Το πρωί είχαμε κάνει τη μαγειρίτσα, το ποδοκέφαλο, τ` αντεράκια τα κάναμε χαρδούμια, κάναμε σούπα και τρώγαμε. Ωραία πράγματα, ωραία. Μοσκομύριζεν ο κόσμος! Ήτον ο Ψηλός τότες εδώ, ο Δημητράκης το `φερνε κάτω για να μην ξανανάβγει το φούρνο. Ερκόταν την άλλην ημέρα και τα παίρνανε. Μοσκομύριζεν ο κόσμος!</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/">Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 14:16:52 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5179</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι καλλιέργειες. Τα κρεμμύδια, τα καπνά</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/">Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don12-8.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι καλλιέργειες. Τα κρεμμύδια, τα καπνά</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Δημ: </strong>Οι καλλιέργειες κρατήσανε, κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του `80 τουλάχιστον, ήτανε φουλ οι καλλιέργειες. Ε, φύγαν μερικά παιδιά, μερικές οικογένειες, αλλά είχεν κόσμο. Αφού να σημειώσω ότι πολλοί είχαμε ζευγάρια που λέμε, όλοι βόδια, ένα ζευγάρι βόδια και κάναμε… 5, 6 γαϊδούρια για να αλωνεύουνε με τα βόδια. Είχαμε, κάναμε καρπούς τότες. Υπήρχαν δυο ανεμόμυλοι κι ηλέθανε το στάρι, το κριθάρι, ξέρω γω. Ζυμώναν όλοι, είχαν φούρνους και ζυμώνανε οι πιο πολλοί, κι όποιος δεν είχε φούρνο επήαινε στο γείτονα. «Να ζυμώσω, να μου αφήσεις το φούρνο, να ψήσω το ψωμί» ας πούμε. Ήφερνες κλαδιά και τα λοιπά. Είχαν κατσίκια μπόλικα, γουρουνόπουλα, κότες κι είχαν και τη θάλασσα, ψάρια μπόλικα τότες, άμα πας στη θάλασσα αμέσως ήπιανες όσα ψάρια ήθελες. Τώρα δεν έχει… Ε, περνούσαν καλά. Η κάμψη της γεωργικής δουλειάς έπεσε από το `90 και δω που πιάσαν κάτι ξηρασίες. Το `90, `91, `92, τρία χρόνια ήτο ξηρασία και σταματήσαν. Δεν μπορούσαν ο κόσμος να ζήσει πια. Έσπερνες και δεν ηθέριζες. Πρωτοβρόχια ήκανε το Νοέμβριο, Δεκέμβριο αλλά Μαρταπρίλη δεν ήβρεχε, ενώ πριν ήβρεχε και ηκάνατε τα κρομμύδια. Ήβγαλε 200 τόνους κρομμύδι και το πουλούσανε, ναι, 200 τόνους. Λοιπόν καΐκια από την Κάλυμνο, από τη Σάμο, από τη Χίο, τη Μυτιλήνη εδώ όλο φέρναν το κρομμύδι όλο εδώ μέσα. Το παίρνανε, φτηνό ήτο βέβαια, αλλά εγίνοτο το κρομμύδι, άνυδρο. Είχαν ένα εισόδημα από αυτό, είχανε ζώα, επουλούσαν αρνοερίφια, μοσχάρια, χοίρους.</p>



<p><strong>Η:</strong> Θείε ήσασταν συνενοημένοι να φυτεύετε όλοι κρεμμύδι επειδή το πουλάγατε; Γιατί όλοι φυτεύανε κρεμμύδι.</p>



<p><strong>Δημ:</strong> ‘Ολοι ναι. Ε ναι, πρώτα εφυτεύανε, λέει, και καπνά, αυτά δεν τα πρόφτασα εγώ. Αλλά ύστερι που απαγορεύτην ο καπνός εδώ στα μέρη στα νησά, γιατί ήκανε παραγωγή η Μακεδονία και η Θράκη που ενσωματώθησαν στο ελληνικό κράτος, και ησταματήξαν εδώ την καλλιέργεια των καπνών, ηθέλαν να βοηθήσουμε τους άλλους Έλληνες εκεί που είχαν παραγωγή, μεγάλη παραγωγή. Με τα καπνά ηβγάλαν λεφτά και τότες και μετά το ρίξαν στο κρομμύδι. Το κρομμύδι είδαν ότι εγινότανε, έτσι τα χωράφια που κάναν καπνοκαλλιέργειες τα κάμαν με κρομμύδια.</p>



<p><strong>Η:</strong> Α, μετά τα καπνά δηλαδή άρχισαν τα κρεμμύδια.</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Ναι, μετά. Και τα κρομμύδια βαστήξαν μέχρι τώρα, τελευταία. Τώρα δε βάλουν ούτε κρομμύδια ούτε στάρια ούτε…</p>



<p><strong>Η:</strong> Τώρα φυτεύουν δωμάτια! (γέλια)</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Και τα λιβάδια τα κάμανε δωμάτια! (γέλια)</p>



<p>&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/">Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 10:46:10 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2418</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η καταγωγή του πατέρα και η σχέση του με το μύλο. Ιστορίες από το μύλο και η καταστροφή του από την κακοκαιρία. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/">Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-5-Αυτός-ο-μύλος-μας-έζησε.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καταγωγή του πατέρα. Ιστορίες από το μύλο</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Η:</strong> Ο πατέρας σας από πού ήτανε?</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Από ΄δώ. Ήτον αδέρφια με του Ψηλού τον πατέρα, με τον παππού σας. Τρία αδέρφια ΄ναι. Ήτον κι άλλος, Γιαννης, στην Αθήνα ο θείος ο Γιάννης ναι, ναι. Και μια μοναχοκόρη είχανε και ήταν στην Αμοργό παντρεμένη, πέθανε κι αυτή, όλοι πεθάνανε οι κακόμοιροι όλοι.[&#8230;] Δε γεράσαν ας πούμε όπως πρέπει όλοι, δε γεράσανε ναι, ναι. Μας τον ήφαεν ο μύλος. Η έγνοια του μύλου τον ήφαε. Να σηκώνεται, να πηαίνει τη νύχτα, να ντρετσάρει το μύλο. Έπρεπε να το δένει και δεν τον έδενε. Ύστερη που τον επήρεν ο Δημητράκης ο αδερφός μου τον ξαρτάρωνε που λένε.</p>



<p><strong>Η:</strong> Εσάς ο πατέρας σας ήταν ο μυλωνάς;</p>



<p>Σοφ: Ναι. Ναι, ναι.</p>



<p><strong>Η:</strong> Εσείς δουλεύατε στο μύλο; Πηγαίνατε;</p>



<p><strong>Σ: </strong>Όχι, πού να&#8230; Μια φορά που το ράβγαμεν από πάνω το&#8230; τον ηξεντένωσε, τον ηχάλασεν ο καιρός, τις αντένες όλα κι ύστερη[ch-] τον ηράβαμε με χόρτο [ch-]. Πόσες φορές του τον έριξε κάτω το μύλο! Πόσες φορές! Μια φορά ήτον ο Μιχάλης ο αδερφός μου εδώ, γιατί αυτός ήτον πολύ έμπειρος και ήρτε, αυτόν ήτον οργή θεού, είμαστε εδώ και κατεβαίνει ένα φίρμα βοριάς, τις σήκωνε τις πέτρες απάνω και παίρνει ο ξάδερφός μου ο Νικόλας δρόμο που ΄τον κατήφορος και πάει στον κάτω μύλο, τον ηπρόλαβε, τον ηντρετσάρισε. Ο Μιχάλης ώστε να πάει πέρα, ότι που πήεν απ΄ έξω, ήρτε ένα φίρμα και τον ηκατέβασε τις αντένες όλες κάτω. Ο Μιχάλης λοιπόν ήτο [ch-], τον ηκοίταζε και πιο καλά που δεν ήμπε το κακόμοιρο μέσα να κατέβει κανένα ξύλον, όπως ήρθε με τη φόρα ο αγέρας, να το σκοτώσει. Και ήταν ο πατέρας μου εδώ ΄π΄ έξω και κάνει, τύφλα Μιχάλη. Ο Μιχάλης [ch-].  Του ήρτε μετά, του λέει, ήντα ΄καμες τώρα Μιχάλη; Ε, ώστε να μπω μέσα να σκοτωθώ, πιο καλά να βουλήσει ο μύλος. Ύστερη το φτιάξανε πάλι, το φτιάξανε. Αλλά κακοχτισμένος, κακοχτισμένος αυτός που τον, που τον είχε. Τον είχαν απ΄ το Μεσήνι, τον είχεν αγοράσει ο πατέρας μου.</p>



<p><strong>Η:</strong> Πότε τον είχαν φτιάξει το μύλο αυτόν;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ε πολλά χρόνια, πριν γεννηθώ εγώ. Ε μα αυτός ο μύλος μας έζησε, γιατί με την Κατοχή όλοι πείνάσανε, εμείς δεν ηπεινάσαμε. Αλλά ήδωμνεν ο πατέρας μου αλεύρι στις φτωχούς. Ήρτεν ένα καϊκι στο Λιβάδι κι ανέβηκεν ένας και του λέει, έλα καλέ μου άνθρωπε και βάλε μου μια χουφτιά αλεύρι να κάνω μια πίτα να φάω που πεινώ. Κι ήπιασε και του ΄βαλε. Ήδωνε, ήδωνε στις φτωχούς. Τραβήξαμε, τραβήξαμε. Ύστερα που πήγαν στρατιώτες τα παιδιά&#8230; Δε, δε, δε. Λεφτά δεν ηβγαίναν τότες.</p>

<p>&nbsp;</p>
<h1>Ο μύλος λέει γίνεται, το παιδί δε γίνεται</h1>
<p>&nbsp;</p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-21-Ο-μύλος-λέει-γίνεται-το-παιδί-δε-γίνεται.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Δουλειά στο μύλο. Η σχέση του πατέρα με το μύλο. Κακοκαιρία</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ο πατέρας μου ο κακόμοιρος[ed] ήτανε απάνω σ&#8217; ένα τέτοιο κρεβάτι κι είχεν ανοίξει την πόρτα και κοίταζε το μύλο, μέχρι που ξεψύχησε[&#8230;] Να το βλέπει, να το βλέπει, να το βλέπει. Όλη νύχτα εγνοιαζότα&#8217; όταν είναι κακοκαιρία, όλη νύχτα δεν κοιμότανε. Του &#8216;λεε η μάνα μου: Βρε κοιμήσου και δε θα πάθει τίποτι ο μύλος. Γιάντα δεν τον ξαταρώνεις(?); &#8216;Εν ήθελε να τον ξαταρώνει.[&#8230;] Και μια μέρα επήγεν ο αδερφός μου ο Μιχάλης δέκα η ώρα το πρωί να τον τρετσάρει(?), γιατί κατέβηκε&#8230; Αυτό ήταν οργή Θεού! Κατέβηκε ένας βοριάς, ένα φου ηβάστηξε μια ώρα κι έπειτα κατά, κατασαλάγιασε και παίρνει δρόμο ο ξάδερφός μου ο Νικόλας και πάει στον κάτω μύλο. Εκείνο ήτον κατήφορο, τον ηπρόλαβε το μύλο. Ο αδερφός μου ο Μιχάλης ήτον μακρυά, πήγε, αυτός ήταν και γουστόζικος κι αφού λοιπό&#8217; είδε το&#8230; Αφού ηπήγεν απ&#8217; έξω από το μύλο, έρχεται ένα φίρμα(?) και κατεβάζει τις αντένες, το ξόνι(?) και τω&#8217; δώνει μια και κατεβαίνουν όλα κάτω. Ο Μιχάλης λοιπό&#8217; δεν έπιανε στενοχώρια. Σταύρωσε τα χέρια του απ&#8217; όξω κι έστεκε τον ηξάντι[?]. Βγαίνει ο πατέρας μου και του κά και κάνει λέ&#8217;, τύφλα Μιχάλη! Ε, [ch-] η μάνα, δεν κοιτάζεις, λέει, που δεν ηπήε το παιδί μέσα, να ξεφύει, λέει, καένα ξύλο, εκεί που τον ηκατέβασε, λέει, το μύλο να πάει να το σκοτώσει. Μα θα γνοιαστούμε, λέει, το μύλο; Ο μύλος, λέει, γίνεται, το παιδί δε γίνεται. Ναι κι ήρτεν εδώ ο Μιχάλης ούτε[???]. Αφού δεν μπορούσα, λέει, πατέρα να πάω μέσα,πώς ήθελες να πάω; Να πάω να σκοτωθώ; Ε, &#8216;εν του ξαναμίλησε. Ο κάτω μύλος τον ηπρόλαβεν ο ξάδερφός μου και τον&#8230;</p>



<p><strong>Ηλ: </strong>Μετά τον ξαναφτιάχνατε όμως; Τον χαλούσε ο καιρός&#8230;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ένα φίρμα! Τον ηξαναφτιάξαμε. Δηλαδή οργή Θεού ήτανε. Ηλίχνιζε τη θάλασσα και την πέτα πάνω[&#8230;]. Ούτε μισή ώρα δεν ηβάστηξε, ε ναι. Ένας αγέρας όπου έβρισκεν άθρωπο θα τον ησκότωνε και ήτον οργή Θεού, οργή Θεού ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Εδώ το πιάνει πολύ ο αέρας; Γιατί πάνω στο Μερσήνι φυσάει πολύ αέρας.</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Μυλωναριό σου λένε. Παντού πιάνει[&#8230;]. Μυλωναριό λέει.</p>



<p><strong>Λάρα: </strong>Τι είναι αυτό;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, δηλαδή &#8216;κει που &#8216;ν&#8217; ο μύλος, μυλωναριό το λέγανε.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Τον τόπο;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Όχι, το μέρος που ήτον ο μύλος.[&#8230;] Ο πατέρας μου εγέρασε πριν την ώρα του με το μύλο, γιατί μόνο μόνο να φυσούσε κακοκαιρία τη νύχτα, είχεν αυτή την έγνοια, θα μου σπάσει το μύλο, θα μου σπάσει το μύλο.</p>

<p>&nbsp;</p>
<h1>Ήπεσεν αστροπελέκι και τον ήκαψεν</h1>
<p>&nbsp;</p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-19-Ήπεσεν-αστροπελέκι-και-τον-ήκαψεν.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καταστροφή του μύλου</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Η:</strong> Και το μύλο μέχρι πότε το λειτουργούσε ο πατέρας σας;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ύστερι που γέρασε τον ηπήρεν ο Δημητράκης, ο Δημητράκης, αλλά τον είχανε κακοχτισμένο, κάθε χρόνο βουλούσε μια πάντα. Ύστερα βαργίστησε (?) το Δημητράκη, δεν τον ηξαρταρώναν να μην το σπάσει ο αγέρας. [&#8230;] Ήτον μες στο βοριά, ήρχουντον νοτιάς του ΄δωνε και κατέβαζε όλες τις αντένες κάτω. Πρέπει να το δένεις. Και ύστερα βουλούσε, τον ήχτιζε από τη μια πάντα, τον ήχτιζε καλά δυο φορές ο συχωρεμένος ο πατέρας μου [&#8230;]. Πέρασαν πολλά χρόνια, δυο τρία χρόνια, ήπεσεν αστροπελέκι και τον ήκαψε, καιγόταν τρεις μέρες, τρεις μέρες με τα ξώνια όλα μέσα, είναι ξυλία. Ναι, ναι ήκαψε. Και ήλεα, ε και να ζούσε ο πατέρας μου να το δει να καίεται. Ήθελε να πάει μια ώρα πιο μπροστά. Το όνειρό του ήτο΄ να κοιτάζει το μύλο. Πόσες φορές με κακοσύνη μες στη νύχτα έφευγε να πάει πέρα να τον τρετσάρει.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/">Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Αφού ο κόσμος πια ήπαθεν αναιμικός. Ήβλεπες τον κόσμον και ήτον έτσι αλαξομουρισμένος</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 May 2023 14:33:03 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1372</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κατοχή. Επίταξη</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/">Αφού ο κόσμος πια ήπαθεν αναιμικός. Ήβλεπες τον κόσμον και ήτον έτσι αλαξομουρισμένος</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don9-7-final-cut.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κατοχή. Επίταξη.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Κ:</strong> Στην Κατοχή ήσασταν στη Δονούσα;</p>



<p><strong>Σ: </strong>Αφού ήμαστεν εδώ κάτοικοι, πού `θελες να πάμε;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Και τι βρίσκατε για φαγητό;</p>



<p><strong>Σ: </strong>Από φαγητόν να πούμε υπήρχανε βέβαια, αφού ήμασταν αγρότες ηκάναμε από όλα. Αλλά τότες ηβαστήχτη, να πούμεν, ο πόλεμος και δεν ύπαρχε… Ακόμα κι αλάτι δεν ηβρίσκαμε να βάλωμε, μόνο στα χόρτα όλοι οι αθρώποι. Δεν υπήρχαν πια χόρτα, κάθε μέρα οι αθρώποι πρωί-βράδυ. Αφού ο κόσμος πια ήπαθεν αναιμικός. [&#8230;] Ήβλεπες τον κόσμον και ήτον έτσι αλαξομουρισμένος. Ψάρι μοναχά είχε μπόλικο, μόνο ψάρι είχε μπόλικο.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Είχατε πεινάσει εσείς εδώ;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Εμείς είχαμε πεινάσει, γιατί μας ηνοίξανε το σπίτι, είχαμε λίγον καρπό και μας τον πήρανε. Πείναν ο κόσμος, πείναν ο κόσμος… [&#8230;]</p>



<p><strong>K:</strong> Υπήρχαν Ιταλοί που ερχόντουσαν και παίρνανε;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ναι, δεν ηφήναν τίποτα. Ούτε χτήματα μας ηφήνανε ούτε… Μια φορά είχεν έρτειν ένας… Σταχτουράκη τον ελέανε του Νικολάρα. Λοιπόν είχα, δυο-τρεις κατσίκες είχαμε [&#8230;] και είχανε κάνει και τρία ριφάκια. Τις κατσίκες λοιπον τις είχα έξω, δεν τις είδανε, τα ριφάκια επήγαν και γινήκασι ένα μέσα στη μάντρα […] και πάει και μπαίνει μέσα κι ήψαχνε τη μάντρα, λέει «Τι είναι αυτές οι νεροδουλειές;» Λέει λοιπό` ο πατέρας μου, «Ε, να», λέει, «δεν τα βλέπεις πως πεινούσι και δεν έχουσι να φάνε. Έχωμε», λέει, «τις μαρτίνες». Λε` «Πού τις έχετε; Πού τις έχετε;» Εγώ λοιπόν τις είχα αποκινήσει από κει πίσω στα… Αλλά εμείς οι Ρωμιοί, δηλαδή προδίνει ο ένας τον άλλον κι είναι και συγγενείς. Λέει «Δεν πας να φέρεις αυτές τις κατσίκες που `χεις από κει;» Και φεύγω και πάω, τις ήφερα και μου πήρανε μία γίδα. Πάλι οι δικοί μας, να πούμε, τα κάνανε. Αναμεταξύς μας οι Ρωμιοί βγάλαμε τα μάτια μας.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Μαρτίνες θεία, ποιες κατσίκες λέτε μαρτίνες;&nbsp;</p>



<p><strong>Σ: </strong>Τις κατσίκες.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Όλες οι κατσίκες λέγονται μαρτίνες;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Οι μαρτίνες, οι μαρτίνες. Και αφού λοιπόν, ήτον ένας Σταχτουράκης, ήτον μαζί με το Νικολάρα, γιατί είχανε… πολλές καρδιές είχανε κάψει<sup>1</sup>, «Δεν έχετε, λέει, αυγά;» Ο ίδιος Σταχτουράκης ήκανε. Ο Ιταλός λοιπό κάμει, «Δε βλέπεις τα πίκουλα ότι πεινάνε κι εσύ λέει τα ρωτάς;» Εκείνος ητράβηξε να πούμε και πήαινεν απάνω. Ό,τι πήε λοιπόν απ` όξω από της Ειρήνης, στρέφει. Λέει, «Δεν έχετε κότα;» «Βρε ούτε κότες», λέει, «έχουμε ούτε…» Αφού πήανε λοιπόν απάνω εκεί που μαντρίζει ο Αντώνης τα κατσίκια του, βρήκαν τα ρίφια και παίζανε. Και λέω ήτον έτσι από το Θεό και τα φώτισε και πήγαν εκεί και θα μας τα παίρνανε. Και σώζαμε πότε-πότε, να πούμε, ένα, μαζεύγαμε και χόρτα. Ε, είχαμε λίγον καρπό. Τότες ηφήλααν και τις μύλους, όποιος ηπήαινεν άλεσμα του παίρνανε, ηπείναν ο κόσμος. […] Είχαμε το μύλο και χερομυλούσαμε και κάναμε… Αφού σκέψου ότι μια φοράν ηφέρανε το δελτίο και είχαμε λίγον παρμένο. Ε, ήψαμεν τη νύχταν το φούρνο, σκέψου να δεις, ότι από την πείναν που είχε ο κόσμος, ήψαμεν τη νύχτα και κάμαμε… τέσσερα ψωμιά είχαμε κάμει; Τα `χαμε δελτία και ως κι εκείνον ηπήρανε, ως και το ψωμί μας ηπήρανε. Κάτι σπορισιμιά &nbsp;που `χεν ο πατέρας μου που κάναμεν καλοκαιρινά να πούμε, που ρίχνουμε σησάμια, φασόλια, τέτοια, και κείνα τα πήρανε. Ήτανε, ήτανε τότες!</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>Εννοεί ότι είχανε κάνει κακό σε πολύ κόσμο</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/">Αφού ο κόσμος πια ήπαθεν αναιμικός. Ήβλεπες τον κόσμον και ήτον έτσι αλαξομουρισμένος</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/katochi-epitaxi-nikolaras/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πηαίναν μες στην Ανατολή, ηφορτώνανε καΐκια, κλέβγανε των ανθρώπων τις αγελάδες, ό,τι βρίσκανε…</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 14:54:15 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1191</guid>

					<description><![CDATA[<p>Στοιχειωμένες μέλισσες, στοιχειωμένα λεφτά, κλέφτες</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/">Πηαίναν μες στην Ανατολή, ηφορτώνανε καΐκια, κλέβγανε των ανθρώπων τις αγελάδες, ό,τι βρίσκανε…</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don9-13 - ΛΟΓΙΑ, ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΑ, ΚΛΕΦΤΟΥΡΙΑ. ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΣΟΦΙΔΙ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Στοιχειωμένες μέλισσες. Στοιχειωμένα λεφτά</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σ:</strong> Μέλισσες, κι αυτές τις στοιχειώνουνε. Το ξέρεις ότι είχε πρώτα πολλά απάνω. Είχεν και ΄χει. </p>



<p><strong>H:</strong> Και τις μέλισσες δηλαδή πώς τις στοιχειώνουνε; [&#8230;]</p>



<p><strong>Σ:</strong> Λόγια βάζουνε, λόγια βάζουνε.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Έχετε ακούσει εσείς κάποια από αυτά τα λόγια; Ξέρετε τίποτα από αυτά; [&#8230;]</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ε, ήκουα καμιά φορά να πούμε τους παλιούς. [&#8230;] Μια φορά ήτο, λέει, ένας εις στην Αμοργό μας ήλεεν ο πατέρας μου. Ήτον ένα φτερό, μες στο φτερό αυτό ήτον η μέλισσα. Βούταγε, λέει, το μέλι, γέμισεν η σπηλιά εκεί μέσα είχε το μέλι. Αλλά ήτον όμως σου λέει ένα χάος. Λέει λοιπόν ο ένας στον άλλον, ρε πάμε να κάνουμε απόφαση να την τρυήσωμε; Τον ήδεσε λοιπόν, λέει, αυτόν από τη μέση. Ηκατέβειν, να πούμε, κάτω με το ντενεκέ. Τον ηγέμισεν τον ντενεκέ, τον λέβαρεν απάνω το ντενεκέ το μέλι. Λέει, να ξανακατέβω. Και του δώσαν, λέει φτάνει, ακούει, φτάνει. Με το φτάνει ηχάθηκεν, ηχάθηκεν δε φάνηκε καθόλου.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Ο άνθρωπος;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ναι ούτε τον εβρήκανε καθόλου. Είχανε μια φορά, τώρα δεν το βλέπουνε, το βλέπαμε πολλές φορές, πηαίναμε στ΄αλώνια που αλωνεύγαμε το βράδυ, που άμα ΄θελε να ΄ναι έτσι το φεγγάρι, είχε, λέει, λεφτά πολλά, που τα ΄χανε στοιχειωμένα. Και τα βλεπες λοιπό κάθε βράδυ το φως, το φως. Κι ήκουα  λοιπόν τους παλιούς, που λέασι: Να λέει που βόσκουν και τα πρόβατα, βγήκε, λέει, πάλι το&#8230; Τι είναι λέω αυτό; Λέω του πατέρα μου, ήντα λέω είναι αυτό; Αυτό μου λέει είναι λεφτά και τα ΄χουνε στοιχειωμένα. Έχουν πει λόγια. Τρία αδέρφια θα πάνε, τα δυο θα το κερδίξουνε, το άλλο θα το πνίξει. Αν πρόκειται, λέω, για να πας, να χάσεις τον&#8230; Να λείπουνε. Ε, τώρα αν δε βάλωμεν τη βάση, δε θα τα ΄χουνε βρει σκαμμένα. Είχε στηρίγματα πολλά. [&#8230;] Έχει η Ντονούσα πολλά απάνω [&#8230;]. Στου μαστρο Γιάννη εκεί κάτω εκεί πέρα [&#8230;], μας ήλεεν ο μακαρίτης ο Μαρινάκης, ότι ηβλέπασιν ένα φως από πάνω από το μαυρόχορτο [?] το δικό μας και ήσβυνε μες στο λάκωμα. Τι είναι λέει αυτό, τι είναι; [ch-] Ήτανε κλέφτες, είχανε τρία μάρμαρα. Ησκάψανε [ch-], του λέσιν ότι αν τα ΄βρεις λέει χαλάλι σου. Ε, ηπήε, λέει, ο συχωρεμένος ο παππούς λέει ήβρεν το ένα, το ΄βγαλε. Βγάλει το άλλο, τίποτι. Έπρεπε να βγάλει και το τρίτο. Το παράτησε λοιπό. Σε λίγον καιρό να η κλεφτουριά. Και του λέει, ε, μπάρμπα ήβρες τα&#8230;; Λέει, όχι, λέει ηπήαμε μα δεν τα βρήκαμε. Λέει και πόσα μάρμαρα ήβγαλες; Λέει, δυό. Λέει, δώσε μας ένα φτυάρι και μιαν αξίνα. Και πάνε και τα βρίσκουνε. Για να τα ΄βρεις και τι χαλάλι σου και δεν του δώκανε τίποτι. Κάτω στο μύλο, το μύλο τον κάτω μύλο. Είπαν πως τα ΄βρε ο γέερο Μυλωνάς. Του το ΄πανε, το ΄ξερε. Λέει, αν τα  ΄βρεις λέει&#8230; Αυτοί βλέπεις ήταν απ΄τα κλεφτουριά, ήτανε τότες ήτονε κλεφτουριά. Τα κλέβγανε και τα χώνανε κι άμα τα βρίσκανε. Ε, δεν ήρτασι, τα βρεν ο γέρο Μυλωνάς. Μπορεί να βρεις καϋμένη τέτοια&#8230; Αλλά πρέπει να προσέχεις. Αν σε προδώσουνε, αλοίμονο. [&#8230;] Μερικοί που βλέπεις και λες και είναι&#8230; Πόσα βρίσκουνε κάτω στα νησά&#8230; Πόσα&#8230;</p>



<p><strong>Η:</strong> Οι κλέφτες αυτοί θεία τι ήτανε;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ήτανε κλεφτουριά, κλέβανε. Τότες δεν υπάρχανε συγκοινωνίες τότες, σαν τηλέφωνα που υπάρχουν τώρα. Τα χρόνια εκείνα δεν υπάρχανε. Και πηαίναν λοιπόν μες στην Ανατολή, ηφορτώνανε καϊκια, κλέβγανε των ανθρώπων τις αγελάδες, ό,τι βρίσκανε. [ch-] αφού δεν υπάρχανε&#8230; Ακόμη και τώρα τα κάνουνε αυτά.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Δονουσιώτες δηλαδή ήτανε ή από άλλα&#8230;;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Όχι παιδάκι μου, ξένοι [&#8230;], ξένοι, ξένοι. Ξένη κλεφτουριά. [&#8230;] Τα πουλούσανε να πούμε. Μια φορά είχανε ενούς Αξιώτη ένα βούδι κλεμμένο. Το φέρασι λοιπό εδώ, εγώ δε το θυμούμαι, μου τα ΄λεγεν η αδερφή μου και της Ελευθερίας ο πατέρας του λένε, μπορείς να μας κρατήσεις αυτό το βόδι ώσπου να γυρίσωμε να το πάρωμε; Ε, το κράτηξε. Του λέει λοιπόν ό πατέρας μου, του λέει Μιχάλη πρόσεξε, του λέει, πρόσεξε καλά γιατί&#8230; Μη σε&#8230; Σε λίγες μέρες να ο Αξιώτης. Λέει ποιος είναι ο Μιχάλης ο Σιγάλας, λέει του πατέρα μου. Λέει, είναι αδερφός μου. Αδερφός σου; Το βόδι λέει που πήρε, πού το ΄χει; ήρθεν λοιπόν, το ΄χε από πίσω στις που λέμε Χειλούτες [?]. Είχαν ένα καζάνι μεγάλο και εκεί λοιπό το πότιζε. [&#8230;] Ήρτε λοιπό, σε λίγες μέρες ήρτεν η κλεφτουριά και το πήρε. Το προδώσανε λοιπό, έρχεται ο Αξιώτης, τι έκανες το βόδι μου; Λέει, εγώ δεν ήξερα, μου το ΄φηκε λέει πως ήθελε να γυρίσει να το πάρει. Εγώ λέει ηνόμιζα ότι το&#8230; Του λέει, άντε τώρα πλήρωσέ το εσύ. Και πουλεί μια αγελάδα δικιάν του και δεν ξέρω πόσα ήδοκε ρέστα. Ηκάνανε πρώτα πράγματα&#8230; </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/">Πηαίναν μες στην Ανατολή, ηφορτώνανε καΐκια, κλέβγανε των ανθρώπων τις αγελάδες, ό,τι βρίσκανε…</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-vlepeis-itan-ap-ta-kleftoyria-itone-totes-kleftoyria-klevane/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
