<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΝΕΡΑΪΔΕΣ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-tag/neraides/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/neraides/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Fri, 16 Jan 2026 20:55:31 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΝΕΡΑΪΔΕΣ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/neraides/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Είχαν απάνω σε ένα καλάμι δεμένο ένα πιρούνι και κατεβάζαν από πάνω το πιρούνι και μου πέρναν τις πίτες</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 16 Jan 2026 20:55:31 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10598</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι φάρσες του Δημήτρη Κωβαίου στη θεία του την Ευαγγελία</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/">Είχαν απάνω σε ένα καλάμι δεμένο ένα πιρούνι και κατεβάζαν από πάνω το πιρούνι και μου πέρναν τις πίτες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don8-6.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι φάρσες του Δημήτρη Κωβαίου στη θεία του την Ευαγγελία</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1"><strong>Ε: </strong>Και τι μου ΄κάνεν και μια φορά πάλι, αυτός ο πειρασμός ο θείος σου ο Δημήτρης;</p>
<p class="p1"><strong>Η</strong><b>: </b>Τι;</p>
<p class="p1"><strong>Ε:</strong> Λοιπό ήτο Φώτα κι ήψηνα πίτες και ήντα ΄καμε; O Μήτσος με το Μιχάλη της Χήρας.<span class="Apple-converted-space">  </span>Ηκαθούμαστε λοιπόν μέσα στην κουζίναν εκείνη. Ήτον η συχωρημένη η Ποθητή, η μάνα της Σοφίας, ο Μήτσος που ΄το λεύτερος, ηγαπούσα με τη Σοφία και ο άντρας μου κι εγώ είχα τις πίτες κι ήψινα στην παραστιά βέβαια, γιατί ούτε γκάζι ούτε τίποτι. Λοιπό, τις ήριχνα μέσα στην κατσαρόλα με τα ξύλα, που ήναβγιε, να ψήνουνται και γύριζα και των ηκουβέντιαζα ας πούμε εκεί που κάθουντο. Λοιπό ήβαλα μέσα, ηκανόνιζα δέκα δεκαπέντε πίτες μες στην κατσαρόλα. Μετά τις ήβγαλα κι ήβρισκα μισές. Μα καλά με την κουβέντα, λέω, λάθος κάνω και βάλω τόσες και μετά βρίσκω λίγες; Μια φορά, δυο. Και με<span class="Apple-converted-space">  </span>την κουβέντα τώρα μανία που τους ήτον κι οι τρεις εκεί στη γραμμή μαζί και μου λέασι και κουβεντιάζαν και ξέρω ΄γώ τι, δεν τις ήπερνα είδηση. Καμιά φορά λοιπό τον προλαβαίνω κι είχαν απάνω σε ένα καλάμι δεμένο ένα πιρούνι και κατεβάζαν από πάνω το πιρούνι και μου πέρναν τις πίτες. Τι μου ΄χει κάνει ο δαίμονας μου ΄χει κάνει&#8230;</p>
<p class="p1">Άλλη φορά πάλι, ήμουν πίσω στη Σοφία κι ΄εν ηξέρω μωρέ παιδιά, ήτον απεθαμένος ο άνδρας μου, δεν εθυμούμαι. Λοιπόν παίρνει μια καρέκλα, τη βάλει μες στην μέση του σπιτιού, μου φαίνεται ήζειν αλλά ήλειπε, το Σπύρον είχα μικρό, άρα ήζειν, μόνο ήλειπε, μάλλον στα ψαρέματα ήτο. Και πιάνει μια καρέκλα, τη βάλει μές στην μέση του σπιτιού και πιάνει και βάλει το σακάκι του συχωρεμένου, το καπέλον του και τον κάνει άνθρωπο κι έχει την καρέκλα μες στην μέση του σπιτιού. Εγώ με το Σπύρο μου τον μικρό, δυο τριώ χρονώ, ήμουν μεσα στη Σοφία κι ήτο λοιπό μισοσκότεινα. Ότι που ΄θελε λοιπό να σκοτεινιάζει, ήφηα να ΄ρτω. Όπως ήφηα, τότες δεν υπάρχαν φώτα, δεν υπάρχαν τίποτι, με τις λάμπες. Όπως ανοίω την πόρτα, μπαίνω μέσα, βλέπω έναν άνθρωπο μες στο σπίτι. Γυρίζω και λέω του Σπύρου, ήτο μικρός, λέω, Σπύρο ένας άνθρωπος είναι μες στο σπίτι, πού να μπω εγώ μέσα. Του λέω τρέχα. Εγώ ηγύρισα ηπίσω και του λέω τρέχα πίσω στης Σοφίας, να ΄ρτει ο Μήτσος, να δούμε ήντα ΄ναι, ξωτικόν είναι, άνθρωπος είναι, ήντα ΄ναι. Μες στην μέση του σπιτιού ντυμένος, με<span class="Apple-converted-space">  </span>το καπέλο με το σακάκι με όλα. Έρχεται λοιπό, οι άνδρες βέβαια αν είναι δυνατό να φοβηθούν, μπαίνει μέσα, τότες σου λέω με τη λάμπα, δεν είχαμε φως. Μπροβέλει στην πόρτα και μου λέει, άνθρωπο σου ΄χου καμωμένο μες στην μέση του σπιτιού. Μπαίνει μέσα και μου λέει έλα να δεις, το σακάκι του ανδρός σου, το καπέλο του ανδρός σου. Μου ΄χει κάμει πράγματα αυτός ο θείος σου ο Μήτσος!</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/">Είχαν απάνω σε ένα καλάμι δεμένο ένα πιρούνι και κατεβάζαν από πάνω το πιρούνι και μου πέρναν τις πίτες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 24 May 2023 08:04:37 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1677</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες για φαντάσματα στο Σπήλιο και για νεράιδες στη βρύση</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/">Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-21-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για φαντάσματα στο Σπήλιο</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Ελ:</strong> Κι εδώ στο Σπήλιο πάλι λέγανε πως… Φοβούμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, που `ρχομαστε από το σχολείο. Τώρα, μας τα λέγανε για να μας φοβίζουνε, για να `ρχόμαστε νωρίς; Γιατί παίζαμε στο δρόμο και ερχόμαστε όλο νύχτα, νύχτα. Άμα περνούσαμε, άμα δεν είμαστε και διπλάρικα μαζί, φοβούμαστε βέβαια, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα, «κου-κου, κου-κου» ακούγαμε. Καμιά φορά ήμουνα το πιο μικρό του σχολείου, άμα ανεβαίναμε -τα άλλα όλα ήταν μεγάλα αγόρια και τρέχανε- ε, εγώ πήγαινα σιγά-σιγά σαν το… και σκοτεινιαζόμουνα, ερχόμουνα νύχτα και τ` άκουγα λοιπό που φωνάζανε και έλεγα λοιπό μόνη μου τώρα, για να παρηγοριέμαι, <em>κουκουβάγια μωρέ είναι, τώρα τι φοβάμαι;</em> Μονολογούσα εγώ κι έλεγα <em>κουκουβάγια είναι μωρέ τώρα, τι φοβάμαι, αφού είναι κουκουβάγια και κάνει «κου-κου», τι να φοβάμαι;</em> Και παρηγοριόμουνα μόνη μου.&nbsp;</p>



<p><strong>Κ: </strong>Θυμάστε τι λέγαν για το Σπήλιο, για το συγκεκριμένο μέρος εκεί; […]</p>



<p><strong>Eλ:</strong> Λέγαν πως εκεί μέσα είναι το μέρος και καλά πιο δύσκολο το μέρος εκείνο, πως έχει φαντάσματα. Εγώ δεν έχω δει. Το μόνο που έχω ακούσει και δεν το `πε ψέματα βέβαια, δεν ξέρω ακριβώς πώς βρέθηκε, ήτανε… Όταν σκοτώθηκε της γριάς Πλυτώ ο πρώτος της άντρας, έπεσε ένας τοίχος και τον πέτρωσε εκεί δα μέσα, όχι στο Σπήλιο, πιο πέρα, στο άλλο που `ναι η ελιά. […] Εκεί ήταν, μέσα στα χωράφια αυτά σκοτώθηκε ο άντρας της. Έκατσε κάτω από τον τοίχο να κολατσίσει και τον είχε ξεσκάψει κι εκεί ξεκόλλησεν από πάνω ο τοίχος και τον ησκότωσεν από κάτω. Ψάχναν, τον ηγυρεύανε, δεν τον ευρίσκανε πουθενά. Και λέγανε τέλος πάντων, πως είχε φαντάξει, ακούγανε διάφορες φωνές. Δηλαδή εκείνη την ημέρα όχι δεν ακούσαν τίποτα. Το μόνο που μας έλεγεν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι ήτανε στο περιβόλι και πήγεν ο πεθερός του και τον εγύρευε στο περιβόλι. Αφού τον εγυρεύανε, μήπως είναι στο περιβόλι, μήπως είναι στη Μεσαριά; Ψάχνανε, τον γυρεύγανε. Ήμουνα μικρό παιδάκι εγώ τότε. Και άκουσε, λέει, από πάνω που έβηξε, γιατί από κάτω είναι το δικό μας περιβόλι, από πάνω αμέσως είναι δικιά του η τραφιά. Και λέει, λοιπόν, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, «Άκου, ο Δημήτρης» -Δημήτρη τον λέγανε και κείνο- «Άκου, ο Δημήτρης που βήχει από πάνω. Πού τον εγύρευεν ο πεθερός του και δεν τον ευρίσκανε;» Αλλά δεν εμίλησε, λέει, από πάνω φαίνεται θα `τανε και ίσως τον ευρήκανε και δεν ακουγόταν και τίποτα. Άκουσε, λέει, που έβηξε. Λοιπόν είχε φύγει ο Βαγγέλης από την Καλοταρίτισσα […], εδουλεύανε στις Μάκαρες κι ερχότανε τα Σάββατα, τις έφερνεν εδώ ο ίδιος ο επιστάτης, είχε μια βάρκα μεγάλη και τους έφερνεν εδώ τα σαββατοκύριακα, να πλυθούνε, να δουν τους δικούς τους, και προπάντων να πλύνουν και τα ρούχα τους. Και σηκώθηκε λοιπό` αυτός ο Βαγγέλης -ήτανε παλληκαρόπουλο και δούλευεν εις τις Μάκαρες κι αυτός- σηκώθηκε λοιπόν της αυγής για να φύγει […] για να προλάβει τη βάρκα που θα `φευγε και φεύγαν και πρωί-πρωί.  Του λέει ο πατέρας του… -σηκώθηκε νύχτα σκοτεινά- «Μήπως δουλιαστείς<sup>1</sup> να `ρθω κι εγώ μαζί σου;» Ο γέρος δε φοβότανε, αλλά ο μικρός… λέει, «Μπα, πού να `ρχεσαι μαζί μου τέτοιαν ώρα», λέει, «θα πάω.» Λέει, «Αν φοβάσαι να `ρθω γω μαζί σου.» Λέει, «Όχι, όχι, δε φοβάμαι.» Επήρεν τα ρούχα του αυτός κι έφυγε, μόλις επήγεν εκεί δα στην ελιά που σου λέω, ακριβώς είναι μια φίδα από κάτω. Όπως πήγε να περνάει αυτός, όλο και με το φόβο φαίνεται, βλέπει ένα μαύρο γάτο και πηδάει μες στα πόδια του και χύνεται κάτω προς τα κάτω. Αυτό ξεράθηκε το παιδί από το φόβο του. Γιατί πήδηξε με φόρα από πάνω από τον τοίχο και κατέβηκε μες στο δρόμο και πήρε κάτω τη ρεματιά. Και αυτό φοβήθηκε πολύ και πήγε λοιπό στον Κάμπο κι ήτανε άσπρο, λέει, όπως τον τοίχο. Του λέει, «Γιατί είσαι έτσι τρομαγμένος;»  Λέει, «Άστα τώρα.» Δεν ήθελε να πει τίποτα, αλλά μετά τον ξαναρωτήσανε. Του λέει ο Αριστείδης, αυτός που `χε τη βάρκα, λέει, «Γιατί είσαι έτσι; Είσαι κίτρινος», του λέει, «όπως το λεμόνι.» Του λέει, «Κάτι μου `τυχε στο δρόμο, που κατέβαινα νύχτα και κόντεψα να μείνω μες στο δρόμο.» Κι άμα `ρτεν απάνω τα `λεγε στους γονείς του, πως αυτό του `τυχε. Άλλη φορά πάλι, τις ίδιες μέρες εκείνες, κοιμότανε στ `αλώνια τότε, αλωνεύαμε, ήταν η εποχή των αλωνιών. Και κοιμότανε οι αθρώποι όλοι, ο πατέρας μου, της Σοφίας ο πατέρας, ο θείος μου ο Νικόλας, αυτός που σκοτώθηκε, στ` αλώνια κοιμόταν όλοι. Όλο το καλοκαίρι κοιμότανε στ` αλώνια, δεν ερχόταν στο σπίτι. Μία για να λυχνίσουνε, μία πως τους άρεσε και πιο καλά έξω καλοκαίρι που ήτανε, να μη ζεσταίνονται στα σπίτια, είχαν πάρει τα ρούχα τους και κοιμότανε στ` αλώνι. Στάχυα είχε κάτω και ήτανε μαλακά… Και θυμάμαι που `λεγεν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι κείνο το βράδυ, κείνη τη βραδιά, άκουσε μία σφυριά από το πίσω μέρος, εδώ που πηγαίνετε εσείς για να αντικρύσετε πώς είναι η ρεματιά, άκουσε μία σφυριά μες στη ρεματιά, που λέει, «Εγώ όσο χρονώ είμαι δεν είχα φοβηθεί ποτέ μου κι άκουσα μία σφυριά που επήγε ο αντίλαλος μέχρι κάτω. Εγώ», λέει, «δεν είχα φοβηθεί ποτέ και άκουσα αυτή τη σφυριά και εκείνο το βράδυ», λέει, «φοβήθηκα.»</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Άκουγα κι εγώ σαν παιδί πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-20-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>K:</strong> Σχετικά με θρύλους που λένε διάφορα για τη βρύση, για το νερό κι όλα αυτά, έχετε ακούσει;&nbsp;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Α, τ` άκουγα κι εγώ σαν παιδί, […] πως υπήρχανε νεράιδες εις τη Βρύση και κλαίγαν τα μωρά.&nbsp;</p>



<p><strong>K:</strong> Εγώ θυμάμαι που μας λέγανε ότι όποιος είναι να πάει βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί […] να κρατάς μαζί σου ένα κομμάτι ψωμί. Έχετε ακούσει την ιστορία τι συμβόλιζε αυτό το ψωμί;</p>



<p><strong>Ελ: </strong>Επειδή, πώς το βάζει ο παπάς που σε κοινωνάει, τον σίτο, τον οίνο και το έλαιο… Το ψωμί είχε τη δύναμη και δε σε πλησίαζε, λέει, το ξωτικό, έτσι μας λέγαν κι εμάς. Άμα βγαίναμε βράδυ έξω, λέει κράτα… -εμείς τα παιδιά βέβαια δεν πηγαίναμε πουθενά, αλλά άμα πήγαινε ο πατέρας μου που σηκωνότανε να πάνε στα ψαρέματα τη νύχτα, είτε απ` έξω είτε…-&nbsp; βάλε κι ένα κομματάκι ψωμί μαζί μες στη τσέπη σου. […] Ένα κομματάκι ψωμί. Γιατί το ψωμί είναι σταυρωμένο και δεν κάνει ούτε να το πατάμε ούτε να το πετάμε.</p>



<p><strong>Η:</strong> Κι εδώ για τη Βρύση τι λέγανε;&nbsp;</p>



<p><strong>Ελ: </strong>Μας λέγαν ότι υπήρχανε, λέει, νεράιδες εις τη Βρύση και είχαν ακούσει, λέει, κάποιοι, δεν ξέρω, ότι είχαν τα μωρά τους. Πηγαίναν και πλέναν τα ρούχα τους, λέει, στη Βρύση και τ` ακούγαν που κλαίγανε τα παιδιά. Αυτά θα `ταν φαντασίες. Μια κουκουβάγια να φώναζε τη νύχτα και λέγαν πως είναι τα παιδιά της νεράιδας. Οπότε δεν το πίστεψα βέβαια. Ε, καλά σαν παιδιά μας φοβίζανε και φοβόμασταν να πάμε, αλλά εγώ πολλές φορές που άντεχα και πήγαινα κάτω και πελεμούσα και σκοτεινιαζόμουνα και `ρχοτανε η συχωρεμένη η γριά Πλυτώ εδώ κάτω, έβλεπεν πως δεν είχα ανεβεί απάνω κι έλεγεν της Ειρήνης, «Βρε συ, αυτή η Ελευθερία λες να `παθε τίποτα και δεν έχει ανεβεί ακόμα;» Και κατέβαινε η κακομοίρα κάτω και με γύρευε. Μου `λεγε, λοιπόν, η Ειρήνη, «`ε δουλιέσ`<sup>2</sup> τέτοια ώρα που κάθεσαι κάτω;» Λέω, «Τι να δουλιώ;» «Δεν πάω», μου λέει, «τέτοια ώρα εγώ στη Βρύση, που να μου δίνουνε τι.» Δεν το σκέφτηκα ποτέ να φοβηθώ, σκοτεινά που να `ναι κάτω. Μια φορά εδώ, μόλις στρίβουμε, που `ναι η ταμπέλα «Βρύση» και «Λιβάδι», που `ναι η ταμπέλα ακριβώς, το από κάτω τραφάκι το `χεν ο γέρο Κώστας απάνω και το `χανε όλο αγκιναριές. Τότε όλα  ετούτα τα περγαλίδια ήταν γεμάτα αγκιναριές. Ξέρεις πόση αγκινάρα έβγαζε εδώ; Τα περγαλίδια όλα μόνο αγκιναριές είχε, δεν είχε φραγκοσυκιές καθόλου, ούτε μία, μόνο αγκιναριές είχαμε. Και είχαμε λοιπό μεγαλώσει πια και του λέω… -ήταν ένα βράδυ πια σκοτεινά κι είχεν έρθει κάτω για να βεγγερίσωμε- και του λέω, «Εν κόβεις τις αγκινάρες σου μόνο θα ξεποχιάσουνε, που `ναι κάτω στο Γύρισμα;» Το λέγαμε Γύρισμα επειδή πήγαινε το ένα έτσι και τ` άλλο αλλιώς. Λέει, «Μπα, αφού δεν τις τρώει κανένας.» Λέω «Κρίμασι.» «Ε, δεν πας να τις κόψεις;»  Λέω «Να πάω τώρα;» Μου λέει, «Άμα είσαι άξια να πας τώρα, χαλάλι σου. Πήαινε κόψε τις.» Λέω, «Θα πάω.» Μου λέει, «Δεν το πιστεύω.» Ήταν σκοτεινά πια. Μωρέ πήγα εγώ και γέμισα ένα καλάθι μέχρι απάνω. Λέω, τι να φοβάμαι τις νεράιδες που λένε, πώς κλαίνε στη Βρύση;</p>



<p><strong>Η: </strong>Οι άλλοι δεν πηγαίνανε δηλαδή;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Δεν πηγαίνανε.</p>



<p><strong>Κ: </strong>Δεν πάνε εύκολα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>φοβηθείς</em></li>



<li><em>δεν φοβάσαι</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/">Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Εγώ δεν έχω δει τίποτα βέβαια, αλλά πάντως υπήρχανε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/pigi-axiomatikos-vodi-chalara-mayros-skylos/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/pigi-axiomatikos-vodi-chalara-mayros-skylos/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 18 May 2023 11:59:42 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1213</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες για κλάματα παιδιών στη Βρύση, για συνάντηση με φάντασμα- αξιωματικό στο Μερσήνι και για φάντασμα- βόδι στο Χάλαρο.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigi-axiomatikos-vodi-chalara-mayros-skylos/">Εγώ δεν έχω δει τίποτα βέβαια, αλλά πάντως υπήρχανε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-18.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορία για κλάματα παιδιών στη Βρύση</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Ε:</strong> Τα πλύναμε όλα τα ρούχα κάτω τότες στην βρύση. Είχε ξεχάσει, λέει, η μάνα μου κάποια ρούχα του κρεβατιού, σεντόνια, κι έφυγε να πάει να τα πάρει. Ήτανε σκοτεινά πια, είχε σκοτεινιάσει.  Κι όταν γύρισε, λέει, ν` ανεβαίνει, της φάνηκε ότι άκουσε παιδιά και κλαίγανε. Φόβο κείνη; Ώστε  να `ρτει, λέει, απάνω, κόντεψε να πεθάνει από το φόβο της. Φοβούμαστε τότες όλοι, ακόμα τώρα φοβάμαι εγώ, όχι τότες… Και τώρα φοβάμαι βέβαια, φοβάμαι, λένε ότι υπήρχανε, δεν ξέρω. Εγώ δεν έχω δει τίποτα βέβαια, αλλά πάντως υπήρχανε.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Τον είδε, λέει, σαν αξιωματικό ντυμένος αξιωματικά και ΄ρχότανε</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-19.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορία για συνάντηση με φάντασμα- αξιωματικό στο Μερσήνι</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p>Ε: Ο παππούς μου εμένα ελέγανε, ότι έιχε φύγει&#8230; Tότες δεν είχανε ρολόγια, μόνο με τα άστρα, λέγανε με τους&#8230; Είν΄ ο Τοιχολάτης, είναι οι Πούλιες, είναι&#8230; Δεν ξέρω πως τα λένε τα άλλα, ο Αυγερινός&#8230; Λένε όταν πάει όταν πάει η Πούλια εδώ είναι φερειπήν μία η ώρα είναι. Άμα πάει από ΄κει είναι ξημερώματα. Αυτός λοιπόν σηκώθει από το κρεβάτι βιαστικός, πήαινε στο ψάρεμα, να πάει απ΄έξω στο ψάρεμα από ΄δω πίσω και ξύπνησε πιο γρήγορα, έφυγε. Κι όταν πήγε, λέει, εδώ πίσω, που σκιάζουμε πίσω από ΄δώ το δρόμο, είδε λέει ένα αξιωματικό. Τον είδε, λέει, σαν αξιωματικό ντυμένος αξιωματικά και ΄ρχότανε. Εκείνος πήγαινε, αλλά δε φοβόταν όμως εκείνος. Ο παππούς μου δε φοβότανε καθόλου, πήγαινε. Λέει τώρα θα συναντηθούμε, αφού εκείνος έρχεται κι εγώ πάω, θα συναντηθούμε. Για μια στιγμή λέει έιδε, ότι άλλαξε δρόμο. Λέει, γιατί άλλαξε δρόμο ας πούμε και κατέβει από ΄κέι και δεν ήρθε; Κάνει λέει έτσι, το χάνει από μπροστά του, δεν ξέρει τι ήτανε, πάει το ΄χασε. Τότες, λέει, τον ήπιασε ας πούμε ένα ρίγωμα, μια ανατριχίλα, ένας φόβος, αλλα δεν γύρισε πίσω, πήγε, στου Μοσχονά τον κάβο [&#8230;] εκεί πήγε για ψάρεμα. Ναι πήγε δεν φοβότανε.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Του παρουσιάστηκε ένα βόδι σε μια σπηλιά. Ναι φάντασμα βόδι</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-20.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορία για φάντασμα- βόδι στο Χάλαρο</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p>Ε: Τότες λέγανε, ότι υπήρχανε πολλά. Και στο Χάλαρο, λέει, πήγε λέει ένας να μπει μέσα και του παρουσιάστηκε ένα βόδι σε μια σπηλιά. [&#8230;] Ναι φάντασμα βόδι. Ναι του παρουσιάσθηκε, λέει, ένα βοδι.</p>



<p>Η: Χάλαρο; Πού είναι αυτό;</p>



<p>Ε: Χάλαρο [&#8230;] έιναι από κάτω από το Μοσχονά, λέγεται Χάλαρο. Εκεί λέγανε, […] ένας θείος μου το λεγε αυτό, πήγε λέει να μπει μέσα κι ήβλεπε ήβλεπε μέσα κι ήταν ένα βόδι, αλλά δεν προχώρησε πιο μέσα αφού το ΄δε, λέει, τον ήπιασε ρίγωμα έτσι, φοβήθηκε και  βγήκε κι έφυγε. Και πολλοί πολλοί βλέπανε τέτοια, παλιά. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα,  τώρα γίναμε, λέω,  εμείς σατανάδες και γι΄ αυτό δεν υπήρχουν. Λέγαν ότι βλέπανε, δεν ξέρω. Και πολλοί κι άλλοι. Άλλοι βλέπανε βόδια, άλλοι βλέπανε πως ήτανε γυναίκα, παρουσιάζονταν ας πούμε, ήκανε μορφές, άμα ΄ταν αλήθεια ας πούμε αυτά που λένε.  Παρουσιάζουνται μορφές.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigi-axiomatikos-vodi-chalara-mayros-skylos/">Εγώ δεν έχω δει τίποτα βέβαια, αλλά πάντως υπήρχανε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/pigi-axiomatikos-vodi-chalara-mayros-skylos/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Άμα απλώσεις ρούχα όξω, παν` νεράιδες, τα πιάνουν και τα βιζιρίζου -κι ύστερι αρρωστάς</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ama-aploseis-roycha-oxo-pan%ce%84-neraides-ta-pianoyn-kai-ta-vyzirizoy-ki-ysteri-arrostas/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ama-aploseis-roycha-oxo-pan%ce%84-neraides-ta-pianoyn-kai-ta-vyzirizoy-ki-ysteri-arrostas/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 18:47:21 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1202</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες με νεράιδες που έλεγαν οι παλαιοί</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-aploseis-roycha-oxo-pan%ce%84-neraides-ta-pianoyn-kai-ta-vyzirizoy-ki-ysteri-arrostas/">Άμα απλώσεις ρούχα όξω, παν` νεράιδες, τα πιάνουν και τα βιζιρίζου -κι ύστερι αρρωστάς</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-29-ΝΕΡΑΪΔΕΣ-ΚΑΙ-ΡΟΥΧΑ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΣΟΦΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες με νεράιδες που έλεγαν οι παλαιοί</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ω, ηλέαν οι παλαιοί πως υπάρχουν νεράιδες, αλλά δεν υπάρχαν. Ηλέα πως άμα απλώσεις, λέει, ρούχα όξω, η μαμή μας το `λεε, πως παν΄ λέει οι νεράιδες και τα πιάνουν και τα βιζιρίζου. Ξέρω γω αν ήτον αλήθεια; Μπορεί να `το κιόλα. Ναι, ηπήε λέει μια κι ήπλωσε ρούχα κι ύστερι ηρρώστησε. Πως πάει η νεράιδα και τα πιάνει κι αρρωστάς, λέει. Υπήρκαν. Λέαν βορκολάκους πως έχει, μας ηφοβίζα. Νύχτα να `βγωμεν όξω, Χριστός και Παναγία, φοβούμεστε. Είχαμε μόνο τη λάμπα&nbsp; κι ήλαμπε… το καντήλι.</p>



<p><strong>Η:</strong> Τα πιστεύατε όμως.</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Τα πιστεύγαμε, τα πιστεύγαμε.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-aploseis-roycha-oxo-pan%ce%84-neraides-ta-pianoyn-kai-ta-vyzirizoy-ki-ysteri-arrostas/">Άμα απλώσεις ρούχα όξω, παν` νεράιδες, τα πιάνουν και τα βιζιρίζου -κι ύστερι αρρωστάς</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ama-aploseis-roycha-oxo-pan%ce%84-neraides-ta-pianoyn-kai-ta-vyzirizoy-ki-ysteri-arrostas/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Κλέφτες τα κάναν αυτά. Kαι κάνανε τα φαντάσματα και τους κλέβγαν τα κατσίκια</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kleftes-ta-kanan-ayta-kai-kanane-ta-fantasmata-kai-toys-klevgan-ta-katsikia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kleftes-ta-kanan-ayta-kai-kanane-ta-fantasmata-kai-toys-klevgan-ta-katsikia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 16:52:39 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1198</guid>

					<description><![CDATA[<p>Περί ανεράδων και φαντασμάτων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kleftes-ta-kanan-ayta-kai-kanane-ta-fantasmata-kai-toys-klevgan-ta-katsikia/">Κλέφτες τα κάναν αυτά. Kαι κάνανε τα φαντάσματα και τους κλέβγαν τα κατσίκια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don4-14-ΚΛΕΦΤΕΣ-ΠΟΥ-ΦΤΙΑΧΝΟΥΝ-ΙΣΤΟΡΙΕΣ-ΓΙΑ-ΝΑ-ΚΛΕΒΟΥΝ.-ΚΩΒΑΙΟΣ-ΚΩΣΤΑΣ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Περί ανεράδων και φαντασμάτων</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Η: </strong>Ιστορίες για ανεράδες ξέρετε;</p>



<p><strong>Κ:</strong> `Eν είχε μωρέ τέτοια πράγματα. Οι παλιοί μας ηφοβερίζαν και φοβούμαστε και μεις οι μικροί.</p>



<p><strong>Η:</strong> Οι παλιοί τι λέγανε γι` αυτό;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Ήλεγαν πως τις ηβλέπανε, πως ηχορεύανε πως… Αλλά αυτά είναι όλα ψέματα. Ξέρεις κάτι επιτήδειοι, ηβγαίναν τη νύχτα… Στην Αμοργό τα βγάλαν τα πιο πολλά αυτά και ντύνουντον ετσι, για να κλέβγου` και ηβλέπαν όλοι οι άλλοι, ηκλειούντο μες στα σπίτια και κλέβγαν αυτοί. Κι εδώ, κι εδώ ήρχουντο και ηκάναν αυτή τη δουλειά και πηαίναν και κλέβγαν τα κατσίκια, τα παίρναν και φεύγαν. Όχι πως υπάρχαν ανεράδες και τέτοια, αυτά είναι ψέματα. Εγώ όλα τα χρόνια μες στις Αγριλιές έχω ξωμείνει δυο-τρεις βραδιές, μες στον Άσπρον Κάβο ήμουν όλη νύχτα με τα ψαρέματα, ποτέ δεν είδα τίποτα.</p>



<p><strong>Καλ:</strong> Καμίνια να κάνουν κάρβουνα.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Κλέφτες τα κάναν αυτά. Κι εδώ ήρχουντον και κάνανε τα φαντάσματα και κλείουντον οι γέροι τότες οι παλιοί, όχι στον καιρό τον δικό μας, παλιοί, και πηαίναν και τους κλέβγαν τα κατσίκια. Όχι πως υπήρχαν, αυτά είναι παραμύθια.</p>



<p><strong>Η: </strong>Αλλά τα πιστεύανε τότε.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Ε, τα πιστεύγαν γιατί τις είχανε… Ε κι εμείς οι μικροί ηπηαίναμε τότε στα σπίτια του Νικητιού, ηπηαίναμε, ήτον οι γέροι όλοι αυτοί και αρχίζανε, είδαμεν το ένα, είδαμεν το άλλο, όλο ψέματα. Εγώ γύριζα όλη νύχτα, όλη μέρα, δεν είδα ποτέ μου τίποτα. Τότες που ηπέθανε η συγχωρημένη η Τασία, σε δυο μέρες ήταν και το βαπόρι. Όλοι οι σκοτωμένοι εκεί, είχανε βγει απάνω στις Πλάκες κι ηπήαινα για μουγκριά τη νύχτα. Ηκάθομου ίσα με τις έντεκα, δώδεκα η ώρα και μετά ήρχουμου. Είχαμε έναν σκύλο και ησφύρουν από κει, για να περάσω το νεκροταφείον, ήτο δυο μέρες &#8211; τρεις η συγχωρημένη η Τασία πεθαμένη &#8211; να πώς γίνουντο τα φαντάσματα &#8211; και ήκουσα το σκύλο που γάβγισεν εδώ. Αυτός με επήρε χαμπάρι και όπως ηκατέβηκα στην άμμο πέρα στην Πέρα Πάντα, είχα τα παντζάκια μου απάνω για να μη βρέχουνται κει που ηκάθομου. Νιώθω ένα πράμα, απ! Και κολλά στο πόδι μου, κάνω έτσι, δεν ήβλεπα τίποτα, ήτο χαμηλά, αυτό ήπαιζε χάμου.</p>



<p><strong>Καλ:</strong> Ο σκύλος.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Προχωρώ ακόμα πέντε-έξι βήματα, ήρτα εδώ κοντά στη μέση της άμμους, τσαπ! Κολλά πάλι στο πόδι μου. Γυρίζω, δε βλέπω τίποτα. Αυτός ήρχουντο και ημυρίζουντο κι ήπεφτε χάμω, ήτο και μικρό σκυλί άσπρο, ήτον ένα με την άμμο. Αφού ήρτα δα εκεί στο ρυάκα, ξαναγυρίζει και το `νιωθα καλά και κόλλησε και γυρίζω πίσω και βλέπω το σκύλο.&nbsp;</p>



<p><strong>Μ:</strong> Φοβηθήκατε;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Στην αρχή να σου πω ηνετρίχιασα, έτσι την ώρα που… αυτό, και γύρισα και δεν είδα τίποτα. <em>Η συγχωρεμένη,</em> λέω, <em>η Τασία είναι και ήρτεν και μ` έπιασε από το πόδι.</em> Αλλά δεν… Να, έτσι γίνουντο τα φαντάσματα, οι παλιοί&#8230;.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kleftes-ta-kanan-ayta-kai-kanane-ta-fantasmata-kai-toys-klevgan-ta-katsikia/">Κλέφτες τα κάναν αυτά. Kαι κάνανε τα φαντάσματα και τους κλέβγαν τα κατσίκια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kleftes-ta-kanan-ayta-kai-kanane-ta-fantasmata-kai-toys-klevgan-ta-katsikia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μέχρι που του `χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 16:37:25 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1195</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες με νεράιδες και βρυκόλακες</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/">Μέχρι που του `χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-13-Η-ΕΛΙΑ-ΣΤΟ-ΜΕΡΣΗΝΙ.-Η-ΣΠΗΛΙΑ-ΣΤΟ-ΛΑΚΟ.-ΚΟΚΚΙΝΟΣ-ΠΡΑΣΙΝΟΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες με νεράιδες και βρυκόλακες</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Ε:</strong> Να σου πω. Μια φορά είχαμε ένα Γιαλίτην εδώ, που ήτανε βοσκός [&#8230;] και ήρθεν από την Καλοταρίτισσα κι πέρναν από ΄δώ πέρα. Κι από κάτω εκεί στην ελιά [&#8230;] από κάτω στο δρόμο στο λαγκάδι, [&#8230;] εκεί ΄πό κάτω, λέει, είδε λέει αυτός ο βοσκός τέσσερεις ανεραϊδες και ηχορεύγαν, λέει, μες στο δρόμο μέχρι που σκιαξεν εκεί πέρα το δρόμο και του ανάβγαν, λέει και το φακό και τον ηκοιτάζανε. [&#8230;] Στην Ποδαριά [&#8230;]. Αυτό ξέρω εγώ. Ένας βοσκός και γυρεύγαν, λέει, να τον πιάσουν να τον χορεύγου΄ μες στο δρόμο.</p>



<p><strong>Η:</strong> Και τι έκανε αυτός;&nbsp;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Αυτός ηπροχώρα δεν ησταμάτηξε παρά ηπροχώρα αλλά&#8230; Άμα δει, λέει, το φακό ας πούμε τα φαντάσματα [&#8230;] σταματούνε, χάνουνται. Την ώρα που άναψε ας πούμε αυτός το φακό, αυτές ηχάθησαν. Αυτό ξέρω μονάχα εγώ, που ήρθε ένας βοσκός που ήταν εδώ και ήρχουντουν εδώ το βράδυ και τα συζήταγε, τα λεε.&nbsp;</p>



<p>Ε, και ο Μήτσος άλλη μια φορά. Ο Μήτσος παιδιά μου μια φορά ξέρεις τι ήπαθε; Εκει πέρα στη σπηλιά, Ποπάκι, ξέρεις που είναι η σπηλιά στο λάκο παραπάνω. [&#8230;] Είχε πάει μεσάνυχτα να ταϊσει τα ζώα. Βρε μη σηκωθείς να πας μεσάνυχτα [&#8230;] Ήθελε να κάμει ζευγάρι και πάει να ταϊσει τα χτήματα και πάει κάποιος βορχκόλακας από πάνω από τις πλάτες του [&#8230;] Πού να σηκωθεί! Βρε αμά&#8230; Τίποτι. Μέχρι που του ΄χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, ΄εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω.</p>



<p><strong>Δ:</strong> Ένα θερίο ήρτε απάνω μου. [&#8230;] Θερίο! Βάρος; Δεν μπορούσα ούτε χέρι να κινήσω ούτε πόδι τίποτα. Πω πω! Σκέφτηκα λοιπό από το γέρο Γιώργη το Μυλωνά, τα ΄χε πάθει τα ίδια και μου τα λεε, παιδί μου, ήκανα το σταυρό μου μόνο με τη γλώσσα μου. Αυτό ήκανα κι εγώ και ήφηεν από πάνω μου.</p>



<p><strong>E:</strong> Μετά [&#8230;] ούτε ηξανάβγαιν από το σπίτι μέχρι που βγαινε ο ήλιος.</p>



<p><strong>Δ:</strong> Θερίο, θερίο!</p>



<p><strong>Ε:</strong> Τέτοιο φόβο που ήπαρει.&nbsp;</p>



<p><strong>Η: </strong>Δηλαδή ήρθε και σας έπιασε;</p>



<p><strong>Δ: </strong>Ναι ναι ναι ναι. Ήπεσε απάνω μου. Εγώ ήπεσα λοιπό εκεί δα, μπρούμηξα πάνω στ΄άχυρα εκεί, ώσπου να ξημερώσει, μεσάνυχτα θα ΄ταν που πήγα και έρχεται το θερίο αυτό απάνω μου. Ναι ναι βρε αμάν να τρίξω&#8230;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Υπάρχουνε [ch-].</p>



<p><strong>Δ:</strong> Τίποτα, τίποτα. Άλλη φορά πήγαινα νύχτα κάτω να ρίχνομαι μια ταράτσα, πλάκα του Στεφανόπουλου στον Κάμπο. Πήγαινα λοιπό από δώ πέρα [&#8230;], που ΄ναι η ελιά, αφού ηπρόβαλλα προς τα εκεί, βλέπω ένα φως και ήρχουντο προς εμένα προς απάνω μου.  Λέω θα ΄ναι κανένας από τον Κάμπο, τώρα θα συναντηθούμε να δω ποιος είναι. Αλλά αφού ηπροχώρειν εγώ και ήβγειν από πάνω, από πάνω και πήγε στην ελιά, λοιπό, γύριζε γύρω γύρω την ελιά, γύρω γύρω γύρω. Εγώ ηκάθομου απάνω στο γάδαρο πραγκωμένος γερά, είχα κι ένα φακό και τον ήναψα λοιπό κι εγώ καταπάνω του το φως αυτό. Αλλά εκεί γύριζεν αυτό, εκεί εκεί εκεί εκεί μέχρι που ήγκαψα<sup>1</sup> πέρα τη Μεσαριά. Ναι έμεινεν εκεί. Τι ήταν αυτό;</p>



<p><strong>E:</strong> Εκεί που είδεν αυτός τις τρεις [&#8230;] τις ανεραϊδες, είδεν και τούτος το φως [&#8230;]. [ed] Υπάρχουνε! Λέμε ότι ΄εν υπάρχου΄, αλλά υπάρχουνε.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>πάω κάπου που δε φαίνομαι</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/">Μέχρι που του `χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
