<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΥΓΕΙΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-category/ygeia/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-category/ygeia/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Fri, 03 May 2024 09:21:11 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.1</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΥΓΕΙΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-category/ygeia/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Αλλά `μουν και στα κατσίκια μαμή. Ό,τι κτήμαν ηκακογένναν εμένα ηφέρνα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/alla-moyn-kai-sta-katsikia-mami-oti-ikakogennan-emena-iferna/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/alla-moyn-kai-sta-katsikia-mami-oti-ikakogennan-emena-iferna/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 10:21:18 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5239</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες της μαμής. Η ιστορία με το άρρωστο μωρό του ΔΕΗτζή.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/alla-moyn-kai-sta-katsikia-mami-oti-ikakogennan-emena-iferna/">Αλλά `μουν και στα κατσίκια μαμή. Ό,τι κτήμαν ηκακογένναν εμένα ηφέρνα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don8-2.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες της μαμής</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H: </strong>Θεία εσείς ήσασταν, ήσασταν μαμή; [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Η αδερφή μου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Εσείς;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ήμουν κι εγώ.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Εσείς τι κάνατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> E, σχεδό σχεδό και τι δεν ηπολέμουν κι εγώ. Έχω πιάσει κι εγώ 2, 3 παιδιά. Έχω πιάσει [ch-] τις γυμέλες τσ΄ έχω πιάσει εγώ. Τον συχωρημένο το Κωστάκη τη Ριρή τις εθυμάσαί; [&#8230;] Πού ΄ναι το σπίτι της εκεί πάνω κοντά στου Σταύρου απέναντι; [&#8230;] Κωστάκη τον ελέγαν τον άντρα της. Τη Ριρή, Ρηνιώ τη γυναίκα του. [&#8230;] Ρούσσος [&#8230;]. ήτον από τον Τρούλο. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και τους είχατε ξεγεννήσει εσείς;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ναι. [&#8230;] Ήτον φουρτούνα. Α, έχω πιάσει άλλο ένα, τέσερα έχω πιάσει, ήτον και αυτά του [&#8230;] Λαμπαδάκη της Στέλλας, ήτο η γυναίκα του αυτή έκανε την πρώτη της κόρη, την Πολυξένη. Ε, το δεύτερο λοιπό πάλι, η Λίνα, ήτο να πάει στην Αθήνα να γεννήσει. Κάθουντο σου λέω εκεί που είναι οι Μαυροειδίνες. Εμείς εφυτεύγαμε κρομμύδι, είχε την δεν την ηξέρεις και αυτή, την συμβολαιογράφο την Αγγελικό την είχε περέτρια στο δάσκαλο ξέρω ΄γώ τί, αυτή ήτον νοσοκόμα πρώτα, την ηπήρε, ήρτεν εδώ τέλος πάντων κι ήταν να πάει στην Αθήνα να γεννήσει πάλι και το δεύτερο και πήε, λέει&nbsp; και μελέτησε να πάει στην Αθήνα [&#8230;] καλό κακό. Να μείνει εδώ πιο καλό. Λέει, ήμεινε. Να&nbsp; ΄ρτουμεν εδώ να δει, πως ήτον η αδερφή μου ήτον κανονικιά μαμή, όχι σπουδαγμένη, πρακτικιά, αλλά ήξερε. Είχεν παέι&#8230; Ήτον μια μαμή πιασμένη εδώ από την Αμοργό και της είπε ας πούμε και ήφηε αφού είχε όλα τα παιδιά. Πρώτα ήταν τον ασταχό [?]. Πρώτα είχε πολλά παιδιά [&#8230;]. Σου λέω πώς είχε κάπου 20-22 παιδιά στο σχολειόν εδώ [&#8230;] στο δημοτικό. Λοιπό ήμεινε. Η μαμή, ίσα ίσα, η αδερφή μου παντρεύουντον η κόρη&nbsp; της η Ποθητή, που ΄χει τον Σιμιγδαλά ξέρεις και πήαινε στην Γιάλη για δυο μέρες να παντρευτεί η κόρη της και την πιάνει ο πόνος την νύχτα. Για δυο τρεις μέρες δηλαδή την πιάνει ο πόνος για να γεννήσει. Φυτεύγαμε κρομμύδι, ήρταμε λοιπό, στείλει τ΄ Αγγελικώ και της λέει, πάαινε απάνω να βρεις τη θεία, με ΄πιασε πόνος για γέννα. Πάαινε απάνω να πέις στην θεία να ΄ρτει, αλλά ε θα της πεις για ποιό λογο θα ΄ρτεις, πως τη θέλω. Την ώρα που πάαινα κάτω λοιπό, που θε να μπάινω μέσα, την είδα και σφίγγουντο. Ωχ ωχ λέω [&#8230;] άμα είναι για γέννα και γι΄ αυτό με φωνάξα΄. Επήα λοιπό, όλη νύχτα να φωνάζει, να μην ημπορεί να γεννήσει, όλη νύχτα. Ε, αφού ηξημέρωσε λοιπό, την ήπιανε αδράνεια λέμε, λέσι [?]. Έναν πράμα και δεν ησταματήξαν οι πόνοι και ηκοιμούντο, ξέρω ΄γώ τι. Ήταν λοιπόν, ότι δεν ημπορού ας πούμε. Λέω στα χάλια που είναι, πρέπει να πάς να φέρουσι γιατρό. Λέω λοιπόν του κουμπάρου, κουμπάρε, δε γεννά, λέω, η γυναίκα σου, είναι η ανάποδη γέννα της. Εγώ, λέω, δεν είμαι σπουδαγμένη μαμή, η μαμή λείπει. Λοιπόν θα πάρετε το καϊκι, να πάτε στην Ναξά, να φέρετε γιατρό. Ε, την ώρα λοιπό που ηπήα να μπω κι ήτου ο συχωρεμένος ο Γιώργης, δεν τον θυμάσαι καθόλου, ήθελαν να μπουν στο το καίκι να πααίνουν, της ήδοκα μια τσιμπιά για να ξυπνήσει, να δω το παιδί τι θα γίνει, να δούμε κι εκείνη την ώρα λοιπόν με τη τσιμπιά που της ήδοκα, την ήπιασεν ο πόνος και ήβαλα το χέρι μου και ήτο το παιδί κατεβασμένο. Τότε λοιπόν των εφώναξα, το καϊκι να σταματήξει, να μην πάει για τον γιατρό, γιατί σε πέντε λεπτά μπορεί να γεννήσει. Και ηγέννησε, σε πέντε λεπτά ηγεννήθει το παιδί. Το ΄πιασα και την ώρα που γεννήθει το παιδί και το ΄πιασα και το ΄πλυνα, ήρτεν το παπόρι κι ήφερεν τη μαμή. Γι΄ αυτό σου λέω έχω πιάσει της δασκάλας, του Κωστατού κι αυτά στα Μερσινιώτικα&nbsp; τις&nbsp; γυμέλες. Αλλά ΄μουν και στα κατσίκια μαμή. Ό,τι ηκακογένναν εμένα ηφέρνα. Βρε στην Μεσσαριά, βρε στην Καλοταρίτισσα, βρε εδώ κάτω, βρε παντού ας πούμε και ήβγαλα τα ρίφια. [ed].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Κι εσείς θεία που τα μάθατε αυτά τα γιατρικά; [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ψ: Από αυτού. Έτσι από μικρή τέλος πάντων ηκατεύγουμου από τέτοια, έτσι τα ΄μαθα αυτά. Αφού ηγέννησεν η συχωρημένη [&#8230;] η γιαγιά σου που γέννησε τη Γιωργία με το Νικολάκη, είχα τη Μαρία μου μωρό. Λοιπό, α, έχω πιάσει σχεδόν και την Ιωάννα του Νικολάκη. [&#8230;] Νομίζω εγώ την ήπιασα σχεδό. Λοιπό μου [&#8230;] ήπασι, ότι το Καλλιώ του Ηλία κοιλοπονά ας πούμε, λέω του συχωρημένου, γιατί ήτον καλή γυναίκα κι η γιαγιά, απάνω που είχα την Μαρία μου ενός χρονού. Να πάρωμε, λέω, το παιδί το βράδυ, να πάμε πέρα, ήτον η αδερφή μου μαμή βέβαια, να πάμε λέω πέρα να κάτσωμε που κοιλοπονάει η γυναίκα, λέω, να βοηθήσωμεν και λίγον τη μαμή. Τέλος πάντων ηπήαμε. Ε, εν ενήχει [?] την πόρτα, είχαμε ένα φυσικό κι άμα θελε γεννηθεί το παιδι, γιατί εκείνο το λευτέρι [?], που λέει ο λόγος, που δεν τα ξέρετε βέβαια αυτά μόνο από κτήμα. Που άμα γεννηθεί το ρίφι, που έρχεται έναν ύστερο λευτέρι τόσο και βγαίνει μετά από το ρίφι, εκείνο πρέπει να φήει, μα γυναίκα μα κτημα, μα&#8230; Πρέπει να φήει από πάνω από τον άνθρωπο. Λοιπό εγεννήθει το πρώτον παιδί, αρπώ το σαπούνι, για να το δέσει εκεί, να μην ανεβεί το λευτέρι, άμα ανεβεί και πάει απάνω&#8230; Μια γυναίκα επέθανε, γιατί επήε στο Μερσίνι, είχε χρόνια ήμουν μικρή, λεύτερη, γιατί την ήπιασε ο πόνος. Ωσπου να ΄ρτουν να πάρουν την μαμή, που κάθουντον εκεί πέρα στο Ζαλί και τη μάνα πάνω, εγέννησε. Αυτή δεν ήξερε ούτε το λευτέρι ούτε και πήεν απάνω και πέθανε. Δεν ήξερε η γυναίκα και πέθανε. Τέλος πάντων λοιπό&#8230;&nbsp; Ηξέχασα ήντα σου ΄λεγα. Για ποιο λόγο σου λεα;</p>



<p class="wp-block-paragraph">H: Μου λέγατε για το λευτέρι, για τα ξεγεννήσματα. Σας ρώτησα που τα μάθατε.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ε: Α ναι. Εγώ ήβλεπα ας πούμε, ήβλεπα και την αδερφή μου ξέρω&nbsp; ΄γώ τι, αλλά από λεύτερη που ΄μουν, επάενα σε χτήματα και ξεγεννού. Ας πούμε κοιλοπόνα μια κατσίκα και δεν ήτο το ρίφι στα καλά του, ηπήαινα εγώ και το γύριζα ,ας πούμε, που πάαινε δίπλα κουλό, το ΄πιανα, το γύριζα κι ηγεννιούντο και από τα χτήματα έμαθα και τσις ανθρώπους. Για τη μάνα σου ήλεα, για την γιαγιά. [&#8230;] Λοιπό γεννά το πρώτο, δεν ηξέρω η Γιωργία ήτο ή ο Νικολάκης, γεννά το πρώτο παιδί, αρπώ το σαπούνι, το πήαινα της αδερφής μου για να το δέσει εκέι για το ύστερο, να μην πάει απάνω. Μου λέει, σταμάτα έχει κι άλλο παιδί κι άλλο παιδί, μου λέει. είναι. Έλα Παναγία μου της λέω. Τέλος πάντων γεννιέται το πρώτο, μετά σε δέκα λεπτά γεννιέται και το άλλο. Ξέρω ΄γώ λοιπό τι του ΄ρτε, πώς του φάνει του παππού σού; Και να τον πάρει ένα γέλιο, που ΄καμε τα δυο παιδιά, ένα γέλιο! Βρε σταφίδες, βρε πιοτά, βρε αυτό, για να κεράσει που ΄μασταν εκεί δυο τρεις τέσερεις πέντε πόσοι ήμαστε, από τη χαράν του, ξέρω ΄γώ τι, που ήκαμε δυο παιδιά. Ε, σου λέω και του Κωστακιού του συχωρεμένου κι αυτός ήτο να γεννήσει. Το γέννησεν πρώορο, ήτο να γεννήσει ας πούμε, ήτο κι η αδερφή μου τότες, δεν ηξέρω που ΄χε πάει τότες κι αυτή κι ήλειπε. Κι ήρτε λοιπό το συχωρεμένο το Κωστάκη νύχτα. Και μου λέει, βρε Βαγγελιω έλα απάνω, γιατί ήπιασε τη γυναίκα μου πόνος. [&#8230;] Βρε Κώστα, λέω&#8230; Τότες δεν ηξέρω είχα άλλον πιάσει βρε παιδιά; Δε θυμούμαι, ήμουν και κουρασμένη, φύτευγα κρομμύδι. Του λέω, βρε Κώστα του λέω, τι να&nbsp; σου κάμω εγώ τώρα Γιατί, λέω, δεν ήφευγε, λέω, πριν να την πιάσουν οι πόνοι, αφού είναι η ώρα της για γέννα; Μου λέει, θεία, είναι πρώορο μου φαίνεται, δεν ήτο για να γεννήσει αυτές τις ημέρες. Πάω λοιπόν απάνω, κάθουντον εκεί πάνω, ξέρεις που κάθεται, ΄κει πάνω που κάθεται τώρα, δίπλα στη Σταυρούλα, [&#8230;] εκεί πάνω είναι το σπίτι τω΄. Ναι. Πάω λοιπόν απάνω. Εσεριάνιζεν εις τον καμπινέ. Της λέω μην σεριανίζεις της λέω, σε πιάνει πόνος συνέχεια; Και πόνος μου λέει και μου ΄ρχεται και συχνοουρία. Τη λέω, έλα ξάπλωσε. Τέλος πάντων ήτον ο αδερφός της εκεί, ήτον ο αδερφός της ο Αντώνης, ήτον η μάνα του, ο πατέρας της, ήτο θυμούμαι τόσοι νομάτοι, ότι θα πέθαινε. Σου λέει, ετούτη μαμή δεν είναι, το παιδί πρόωρο ξέρω ΄γω τι, πώς θα γεννηθεί; Τέλος πάντων, νομίζανε πως ήτο το παιδίν&nbsp; απεθαμένο μέσα της, [&#8230;] για να ΄χει αυτήν τη συχνοουρία, να την πιάνει αυτός ο πόνος, ήβλεπες και άιμα λίγο, άρα είναι απεθαμένο το παιδί μέσα της. Λέει, αν είναι δυνατό, πώς θα το πιάσουν, πώς θα το βγάλει απ΄ τη γυναίκα. Της λέω, μη σεριανίζεις, μόνο έλα πέσε να δω, λέω, το παιδί είναι ζωντανό; Ήρτε λοιπόν και ξάπλωσε βέβαια, την έπλυσα έτσι τσικουδιά [?], ήβαλα το χέρι μου και σάλεψεν το παιδί. Των λέω, το παιδί είναι ζωντανό, είναι εντάξει. Τέλος πάντων λοιπό σε καμιά ώρα την ήπιασεν ο πόνος, ας πούμε, ο δυνατός και γεννήθειν το παιδί, αλλά ήτο το παιδί σαν&#8230;&nbsp; Βέβαια αυτά τα βιβλία τα ΄χετε κάνει, που ΄ναι απάνω σα σκελετοί τα παιδιά ή ζώα που έιναι. Έτσι ήτο, [&#8230;] ήτον ένα πράγμα δηλαδή&#8230; Την ώρα που γεννήθειν&nbsp; το παιδί, να μ΄ αγκαλιάσει η μάνα της, ο πατέρας της, ο αδερφός της, να με φιλούν, να αυτώνω&nbsp; πώς την εγλίτωσα. [ch-]. Αλλά μετά ήγινεν εφτά, οχτώ μηνώ και το ΄πιασε πυρετός, άρρωστον ας πούμε, ΄ρρώστησε, μεγάλο παιδί ολόκληρο κοριτσάκι και της ήπασι να το κάμει μπάνιο του παιδίου με τον πυρετό, τότες δεν είχε γιατρόν εδώ, να του κάμουν μπάνιο, να του πέσει ο πυρετός. Αυτοί του ΄κάμαν μπάνιο από τον πυρετό, το ΄βάλαν στην κούνια να κοιμηθεί. Τη νύχτα φαίνεται, θα επιδεινώθειν ο πυρετός και πέθανε. Ναι ολόκληρο κοριτσάκι. Κι έτσι σι λέω έχω πιασμένα τέσσερα πέντε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Το κατάλαβα πως ήτο φεγγιασμένο το παιδί, οι γιατροί δεν τα ξέρουν αυτά </h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don8-3.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Η ιστορία με το άρρωστο μωρό του ΔΕΗτζή</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Θεία εσείς ξέρατε και γιατρικά να κάνετε; [&#8230;] Ξέρατε και γιατρικά εκτός από γέννες;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ε ναι.&nbsp; Άμα ΄ναι φαλοί [?], άμα ΄ναι φεντιάσματα. Μια φορά ήτον ένας Αμοργιανός φερμένος στην ΔΕΗ λοιπόν με τη γυναίκα του, είχε μωρόν η γυναίκα και μωρό ενούς χρονού ήτο δεν ήτο. Λοιπόν δεν ξέρω, ήταν απεθαμένος μωρε παιδιά ο άντρας μου και μοναχή μου, τέλοσπάντων εν εθυμούμαι. Και ήρτε λοιπόν το Βαγγελιώ του Τσίφτη και μου χτύπησε το παραθύρι. Της λέω, τι θέλεις; Λέει, έλα απάνω στη θεία το Καλλιώ, γιατί είναι η Πολυξένη με το μωρόν και κλαίει και δε ημπορούν να το κάνουν καλά. Καλά ΄εν πάτε, λέω, να πείτε του γιατρού Χριστιανοί μου, μόνο ήρτατε εδώ σε μένα; Λέει, απάνω είναι ο γιατρός, αλλά δε&#8230; Του ΄δωκε φάρμακο, δεν ηξέρω μου λέει κι είναι σαν [ch-] παιδί, τελειώνει από τους πόνους. Φεύγω λοιπόν και πάω απάνω. Το κατάλαβα πως ήτο φεγγιασμένο [?] το παιδί, οι γιατροί δεν τα ξέρουν αυτά. Λοιπόν λέω του Βαγγελιού, φέρε μου, λέω, έναν αυγό, μπαμπάκι και αλεύρι. Με πιάνει λοιπόν ο γιατρός και μου λέει, ήντα αηδίες μου λέει είναι αυτές πού γυρεύγεις, θεία μου λέει, να κάμεις. Εγώ λοιπό ηπροβάλστηκα [?] κιόλας, ησταμάτηξα, δεν τον είπα να&#8230; Τους λέω, παρατάτε τα αφού λέει ότι&#8230; Μου λέει, θα του περάσει ο πόνος. Το παιδί αντί να του περνάει τρελαίνουντο, ήτο φεγγιασμένο. Αφού είδα λοιπόν το παιδίν, ότι υπόφερε τόσο πολύ και δεν το ΄κάναν καλά, τις λέω, Βαγγελιώ, φέρε μου εκέινα που σου ΄πα. Ο γιατρός λοιπό ητσάνιε [?]. Κάθισε στην απάνω πάντα, τσάνιε. Πιάνω το παιδί, το γυρίζω πίσω την πλάτη του, πού να σπάσει το αυγό; Το γυρίζω λοιπόν και σπά ακριβώς από κάτω από ΄δώ. Το ΄δεσα, του ΄βαλα αυτό το αυγό ας πούμεν, αυτά που της είπα, το αλεύρι, το μπαμπάκι, το ΄δεσα και γύρισε και κοιμήθειν απάνω στην μάνα του την ίδια στιγμή. Ετότες πραγματικώς λέει ο γιατρός, ότι αν δεν ήμουν, λέει, εμπρός να το ΄βλεπα, δεν το πίστευγα. Την άλλην ημέρα λοιπόν ήρτε και μου λέει, μου ΄πασιν ότι ξέρεις πολλά γιατρικά τέτοια, μα φαλοί, μα τέτοια γιατί αν δε σε ΄βλεπα, λέει, δεν το πίστευγα και θα στείλω τη γυναίκα μου, αλλά ΄ε΄ θα το πεις πουθενά γιατί δε θέλω. Θα στείλω τη γυναίκα μου να ΄ρτει, να της πεις, ό,τι ξέρεις να τα γράψει. Και την άλλην ημέρα πραγματικώς, ήρτεν η γυναίκα του. Και ήκατσα, ο,τι ήξερα της είπα ας πούμε&nbsp; Προχθές ήρτεν η Μαρία του Τσίφτη, του Γιάννη, είχε τον ΄φαλόν της. Αυτή τον είχεν από λεύτερη. Ήρχουντο και την ήτριβα, της λέω, πρόσεξε από γομάρια [?], γιατί ο ΄φαλός είναι από γομάρια. Ναι τέλος πάντων λοιπό. Ήτονε πέρυσι φερμένη, της λέω. θα πάρεις ζώνα, να τον εσταματάς τον ΄φαλόν εκεί, να μη μεταφέρεται, να σε πιάνει, ας πούμε, να φέυγει από την θέση του.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Ο φαλός θεία τι είναι;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ε δεν έχουμε φαλό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Α, ο αφαλός ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ε, αυτός άμα σηκώσεις βάρη πολύ και ξέρω ΄γώ τι, ξεφεύγει από τη θέση του. Ο ΄φαλός είναι, ας πούμε, ο φαλός είναι τόσος που λέει ο λόγος, αλλά έχει ένα νεύρο, ας πούμε και έιναι τόσο που λέει ο λόγος, τόσο ξέρω ΄γώ τι. Λοιπόν είναι κακό πράγμα και ο φαλός. Άμα σε πιάσει δηλαδή, μπορεί να πεθάνεις από το φαλό. Σε πιάνει εμετός, σε πιάνει ζαλάδες, σε πιάνουν ναι&#8230; Κι ήρτε λοιπό προχθές και μου λέει, βρε θεία μου λέει, έτσι κι έτσι ο φαλός μου θα ΄ναι πάλι, η Μαρία, κι είμαι μου λέει χάλια, μου ΄ρχουνται ζαλάδες, κάνω εμετό. Της λέω, ήρτε νωρίς, σήμερι ας πούμε σα σήμερι. Της λέω θα ΄ρτεις το πρωί νηστικιά, να δω. Τέτοια ώρα, λέω, δεν τον εβρίσκεις. Ήρτε λοιπό το πρωί νηστικιά κι είχε ξεφύγει ο φαλός από τη θέση του και ήτο φερμένος εδώ πάνω. Ξεφεύγει και ΄κείνο το νεύρο που ΄χει τόσο και παέι όπου και αυτό. Ήτο λοιπό φερμένη, το βάλω το χέρι μου, της λέω είναι απάνω στο στήθος σου φερμένος ο φαλός. Τέλος πάντων τον ήτριψα, ζέστανα λαδάκι, την ήτριψα ξέρω ΄γώ τι, μέχρι που τον επήα στη θέσην του. Ε, αφού τον επήα στη θέσην του, την ήζωσα μ΄ ένα φουτά, για να μη ξεφύει πάλι. Της λέω, θα πας απάνω, θα ΄σαι ξαπλωμένη κάπου 20 λεπτά. Μετά θα πας απάνω, δεν θα πιάσεις σήμερη τίποτι. Και πάλι αν δε δεις ότι σ΄ ενοχλεί, έλα βάζεις το πρωί . Κι ήρτε πάλι, όχι δεν ήρτε, μου λέει, θεία, ΄γειά στα χέρια σου, μου πέρασε, σταμάτηξε μου λέει, ήμουν χάλια. Γι΄ αυτό σου λέω, πως πολυτεχνίτης, λέει κι έρημος.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/alla-moyn-kai-sta-katsikia-mami-oti-ikakogennan-emena-iferna/">Αλλά `μουν και στα κατσίκια μαμή. Ό,τι κτήμαν ηκακογένναν εμένα ηφέρνα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/alla-moyn-kai-sta-katsikia-mami-oti-ikakogennan-emena-iferna/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε, τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 10:00:47 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5236</guid>

					<description><![CDATA[<p>Γυτιές. Ξεμάτιασμα. Συνταγές πρακτικών φαρμάκων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/">Μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε, τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-24.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Γητειές. Ξεμάτιασμα. Συνταγές πρακτικών φαρμάκων</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε: </strong>Η συγχωρημένη η Αννιτσώ, […] ο Μαρινάκης, αυτοί ηξέρανε κι όταν σε ξεμάτιαζε, σε ξεμάτιαζε με την άκρια του φουτά σου. […] Με την άκρια του φουτά σου το ξεμιάτιαζε, λέει, ο συχωρημένος ο Μαρινάκης. Και ήξερε αν είναι άντρας ή γυναίκα, που σ` έχει ματιάσει. Για ζώο σου μάτιαζε, για τον ίδιο σε μάτιαζε, ήξερε τι είναι. Για ζώο, για γυναικα, για άντρας. Αλλά τι ελέγαν όμως δεν ξέρω. Τι ελέγανε δεν ξέρω. Κάνανε πολλά παλιά, ήτανε παλιοί κι ηκάμναν τον αγαθό, αλλά κάνανε πολλά. Κι αντρόγυνα, λέει, δένανε. Κάνανε πολλά παλιά. Μη νομίζεις επειδής ήτανε παλιοί, ξέρανε πολλά και κάνανε. Τότες γιατρούς, δεν υπήρχαν τότες γιατροί, τότες οι γιατροί ήτανε… ό,τι ήξερε. Άμα έβγαζες ένα σπυρί, ήτανε κάποιοι που ξέρανε και σου κάνανε κάποια γητειά, τα λέγανε τότες. Λέει το γήτεψα κι έγινε καλά. Το γήτεψα, λέει, κι έγινε καλά. Βγάλαν σπυριά, κάναν αλοιφές. Βάλανε διάφορα, βάλανε μαστίχι, βάζανε… Ύπαρχε ένα που το λέγανε καρδιοφύλλι κάποιο λουλούδι ήτανε, πράσινο φύλλο ήτανε που το λέγανε καρδιοφύλλι. Βάλανε τέτοιο, βάλανε ασκέλα, βγάλανε από κάτω το βορβό, το κοπανούσανε, τα `φταχνε, ηβάλανε λάδι, ξερω γω τι άλλα βάλανε μέσα. Η συχωρημένη τ` Ανιτσώ τα `φταχνε αυτά και αυτά ηφτιάχναμε και ηβάλαμε απάνω άμα βγάλαμε σπυρί. Μαζεύαμε τις αράχνες, άκου εσύ, μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε στην φωτιά λίγο και τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε. Όταν χτυπούσαμε φερειπεί` το χέρι μας, για το κόβαμε, για χτυπούσαμε με καμιά πέτρα, για κάτι να χτυπήσωμε, εβάλαμε αυτό απάνω να μας περάσει. Περνούσε, περνούσε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Αυτό με το γόνατο με το κρεμμύδι το ξέρετε που λέγατε άμα χτυπήσεις κάπου γόνατο…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Άμα χτυπήσεις κοπανάς κρεμμύδια. Άμα πέσεις και χτυπήσεις κοπανάς κρεμμύδια και τα βάζεις επάνω… -ξξξξτ! Καλλιώ παιδί μου, διώξε το πετεινάρι, θα μου φάει τους βασιλικούς!- Ακόμα τώρα γίνεται αυτό, κοπανάμε κρεμμύδια και τα βάζουμε απάνω να περάσει. Εγώ δεν έχω βάλει κρεμμύδια ποτές μου, αλλά τα βάζουνε πολλοί.[…]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αράχνη έχετε βάλει όμως.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Αράχνη ναι. Κι υπήρχε κι ένα βότανο στη γη, που `τανε σα μανιτάρι, αλλά πολύ μικρούτσικο. Αυτό το `πιανες, το πίεζες κι έβγαλε από μέσα καπνό, μαύρο καπνό, και το βάζαμε και αυτό απάνω. Κι έκανε, λέει, κι αυτό καλό. Είχαμε τέτοια. Ηκάναμε και το άλλο άμα χτυπούσαμε -τωρα να βάλεις τέτοιο θα πάθεις και τέτανο- ηβάζαμε καβαλίνα από τα γαϊδούρια, στεγνή καβαλίνα. Άμα χτυπήσωμε και `τρεχε το αίμα και δεν σταματούσε, ήμαστε έξω, για χώμα ήθελε να βάλωμε, για καβαλίνα, για από τσιγάρο. Ανοίαμεν ένα τσιγάρο, εβάλαμε τον καπνό απάνω, να σταματήσει το αίμα. Αυτό κάναμε. Εγώ που `κοψα το χέρι μου αυτό και δε πως είναι, με το δραπάνι που θερίζαμε, […] μου το πήρε το δραπάνι έτσι κι ήμαστε στο Μοσχονά εθερίζαμε, και άνοιξε ο θείος -τότες κάπνιζε ο θείος μετά αρρώστησε, το παράτησε το τσιγάρο- και μου `βαλε απάνω καπνό και μου το `δεσε και μετά σαμάρωσε τη γαδάρα που είχαμε μια γαϊδούρα και με `φερε ο Βασίλης ο γιός μου. Έκατσα πάνω και ήρθα σπίτι γιατί… Αφού ηλιποθύμησα, κουρασμένη ας πούμε, μες στην ζέστη, και μου το πήρε έτσι. Και με το τσιγάρο σταμάτησε. Πώς να σταματήξει μες στο Μοσχονά το αίμα; Αυτά βάλαμε τότες, δεν υπήρχανε γιατρικά. Τίποτα, δεν πάθαινε κανένας τίποτα, όλα ηγίνουντο καλά, όλα, όλα. Τώρα όμως έχει αμολυνθεί η ατμόσφαιρα, τώρα δεν κάνουμε τέτοια πράγματα τίποτα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτά τα φυτά που κάνατε τις αλοιφές υπάρχουν ακόμα; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Η ασκέλα υπάρχει. […] Όχι η κρομμυδασκέλα. Η κρομμυδασκέλα πιάνει φαγούρα. Άλλη ασκέλα είναι αυτή. Αυτή που βάλει απάνω λέγουντο ασφοντύλοι, που λένε τα σφοντύλια. […] Άλλο η κρομμυδασκέλα, άλλο η ασκέλα. Αυτή από κάτω έχει πολλά βυζιά, σα γλυκοπατάτα είναι από κάτω, μικρούλια, ας πούμε, όπως τα δάχτυλα μου είναι από κάτω. Αυτά τα βγάζεις, τα καθαρίζεις, τα πλένεις και μετά τα κοπανάς και το ζουμί αυτό που βγάζει, αυτό το φτιάχνεις αλοιφή. Τώρα τι άλλο βάλανε μέσα δεν ξέρω, βάλανε σαπούνι, δεν ξέρω αν βάλανε και σαπούνι, καρδιοφύλλι, λάδι και κάτι άλλο πρέπει να βάζανε μέσα κι έκανε αλοιφή, ολόκληρα βάζα. Κι αυτό ηβάλαμε πάνω στην πληγή. Ό,τι είχαμε αυτό ηβάζαμε εκεί να γίνει καλά. […] Τα κάνανε κι άλλες γυναίκες, αλλά η Ανιτσώ ήτανε η τεχνήτρα, αυτή τα `φτιαχνε αυτά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Άντρες κάνανε τέτοια;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ: </strong>Ο Μαρινάκης. Παλιός, πολύ παλιός αυτός, αυτός έκανε τις γητειές αυτές που λέμε. Σε γήτευε, όπως ήταν το ξεμάτιασμα που λέμε, αυτό το λέγαμε τότες γήτεμα. Έπιανε το φουτά της γυναίκας -καλή ώρα το φουτά μου τώρα εμένα- και με τα καντούνια του φουτά έβρισκε, λέει, αν σ` έχει ματιάσει γιά άντρας, για γυναίκα, κι έλεγε τα λόγια. αλλά τι λόγια όμως έλεγε δεν ξέρω, δεν ξέρω τα λόγια. Κι άλλα έκανε αυτός, κι άλλα. Και σπυριά που βγάλαμε, κακά σπυριά τα λέγανε τότες, τα γήτευε και γινότανε καλά. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/">Μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε, τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μια φορά μ` είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 09:53:04 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5233</guid>

					<description><![CDATA[<p>Λόγια ξεματιάσματος. Ξεμάτιασμα με μαντήλι.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/">Μια φορά μ` είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-23.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Λόγια ξεματιάσματος. Ξεμάτιασμα με μαντήλι</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H: </strong>Κανένας πρακτικός γιατρός υπήρχε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Πρακτικός όχι. Πρακτικός που `βγαζε δόντια ήταν αυτός ο Μαρινάκης, που σου λέω, έβγαζε μόνο δόντια. Αλλά και σε, έτσι, πρακτικά, τα κατάφερνε σε όλα. Κι η πεθερά μου. Η πεθερά μου και κείνη έτσι πρακτικά έκανε πολλά. Ο Μαρινάκης ξεμάτιαζε και άμα βγάζανε σπυριά έτσι, που `τανε άσχημα σπυριά, τα γήτευε που λέγανε, τους έλεγε λόγια. Και στο ξεμάτιασμα και τα θυμάμαι και τα λόγια εκείνα που μας έλεγε. Μας έλεγε στο ξεμάτιασμα και μας εμέτραγε με το… Άμα `τανε άντρας τον εμέτραγε με το ζωστήρα του κι άμα ήτανε γυναίκα με το μαντήλι του κεφαλιού. Μια φορά μ`είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια, δεν μου τα `χε πει πολλές φορές. Έλεγε, «Πρώτη χέρα, καλή χέρα του Δεσπότη, του Χριστού, της κυράς της Παναγίας, Άγιοι Ανάργυροι θαυματουργοί. Αγία Αναστασία φαρμακολύτρια τους πόνους σκορπάς και τα κακά διαμπλάζεις<sup>1</sup>. Η κυρά η Παναγιά ελούστηκε, εχτενίστηκε, στον άγιο θρόνο της πάτησε και πέρασε ο Αγάς και την είδε και την εφθαλμόκοψε» -δηλαδή την εμάτιασε, την εφθαλμόκοψε. «Ο γιος της την αρώτησε, τι έχεις μάνα μου, τι έχεις μητέρα μου, τι έχεις βασίλισσα του κόσμου και ούτε τρως, ούτε πίνεις, ούτε το σταυρό σου κάνεις; Θαυμάζομαί σε γιε μου που τα κρυφά ξέρεις και τα φανερά δε γνωρίζεις. Λούστηκα, χτενίστηκα, στον άγιο μου θρόνο κάθισα, πέρασε ο Αγάς και με είδε και μου φθαλμόκοψε και ούτε τρώω, ούτε πίνω, ούτε το σταυρό μου κάνω.» Και ο γιος της της είπε, «Ε, και δε βρέθηκεν άνθρωπος εικοσίνυχος και πενταδάχτυλος, να σε σταυρώσει τρεις φορές, να πει, πάτερ ημών μία, πάτερ ημών δύο, πάτερ ημών τρεις, πάτερ ημών τέσσερεις, πάτερ ημών πέντε, πάτερ ημών έξι, πάτερ ημών εφτά, πάτερ ημών οχτώ, πάτερ ημών εννιά. Δέξου γης το βάρος του και δώστου τις δυνάμεις του.» Αυτό είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Και πώς λέγατε με το μαντήλι ότι το έκανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Εκείνος βαστούσε και το μαντήλι και σε σταύρωνε. Έπαιρνε το μαντήλι του κεφαλιού μας και όπως το μέτραγε από το μεσαίο δάχτυλο, το `κανε έτσι στην άκρη και την άλλη άκρη την έφερνε εδώ στον άγκωνα κι έδενε έναν κόμπο. Έδενε έναν κόμπο, για να ξέρει πόσο μάκρος ήτανε το δάχτυλο. Το `παιρνεν από το μεσαίο δάχτυλο και το `φερνε στον αγκωνιού του κι έδενε τον κόμπο. Και μετά αφού σε σταύρωνε με το ίδιο το μαντήλι το `κανε και σε σταύρωνε, αυτές τις φορές που έλεγε, αν ήτανε από άντρα το μάτιασμα, κόντυνε ο κόμπος κι ερχόταν εδώ πάνω στον κόμπο, κι άμα `τον από γυναίκα ερχόταν εδώ στη μέση. Και το θυμάμαι εγώ, τότε ήμουνα μικρούλα. Παντρεμένη ήμουνα, μα ήμουνα εικοσιτριώ χρονώ, εικοσιδύο χρονώ, κάτι τέτοιο ήμουνα και ερχόμουν από την Αθήνα, είχα πάει στην Αθήνα για κάποια δουλειά και βγήκα στον Κάμπο και ήτανε ένας εκεί στο… Είχα μπει μες στη μαούνα κι έδωσα ένα πήδο απ`τη μαούνα και πήγα έξω στο μώλο και μου λέει αυτός, «Βρε συ, θέριεψες», λέει, «που πήγες εις την Αθήνα.» Έρχομαι στο σπίτι, αρρωσταίνω, γέμισε το στόμα μου σπυριά μέσα, έγινα να. Ούτε έτρωγα, ούτε έπινα, ήμουνα σε αθλία κατάσταση. Και μου λέει ο συχωρεμένος ο άντρας μου, να πάω να φωνάξω το Μαρίνο -ήτανε κουμπάροι. Λέω, «Τι να μου κάνει;» Μου λέει, «Εσένα σ`έχουνε ματιάσει.» Τέλος πάντων πήγε και τον φώναξε και ήρθε. Μου λέει «Δώσε μου το μαντήλι του κεφαλιού σου.» Και το πήρε και με σταύρωσε και μου λέει, «Σε έχουνε ματιάσει και είναι και άντρας, αυτός που σε έχει ματιάσει.» Πράγματι σου λέω αυτός που ήτανε στο μουράγιο ήταν άντρας και μου λέει, «Συ θέριεψες», μου λέει «και πηδάς από πάνω από την μαούνα και κατεβαίνεις κάτω.» [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Και αυτό που λέγατε ότι μετρούσε τη ζώνη;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Άμα ήτανε άντρας έπαιρνε τη ζωστήραν του, στη γυναίκα έπαιρνε το μαντήλι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Έπαιρνε τη ζωστήρα του ματιασμένου του άντρα και την έβαζε στο δικό του χέρι ή στου…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong>&nbsp; Όχι την έβαζε, τη μέτραγε εκείνος εις το δικό του χέρι και έκανε πάλι εκεί πέρα, πώς τον σημάδευε, κάπως τον σημάδευε, δεν ξέρω. Εμένα μου `κανε με το μαντήλι μου και είδα που έδεσε κόμπο. Στων αντρών δεν ξέρω τι σημάδι έκανε και όταν κόνταινε και πήγαινε αλλού το σημάδι, άμα ερχόταν απάνω στον κόμπο λέει ήτανε άντρας, και άμα ερχότανε εδώ στη μέση ήτανε γυναίκα. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Εσείς ξεματιάζετε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Αυτό μοναχά που ξέρω, δεν ξέρω άλλα. Ξεμάτιασμα ήξερε η πεθερά μου, αλλά το πήρε μαζί της. Πόσα της κάναμε να μας το πει. Εκείνη ξεμάτιαζε με το λάδι. Και ήξερε, δηλαδή ξεμάτιαζε πραγματικά, ξεμάτιαζε. Θυμάμαι μια φορά ήταν ο Μιχάλης άμα τον είχα μικρό, όπου τον έβγαζα να τον πάει, γιατί ήτανε παχουλό παιδί, ε, τα παιδάκια τα πιάνει πιο εύκολα το μάτι, όλη μέρα τον εξεσταύρωνε με το λάδι όμως. Έσταζε το λάδι μέσα στο νερό, του `λεγε τα λόγια κι έσταζε μια σταγόνα λάδι και όταν ήταν μάτι, σκόρπαγε και δε φαινότανε τίποτα. Δε μένει τίποτα. Όταν έλεγε λοιπόν τα λόγια, τα `λεγε τρεις φορές πρέπει να τα πει, στην τρίτη φορά στο τέλος σταμάταγεν η σταγόνα, χωρίς να σκορπιστεί, έμενε ακέραια. Αλλά τα λόγια δε μας τα `πε, δεν ήθελε να μας τα πει. Μου λέει, «Αν σου τα πω δε θα πιάνει πια ύστερα, εγώ όταν θα ξεματιάζω, πρέπει να τα μάθεις από άντρα.» Η γυναίκα πρέπει να τα μάθει από άντρα και ο άντρας πάλι από γυναίκα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>σκορπίζεις</li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/">Μια φορά μ` είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 14:31:38 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5138</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μεροκάματα στα μεταλλεία και οι πλάκες Μακάρων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/">Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-14.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Μεροκάματα στα μεταλλεία</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Εσείς τα μεταλλεία τα θυμάστε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Ναι ήμουνα παιδάκι, πολύ μικρή ήμουνα. Τα θυμάμαι τα βαγόνια που πηγαίναμε και βγαίναμε απάνω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Δουλεύανε δηλαδή όταν ήσασταν μικρή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Ναι, δουλεύανε, δουλεύανε. Αυτό που βγάζανε, πηγαίνανε και το ρίχνανε εκεί στο Σιδεροκάμινο, που λέμε. Εκεί πηγαίναν και τ` αδειάζανε. Ερχότανε κάποιο κάραβι κι άραζε εκεί κι από κει το φορτώνανε. Είχανε κάνει μια τσουλήθρα έτσι και πήγαινε κατευθείαν μέσα στο καράβι. Και το βαγονάκι εγώ το θυμάμαι από μέσα από τις γαλαρίες, και πέρναγε από του παππού τα χωράφια. Ακόμα φαίνεται η γραμμή. Και πηγαίναμε εμείς τα πιτσιρίκια, κατεβαίναμε που `χανε σχολάσει πια οι εργάτες και βρίσκαμε τα βαγονάκια και βγαίναμεν απάνω, τα σπρώχναν οι άλλοι για να παίζουμε.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Οι εργάτες ήτανε Δονουσιώτες;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Ναι, ναι, όλοι από τη Δονούσα ήτανε. Οι προϊσταμένοι ήταν από την Αθήνα… τώρα πώς τις λέγανε δε θυμάμαι, πώς τις λέγανε. Τις λέγαν οι γονείς μας, πώς τους λέγανε αλλά δε θυμάμαι. Ένας λεγότανε Κώστας, Κώστας λεγότανε, μα το επίθετό του δεν μπορώ να σκεφτώ. Μάλιστα είχε γίνει ένα περιστατικό με κείνον. Είχε χηρέψει η Μαυροειδή, της Ευγενίας η μάνα, είχε χηρέψει τον πρώτο της άντρα που `χε πάρει και ήταν πολύ ωραία κοπέλα τότε που πέθανεν ο άντρας της, ήτανε πάρα πολύ ωραία και αυτός την ήθελε, αλλά αυτή δεν ήθελε να κάνει τέτοια. Είχεν ένα αγόρι με κείνον τον άντρα, αλλά κείνο πέθανε. Κοιμότανε με μια θεία… Μαρία, της Σταυρούλας και του παππού του Ηλία αδερφή ήτανε, και ήτανε φυματικιά, και το παιδί κοιμότανε μαζί της, το `χε παρέα και το κόλλησε. Τότες έβραζε η φυματίωση. Ώστε να την πάρουνε χαμπάρι, ότι εκείνη είναι φυματικιά… και κόλλησε το αγοράκι και πέθανε. Το θυμάμαι εγώ το αγοράκι, το θυμάμαι λίγο που πήγαινε στο σχολείο, ήταν ένα ωραίο αγοράκι… Λοιπόν, και πήε λοιπόν τη νύχτα και της εχτύπησεν αυτός, και λέει, «Ποιος είναι;» Λέει, «Καλλιόπη εγώ είμαι.» Λέει, «Ποιος;» Λέει, «Άνοιξε θα με δεις.» Εκείνη καμώθη πως ήτανε μέσα ο παππούς ο Ηλίας, ο αδελφός της, και δε σηκώθηκε ν` ανοίξει, μόνο φώναξε δυνατά, «Ηλία, για σήκω να δεις, ποιος είναι που χτυπά την πόρτα;» Ακούει αυτός μέσα, «Ηλία σήκω να δεις ποιος είναι που χτυπάει την πόρτα», έγινε λαγός, έφυγε. Αυτά, ας πούμε, θυμάμαι από τους γονείς μου, που λέγανε αυτές τις περιπτώσεις. Αυτόν θυμάμαι στο μεταλλείο, ήτανε επιστάτης του μεταλλείου, αυτόν τον Κώστα. […]&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Υπάρχει τώρα κάποιος που να δούλευε στα μεταλλεία που είναι εδώ πέρα στο νησί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Μπα, δεν υπάρχει κανένας, δεν υπάρχει κανένας. Τότε που δουλεύαν τα μεταλλεία, εγώ ήμουνα παιδάκι και όλοι αυτοί που δουλεύανε ήτανε μεγάλοι, έχουνε φύγει όλοι. Το μόνο που θυμάμαι, θυμάμαι που μετά βγάζανε μια άσπρη πέτρα, τον άτσαχα που λέμε, και εκείνο το δουλεύανε πίσω στην Καλοταρίτισσα κοντά. Τώρα εκείνο πώς το κουβαλάγανε, δε θυμάμαι. Και δούλευε κι ο πατέρας μου, όπου βρίσκανε μεροκάματα οι άντρες τότε του νησιού όλοι, πηγαίνανε και εδούλευε. Και αφού ακούγαμε λοιπό πως μαζεύανε άτσαχα, είχαμε λοιπό καλαθάκια κι άμα ανεβαίναμε από τον Κάμπο σκορπούσαμε στο δρόμο και τα γεμίζαμε τα καλαθάκια μας άσπρη πέτρα, πως θα την πουλήσωμε κι εμείς. (γέλια) Πως θα πουλήσωμε την άσπρη πέτρα. Αλλά από αυτούς δε ζει κανένας, κανένας, κανένας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ: </strong>Θυμάστε πότε κλείσαν τα μεταλλεία και πώς είχανε κλείσει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Α, και να θυμάμαι ποια χρονολογία, είναι… Πριν τον πόλεμο πάντως ηκλείσανε. Με τον πόλεμο κλείσανε, το `40 κλείσανε, γιατί, σου λέω, ήτανε οι Βαλάτουδες που ήταν εδώ που δουλεύανε -να τώρα σκέφτηκα πως ήταν κι οι Βαλάτουδες στα μεταλλεία- και τότε κηρύχτηκεν ο πόλεμος.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Λόγω του πολέμου κλείσανε ή δεν είχε πια να βγάλει από μέσα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Λόγω του πολέμου κλείσανε. Τώρα είχεν δεν είχεν, δε θα `χε πια πολύ γιατί τα `χανε εξαντλήσει πια, λίγο πράγμα βγάζανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Από πότε λειτουργούσαν αυτά; Πότε ξεκίνησαν;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Δεν ξέρω από πότε ξεκινήσανε τα μεταλλεία, πάντως εγώ σαν παιδάκι που γνώρισα, οι γαλαρίες ήτανε βαθιές, πηγαίναν πια… Δούλευεν ο πατέρας μου και πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια, όταν φεύγαμε από το σχολείο. Παίρναμε το δρόμο απ` την Παναγία και πηγαίναμε μέσα κει και μπαίναμε μέσα, για να δούμε… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες, πηγαίνες μέσα-μέσα τότε. Ήτανε καθαρό, γιατί το καθαρίζαν για να βγάζουν το υλικό. Κανένας δεν υπάρχει που να δούλεψε στα μεταλλεία τότε. Όλοι ήτανε μεγάλοι άνθρωποι, εγώ ήμουνα παιδάκι. Αυτοί που δουλεύανε πριν το `40, το `35 φερ`ειπείν, το `35 δουλεύανε, δε ζει κανένας, δε ζει κανένας, όλοι έχουνε…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και περάσαν όλοι από τα μεταλλεία;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Οι άντρες του νησιού βέβαια, όλοι. Κι απ` την Καλοταρίτισσα ερχότανε κι απ` τον Κάμπο, όσοι άντρες ήτανε τότε υπήρχανε, ερχότανε κι από δω απ` το Μερσήνι, απ` τη Μεσαριά, όλοι. Όλοι δουλεύαν στα μεταλλεία, γιατί… Οι Μυλωνάδες οι δυο δεν ξέρω αν πηγαίνανε, επειδή είχαν το μύλο. Αυτοί δεν ξέρω αν δουλεύανε, αλλιώς οι υπόλοιποι όλοι δουλεύανε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Οι Δονουσώτες οι πιο πολλοί πηγαίνανε στις Μάκαρες τότε που βγάζαν την πλάκα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-15.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα μεταλλεία των Μακάρων και οι πλάκες Μακάρων</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Οι Δονουσώτες οι πιο πολλοί πηγαίνανε στις Μάκαρες τότε που βγάζαν την πλάκα. Ήταν ο Αριστείδης τότε εκεί προϊστάμενος, απ` την Αθήνα βέβαια, και ένας άλλος που τον λέγανε Θηραίο στο επίθετο, ήταν τ` αφεντικό στις Μάκαρες. Κι ερχόταν και από τα Κουφονήσια. Απ` τα Κουφονήσια είχε και στις Μάκαρες εργάτες, αλλά κι οι Δονουσώτες πηγαίναν οι πιο πολλοί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Και βγάζανε πλάκα από τις Μάκαρες;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Πλάκα, ναι, πλάκα. Όχι βέβαια, δεν ήτανε καλή πλάκα, γι` αυτό και τη σταματήσανε, δεν την εξαναδουλέψανε. Δεν είχε πολύ πέραση, ήταν μαλακιά, πολύ μαλακιά ήτανε. [&#8230;] Εμάς η αυλή μας πριν, η παλιά αυλή, ήτανε γύρω-γύρω όλη με πλάκα αυτή των Μακάρων. Πέρα στης πεθεράς μου εκεί απ` έξω νομίζω πως υπήρχεν ακόμα καμιά. […] Εμάς από την αυλή την επήραν, άμα φύγαμε εμείς από δω το `62 που έφυγα γω. Η αυλή μου, όλος ο τοίχος γύρω-γύρω ήταν με αυτές τις πλάκες στρωμένη. Τις επήραν και τις εκάνανε… Καλοταριανοί μου `πανε ότι τις επήρανε και τις εκάνανε κουλούρες. Κάνανε τρύπα στη μέση και την κάνανε κουλούρα για το παραγάδι. Άμα τους έμπλεκε το παραγάδι, βάζαν αυτό πάνω σε χοντρή πετονιά και το σύρνανε και το ξέμπλεκε το βάρος εκείνο, το τράβαγε και το ξέμπλεκε το παραγάδι, έκοβε τ` αγκίστρια δηλαδή. Και τις είχανε πάρει όλες από δω.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/">Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Και πρώτα έβλεπες φτώχεια και γλέντια</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 11:01:32 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1639</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι οικογένειες της Μεσαριάς. Ο λυράρης. Τα γλέντια. Η μαμή.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/">Και πρώτα έβλεπες φτώχεια και γλέντια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don24-2-ΓΛΕΝΤΙΑ-ΣΤΗ-ΜΕΣΑΡΙΑ.-ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ-ΧΩΡΙΟΥ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι οικογένειες της Μεσαριάς. Ο λυράρης. Τα γλέντια. Η μαμή</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Β: </strong>Εδώ στη Μεσαριά τότε θείε πόσοι άνθρωποι ήτανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Εδώ στη Μεσσαριά ήμασταν πενήντα παιδιά, και εφτά οικογένειες, εφτά αντρόγυνα να πούμε. Εμείς ήμαστεν η πιο μικρή οικογένεια, πέντε παιδιά. Κάτω εκεί ήταν η γυναίκα μου, εκεί κάτω κάτι σπιτάκια. Η γυναίκα μου είχε δεκατρία παιδιά και άλλα δεκατρία του Μαραγκού ο πατέρας. Εικοσιέξι, δυο σπίτια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Πώς τα γένναγε τώρα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ: </strong>Είχε μαμή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Με τίποτα. Μια μαμή και καθότανε […] στου Ζαλί πίσω. Από κει πηγαίναν τα μεσάνυχτα, όταν πιάναν οι πόνοι τη γυναίκα, τη φέρνανε. Πότε χάνανε το δρόμο και δεν μπορούσαν να `ρτουνε. Δεκατρία και δεκατρία εικοσιέξι δυο γυναίκες γεννήσανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Πω, πω, στρατός!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Ναι ναι. Πενήντα παιδιά είμαστεν εμείς εδώ. Ο θείος μας ο Γιωργάκης, εδώ του Γιώργαρου ο πατέρας, έπαιζε λύρα. Κι ερχόταν εδώ, μαζευόταν εδώ το χειμώνα και σαράντα παιδιά, σαρανταπέντε, μαζευόταν εδώ, πού να χωρέσουν μέσα;&nbsp; Άμα `ταν καλοσύνες, απ` έξω να πούμε και παίζαν τη λύρα και&nbsp; χορεύγαμε δω. Παιδιά τώρα…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Β:</strong> Πού παίζανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Εδώ παίζανε. Να, εδώ ήτον ένα… Μπάρι το λέμε εκείνο, κει πάνω καθότανε και παίζανε κι εδώ χορεύγανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Πώς το λέγαν εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ: </strong>Μπάρι. Που `ναι σαν καναπές. Εκεί είχαμε ένα μεγάλο μπάρι, πήγαινε πέρα-πέρα και βάζαμε μέσα σιτάρια, κριθάρια, σαν αποθήκη. Το κρατήσαμε αυτό, τ` άλλο το διαλύσαμε και το κάψαμε. Ήταν και παλιό. Αυτό το `χωμ` έτσι για ενθύμιο.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong>&nbsp; Και μαζευόντουσαν τα παιδιά ε; Και τους έπαιζε ο παππούς λύρα τώρα.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Απέναντι εκεί στο μύλο ήτανε μια οικογένεια επτά άτομα. Πέντε παιδιά, έξι παιδιά και δυο οχτώ.&nbsp; Και κάνουμε κι άλλα δυο σπίτια καμιά δεκαπενταριά παιδιά. Εννιά εδώ ο μπάρμπας μου κι εμείς πέντε, δεκατρία, να πούμε δεκατέσσερα. Εδώ πάνω ήτανε δεκατρία και άλλα πέντε ο άλλος δίπλα ο Νικολάκης. Αφού σου λέω είμαστε πενήντα παιδιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Και τώρα κανείς.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Και τώρα ένα γατάκι υπάρχει εδώ πέρα &#8211; δεν υπάρχει… Εγώ έρχομαι πότε πότε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Αυτό. Και τι τραγούδια λέγανε; Τι τραγούδια τους έλεγε ο παππούς; [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Και πρώτα έβλεπες φτώχεια και γλέντια. Την Απόκρεα γινόταν την Τυρινή εδώ φερειπείν ο χορός και μαζευόταν όλο το νησί. Την Κρεατινή στο Μερσήνι. Την Τυρινή στην Καλοταρίτισσα και την πρώτη Κυριακήν, ας πούμε, κάτω στο χωριό, στο Σταυρό εκεί πέρα. Κάθε χρόνο μαζευόταν όλος ο κόσμος. Με τα ταγάρια τους, με μεζέδες, με μυστήρια, με αυτά, κρασιά τότες μπόλικα, πολλά κρασιά. Έκανε κρασιά στην Καλοταρίτισσα κάτω χιλιάδες οκάδες, τώρα δεν έχει ούτε σταφύλι να φάμε.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Και χορεύανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Και μεθιούσανε και κάναν και καυγάδες.</p>



<p class="wp-block-paragraph">(γέλια)</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/">Και πρώτα έβλεπες φτώχεια και γλέντια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μέλι βάλεις και κύμινο και λίγο γαρύφαλλο</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/meli-valeis-kai-kymino-kai-ligo-garyfallo/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/meli-valeis-kai-kymino-kai-ligo-garyfallo/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 20 May 2023 08:10:13 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1530</guid>

					<description><![CDATA[<p>Τα μυρωδικά της ψημμένης ρακής</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/meli-valeis-kai-kymino-kai-ligo-garyfallo/">Μέλι βάλεις και κύμινο και λίγο γαρύφαλλο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don20-1-ΤΑ-ΜΥΡΩΔΙΚΑ-ΤΗΣ-ΨΗΜΕΝΗΣ-ΡΑΚΗΣ.-ΠΡΑΣΙΝΟΥ-ΦΑΝΗ-1.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα μυρωδικά της ψημμένης ρακής</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ: </strong>Αυτό είναι Βασίλη μυρωδικό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Β: </strong>Τι μυρωδικό είναι αυτό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Είναι αυτό… κύμινο βρε συ. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ: </strong>Τι άλλο βάζετε μέσα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Λίγο μέλι, κύμινο που το κύμινο κάνει καλό […].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ:</strong> Σε τι;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Κάπου να ΄χεις ένα ποναράκι […].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ:</strong> Σου περνάει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Ναι […].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ:</strong> Και τι άλλο έχει μέσα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ: </strong>Μέλι βάλεις, και κύμινο και λίγο γαρύφαλλο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ: </strong>Βάζουν και πορτοκάλι κάποιοι;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Όχι, δε βάζω εγώ πορτοκάλι!</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/meli-valeis-kai-kymino-kai-ligo-garyfallo/">Μέλι βάλεις και κύμινο και λίγο γαρύφαλλο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/meli-valeis-kai-kymino-kai-ligo-garyfallo/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ηπιάσαμε μια βάρκα – επήαμε απ&#8217; τη Μουτσούνα στου Νικολακάκη το νοσοκομείο</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ipiasame-mia-varka/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ipiasame-mia-varka/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 12:50:46 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1172</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο γιατρός πριν η Δονούσα γίνει κοινότητα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ipiasame-mia-varka/">Ηπιάσαμε μια βάρκα – επήαμε απ&#8217; τη Μουτσούνα στου Νικολακάκη το νοσοκομείο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-18_ηπιάσαμε μια βάρκα - επήαμε απ' τη Μουτσούνα στου Νικολακάκη το νοσοκομείο - Σιγάλα Σοφία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο γιατρός πριν η Δονούσα γίνει κοινότητα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Με γιατρό τι κάνατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Οι γιατροί ερχότανε από τα νησιά. Εμείς να καταλάβετε, δεν είχαμε Κοινότητα εδώ, δεν είχαμε τίποτα. Ούτε γιατρείο ούτε τίποτα και υπαγόμαστε στην Αμοργό, να πάμε να βγάλωμε ένα χαρτί, έπρεπε να πάρωμε βάρκα να πάμε στην Αμοργό και από κει βγάλαμε τα χαρτια. Ε, ύστερι κάμαν εδώ το… τα πάντα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Όταν δεν είχατε γιατρούς τι κάνατε; Άμα χτύπαγε κανείς, άμα αρρώσταινε;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Εκαταγόμαστε στην Αμοργό και μας στείλαν γιατρόν από την Αμοργό. Μας στείλανε, ερκότανε κάθε μήνα, κάθε… Όταν είχε κανένας, ήτον άρρωστος καλά, ναι και…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Είχατε εδώ κάποιον να σας φροντίζει; Κάνα βότανο, με κάνα… Καμία γυναίκα ήξερε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ναι, ήξερε. Μας έφερνε σας λέω από την Αμοργό και φάρμακα και μας ξεπερετούσανε ναι, ναι. Κι από το Κουφονήσι ερκότανε. Μόνο εμείς εδώ δεν είχαμε κοινότητα τότες, τα άλλα νησιά είχαν όλοι κι είχαν και γιατρούς, μεις δεν είχαμε. Μια φορά είχα αιμορραγίαν από τη μύτη, Θεός να μην αξιώσει άθρωπο και να μην τον δει. Είχα δέκα μέρες αιμορραγία από τη μύτη. Εκεί που κοιμόμουνα εκόχλαζε το αίμα κι ανέβαινε στη μύτη μου. Ολόκληρες ρόμπες έβρεχα. Εφέρναμε το γιατρό και μου `βαλε ένεση. Τι θε` να κάνει η ένεση στη μύτη; Τίποτα δεν ήκανε. Ύστερι ήρτε, αφού περάσανε δέκα μέρες είχα την αιμορραγία, είχε γίνει το πρόσωπό μου όπως τον ασβέστη. Ήχασα το χρώμα μου καλά-καλά. Αφού ήχασα όλο μου το αίμα. Και έρχεται ένας γιατρός από τη Νάξο, Νικολακάκη τον ηλέανε, κι είχε δικό του νοσοκομείο στη Νάξο. Έτυχε κι ήρτεν εδώ και του το `πανε και έρχεται λοιπόν εδώ και με στριμώχνει και μου λέει, «Για έλα δω εσύ, για έλα δω εσύ. Εσύ `χασες το χρώμα σου, θα χασ` και τη ζωή σου. Τώρα ξέρεις πού θα σε στείλω; Εσύ που `σαι μες στο σπίτι τώρα και λείπουν οι δικοί σου, όλο και `περετιέσαι» και πραγματικώς τα παιδιά ήτον μικρά, δυο κοριτσάκια, τα `παιρνεν ο πατέρας των μαζί, είχαμε χτήματα, είχαν αυτά, τέλος πάντων. Και ησηκώνουμου`, κάτι έκανα. Εκεί που έκανα σχηματίζοντα` το αίμα πιο πολύ. «Εσύ», λέει, «όταν μείνεις εδώ θα πεθάνεις, έχεις», λέει, «δέκα μέρες χάσει αίμα. Λοιπό ξέρεις πού θα σε στείλω; Όχι στην Αθήνα, στη Σύρα. Εκεί θα πας να κάτσεις, να κουζουρέψεις, να σε κοιτάξουν οι γιατροί, να γίνεις καλά.» Ε, αφού μας το `πε -είχα χάσει σου λέω το χρώμα μου τελείως, είχα υπόταση πάθει. Φεύγει αυτός, είχε δικόν του νοσοκομείο στη Χώρα. Λέω τώρα του αντρός μου, λε` «Και πώς θα με πας τώρα εσύ;» Λε` «Θα κάνωμεν τα έξοδα του αδερφού σου του Δημητράκη, που `ναι καλός και ξέρει τη Σύρο, να σε πάει.» Ναι, και πράγματι ηπιάσαμε μια βάρκα, επήαμε απ` τη Μουτσούνα, πήαμε γραμμή στου Νικολακάκη το νοσοκομείο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Φύγατε με βάρκα από δω;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Με βάρκα ναι, με το Σκοπελίτη.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ: </strong>Και πήγατε στη Μουτσούνα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ: </strong>Ναι, ναι στη Μουτσούνα κι από κει βγήκαμε και πήγαμε στη Χώρα και μας περίμενε ο Νικολακάκης.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ipiasame-mia-varka/">Ηπιάσαμε μια βάρκα – επήαμε απ&#8217; τη Μουτσούνα στου Νικολακάκη το νοσοκομείο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ipiasame-mia-varka/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πήγε στην Αμοργό κι ήφερε ένα γιατρό</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/pige-stin-amorgo-ki-ifere-ena-giatro/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/pige-stin-amorgo-ki-ifere-ena-giatro/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 12:46:09 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1169</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο γιατρός Φραγκίσκος που ήρθε εκτάκτως στο Μερσήνι από την Αμοργό</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pige-stin-amorgo-ki-ifere-ena-giatro/">Πήγε στην Αμοργό κι ήφερε ένα γιατρό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-22_Πήγε-στην-Αμοργό-κι-ήφερε-ένα-γιατρό.-Σιγάλα-Ελευθερία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο γιατρός Φραγκίσκος που ήρθε εκτάκτως στο Μερσήνι από την Αμοργό</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Γιατρός υπήρχε τότε στο νησί; Άμα κάποιος αρρώσταινε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Ε, μόνο να τηλεφωνούσαμε. Μόνο στην Αμοργό είχε. Θυμάμαι που άρρώστησε μια φορά -αυτό μονάχα θυμάμαι- αρρώστησεν εδώ πάνω ο Μαρινάκης, εδώ που κάθεται ο Αναστάσης καθόταν αυτός ο Μαρινάκης που σου λέω, και αρρώστησε βαριά και η γυναίκα του ήτανε Αμοργιανή. Και τηλεφωνήσανε… τηλεφωνήσανε; Δεν ξέρω πώς ειδοποιήσανε, στείλανε τον πεθερό μου νομίζω με τη βάρκα, ούτε τηλέφωνον υπήρχε τότε ούτε αλλιώς, και πήγε στην Αμοργό κι ήφερε ένα γιατρό. Θυμάμαι εμείς είμαστε παιδιά και ήμαστε εδώ πάνω σ` ένα δώμα και βγήκαμε να δούμε, πώς είναι αυτός ο γιατρός που ήρθε. Νομίζαμε πως θα `ναι κανένα περίεργο πράμα και βγήκαμε εκεί στο δώμα και τον ελέγανε… πώς τον ελέγανε να δεις… Φραγκίσκο! Φραγκίσκο τον ελέγανε τώρα το επίθετο ήτανε, το όνομά του ήτανε; Φραγκίσκος πάλι άκουγε. Λέει, «Φέραμε από την Αμοργό το Φραγκίσκο.» Εμείς λοιπό` για να τον κοροϊδέψουμε το κάναμε, δεν ξέρω, και λέγαμε, «Ανεβαίνει ο Κλαδίσκος, ανεβαίνει ο Κλαδίσκος» και τρέχαμε τα παιδιά, το Σοφίδι τούτη δω, η Πόπη από την άλλη της Ευδοκίας η αδερφή, εγώ, η αδερφή μου. Ήμασταν απάνω στο δώμα εκεί έξω-έξω και φωνάζαμε πως ανεβαίνει ο Κλαδίσκος. Εκείνον το γιατρό θυμάμαι που ήρθε.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pige-stin-amorgo-ki-ifere-ena-giatro/">Πήγε στην Αμοργό κι ήφερε ένα γιατρό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/pige-stin-amorgo-ki-ifere-ena-giatro/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
