<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΚΑΤΣΙΚΙΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-tag/katsikia/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/katsikia/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Fri, 03 May 2024 09:14:58 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.0.1</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΚΑΤΣΙΚΙΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/katsikia/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 11 Nov 2023 09:04:35 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5662</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κανόνες ποτίσματος στα περιβόλια. Η δίκη στην πηγή. Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/">Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-19.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κανόνες ποτίσματος στα περιβόλια. Η δίκη στην πηγή.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K: </strong>Ο καθένας είχε το χωράφι του κάτω στα περιβόλια. Τη διανομή του ποιος θα ποτίζει, ποια οικογένεια θα ποτίζει πότε, ξέρετε, έχετε ακούσει ιστορία πώς έχει γίνει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Είχα ακούσει τον πατέρα μου βέβαια, ότι είχανε κανονίσει τα πάνω περιβόλια -τα κάτω δεν υπήρχανε, τα κάτω περιβόλια, από την κάτω στέρνα τη μεγάλη που είναι ο πλάτανος και κάτω, ήτον ναι μεν, αλλά αμπέλια, τέτοια, δεν ήτανε περιβόλια, δεν ήταν ποτιστικά, ήτανε μόνο η Βρύση απάνω. Μετά που μεγαλώσαν και παιδιά αυτώνω που τα `χανε, τα χτίσανε λοιπόν και τα ημερέψανε, να τα κάνουνε ποτιστικά. Είχαν λοιπον κανονίσει την Κυριακή να μην ανοίγεται η Βρύση απάνω καθόλου για να μαζεύεται το νερό να πάει στην κάτω. Να τρέχει όλη μέρα, να γεμίζει η κάτω στέρνα την Κυριακή και επειδή ήταν το περιβόλι πιο μεγάλο και πιο μακριά από όλα, ήπαιρνε πάντα της Δευτέρας το νερό ο πεθερός μου και την Παρασκευή το μοιράζανε μαζί με το Ζαράνη. Ήπαιρνε ο ένας, πότιζε πρώτα, και μετά το `παιρνεν από πάνω ο Ζαράνης. Ποτίζαμε κι εμείς εκεί κάτω και γι` αυτό τα θυμάμαι. Μετά, αφού πλήθυνε πια το κάτω περιβόλι, αποφασίσανε να μην ανοίγει απάνω η στέρνα καθόλου. Τότε είχεν πολλά νερά. Λοιπόν κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου, του πατέρα μου ο πατέρας, με τον γερο-Νικητιό νομίζω, με της Ζαράναινας τον πατέρα, για το νερό. Ένα στερνάκι που `ναι πάνω από τη Βρύση ήτανε του Μαρκάκη, αυτός που `τανε αδερφός του παππού μου, και το νερό δεν το `φηνε, λέει, να κατεβαίνει κάτω, το κράταγε μόνο και πότιζε το δικό του. Ο παππούς μου όμως του λέει, ότι εφόσον το χειμώνα πάει μέσα στη στέρνα τη δημόσια, πρέπει να μας αφήνεις και μας το καλοκαίρι απόνερο, να κατεβαίνει μέσα στη στέρνα, να φτάνει, να ποτίζωμε τα περιβόλια. Πήγανε μέχρι και δικαστήριο. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση και δίκασε. Στη Βρύση ήρθε, δυο φορές το φέραν το δικαστήριο και δίκασε, για να δούνε επιτόπου πώς είναι τα πράματα. Του λένε, λοιπό, «Το χειμώνα όταν χειμωνιάσει, το νερό πού το πας;» του `πανε του Μαρκάκη. Λέει, «Εκατεβαίνει μέσα στη στέρνα ετούτη, που `ναι στη Βρύση.» Λέει, «Τότε θα το κρατάς και το χειμώνα, θα το βάλεις μες στην τραφιά σου, θα το γυρίσεις μεσα στο δικό σου. Εφόσον δεν το αφήνεις το καλοκαίρι να έχει δικαίωμα να πάρουνε κι οι υπόλοιποι, θα το κρατάς και το χειμώνα. Μπορείς;» Λέει, «Όχι.» «-Ε, τότε λοιπό θα αφήνεις το απόνερο μόλις ποτίσεις. Θα ποτίζεις μόνο μία τραφιά αυτή που `ναι εκεί δα κάτω-κάτω, και μετά θα το γυρίζεις μες στη στέρνα τη δημόσια.» Και τότε […] χωρίσανε και τις ημέρες. Εμάς ποτίζωμε το δικό μας το περιβόλι, εμένα, του Βαγγέλη απάνω και αυτό που είναι εδώ στη Βρύση της εκκλησίας, και αυτό που είναι από πάνω από του Αναστάση που το `χει η Σοφία, ποτίζωμε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο. Ξέρω και τις ώρες. Αφήνανε τη μεσημεριανή στερνιά, γιατί περιμένανε, αν δεν πηγαίνανε όλα τα ζώα να πιούνε νερό, κατσίκια που `χανε όλοι, τα γελάδια, τα γαϊδούρια, όλα να πάνε στη Βρύση να πιούνε νερό. Έπρεπε να μείνει η στέρνα, να γεμίσει, για να πιουν τα ζώα πρώτα και μετά ν` ανοίξουνε τη Βρύση, τη στέρνα. Κι επειδή ήτανε το περιβόλι μας πιο μακριά και ήθελε πολύ νερό, παίρναμε τη μεσημεριανή στερνιά πάντα. Εγώ τον εθυμάμαι τον Γραπουσανό που το `χε το περιβόλι αυτό και καθότανε στη Βρύση, είχε μια παγκάδα και καθόταν και περίμενε να πιούνε, ένας-ένας τα κτήματα που πηγαίναν κάτω, αν είχε πάει και το τελευταίο, για να ανοίξει, να πάει να ποτίσει.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Άκουγα κι εγώ σαν παιδί πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-20-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Σχετικά με θρύλους που λένε διάφορα για τη βρύση, για το νερό κι όλ΄αυτά, έχετε ακούσει;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Α, άκουγα κι εγώ σαν παιδί, [&#8230;] πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Εγώ θυμάμαι που μας λέγανε ότι όποιος είναι να πάει βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί [&#8230;] το να κρατάς μαζί σου ένα κομμάτι ψωμί. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ελ: Επειδή πώς το βάζει ο παπάς που σε κοινωνάει, το σίτο, τον οίνο και το έλαιο&#8230; Το ψωμί είχε τη δύναμη και δε σε πλησίζε, λέει, το ξωτικό, έτσι μας λέγαν κι εμας. Άμα βγαίναμε βράδυ έξω, λέει κράτα&#8230; Εμείς τα παιδιά βέβαια δεν πηγαίναμε πουθενά, αλλά άμα πήγαινε ο πατέρας μου που σηκωνότανε να πάνε στα ψαρέματα τη νύχτα είτε απ ΄έξω είτε&#8230; Βάλε κι ένα κομματάκι ψωμί μαζί μες στη τσέπη σου. [&#8230;] Ένα κομματάκι ψωμί. Γιατί το ψωμί είναι σταυρωμένο και δεν κάνει ούτε να το πατάμε ούτε να το πετάμε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Κι εδώ για τη βρύση τι λέγανε;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Μας λέγαν, ότι υπήρχανε λέει νεράιδες εις τη βρύση και είχαν ακούσει λέει κάποιοι δεν ξέρω, ότι είχαν τα μωρά τους. Πηγαίναν και πλέναν τα ρούχα τους στη βρύση και τ΄ακούγαν που κλαίγανε τα παιδιά. Αυτά θα ΄ταν φαντασίες. Μια κουκουβάγια να φώναζε τη νύχτα και λέγαν πως είναι τα παιδιά της νεράιδας. Όποτε δεν το πίστεψα βέβαια. Ε, καλά σαν παιδιά μας φοβίζανε και φοβόμασταν να πάμε, αλλά εγώ πολλές φορές [&#8230;] που άντεχα και πήγαινα κάτω και πελεμούσα και σκοτεινιαζόμουνα και ΄ρχοτανε η συχωρεμένη η γριά Πλυτώ εδώ κάτω [&#8230;] κι έλεγεν της Ειρήνης, βρε συ αυτή η Ελευθερία λες να παθε τίποτα και δεν έχει ανεβεί ακόμα; Και κατέβαινε η κακομοίρα κάτω και με γύρευε. Μου λεγε, λοιπόν, η Ειρήνη, ε δουλειές[?] τέτοια ώρα που κάθεσαι κάτω; Λέω, τι να δουλώ[?]; Δεν πάω μου λέει&nbsp; τέτοια ώρα εγώ στη βρύση, που να μου δίνουνε τι. [&#8230;] Δεν το σκέφτηκα ποτέ να φοβηθώ, σκοτεινά που να ΄ναι κάτω. Μια φορά [&#8230;] μόλις στρίβουμε, που ΄ναι η ταμπέλα βρύση και Λιβάδι, που ΄ναι η ταμπέλα ακριβώς,&nbsp; το από κάτω τραφάκι το ΄χεν ο γέρο Κώστας απάνω και το ΄χανε όλο αγκιναριές. Τότε όλα&nbsp; ετούτα τα περγαλίδια ήταν γεμάτα αγκιναριές. Ξέρεις πόση αγγινάρα έβγαζε εδώ; Τα περγαλίδια όλα μόνο αγκιναριές είχε, [&#8230;] δεν είχε φραγκοσυκιές καθόλου ούτε μία, μόνο αγκιναριές είχαμε. Και είχαμε μεγαλώσει πια και του λέω&#8230; Ήταν ένα βράδυ πια σκοτεινά κι είχεν έρθει κάτω για να βεγγερίσωμε και του λέω, δεν κόβεις τις αγκινάρες σου μόνο θα ξεποχιάσουνε, που ΄ναι κάτω στο Γυρισμα; Το λέγαμε Γύρισμα επειδή πήγαινε το ένα έτσι και τ΄αλλο αλλιώς. Λέει, μπα αφού δεν τις τρώει κανένας. Λέω κρίμασι.&nbsp; Ε, δεν πας να τις κόψεις;&nbsp; Λέω να πάω τώρα; Μου λέει, άμα είσαι άξια να πας τώρα, μου λέει χαλάλι σου. Πήαινε κόψε τις. Λέω, θα πάω. Μου λέει, δεν το πιστεύω. Ήταν σκοτεινά πια. Μωρε πήγα εγώ και γέμισα ένα καλάθι μέχρι απάνω. Λέω, τι να φοβάμαι τις νεράιδες που λένε, πώς κλαίνε στη βρύση;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Οι άλλοι δεν πηγαίνανε δηλαδή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Δεν πηγαίνανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Δεν πάνε εύκολα.&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/">Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Όπως ηκάναν τ` αδέρφια μου ζευγάρι, με `βαλε η οργή του Θεού και πιάνω τ` άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Nov 2023 10:02:19 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5438</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το ζευγάρισμα των χωραφιών</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/">Όπως ηκάναν τ` αδέρφια μου ζευγάρι, με `βαλε η οργή του Θεού και πιάνω τ` άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-35.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Το ζευγάρισμα των χωραφιών</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Εγώ έκανα ζευγάρι με δυο αγελάδες με άλετρο. […] Ζέφεις τη μιαν αγελάδαν εδώ την άλλη εκεί, έχεις ένα ζυό λέγεται και [&#8230;] τον έχουν τρυπημένο από τη μια κι από την άλλη. Ζυός είναι αυτός ας πούμε μεγάλος. Βάλεις την αγελάδα τη μιαν εκεί την άλλη εδώ κι εδώ έχεις τρύπες και παίρνεις ζεύλες τις λέμε και τις περνάς αυτές τις ζεύλες και τις περνάς από το λαιμό της αγελάδας από το ζυό και τις δένεις με δερματικά για να μην ξελύσουν κι έπειτα θα πιάσεις το άλετρο το μεγάλο με το νι, ας πούμε, που θα το ζευγαρίζεις και θα το περάσεις όπως είναι ο ζυγός αυτός, θα το περάσεις εδώ μ&#8217; ένα ζυγόλουρο χοντρο, θα το περάσεις το άλετρο μέσα και θα βάλεις ας πούμε το ζευγάρι να το τραβά το [ch-] να οργώνεις το χωράφι. Αυτά ηκάναμε. [&#8230;] Έτσι οργώναμε τα χωράφια. Ύστερα τελευταία βγάλαμε τις αγελάδες και κάναμε μόνο με τα γαδούρια. Εγώ ήμουν ο καλύτερος ζευγάς! Ξέρεις τι; Ήβοσκα τα κατσίκια, μ&#8217; έχανε πιο μικρή, με ΄χα βοσκό, να βόσκω τα κατσίκια. Τ &#8216; αδέρφια μου λοιπό ο Κώστας προπάντων μου &#8216;λεγε, θα &#8216;ρχεσαι να σκάβεις τις άκριες. Με το που ήβοσκα, ήσκαβγα και τις άκριες.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Οι άκριες τι είναι;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Δηλαδή το χωράφι όπως είναι αυτό στην κάτω πάντα δεν μπορεί το άλετρο να το πάει και πρέπει να σκάβεις, ας πούμε, για να χώνεται το κριθάρι, ναι κι έσκαβα. Ύστερα όπως ηκάναν τ&#8217; αδέρφια μου ζευγάρι με &#8216;βαλέ η οργή του θεού και πιάνω τ&#8217; άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς. [&#8230;] Ο καλύτερος ζευγάς! Ήσπερνα κιόλα ύστερα. Φύγαν τ&#8217; αδέρφια μου, πήαν στρατιώτες, μου κόστισε μέχρι τη ζωή. Τώρα [&#8230;] μου λέει ο αδερφός μου να με πάρει στην Αθήνα. Λέει, για όνομα του θεού να φύγεις εσύ από τα χέρια μου. Ο πατέρας μου στο μύλο ήρχουντο και μου &#8216;ζεφε(?) τα κτήματα, μου &#8216;σπερνε κι ήκανα εγώ ζευγάρι. Ήσκαψα και τις άκριες. Έσπερνα και σιγά σιγά και ο πατέρας μου έβοσκεν από το μύλο να δει τα κάνω κάλα; Και γρινά και βλασφημεί την ώρα που γεννήθηκα. Τι τι τι είχα τραβήξει! Να &#8216;ναι ο πατέρας μου στο μύλο, να πάω να διαλέξω, να &#8216;ρτω το μεσημέρι, να πάω να διαλέω τα σύκα, να τα ξερώνω στην απλωταριά. Βάζαμε μαζά<sup>1</sup> από κάτω, τα ξεραίναμε, τα μαγειρεύαμε, να πάω να τα μαζέψω τα σύκα εγώ όλα στ&#8217; αμπέλια όλα τα πάντα τα παντα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>Είδος φυτού</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/">Όπως ηκάναν τ` αδέρφια μου ζευγάρι, με `βαλε η οργή του Θεού και πιάνω τ` άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Κρέατα δεν αγοράζαμε, τυρί δεν αγοράζαμε, τίποτα, όλα τα ΄χαμε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Nov 2023 09:45:11 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5429</guid>

					<description><![CDATA[<p>Γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/">Κρέατα δεν αγοράζαμε, τυρί δεν αγοράζαμε, τίποτα, όλα τα ΄χαμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don4-4.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Πώς ζούσατε εδώ πέρα; […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ: </strong>Πώς ζούσαμε; Οι καλλιέργειες που κάναμε στα χωράφια. Όλα τα χωράφια τα σπέρναμε σιτάρι, κριθάρι. Δεν αγοράζαμε αλεύρια. Κάτι λίγοι που δεν είχαν πολλά χωράφια αγοράζανε, αλλιώς εμείς τα σπέρναμεν όλα. Τώρα δεν κάνουν ούτε ντομάτα να φάνε. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Κρεμμύδια βγάζατε κι εσείς;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Κρεμμύδια βγάζαμε δυο, τρεις χιλιάδες οκάδες. Ο παππούς σου ήβγαλεν έξι, εφτά χιλιάδες οκάδες. Είχαμεν τα ζώα, είχαμεν τα κατσίκια, είχαμεν όλα αυτά. Κρέατα δεν αγοράζαμε, τυρί δεν αγοράζαμε, τίποτα, όλα τα `χαμε. Ε, μόνο κανά μακαρόνι, ρύζι, τέτοια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Αυτά από πού τα αγοράζατε; Υπήρχε κάποιο μαγαζί εδώ;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Είχε μαγαζί, είχε. Πήαινε στη Νάξο, ηφόρτωνε μια βάρκα, την ήφερνε και πούλειν εδώ, ο Μιχαλάκης. Κρασά είχεν πολλά, είχεν αμπέλια. Πάρε παράδειγμα από του παππού σου επίσω. Είχε 15 μεροκάματα αμπέλια και τώρα έχει μία ρίζα στον Κέντρο έ;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μ:</strong> Ούτε μία.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Δεκαπέντε μεροκάματα ηκάναμε εκεί από το πρωί μέχρι το βασίλεμα του ήλιου. Έξι, εφτά εργάτες. Εμείς δεν ηκαθόμαστε στο μαγαζί απάνω στις παγκάδες, αλλά μόνο την Κυριακή, κι εκείνη άμα `τον καλοσύνη ήμαστε στο ψάρεμα. Δεν είχε μαγαζά και τέτοια, μόνο τη σκόλη. Τότες που λες δεν ηγυαλίζαμεν παγκάδες. Το πρωί ήθελε να σηκωθούμε από την αυγή στο χωράφι, να σπείρωμε, μετά να τα φυτέψωμε τα κρεμμύδια, να τα σκαλίσωμε, να τα βγάλωμε.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Καλ:</strong> Τυρρανίες. Πρώτα ήτονε τυρρανίες. Από τη νύχτα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Το καλοκαίρι να πάμε στα χωράφια να τα ξυλοκόψωμε, να τα ετοιμάξωμε, να `ναι έτοιμα τον Οκτώβρη, να τα σπείρωμε. Και ζούσαμεν από πάνω από το νησί, δεν αγοράζαμε ψωμιά και αλεύρια. Πατάτες ηβγάλαμε μια στοίβα. Δεν μας ήμεινε καιρός με το θέρος και κάναμε μία στοίβα ίσα με κει πάνω μες στο σπίτι, για να τις τακτοποιήσωμε μετά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μ: </strong>Μοναστήρια τα σπίτια.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Ε, ο συχωρεμένος ο πατέρας σου είχανε 100 κεφάλια κατσίκια. Τυριά, κρέατα, χοίρους ηκάναμε κι εμείς αφού ηπαντρεύτημε. Τώρα λίγα χρόνια είναι που δεν ηκάναμε χοίρο. Κάναμε ένα χοίρο 100, 120 οκάδες, τον ηπαστώναμε, άλλο καβουρμά, και περνούσαμεν όλον το χειμώνα. Τότες ήμαστεν και παιδιά, ητρώαμεν ό,τι είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μ:</strong> Τώρα τα χοιρινά απαγορεύγονται…</p>



<p class="wp-block-paragraph">&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/">Κρέατα δεν αγοράζαμε, τυρί δεν αγοράζαμε, τίποτα, όλα τα ΄χαμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Το πρώτο γάλα που κάνει η κατσίκα τη δεύτερη μέρα που την αρμέεις, μόλις το `γγίξεις στη φωτιά, γίνεται τυρί</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/to-proto-gala-poy-kanei-i-katsika-ti-deyteri-mera-poy-tin-armeeis-molis-to-%ce%84ggixeis-sti-fotia-ginetai-tyri/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/to-proto-gala-poy-kanei-i-katsika-ti-deyteri-mera-poy-tin-armeeis-molis-to-%ce%84ggixeis-sti-fotia-ginetai-tyri/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 14:09:48 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5266</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η πρωτοαλιά. Φιλονικία μεταξύ βοσκών.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-proto-gala-poy-kanei-i-katsika-ti-deyteri-mera-poy-tin-armeeis-molis-to-%ce%84ggixeis-sti-fotia-ginetai-tyri/">Το πρώτο γάλα που κάνει η κατσίκα τη δεύτερη μέρα που την αρμέεις, μόλις το `γγίξεις στη φωτιά, γίνεται τυρί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-6.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Η πρωτοαλιά. Φιλονικία μεταξύ βοσκών</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ήμουν εγώ κοπέλι κι είχα [&#8230;] στις Μυλωνάδες, που είχεν το μύλο Ποπάκι μου, και ήβοσκα δυο χρόνια, κι ήτανε λοιπόν ο Μπάμπης κι ήβοσκε του συγχωρεμένου του παππού σας τα ζώα και τα πηαίναμε εκεί από πίσω στους Πιτίλιδες, που είναι δικά τους όλα εκείνα. Είχαμε κατσαρόλια μαζί που παίρναμε φαΐ.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Μαγειρεύγετε κιόλα!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Από πάνω το φαΐ που είχαμε μέσα στα κατσαρόλια ίντα κάναμε; Οι κατσίκες οι ήμερες, τις αρμέαμε, και ηνάβγαμε φωτιά που `κανε κρύο το χειμώνα και κάναμε πρωτοαλιές. Μια φορά, μου λέει, «Εσύ θα πρέπει να γυρίσεις τα κατσίκια.» «Δεν ηξέρεις», λέω, «εσύ να κάμεις την πρωτοαλιά, θα χυθεί η πρωτοαλιά.» Λέει, «Όχι εγώ θα την εφτιάξω.» Πάω λοιπόν να γυρίσω τα κατσίκια κι ώσπου να πάω εγώ μακριά εκεί πάνω να τα γυρίσω κάτω, η πρωτοαλιά ηγίνηκε και μου φαε την πιο πολλή και μου λέει, «Χύθηκε!» «Πού εχύθη» λέω, είχαμε μια φιλονικία, «Πού εχύθη», λέω, «Πού είναι η φωτιά» λέω, «που καθούμαστε;» Γιατί ξέρεις τι ήκανε; Εκεί που `χαμε τη φωτιά αναμμένη, ήτρηξε πιο κει κι ήφυε από τη φωτιά, γιατί σου λέει, θα καταλάβει αυτή ότι… «Πού εχύθηκε;»&nbsp; Καλή, χρυσή του ώρα εκεί δα που είναι κι όποτε ηκατέβαινε που πήαινα στη γιαγιά σου το μνημόσυνο, που μου τα `φτιαχνεν η κακομοίρα, μου λέει, «Πού είναι η πρωτοαλιά;» Μου λέει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Η πρωτοαλιά τι είναι θεία;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Είναι το πρώτο γάλα που κάνει η κατσίκα, τη δεύτερη μέρα που την αρμέεις, μόλις το `γγίξεις ας πούμε στη φωτιά, γίνεται τυρί, και τη λέμε πρωτοαλιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Άμα πρωτογεννήσει η κατσίκα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Δε θέλουν πυτιές ας πούμε μέσα, παρά γίνεται από της κατσίκας&nbsp; το γάλα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Το βάζεις και το βράζεις και γίνεται τυρί γίνεται αμέσως. Δε θέλει δηλαδή ούτε πυτιά τίποτα να βάζεις μέσα.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε: </strong>Καμένα χρόνια! Καμένα χρόνια!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Κι είναι ωραίο, πολύ ωραίο, όπως τη μυτζήθρα την τυροκομιστή, είναι γλυκιά.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-proto-gala-poy-kanei-i-katsika-ti-deyteri-mera-poy-tin-armeeis-molis-to-%ce%84ggixeis-sti-fotia-ginetai-tyri/">Το πρώτο γάλα που κάνει η κατσίκα τη δεύτερη μέρα που την αρμέεις, μόλις το `γγίξεις στη φωτιά, γίνεται τυρί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/to-proto-gala-poy-kanei-i-katsika-ti-deyteri-mera-poy-tin-armeeis-molis-to-%ce%84ggixeis-sti-fotia-ginetai-tyri/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 11:54:41 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5247</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού και των παξιμαδιών. Το γεμιστό κατσικάκι και τα φαγητά του Πάσχα.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/">Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-4-Το-βαλα-στο-γαδουράκι-το-παξιμάδι-και-το-πήγαινα-κάτω-στα-χωριά.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">&nbsp;Το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού και των παξιμαδιών</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Θερίζαμε τότες είχαμε… Είχαμεν το μύλο εκεί πέρα το βουλισμένο, ήτον του πατέρα μου κι άλεθε σε όλο το νησί κριθάρι και σιτάρι, και ζυμώναμε σε φούρνους, ξυλόφουρνους με κλαδιά, και κάναμε το ωραιότερο ψωμί. Κριθάρι τότες, αλλά ύστερι ηφέραν τα ξενικά αλεύρια κι εγώ με τον άντρα μου, εεε είχαμε αυτό το φούρνο εδώ απ` όξω και ζυμώναμε και το κάναμε παξιμάδι και μας πληρώνανε μεροκάματο. Εδώ ζυμώναμε στο σπίτι και το `βαλα στο γαδουράκι το παξιμάδι και το πήγαινα κάτω στα χωριά. Με πλερώνανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Είχατε πελάτες […] ή πηγαίνατε και τα πουλάγατε κι όποιος αγόραζε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Όχι, όχι. Μας φέρναν τ` αλεύρι και των το ζυμώναμε, το κάναμε παξιμάδι, πηαίναμε και ας πούμε και φραζόλες για να τρώνε, ναι, φρέσκο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Και ήταν μεγάλα καρβέλια το ψωμί τότε: </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ναι, μεγάλα. Όλη νύχτα ήμουν στο πόδι! Όλη νύχτα μου φώναζεν ο άντρας μου: «Σήκω να κάνεις το προζύμι!» Κάναμε μία λεκάνη με προζύμι ν` ανέβει καλά και έπειτα ν` ανάψωμεν το ζεστό νερό, να το ρίξω στη σκάφη το προζύμι, να το ζυμώσωμε ναι, ναι. Αλλά ήπρεπε ν` ανέβει τρεις ώρες το ψωμί. Κάναμε πολύ ωραίο ψωμί και ζύμωνε κι ο αδερφός μου ο πρώτος εδώ πάνω. </p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Ε το Πάσκα κάναμε πολύ ωραία πράματα. Μοσκομύριζεν ο κόσμος!</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-33.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Το γεμιστό κατσικάκι και τα φαγητά του Πάσχα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ε, το Πάσκα, κάναμεν ωραία ψητά, τυρόπιτες στο φούρνο, κάναμε πολύ ωραία πράματα, γεμίζαμε το ρίφι. Νύχτα ερκότανε από την εκκλησιά, εγώ ήμεινα απάνω δεν ηπήαινα στην εκκλησιά γιατί ήθελα να μαγειρέψω να φάμε το πρωί. Ήρκουτον ο άντρας μου και πήαινε και τα γύριζε τα ψητά όλα. Βάλαμε τέσσερα πέντε αυγά μέσα στη γέμιση, βράζαμε λίγο το ρύζι, βάλαμε στο τηγάνι το συκωτάκι, δεν το βάζαμε βέβαια όλο, το κόβαμε κομματάκια κομματάκια και βάζαμε βούτυρο της κατσίκας, βάζαμε μυρωδικά, βάζαμε τέσσερα αυγά μέσα. Το συκωτάκι το περνούμεν λίγο από το τηγάνι, το ψιλοκόβαμε, το βάλαμε στη γέμιση κι έπειτα το σκίζαμε το ρίφι ας πούμε από την κοιλιά και το ράβαμε ύστερα, το ράβαμε και το αλοίβαμε βούτυρο της κατσίκας απ` έξω, με λαδόκολλες το τυλίγαμε, βάλαμε και δεντρολίβανο. Μύριζεν ας πούμε απ` έξω. Και βάζαμε λίγο νερό μέσα σε…. τότες τα λέγαμε λακανίδια, γάστρα είναι, ας πούμε, και το βάζαμε στο φούρνο και ερκότανε τη νύχτα ο άντρας μου και τα μεταγύριζε. Πρωί ήταν έτοιμα. Ψηνότανε, το βγάλαμε την άλλην ημέρα στις εννιά η ώρα, στις δέκα. Το πρωί είχαμε κάνει τη μαγειρίτσα, το ποδοκέφαλο, τ` αντεράκια τα κάναμε χαρδούμια, κάναμε σούπα και τρώγαμε. Ωραία πράγματα, ωραία. Μοσκομύριζεν ο κόσμος! Ήτον ο Ψηλός τότες εδώ, ο Δημητράκης το `φερνε κάτω για να μην ξανανάβγει το φούρνο. Ερκόταν την άλλην ημέρα και τα παίρνανε. Μοσκομύριζεν ο κόσμος!</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/">Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Αλλά `μουν και στα κατσίκια μαμή. Ό,τι κτήμαν ηκακογένναν εμένα ηφέρνα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/alla-moyn-kai-sta-katsikia-mami-oti-ikakogennan-emena-iferna/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/alla-moyn-kai-sta-katsikia-mami-oti-ikakogennan-emena-iferna/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 10:21:18 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5239</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες της μαμής. Η ιστορία με το άρρωστο μωρό του ΔΕΗτζή.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/alla-moyn-kai-sta-katsikia-mami-oti-ikakogennan-emena-iferna/">Αλλά `μουν και στα κατσίκια μαμή. Ό,τι κτήμαν ηκακογένναν εμένα ηφέρνα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don8-2.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες της μαμής</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H: </strong>Θεία εσείς ήσασταν, ήσασταν μαμή; [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Η αδερφή μου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Εσείς;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ήμουν κι εγώ.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Εσείς τι κάνατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> E, σχεδό σχεδό και τι δεν ηπολέμουν κι εγώ. Έχω πιάσει κι εγώ 2, 3 παιδιά. Έχω πιάσει [ch-] τις γυμέλες τσ΄ έχω πιάσει εγώ. Τον συχωρημένο το Κωστάκη τη Ριρή τις εθυμάσαί; [&#8230;] Πού ΄ναι το σπίτι της εκεί πάνω κοντά στου Σταύρου απέναντι; [&#8230;] Κωστάκη τον ελέγαν τον άντρα της. Τη Ριρή, Ρηνιώ τη γυναίκα του. [&#8230;] Ρούσσος [&#8230;]. ήτον από τον Τρούλο. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και τους είχατε ξεγεννήσει εσείς;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ναι. [&#8230;] Ήτον φουρτούνα. Α, έχω πιάσει άλλο ένα, τέσερα έχω πιάσει, ήτον και αυτά του [&#8230;] Λαμπαδάκη της Στέλλας, ήτο η γυναίκα του αυτή έκανε την πρώτη της κόρη, την Πολυξένη. Ε, το δεύτερο λοιπό πάλι, η Λίνα, ήτο να πάει στην Αθήνα να γεννήσει. Κάθουντο σου λέω εκεί που είναι οι Μαυροειδίνες. Εμείς εφυτεύγαμε κρομμύδι, είχε την δεν την ηξέρεις και αυτή, την συμβολαιογράφο την Αγγελικό την είχε περέτρια στο δάσκαλο ξέρω ΄γώ τί, αυτή ήτον νοσοκόμα πρώτα, την ηπήρε, ήρτεν εδώ τέλος πάντων κι ήταν να πάει στην Αθήνα να γεννήσει πάλι και το δεύτερο και πήε, λέει&nbsp; και μελέτησε να πάει στην Αθήνα [&#8230;] καλό κακό. Να μείνει εδώ πιο καλό. Λέει, ήμεινε. Να&nbsp; ΄ρτουμεν εδώ να δει, πως ήτον η αδερφή μου ήτον κανονικιά μαμή, όχι σπουδαγμένη, πρακτικιά, αλλά ήξερε. Είχεν παέι&#8230; Ήτον μια μαμή πιασμένη εδώ από την Αμοργό και της είπε ας πούμε και ήφηε αφού είχε όλα τα παιδιά. Πρώτα ήταν τον ασταχό [?]. Πρώτα είχε πολλά παιδιά [&#8230;]. Σου λέω πώς είχε κάπου 20-22 παιδιά στο σχολειόν εδώ [&#8230;] στο δημοτικό. Λοιπό ήμεινε. Η μαμή, ίσα ίσα, η αδερφή μου παντρεύουντον η κόρη&nbsp; της η Ποθητή, που ΄χει τον Σιμιγδαλά ξέρεις και πήαινε στην Γιάλη για δυο μέρες να παντρευτεί η κόρη της και την πιάνει ο πόνος την νύχτα. Για δυο τρεις μέρες δηλαδή την πιάνει ο πόνος για να γεννήσει. Φυτεύγαμε κρομμύδι, ήρταμε λοιπό, στείλει τ΄ Αγγελικώ και της λέει, πάαινε απάνω να βρεις τη θεία, με ΄πιασε πόνος για γέννα. Πάαινε απάνω να πέις στην θεία να ΄ρτει, αλλά ε θα της πεις για ποιό λογο θα ΄ρτεις, πως τη θέλω. Την ώρα που πάαινα κάτω λοιπό, που θε να μπάινω μέσα, την είδα και σφίγγουντο. Ωχ ωχ λέω [&#8230;] άμα είναι για γέννα και γι΄ αυτό με φωνάξα΄. Επήα λοιπό, όλη νύχτα να φωνάζει, να μην ημπορεί να γεννήσει, όλη νύχτα. Ε, αφού ηξημέρωσε λοιπό, την ήπιανε αδράνεια λέμε, λέσι [?]. Έναν πράμα και δεν ησταματήξαν οι πόνοι και ηκοιμούντο, ξέρω ΄γώ τι. Ήταν λοιπόν, ότι δεν ημπορού ας πούμε. Λέω στα χάλια που είναι, πρέπει να πάς να φέρουσι γιατρό. Λέω λοιπόν του κουμπάρου, κουμπάρε, δε γεννά, λέω, η γυναίκα σου, είναι η ανάποδη γέννα της. Εγώ, λέω, δεν είμαι σπουδαγμένη μαμή, η μαμή λείπει. Λοιπόν θα πάρετε το καϊκι, να πάτε στην Ναξά, να φέρετε γιατρό. Ε, την ώρα λοιπό που ηπήα να μπω κι ήτου ο συχωρεμένος ο Γιώργης, δεν τον θυμάσαι καθόλου, ήθελαν να μπουν στο το καίκι να πααίνουν, της ήδοκα μια τσιμπιά για να ξυπνήσει, να δω το παιδί τι θα γίνει, να δούμε κι εκείνη την ώρα λοιπόν με τη τσιμπιά που της ήδοκα, την ήπιασεν ο πόνος και ήβαλα το χέρι μου και ήτο το παιδί κατεβασμένο. Τότε λοιπόν των εφώναξα, το καϊκι να σταματήξει, να μην πάει για τον γιατρό, γιατί σε πέντε λεπτά μπορεί να γεννήσει. Και ηγέννησε, σε πέντε λεπτά ηγεννήθει το παιδί. Το ΄πιασα και την ώρα που γεννήθει το παιδί και το ΄πιασα και το ΄πλυνα, ήρτεν το παπόρι κι ήφερεν τη μαμή. Γι΄ αυτό σου λέω έχω πιάσει της δασκάλας, του Κωστατού κι αυτά στα Μερσινιώτικα&nbsp; τις&nbsp; γυμέλες. Αλλά ΄μουν και στα κατσίκια μαμή. Ό,τι ηκακογένναν εμένα ηφέρνα. Βρε στην Μεσσαριά, βρε στην Καλοταρίτισσα, βρε εδώ κάτω, βρε παντού ας πούμε και ήβγαλα τα ρίφια. [ed].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Κι εσείς θεία που τα μάθατε αυτά τα γιατρικά; [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ψ: Από αυτού. Έτσι από μικρή τέλος πάντων ηκατεύγουμου από τέτοια, έτσι τα ΄μαθα αυτά. Αφού ηγέννησεν η συχωρημένη [&#8230;] η γιαγιά σου που γέννησε τη Γιωργία με το Νικολάκη, είχα τη Μαρία μου μωρό. Λοιπό, α, έχω πιάσει σχεδόν και την Ιωάννα του Νικολάκη. [&#8230;] Νομίζω εγώ την ήπιασα σχεδό. Λοιπό μου [&#8230;] ήπασι, ότι το Καλλιώ του Ηλία κοιλοπονά ας πούμε, λέω του συχωρημένου, γιατί ήτον καλή γυναίκα κι η γιαγιά, απάνω που είχα την Μαρία μου ενός χρονού. Να πάρωμε, λέω, το παιδί το βράδυ, να πάμε πέρα, ήτον η αδερφή μου μαμή βέβαια, να πάμε λέω πέρα να κάτσωμε που κοιλοπονάει η γυναίκα, λέω, να βοηθήσωμεν και λίγον τη μαμή. Τέλος πάντων ηπήαμε. Ε, εν ενήχει [?] την πόρτα, είχαμε ένα φυσικό κι άμα θελε γεννηθεί το παιδι, γιατί εκείνο το λευτέρι [?], που λέει ο λόγος, που δεν τα ξέρετε βέβαια αυτά μόνο από κτήμα. Που άμα γεννηθεί το ρίφι, που έρχεται έναν ύστερο λευτέρι τόσο και βγαίνει μετά από το ρίφι, εκείνο πρέπει να φήει, μα γυναίκα μα κτημα, μα&#8230; Πρέπει να φήει από πάνω από τον άνθρωπο. Λοιπό εγεννήθει το πρώτον παιδί, αρπώ το σαπούνι, για να το δέσει εκεί, να μην ανεβεί το λευτέρι, άμα ανεβεί και πάει απάνω&#8230; Μια γυναίκα επέθανε, γιατί επήε στο Μερσίνι, είχε χρόνια ήμουν μικρή, λεύτερη, γιατί την ήπιασε ο πόνος. Ωσπου να ΄ρτουν να πάρουν την μαμή, που κάθουντον εκεί πέρα στο Ζαλί και τη μάνα πάνω, εγέννησε. Αυτή δεν ήξερε ούτε το λευτέρι ούτε και πήεν απάνω και πέθανε. Δεν ήξερε η γυναίκα και πέθανε. Τέλος πάντων λοιπό&#8230;&nbsp; Ηξέχασα ήντα σου ΄λεγα. Για ποιο λόγο σου λεα;</p>



<p class="wp-block-paragraph">H: Μου λέγατε για το λευτέρι, για τα ξεγεννήσματα. Σας ρώτησα που τα μάθατε.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ε: Α ναι. Εγώ ήβλεπα ας πούμε, ήβλεπα και την αδερφή μου ξέρω&nbsp; ΄γώ τι, αλλά από λεύτερη που ΄μουν, επάενα σε χτήματα και ξεγεννού. Ας πούμε κοιλοπόνα μια κατσίκα και δεν ήτο το ρίφι στα καλά του, ηπήαινα εγώ και το γύριζα ,ας πούμε, που πάαινε δίπλα κουλό, το ΄πιανα, το γύριζα κι ηγεννιούντο και από τα χτήματα έμαθα και τσις ανθρώπους. Για τη μάνα σου ήλεα, για την γιαγιά. [&#8230;] Λοιπό γεννά το πρώτο, δεν ηξέρω η Γιωργία ήτο ή ο Νικολάκης, γεννά το πρώτο παιδί, αρπώ το σαπούνι, το πήαινα της αδερφής μου για να το δέσει εκέι για το ύστερο, να μην πάει απάνω. Μου λέει, σταμάτα έχει κι άλλο παιδί κι άλλο παιδί, μου λέει. είναι. Έλα Παναγία μου της λέω. Τέλος πάντων γεννιέται το πρώτο, μετά σε δέκα λεπτά γεννιέται και το άλλο. Ξέρω ΄γώ λοιπό τι του ΄ρτε, πώς του φάνει του παππού σού; Και να τον πάρει ένα γέλιο, που ΄καμε τα δυο παιδιά, ένα γέλιο! Βρε σταφίδες, βρε πιοτά, βρε αυτό, για να κεράσει που ΄μασταν εκεί δυο τρεις τέσερεις πέντε πόσοι ήμαστε, από τη χαράν του, ξέρω ΄γώ τι, που ήκαμε δυο παιδιά. Ε, σου λέω και του Κωστακιού του συχωρεμένου κι αυτός ήτο να γεννήσει. Το γέννησεν πρώορο, ήτο να γεννήσει ας πούμε, ήτο κι η αδερφή μου τότες, δεν ηξέρω που ΄χε πάει τότες κι αυτή κι ήλειπε. Κι ήρτε λοιπό το συχωρεμένο το Κωστάκη νύχτα. Και μου λέει, βρε Βαγγελιω έλα απάνω, γιατί ήπιασε τη γυναίκα μου πόνος. [&#8230;] Βρε Κώστα, λέω&#8230; Τότες δεν ηξέρω είχα άλλον πιάσει βρε παιδιά; Δε θυμούμαι, ήμουν και κουρασμένη, φύτευγα κρομμύδι. Του λέω, βρε Κώστα του λέω, τι να&nbsp; σου κάμω εγώ τώρα Γιατί, λέω, δεν ήφευγε, λέω, πριν να την πιάσουν οι πόνοι, αφού είναι η ώρα της για γέννα; Μου λέει, θεία, είναι πρώορο μου φαίνεται, δεν ήτο για να γεννήσει αυτές τις ημέρες. Πάω λοιπόν απάνω, κάθουντον εκεί πάνω, ξέρεις που κάθεται, ΄κει πάνω που κάθεται τώρα, δίπλα στη Σταυρούλα, [&#8230;] εκεί πάνω είναι το σπίτι τω΄. Ναι. Πάω λοιπόν απάνω. Εσεριάνιζεν εις τον καμπινέ. Της λέω μην σεριανίζεις της λέω, σε πιάνει πόνος συνέχεια; Και πόνος μου λέει και μου ΄ρχεται και συχνοουρία. Τη λέω, έλα ξάπλωσε. Τέλος πάντων ήτον ο αδερφός της εκεί, ήτον ο αδερφός της ο Αντώνης, ήτον η μάνα του, ο πατέρας της, ήτο θυμούμαι τόσοι νομάτοι, ότι θα πέθαινε. Σου λέει, ετούτη μαμή δεν είναι, το παιδί πρόωρο ξέρω ΄γω τι, πώς θα γεννηθεί; Τέλος πάντων, νομίζανε πως ήτο το παιδίν&nbsp; απεθαμένο μέσα της, [&#8230;] για να ΄χει αυτήν τη συχνοουρία, να την πιάνει αυτός ο πόνος, ήβλεπες και άιμα λίγο, άρα είναι απεθαμένο το παιδί μέσα της. Λέει, αν είναι δυνατό, πώς θα το πιάσουν, πώς θα το βγάλει απ΄ τη γυναίκα. Της λέω, μη σεριανίζεις, μόνο έλα πέσε να δω, λέω, το παιδί είναι ζωντανό; Ήρτε λοιπόν και ξάπλωσε βέβαια, την έπλυσα έτσι τσικουδιά [?], ήβαλα το χέρι μου και σάλεψεν το παιδί. Των λέω, το παιδί είναι ζωντανό, είναι εντάξει. Τέλος πάντων λοιπό σε καμιά ώρα την ήπιασεν ο πόνος, ας πούμε, ο δυνατός και γεννήθειν το παιδί, αλλά ήτο το παιδί σαν&#8230;&nbsp; Βέβαια αυτά τα βιβλία τα ΄χετε κάνει, που ΄ναι απάνω σα σκελετοί τα παιδιά ή ζώα που έιναι. Έτσι ήτο, [&#8230;] ήτον ένα πράγμα δηλαδή&#8230; Την ώρα που γεννήθειν&nbsp; το παιδί, να μ΄ αγκαλιάσει η μάνα της, ο πατέρας της, ο αδερφός της, να με φιλούν, να αυτώνω&nbsp; πώς την εγλίτωσα. [ch-]. Αλλά μετά ήγινεν εφτά, οχτώ μηνώ και το ΄πιασε πυρετός, άρρωστον ας πούμε, ΄ρρώστησε, μεγάλο παιδί ολόκληρο κοριτσάκι και της ήπασι να το κάμει μπάνιο του παιδίου με τον πυρετό, τότες δεν είχε γιατρόν εδώ, να του κάμουν μπάνιο, να του πέσει ο πυρετός. Αυτοί του ΄κάμαν μπάνιο από τον πυρετό, το ΄βάλαν στην κούνια να κοιμηθεί. Τη νύχτα φαίνεται, θα επιδεινώθειν ο πυρετός και πέθανε. Ναι ολόκληρο κοριτσάκι. Κι έτσι σι λέω έχω πιασμένα τέσσερα πέντε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Το κατάλαβα πως ήτο φεγγιασμένο το παιδί, οι γιατροί δεν τα ξέρουν αυτά </h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don8-3.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Η ιστορία με το άρρωστο μωρό του ΔΕΗτζή</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Θεία εσείς ξέρατε και γιατρικά να κάνετε; [&#8230;] Ξέρατε και γιατρικά εκτός από γέννες;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ε ναι.&nbsp; Άμα ΄ναι φαλοί [?], άμα ΄ναι φεντιάσματα. Μια φορά ήτον ένας Αμοργιανός φερμένος στην ΔΕΗ λοιπόν με τη γυναίκα του, είχε μωρόν η γυναίκα και μωρό ενούς χρονού ήτο δεν ήτο. Λοιπόν δεν ξέρω, ήταν απεθαμένος μωρε παιδιά ο άντρας μου και μοναχή μου, τέλοσπάντων εν εθυμούμαι. Και ήρτε λοιπόν το Βαγγελιώ του Τσίφτη και μου χτύπησε το παραθύρι. Της λέω, τι θέλεις; Λέει, έλα απάνω στη θεία το Καλλιώ, γιατί είναι η Πολυξένη με το μωρόν και κλαίει και δε ημπορούν να το κάνουν καλά. Καλά ΄εν πάτε, λέω, να πείτε του γιατρού Χριστιανοί μου, μόνο ήρτατε εδώ σε μένα; Λέει, απάνω είναι ο γιατρός, αλλά δε&#8230; Του ΄δωκε φάρμακο, δεν ηξέρω μου λέει κι είναι σαν [ch-] παιδί, τελειώνει από τους πόνους. Φεύγω λοιπόν και πάω απάνω. Το κατάλαβα πως ήτο φεγγιασμένο [?] το παιδί, οι γιατροί δεν τα ξέρουν αυτά. Λοιπόν λέω του Βαγγελιού, φέρε μου, λέω, έναν αυγό, μπαμπάκι και αλεύρι. Με πιάνει λοιπόν ο γιατρός και μου λέει, ήντα αηδίες μου λέει είναι αυτές πού γυρεύγεις, θεία μου λέει, να κάμεις. Εγώ λοιπό ηπροβάλστηκα [?] κιόλας, ησταμάτηξα, δεν τον είπα να&#8230; Τους λέω, παρατάτε τα αφού λέει ότι&#8230; Μου λέει, θα του περάσει ο πόνος. Το παιδί αντί να του περνάει τρελαίνουντο, ήτο φεγγιασμένο. Αφού είδα λοιπόν το παιδίν, ότι υπόφερε τόσο πολύ και δεν το ΄κάναν καλά, τις λέω, Βαγγελιώ, φέρε μου εκέινα που σου ΄πα. Ο γιατρός λοιπό ητσάνιε [?]. Κάθισε στην απάνω πάντα, τσάνιε. Πιάνω το παιδί, το γυρίζω πίσω την πλάτη του, πού να σπάσει το αυγό; Το γυρίζω λοιπόν και σπά ακριβώς από κάτω από ΄δώ. Το ΄δεσα, του ΄βαλα αυτό το αυγό ας πούμεν, αυτά που της είπα, το αλεύρι, το μπαμπάκι, το ΄δεσα και γύρισε και κοιμήθειν απάνω στην μάνα του την ίδια στιγμή. Ετότες πραγματικώς λέει ο γιατρός, ότι αν δεν ήμουν, λέει, εμπρός να το ΄βλεπα, δεν το πίστευγα. Την άλλην ημέρα λοιπόν ήρτε και μου λέει, μου ΄πασιν ότι ξέρεις πολλά γιατρικά τέτοια, μα φαλοί, μα τέτοια γιατί αν δε σε ΄βλεπα, λέει, δεν το πίστευγα και θα στείλω τη γυναίκα μου, αλλά ΄ε΄ θα το πεις πουθενά γιατί δε θέλω. Θα στείλω τη γυναίκα μου να ΄ρτει, να της πεις, ό,τι ξέρεις να τα γράψει. Και την άλλην ημέρα πραγματικώς, ήρτεν η γυναίκα του. Και ήκατσα, ο,τι ήξερα της είπα ας πούμε&nbsp; Προχθές ήρτεν η Μαρία του Τσίφτη, του Γιάννη, είχε τον ΄φαλόν της. Αυτή τον είχεν από λεύτερη. Ήρχουντο και την ήτριβα, της λέω, πρόσεξε από γομάρια [?], γιατί ο ΄φαλός είναι από γομάρια. Ναι τέλος πάντων λοιπό. Ήτονε πέρυσι φερμένη, της λέω. θα πάρεις ζώνα, να τον εσταματάς τον ΄φαλόν εκεί, να μη μεταφέρεται, να σε πιάνει, ας πούμε, να φέυγει από την θέση του.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Ο φαλός θεία τι είναι;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ε δεν έχουμε φαλό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Α, ο αφαλός ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ε, αυτός άμα σηκώσεις βάρη πολύ και ξέρω ΄γώ τι, ξεφεύγει από τη θέση του. Ο ΄φαλός είναι, ας πούμε, ο φαλός είναι τόσος που λέει ο λόγος, αλλά έχει ένα νεύρο, ας πούμε και έιναι τόσο που λέει ο λόγος, τόσο ξέρω ΄γώ τι. Λοιπόν είναι κακό πράγμα και ο φαλός. Άμα σε πιάσει δηλαδή, μπορεί να πεθάνεις από το φαλό. Σε πιάνει εμετός, σε πιάνει ζαλάδες, σε πιάνουν ναι&#8230; Κι ήρτε λοιπό προχθές και μου λέει, βρε θεία μου λέει, έτσι κι έτσι ο φαλός μου θα ΄ναι πάλι, η Μαρία, κι είμαι μου λέει χάλια, μου ΄ρχουνται ζαλάδες, κάνω εμετό. Της λέω, ήρτε νωρίς, σήμερι ας πούμε σα σήμερι. Της λέω θα ΄ρτεις το πρωί νηστικιά, να δω. Τέτοια ώρα, λέω, δεν τον εβρίσκεις. Ήρτε λοιπό το πρωί νηστικιά κι είχε ξεφύγει ο φαλός από τη θέση του και ήτο φερμένος εδώ πάνω. Ξεφεύγει και ΄κείνο το νεύρο που ΄χει τόσο και παέι όπου και αυτό. Ήτο λοιπό φερμένη, το βάλω το χέρι μου, της λέω είναι απάνω στο στήθος σου φερμένος ο φαλός. Τέλος πάντων τον ήτριψα, ζέστανα λαδάκι, την ήτριψα ξέρω ΄γώ τι, μέχρι που τον επήα στη θέσην του. Ε, αφού τον επήα στη θέσην του, την ήζωσα μ΄ ένα φουτά, για να μη ξεφύει πάλι. Της λέω, θα πας απάνω, θα ΄σαι ξαπλωμένη κάπου 20 λεπτά. Μετά θα πας απάνω, δεν θα πιάσεις σήμερη τίποτι. Και πάλι αν δε δεις ότι σ΄ ενοχλεί, έλα βάζεις το πρωί . Κι ήρτε πάλι, όχι δεν ήρτε, μου λέει, θεία, ΄γειά στα χέρια σου, μου πέρασε, σταμάτηξε μου λέει, ήμουν χάλια. Γι΄ αυτό σου λέω, πως πολυτεχνίτης, λέει κι έρημος.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/alla-moyn-kai-sta-katsikia-mami-oti-ikakogennan-emena-iferna/">Αλλά `μουν και στα κατσίκια μαμή. Ό,τι κτήμαν ηκακογένναν εμένα ηφέρνα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/alla-moyn-kai-sta-katsikia-mami-oti-ikakogennan-emena-iferna/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Από κει ηδόκα, λέει και ησύρε η Ντονούσα αθρώπους</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/etsi-leei-archisen-i-ntonoysa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/etsi-leei-archisen-i-ntonoysa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 16:45:11 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5097</guid>

					<description><![CDATA[<p>Πώς πρωτοκατοικήθηκε η Δονούσα. Ιστορία παλαιά.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/etsi-leei-archisen-i-ntonoysa/">Από κει ηδόκα, λέει και ησύρε η Ντονούσα αθρώπους</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don10-15.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Πώς πρωτοκατοικήθηκε η Δονούσα. Ιστορία παλαιά.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ: </strong>Η Ντονούσα ήτον ακατοίκητη και ήτον, λέει, εδώ πάνω ένας βοσκός. Τότες λέει ήτον οι Τούρκοι, ξέρω πώς και τι; Ήρταν και μου τα `λεαν, τα `χω ξεχασμένα… Και είχαν, λέει, τα φερμάνια. Τα φερμάνια, λέει, τα `χαν οι Τούρκοι και `εν ηξέρω, λέει, αυτός τι ήκαμε και ηβοήθησε, λέει, σε κάποιον Τούρκο. Και του λέει, «Τι θέλεις να σου κάμω δώρο γι` αυτό που μου `καμες;» Λέει, «Θέλω την Ντονούσα.» «Ααα», λέει, «παιδί μου, εκείνο το ξερονήσι;» «Ω», λέει, «εκείνο δα θέλω γω.» Γιατί ήτον, λέει, ένας βοσκός απάνω και ηγάπαν αυτός την κόρη του και γι` αυτό. Κι από κει ηδόκα, λέει και ησύρε η Ντονούσα αθρώπους. Τα `λεεν ο παππούς σου ο Βασίλης, που τα `χεν, λέει, κι εκείνος ακούσει από του πατέρα του τον πατέρα. Ιστορία μεγάλη, ναι. Γιατί, Θεός συχωρέστον, ήτον καλόβολος γέρος κι άμα πέθανε η λαλά σου η Γιαλίτισσα… λοιπό`, ήθελε να `ρτω έτσι απ` τα χτήματα, να κάμω φαΐ, να μου λέει «έλα, έλα να σου πω.» Θα πάω το βράδυ κάτω, να κάτσω ας πούμε να μου λέει, παλαιά, προπάλαια! Εμένα αυτά μ` αρέσανε και μου τα `λεε. Πώς, ας πούμε, -(φωνάζει στα ζώα της) Έι, γαμώ το κέρατο του κερατά!- ηκατοικήθει, λέει, η Ντονούσα; Έλεεν, ένας βοσκός, σου λέει, ήτον απάνω και αυτός, κάποιος ας πούμε, είχε κάποια βοήθεια σε καέναν Τούρκο. «Τι θέλεις», λέει, «να σου κάμω δώρο γι` αυτή τη βοήθεια που μου `καμες;» «Εθέλω τη Ντονούσα.» «Ααα να μου ζητήσεις», λέει, «καμιά άλλη χάρη, α με τη Ντονούσα;» Λέει<em>, </em>«Αυτό θέλω γώ.» Γιατί ηγάπα, λέει… Καλή ώρα πώς πάνε, ας πούμε, βοσκοί στην Κέρο, στις Μάκχαρες, και αυτός ο βοσκός είχε μιαν κόρη και την είχεν ερωτευτεί αυτός που ήκαμε τη βοήθεια του Τούρκου. Έτσι, λέει, άρχισεν η Ντονούσα.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/etsi-leei-archisen-i-ntonoysa/">Από κει ηδόκα, λέει και ησύρε η Ντονούσα αθρώπους</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/etsi-leei-archisen-i-ntonoysa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 14:16:52 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5179</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι καλλιέργειες. Τα κρεμμύδια, τα καπνά</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/">Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don12-8.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι καλλιέργειες. Τα κρεμμύδια, τα καπνά</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ: </strong>Οι καλλιέργειες κρατήσανε, κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του `80 τουλάχιστον, ήτανε φουλ οι καλλιέργειες. Ε, φύγαν μερικά παιδιά, μερικές οικογένειες, αλλά είχεν κόσμο. Αφού να σημειώσω ότι πολλοί είχαμε ζευγάρια που λέμε, όλοι βόδια, ένα ζευγάρι βόδια και κάναμε… 5, 6 γαϊδούρια για να αλωνεύουνε με τα βόδια. Είχαμε, κάναμε καρπούς τότες. Υπήρχαν δυο ανεμόμυλοι κι ηλέθανε το στάρι, το κριθάρι, ξέρω γω. Ζυμώναν όλοι, είχαν φούρνους και ζυμώνανε οι πιο πολλοί, κι όποιος δεν είχε φούρνο επήαινε στο γείτονα. «Να ζυμώσω, να μου αφήσεις το φούρνο, να ψήσω το ψωμί» ας πούμε. Ήφερνες κλαδιά και τα λοιπά. Είχαν κατσίκια μπόλικα, γουρουνόπουλα, κότες κι είχαν και τη θάλασσα, ψάρια μπόλικα τότες, άμα πας στη θάλασσα αμέσως ήπιανες όσα ψάρια ήθελες. Τώρα δεν έχει… Ε, περνούσαν καλά. Η κάμψη της γεωργικής δουλειάς έπεσε από το `90 και δω που πιάσαν κάτι ξηρασίες. Το `90, `91, `92, τρία χρόνια ήτο ξηρασία και σταματήσαν. Δεν μπορούσαν ο κόσμος να ζήσει πια. Έσπερνες και δεν ηθέριζες. Πρωτοβρόχια ήκανε το Νοέμβριο, Δεκέμβριο αλλά Μαρταπρίλη δεν ήβρεχε, ενώ πριν ήβρεχε και ηκάνατε τα κρομμύδια. Ήβγαλε 200 τόνους κρομμύδι και το πουλούσανε, ναι, 200 τόνους. Λοιπόν καΐκια από την Κάλυμνο, από τη Σάμο, από τη Χίο, τη Μυτιλήνη εδώ όλο φέρναν το κρομμύδι όλο εδώ μέσα. Το παίρνανε, φτηνό ήτο βέβαια, αλλά εγίνοτο το κρομμύδι, άνυδρο. Είχαν ένα εισόδημα από αυτό, είχανε ζώα, επουλούσαν αρνοερίφια, μοσχάρια, χοίρους.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Θείε ήσασταν συνενοημένοι να φυτεύετε όλοι κρεμμύδι επειδή το πουλάγατε; Γιατί όλοι φυτεύανε κρεμμύδι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> ‘Ολοι ναι. Ε ναι, πρώτα εφυτεύανε, λέει, και καπνά, αυτά δεν τα πρόφτασα εγώ. Αλλά ύστερι που απαγορεύτην ο καπνός εδώ στα μέρη στα νησά, γιατί ήκανε παραγωγή η Μακεδονία και η Θράκη που ενσωματώθησαν στο ελληνικό κράτος, και ησταματήξαν εδώ την καλλιέργεια των καπνών, ηθέλαν να βοηθήσουμε τους άλλους Έλληνες εκεί που είχαν παραγωγή, μεγάλη παραγωγή. Με τα καπνά ηβγάλαν λεφτά και τότες και μετά το ρίξαν στο κρομμύδι. Το κρομμύδι είδαν ότι εγινότανε, έτσι τα χωράφια που κάναν καπνοκαλλιέργειες τα κάμαν με κρομμύδια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Α, μετά τα καπνά δηλαδή άρχισαν τα κρεμμύδια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Ναι, μετά. Και τα κρομμύδια βαστήξαν μέχρι τώρα, τελευταία. Τώρα δε βάλουν ούτε κρομμύδια ούτε στάρια ούτε…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Τώρα φυτεύουν δωμάτια! (γέλια)</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Και τα λιβάδια τα κάμανε δωμάτια! (γέλια)</p>



<p class="wp-block-paragraph">&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/">Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>`Ρχούμαστε τη νύχτα με τα φανάρια μες στα χωράφια, να πλέξωμε το κρομμύδι, να `ναι έτοιμο το πρωί</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/rchoymaste-ti-nychta-me-ta-fanaria-mes-sta-chorafia-na-plexome-to-krommydi-na-nai-etoimo-to-proi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/rchoymaste-ti-nychta-me-ta-fanaria-mes-sta-chorafia-na-plexome-to-krommydi-na-nai-etoimo-to-proi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 13:13:59 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5170</guid>

					<description><![CDATA[<p>Καλλιέργειες επί Κατοχής. Τα κρεμμύδια. Τα καπνά</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/rchoymaste-ti-nychta-me-ta-fanaria-mes-sta-chorafia-na-plexome-to-krommydi-na-nai-etoimo-to-proi/">`Ρχούμαστε τη νύχτα με τα φανάρια μες στα χωράφια, να πλέξωμε το κρομμύδι, να `ναι έτοιμο το πρωί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don10-3.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Καλλιέργειες επί Κατοχής. Τα κρεμμύδια. Τα καπνά</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Εμείς στην Κατοχή […] ήταν τα χτήματα, τα χωράφια, κρομμύδια, σπαρμένα, φάβατα, καλοκαιρινά, ό,τι διαόλους […]. Όλα αυτά που βλέπεις εδώ, όλα αυτά, κείνα από δω, από κει, όλα αυτά Ηλία μου καλλιεργούντο. Κρομμύδια, καλοκαιρινά, φασολορόδετο, σπαρμένα, σιτάρια, κριθάρια όλα αυτά που βλέπεις, όλος αυτός ο κολοσσός που βλέπεις, εκτός ο Μοσχονάς, εκτός ο Μοσχονάς. Όλα αυτά Ηλία μου ηκαλλιεργούντο, όλα περνούσαν από τα χέρια μου. Να θερίσωμε, να βοτανίσωμε, ν` αλωνέψωμε, να σκαλίσωμε τα κρομμύδια, να τα βγάλωμε, να τα πλέξωμε, να τα πάμε στο μπαρκάρισμα. Ιστορία. […] Τα κρομμύδια, ήρχουντο Χιώτες, ήρχουντο Σαμιώτες, ήρχουντο διαόλοι. […] Εκείνο που βλέπεις εκεί πάνω&nbsp; σαν περγαλιδάκι, αυτό το `χανε βάλει αμπέλι. Εκεί μες στο αμπέλι έχω το σταφύλι μου, έχω το κρασί μου, έχω το ένα… […] Όλοι, ηδουλεύγαμε όλοι. Α! γαμώ το κέρατό σου μωρή, ε μωρή, ανεράδα (απευθυνόμενη στην κατσίκα)! Όλοι, από μικρά. Εγώ […] έξι χρονώ ήμουνα και ήβοσκα κατσίκια και ηβοτάνιζα και με `χανε και κρομμύδια, σκαλίσματα, φυτέματα, διαόλους. Τη νύχτα ηπεριμέναν τα καΐκια εδώ κάτω να μπαρκάρουν το κρομμύδι και `ρχούμαστε τη νύχτα με τα φανάρια μες στα χωράφια, να πλέξωμε, να `ναι έτοιμο το πρωί, να το κουβαλήσωμε.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Είχε και καπνά πολλά;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Τα καπνά δεν τα πρόλαβα εγώ.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Τα καπνά πότε ήταν δηλαδή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Αφού ήτονε στης μάνας μου την παιδική ηλικία, εν τα πρόλαβα εγώ. Άμα εγώ ενιστόρησα ας πούμε κρεμμύδια, κρομμύδια. Όλα αυτά που βλέπεις, αυτό, ετούτα όλα, φυτεύουντο κρομμύδια.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/rchoymaste-ti-nychta-me-ta-fanaria-mes-sta-chorafia-na-plexome-to-krommydi-na-nai-etoimo-to-proi/">`Ρχούμαστε τη νύχτα με τα φανάρια μες στα χωράφια, να πλέξωμε το κρομμύδι, να `ναι έτοιμο το πρωί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/rchoymaste-ti-nychta-me-ta-fanaria-mes-sta-chorafia-na-plexome-to-krommydi-na-nai-etoimo-to-proi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μόλις ήπεφτε πέτρα το ξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 11:55:39 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2430</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι ξερολιθιές</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/">Μόλις ήπεφτε πέτρα το ξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-18-Μόλις-ήπεφτε-πέτρα-το-ξαναχτίζανε.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι ξερολιθιές</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Και θεία, όλες αυτές τις ξερολιθιές, τις τραφιές που κρατάνε τα χωράφια, αυτές τις χτίζατε εσείς ή υπήρχε κάποιος που τις έχτιζε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Όλοι εδώ οι παλιοί, ο πατέρας μου, ο πατέρας της Σοφίας, ο θείος μου ο Νικόλας του Βαγγέλη ο πατέρας, πάνω, του Χρήστου ο πατέρας, ο νονός μου ο Αντώνης της Ειρήνης ο πατέρας, όλοι χτίζανε τους τοίχους τους. Ετούτες τις ξερολιθιές, τα τραφάκια, τα χτίζαν οι ίδιοι, δεν ηπαίρνανε ποτέ μάστορα. Όχι, κανένας. Ήτανε μαντρωμένα τα χωράφια, το μαντρώνανε γύρω-γύρω, όπως είναι πέρα κει στ` αλώνι. Τώρα έχουνε πέσει. Αλλιώς ποτέ δεν αφήνανε, που υπήρχαν αυτοί οι παλιοί όλοι, μόλις ήπεφτε πέτρα, το ξαναχτίζανε, δεν το αφήνανε να ισοπεδωθεί.&nbsp; Και βάζαμε τα ζώα μέσα στο χωράφι. Εμείς πίσω τα χωράφια, κει που είναι συκιές μαντρωμένες, αν πηγατε μέχρι εκεί πίσω, ο Μιχάλης πλήρωσεν τον Αντώνη απάνω κι έφερε σύρματα και τις εμαντρώσαμε τις συκιές, πριν δεν είχαμε σύκο να φάμε, τα τρώγαν τα ζώα, τα κατσίκια, δεν αφήνανε… Το χωράφι που το `χαμεν εμείς ήτανε ολόκληρο έξι στρέμματα χωράφι, ήταν μαντρωμένο και βάζαμε τα ζώα μέσα. Αφού θέλει να τελειώσουμε τα σπαρτά ή καλοκαιρινά, αν είχαμε σπείρει ή κρεμμύδι, οτιδήποτε, τα βάζαμε μέσα, τα κλείναμε και δεν ηβγαίνανε πια έξω. Πηγαίναμε τα παίρναμε, τα ποτίζαμε και τα ξαναβάζαμε πάλι μέσα στο χωράφι, δεν ηβγαίναν έξω. Γι` αυτό φαίνονται οι πέτρες αυτές, αλλά τώρα έχουνε πέσει. Ο δρόμος που πάει μέχρι πίσω σ` ένα ορισμένο σημείο, ήτανε χτισμένος μέχρι πίσω-πίσω. Όλα ήταν μαντρωμένα. Κάθε ένας είχε το δικόν του μαντρωμένο. Ο παππούς σου […] είχεν αρκετές κατσίκες και τις επήγαινε και τις εμαντρίζε, δε βαριότανε, είχε χτίσει&nbsp; απέραντο μέρος. Εκείνος ο τοίχος που έχει μαντρωμένο, το έχεις προσέξει πόσο είναι; [&#8230;] Εγώ έχω περάσει και τώρα, από τη Σκοινούσα με το καράβι που βλέπω τις τοίχους, όλα τα χωράφια είναι κλεισμένα, αλλού με σύρμα κι αλλού με τοίχους.</p>



<p class="wp-block-paragraph">[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτά τώρα θεία τα φτιάχνανε οι δικοί σας προτού γεννηθείτε; Δηλαδή είναι πολύ παλιό χτίσιμο;<br><br><strong>Ελ:</strong> Ναι, παλιά χτισίματα, πριν γεννηθώ εγώ, τα `χανε χτίσει οι πιο παλιοί. Ε, απλώς κι οι δικοί μας χτίσαν ακόμα και τα μαντρώσανε και τα διατηρούσαν κιόλα, αν έπεφτε μια πέτρα από κατσίκι να βγει απάνω ή από κάτι να πέσει να γκρεμίσει ο τοίχος, τον εξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη, για να περνούνε τα ζώα, να μην μποδίζονται.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/">Μόλις ήπεφτε πέτρα το ξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
