<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΖΩΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-tag/zoa/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/zoa/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Fri, 19 Apr 2024 16:46:34 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.0.1</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΖΩΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/zoa/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 11 Nov 2023 09:04:35 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5662</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κανόνες ποτίσματος στα περιβόλια. Η δίκη στην πηγή. Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/">Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-19.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κανόνες ποτίσματος στα περιβόλια. Η δίκη στην πηγή.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K: </strong>Ο καθένας είχε το χωράφι του κάτω στα περιβόλια. Τη διανομή του ποιος θα ποτίζει, ποια οικογένεια θα ποτίζει πότε, ξέρετε, έχετε ακούσει ιστορία πώς έχει γίνει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Είχα ακούσει τον πατέρα μου βέβαια, ότι είχανε κανονίσει τα πάνω περιβόλια -τα κάτω δεν υπήρχανε, τα κάτω περιβόλια, από την κάτω στέρνα τη μεγάλη που είναι ο πλάτανος και κάτω, ήτον ναι μεν, αλλά αμπέλια, τέτοια, δεν ήτανε περιβόλια, δεν ήταν ποτιστικά, ήτανε μόνο η Βρύση απάνω. Μετά που μεγαλώσαν και παιδιά αυτώνω που τα `χανε, τα χτίσανε λοιπόν και τα ημερέψανε, να τα κάνουνε ποτιστικά. Είχαν λοιπον κανονίσει την Κυριακή να μην ανοίγεται η Βρύση απάνω καθόλου για να μαζεύεται το νερό να πάει στην κάτω. Να τρέχει όλη μέρα, να γεμίζει η κάτω στέρνα την Κυριακή και επειδή ήταν το περιβόλι πιο μεγάλο και πιο μακριά από όλα, ήπαιρνε πάντα της Δευτέρας το νερό ο πεθερός μου και την Παρασκευή το μοιράζανε μαζί με το Ζαράνη. Ήπαιρνε ο ένας, πότιζε πρώτα, και μετά το `παιρνεν από πάνω ο Ζαράνης. Ποτίζαμε κι εμείς εκεί κάτω και γι` αυτό τα θυμάμαι. Μετά, αφού πλήθυνε πια το κάτω περιβόλι, αποφασίσανε να μην ανοίγει απάνω η στέρνα καθόλου. Τότε είχεν πολλά νερά. Λοιπόν κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου, του πατέρα μου ο πατέρας, με τον γερο-Νικητιό νομίζω, με της Ζαράναινας τον πατέρα, για το νερό. Ένα στερνάκι που `ναι πάνω από τη Βρύση ήτανε του Μαρκάκη, αυτός που `τανε αδερφός του παππού μου, και το νερό δεν το `φηνε, λέει, να κατεβαίνει κάτω, το κράταγε μόνο και πότιζε το δικό του. Ο παππούς μου όμως του λέει, ότι εφόσον το χειμώνα πάει μέσα στη στέρνα τη δημόσια, πρέπει να μας αφήνεις και μας το καλοκαίρι απόνερο, να κατεβαίνει μέσα στη στέρνα, να φτάνει, να ποτίζωμε τα περιβόλια. Πήγανε μέχρι και δικαστήριο. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση και δίκασε. Στη Βρύση ήρθε, δυο φορές το φέραν το δικαστήριο και δίκασε, για να δούνε επιτόπου πώς είναι τα πράματα. Του λένε, λοιπό, «Το χειμώνα όταν χειμωνιάσει, το νερό πού το πας;» του `πανε του Μαρκάκη. Λέει, «Εκατεβαίνει μέσα στη στέρνα ετούτη, που `ναι στη Βρύση.» Λέει, «Τότε θα το κρατάς και το χειμώνα, θα το βάλεις μες στην τραφιά σου, θα το γυρίσεις μεσα στο δικό σου. Εφόσον δεν το αφήνεις το καλοκαίρι να έχει δικαίωμα να πάρουνε κι οι υπόλοιποι, θα το κρατάς και το χειμώνα. Μπορείς;» Λέει, «Όχι.» «-Ε, τότε λοιπό θα αφήνεις το απόνερο μόλις ποτίσεις. Θα ποτίζεις μόνο μία τραφιά αυτή που `ναι εκεί δα κάτω-κάτω, και μετά θα το γυρίζεις μες στη στέρνα τη δημόσια.» Και τότε […] χωρίσανε και τις ημέρες. Εμάς ποτίζωμε το δικό μας το περιβόλι, εμένα, του Βαγγέλη απάνω και αυτό που είναι εδώ στη Βρύση της εκκλησίας, και αυτό που είναι από πάνω από του Αναστάση που το `χει η Σοφία, ποτίζωμε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο. Ξέρω και τις ώρες. Αφήνανε τη μεσημεριανή στερνιά, γιατί περιμένανε, αν δεν πηγαίνανε όλα τα ζώα να πιούνε νερό, κατσίκια που `χανε όλοι, τα γελάδια, τα γαϊδούρια, όλα να πάνε στη Βρύση να πιούνε νερό. Έπρεπε να μείνει η στέρνα, να γεμίσει, για να πιουν τα ζώα πρώτα και μετά ν` ανοίξουνε τη Βρύση, τη στέρνα. Κι επειδή ήτανε το περιβόλι μας πιο μακριά και ήθελε πολύ νερό, παίρναμε τη μεσημεριανή στερνιά πάντα. Εγώ τον εθυμάμαι τον Γραπουσανό που το `χε το περιβόλι αυτό και καθότανε στη Βρύση, είχε μια παγκάδα και καθόταν και περίμενε να πιούνε, ένας-ένας τα κτήματα που πηγαίναν κάτω, αν είχε πάει και το τελευταίο, για να ανοίξει, να πάει να ποτίσει.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Άκουγα κι εγώ σαν παιδί πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-20-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Σχετικά με θρύλους που λένε διάφορα για τη βρύση, για το νερό κι όλ΄αυτά, έχετε ακούσει;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Α, άκουγα κι εγώ σαν παιδί, [&#8230;] πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Εγώ θυμάμαι που μας λέγανε ότι όποιος είναι να πάει βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί [&#8230;] το να κρατάς μαζί σου ένα κομμάτι ψωμί. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ελ: Επειδή πώς το βάζει ο παπάς που σε κοινωνάει, το σίτο, τον οίνο και το έλαιο&#8230; Το ψωμί είχε τη δύναμη και δε σε πλησίζε, λέει, το ξωτικό, έτσι μας λέγαν κι εμας. Άμα βγαίναμε βράδυ έξω, λέει κράτα&#8230; Εμείς τα παιδιά βέβαια δεν πηγαίναμε πουθενά, αλλά άμα πήγαινε ο πατέρας μου που σηκωνότανε να πάνε στα ψαρέματα τη νύχτα είτε απ ΄έξω είτε&#8230; Βάλε κι ένα κομματάκι ψωμί μαζί μες στη τσέπη σου. [&#8230;] Ένα κομματάκι ψωμί. Γιατί το ψωμί είναι σταυρωμένο και δεν κάνει ούτε να το πατάμε ούτε να το πετάμε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Κι εδώ για τη βρύση τι λέγανε;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Μας λέγαν, ότι υπήρχανε λέει νεράιδες εις τη βρύση και είχαν ακούσει λέει κάποιοι δεν ξέρω, ότι είχαν τα μωρά τους. Πηγαίναν και πλέναν τα ρούχα τους στη βρύση και τ΄ακούγαν που κλαίγανε τα παιδιά. Αυτά θα ΄ταν φαντασίες. Μια κουκουβάγια να φώναζε τη νύχτα και λέγαν πως είναι τα παιδιά της νεράιδας. Όποτε δεν το πίστεψα βέβαια. Ε, καλά σαν παιδιά μας φοβίζανε και φοβόμασταν να πάμε, αλλά εγώ πολλές φορές [&#8230;] που άντεχα και πήγαινα κάτω και πελεμούσα και σκοτεινιαζόμουνα και ΄ρχοτανε η συχωρεμένη η γριά Πλυτώ εδώ κάτω [&#8230;] κι έλεγεν της Ειρήνης, βρε συ αυτή η Ελευθερία λες να παθε τίποτα και δεν έχει ανεβεί ακόμα; Και κατέβαινε η κακομοίρα κάτω και με γύρευε. Μου λεγε, λοιπόν, η Ειρήνη, ε δουλειές[?] τέτοια ώρα που κάθεσαι κάτω; Λέω, τι να δουλώ[?]; Δεν πάω μου λέει&nbsp; τέτοια ώρα εγώ στη βρύση, που να μου δίνουνε τι. [&#8230;] Δεν το σκέφτηκα ποτέ να φοβηθώ, σκοτεινά που να ΄ναι κάτω. Μια φορά [&#8230;] μόλις στρίβουμε, που ΄ναι η ταμπέλα βρύση και Λιβάδι, που ΄ναι η ταμπέλα ακριβώς,&nbsp; το από κάτω τραφάκι το ΄χεν ο γέρο Κώστας απάνω και το ΄χανε όλο αγκιναριές. Τότε όλα&nbsp; ετούτα τα περγαλίδια ήταν γεμάτα αγκιναριές. Ξέρεις πόση αγγινάρα έβγαζε εδώ; Τα περγαλίδια όλα μόνο αγκιναριές είχε, [&#8230;] δεν είχε φραγκοσυκιές καθόλου ούτε μία, μόνο αγκιναριές είχαμε. Και είχαμε μεγαλώσει πια και του λέω&#8230; Ήταν ένα βράδυ πια σκοτεινά κι είχεν έρθει κάτω για να βεγγερίσωμε και του λέω, δεν κόβεις τις αγκινάρες σου μόνο θα ξεποχιάσουνε, που ΄ναι κάτω στο Γυρισμα; Το λέγαμε Γύρισμα επειδή πήγαινε το ένα έτσι και τ΄αλλο αλλιώς. Λέει, μπα αφού δεν τις τρώει κανένας. Λέω κρίμασι.&nbsp; Ε, δεν πας να τις κόψεις;&nbsp; Λέω να πάω τώρα; Μου λέει, άμα είσαι άξια να πας τώρα, μου λέει χαλάλι σου. Πήαινε κόψε τις. Λέω, θα πάω. Μου λέει, δεν το πιστεύω. Ήταν σκοτεινά πια. Μωρε πήγα εγώ και γέμισα ένα καλάθι μέχρι απάνω. Λέω, τι να φοβάμαι τις νεράιδες που λένε, πώς κλαίνε στη βρύση;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Οι άλλοι δεν πηγαίνανε δηλαδή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Δεν πηγαίνανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Δεν πάνε εύκολα.&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/">Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Nov 2023 20:11:11 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5615</guid>

					<description><![CDATA[<p>Παλιές ιστορίες για πειρατές και κλέφτες. Η σπηλιά του Πονήρη, ζωοκλοπές, τα βασιλικά, οι Γαϊδουροσπηλιές.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/">Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-32.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Γαλιότες. Σφάξιμο ζώων στην Καλοταρίτισσα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς, που &#8216;ρχότανε η κλεφτουριά. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Ποιοι;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Οι γαλιότες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Απ&#8217; την Αιγιάλη;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταυρ:</strong> Γαλιότες[ch-]. Τα καϊκια με σαράντα κουπιά[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Από πού ερχόντουσαν;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αυτοί ήτανε πειρατέ, ήταν κλέφτες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Πόσο παλιά λέμε τώρα;[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Πριν την Κατοχή.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Αυτοί ήτανε Έλληνες ήτανε ή ξένοι;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Έλληνες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Πειρατές, πειρατές, κλέφτες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ύστερη ήβγαν τα βασιλικά και είχεν άλλαν αυτή η κλεφτουριά. Ήβγαν τα βασιλικά. Γιατί, μου &#8216;λεεν ο παππούς σου, ότι μέσα στη λάγκα(?) ήτον φορτωμένο το καϊκι και είχεν πιο τα πράματα&#8230; Τις ηκυνηούσα&#8217;. Και ησφάζα&#8217; και η λάγκα ήτο μα&#8230; Και τα γδέρνα&#8217; και πετούσαν όλα κι είχαν μόνο τα γωνιά[?] και η λάγκα&#8230; Μου τα &#8216;λεεν ο παππούς σου ο Βασίλης[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Είχε γεμίσει αίματα και δερμάτια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Δε μου λες; Αυτή η χρονολογία ήταν επί Τουρκοκρατίας;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Πρέπει, πρέπει[&#8230;] Δεν υπάρχε βασιλικά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Τα βασιλικά τι είναι;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Οι βασιλιάδες, βασιλιάς.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Δεν υπάρχεν. Είχεν&#8230; Δεν είχαμε βασίλειο[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Και αυτά είχαν σαράντα κουπιά;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Σαράντα κουπιά η γαλιότα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Η γαλιότα κατεβαίνει με δεκαοχτώ κουπιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Σαράντα, σαράντα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ε, δεκαοχτώ από κάθε πάντα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Σαράντα.[ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ηκατέβαινε, λέει, ο πατέρας σου με τον πατέραν το από το Μοσκονα, τότες ηκατεβαίνανε τις μάντρες εκεί και ήτο, λέει, μέσα το λιμάνι εκεί η λάγκα&#8230; Αίμα κι ήβγαινε όξω!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Τα σφάζανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Και είχα&#8217;, λέει, το πανί από την πάνταν του δρόμου, για να μην τα βλέπουν οι αθρώποι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Να μη βλέπουν τα σφαχτά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Ναι. Άκου να δεις.&nbsp;</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Εγώ είχα έναν πετερό και επήαινα το βράδυ και κάθεαι και μου &#8216;λεεν ιστορίες</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-38.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Παλιές ιστορίες του πεθερού</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Εγώ, κοπέλα μου, είχα έναν πετερό, ήτον εκατό χρονώ και άμα έχασα τον άντρα μου, επήαινα το βράδυ και κάθεαι και μου &#8216;λεεν ιστορίες μέχρι Μικρά Ασίας τον πόλεμο.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Όταν εβγήκαν έξω από το αυλάκι αρχίσαν τις τουφεκιές μπου, μπου, μπου!</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-31.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ζωοκλοπή από πειρατές στην Κουμαριά</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Εγώ πάλι, εγώ πάλι έχω ακούσει αλλιώς. Ότι ο παππούς σου ο γέρο Μιχάλης κάθονταν, να πούμε, στην αυλή και βλέπει ένα φως και προχωρούσε προς την Κουμαριά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Εμένα μου τα &#8216;πεν ο πετερός μου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> [ch-] Άστο, άκουσε κι εμένα. Και προχωρούσε προς την Κουμαριά. Ο παππούς σου ο γέρο Μιχάλης είχε μια μάντρα στην Κουμαριά και βλέπει το καϊκι, το φως και πάαινε προς την Κουμαριά και λέει, αυτό δεν είναι καλός οιωνός και φεύγει και πάει από πάνω απ&#8217; το φτερό. Τα κατσίκια ήτον μες στη μάντρα, στη μάντρα. Αφού είδε το καϊκι και ήμπε μες στο αυλάκι, μες στην Κουμαριά, λέει από πάνω απ&#8217; το φτερό, εεεε ποιοι είναι; Τι είναι; Ακούσαν λοιπόν αυτοί και λαργάρανε[?], φύγανε. Όταν εβγήκαν έξω από το, από το αυλάκι, απ&#8217; την Κουμαριά, αρχίσαν τις τουφεκιές κι ο μπαρμπά Μιχάλης ο βοσκός ερχόταν προς το σπίτι του. Άκουσε τις τουφεκιές κι από πάνω του Παντελή η τραφιά ήταν σιτάρι&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Εμένα μου το &#8216;πεν ο πετερός μου αλλιώς.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ήταν σιτάρι, σε παρακαλώ δυο λεπτά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Ασ&#8217; το να δούμε πώς θα το πει, ασ&#8217; το να δούμε πώς θα το πει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Άκουσε λοιπόν τις τουφεκιές μπου, μπου, μπου και το&#8230; Πηγαίνα να προφυλαχτεί ο άθρωπος, ας πούμε, βγήκε από πάνω, που λες, στην τραφιά σιτάρι και ήμπε μες στο σιτάρι, για να μην τον εχτυπήσουν τα βλήματα και φύγαν αυτοί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Εμένα μου τα &#8216;πεν ο πετερός μου αλλιώς.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">&nbsp;</h1>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Αυτοί ήβγαν το βουνό κι πήραν το &#8216;να βαρέλι κρέας και το πετάξαν μες στο ρυάκα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-33.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο Γερ΄ Αντώνης που έκλεψε το φαγητό των πειρατών</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Έρχουνται, λέει, επά κάτω και αράζω&#8217; και είχαν, λέει, βαρέλια και τα παστώνα&#8217;. Έρχουνται, λέει, εδώ κάτω στη&#8230; Μου τα &#8216;λεεν ο παππούς σου, εγώ ηπήαινα και τον ήβρισκα και μου τα &#8216;λεε, άμα &#8216;χασα το Μήτσο. Ήρχουνται, λέει, επά κάτω στο Σαπουνόχωμα κι είχανε πάρει, λέει, ένα γκουρνί από το μυλωνά και το βράζαν να φάνε και τραβάει, λέει, ο ένας το φτυάρι και λέει: Από &#8216;υτήν τη γυναίκα που πήραμεν το γουρνί, είναι έγκυος και δεν το ξέρει και θα κάμει θηλυκόν παιδί και μας ηπιάσανε.&nbsp;&#8216;Εν ηπρόλαβε, λέει, να το πει κι ηπρόβαλεν το βασιλικό στου Μοσχονά τον κάβο και σηκώσαν ένα βαρέλι, μου τα ΄λεε εμένα ο πατέρας σου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Α και τους πιάσανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Αμέ, ήρταν και πήραν το καϊκι, αλλά αυτοί ήβγαν το βουνό κι πήραν το &#8216;να βαρέλι κρέας και το πετάξαν μες στο ρυάκα κι πήα το βουνό, μου τα &#8216;πεν ο πατέρας σου, ω τι μου ΄λεε! Και πάει ο γερ&#8217; Αντώνης, που το &#8216;δε και το παίρνει. Κατέβησαν αυτοί&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ποιος γερ&#8217; Αντώνης;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Επά πάνω. Λοιπό, πάνε το βράδυ να πάρουν το βαρέλι, να παν&#8217; κάτω στις Καλιόπουδες[?], να μαγειρέψουν να φάν&#8217; κι ήλειπεν το κρέας.Ναι. Λοιπο, του λένε ότι, να&#8230; Κράτηξε ό,τι κράτηξε, γιατί αν δε το φέρεις, θα πάμε να σου σφάξωμε το ζευγάρι σου τη νύχτα. Εμένα μου τα &#8216;λεεν ο πατέρας σου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Α το &#8216;χε βαστήξει αυτός ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Α το &#8216;χε κρυμμένο, είπα κι εγώ, βάσταγε ο πειρατής το βαρέλι κι ήτρεχε στο βουνό τσάμπα;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ήτον πολύ, πολύ&#8230; Ηπήεν λοιπό αυτός και το &#8216;φερεν εδώ μετάκρυψε, δεν το πήρε&#8230; Κι πήγαν και του &#8216;παν ότι, κράτηξε ότι &#8216;θελες να φας και το άλλο να το φέρεις να φάμε. Αλλά πώς ηφύανε πιο μετά&#8230; Το παπόρι με τα όλα[&#8230;], το πήρεν το βασιλικό. Είχανε βγει τα βασιλικά[???]. Μου τα &#8216;λεεν ο πατέρας σου&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Αυτό το βασιλικό ήταν σαν, σαν καταδίωξη δηλαδή;[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ναι, ναι. Εγώ ηπήαινα και τον ήβρισκα τον παππού σου και μου &#8216;λεεν έτσι παλαιά[&#8230;], παλαιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αυτά, αυτά σε παρακαλώ, αυτά, ποιανής χρονολογίας ήτανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ποιος ξέρει Σταύρο;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Χίλια οχτακόσια ενενήντα κάτι ήτανε.[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ποιας χρονολογίας, ας πούμε, ήταν αυτό;[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ποια χρονολογία μόνο δεν τον ηρώτηξα εγώ το συχωρεμένο, να μου πει ποια χρονολογία[&#8230;]</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Σε πρεσέρνανε για να πεις πού τα &#8216;χεις τα γελάδια κρυμμένα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-34.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Βασανιστήρια για να κλέψουν αγελάδες. Γαιδουροσπηλιές</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Οργώναν οι αθρώποι[&#8230;], οργώναν οι αθρώποι τα χωράφια[&#8230;], ζευγαρίζαν που λέμε[&#8230;], με γελάδια[&#8230;] κι ότα&#8217; λοιπό&#8217; εβλέπαν τη γαλότα, ότι ερχότανε, εεε εβγάλα&#8230; Εβγάλα τα, τα γελάδια από το ζυό, που λέμε και τρέφανε[?] με συχωρείς γαϊδούρια και πήγαιναν και κρύβαν τα γελάδια. Τις ζυκαλικές[?] που κάναν τα, τα ζώα, τα βόδια μές στα χωράφια, τις εχώνα&#8217;, για να μην τα βρουν αυτοί, ότι είναι βόδια. Και βγαίναν έξω και σου λέανε&#8230; Ερχόντουσαν λοιπό εκεί που &#8216;κανες ζευγάρι, έκρυβες εσύ τα, τα γελάδια και όργω&#8230; Έβαλες γαϊδούρια στο ζυό. Τα γαϊδούρια δεν τα &#8216;παιρνα&#8217; για κρέας, ναι. Ψάχναν αυτοί γελάδια και σου λέγανε, πού τα &#8216;χεις κρυμμένα τα γελάδια; Λες, δεν έχω γελάδια[&#8230;], δεν έχω γελάδια. Ρε, πού τα ΄χεις κρυμένα τα γελάδια; Δεν έχω ντε. Τι κάνανε; Είχαν ένα, ένα σκοινί, ένα κομμάτι σκοινί και στο &#8216;βάζαν εδώ. Εδώ πίσω είχαν ένα, ένα ξύλο, ένα ξύλο και το[&#8230;], το σφίγγα&#8217; λοιπό, το σφίγγαν εδώ, το σφίγγανε&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Βασανιστήριο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Σε πρεσέρνανε, για να πεις, πού τα &#8216;χεις τα γελάδια κρυμμένα. Να πάρουν τα γελάδια. Αφού λοιπό&#8217; εσύ πρεσαρίζεις, ας πούμ&#8217; και σου σφίγγει αυτός με το πρεσάρισμα που σου &#8216;βαζε εδώ πίσω, εσύ έβλεπες το, το χάρο. Αναγκαζόσουνα να, να του πεις, πού έχεις κρυμμένα τα γελάδια, κατάλαβες; Και &#8216;συ λοιπόν έλεγες τα &#8216;χω κρυμμένα&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Ηπηαίνα&#8217;, λέει Λευτέρη, εκεί που ζευγάριζε και του λένε, έχεις και ασερνικό ζώο&#8230; Πατουχιές[ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Λέμε ότι, ότι έκανε λέει, λέει εκάναν ζευγάρια εδώ πάνω στα[ch-]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Στις Βάρδιες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Στις Βάρδιες όπως το λες και είχαν κρυμμένα τα βόδια από &#8216;κει, που &#8216;ναι κάτι σπηλιές. Εμείς αυτές τις σπηλιές τις λέμε&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Γαϊδουροσπηλιές.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Γαϊδουροσπηλιές. Εκεί τα &#8216;χαμε κρυμμέν&#8217; τα βόδια, αλλά αφού ας πούμε σε πρεσάρανε[&#8230;] αφού λοιπόν τις επρεσάραν&#8217; τους αθρώπους[&#8230;], αφού λοιπόν πήγαν αυτοί απάνω και τους επρεσάρανε με τα, με τα σκοινιά εδώ&nbsp; και σε αυτό, σου λέει, τι να κάμωμε;[&#8230;] Και πήαν στις γαϊδουροσπηλιές, πήραν τις γελάδες και πήανε κάτω στη Μέσα Άμμο και τις βαρκάρανε[&#8230;] Και βάλαν μες στο καϊκι[???], πήγε λοιπόν ένας φουκαράς γεωργός και τις λέει του καπετάνιου: Δώσε μου, καπετάνιε, τη γελάδα μου, να πάω να οργώσω, που ΄χω τα παιδιά μου. Φέρε δυο τρεις ελιές και δώσε στον κύριο, στον άθρωπο να φάει.&nbsp;</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Με το που θολώσα&#8217; λοιπόν αυτονώ&#8217; τα μάτια με το τσίο, μπαφ με το φτυάρι!</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-35.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Πονήρης. Ο βοσκός που έδιωξε τους πειρατές</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Άραξε ύστερ&#8217; η γαλότα και άραξε στη Φωκοσπηλιά και βγήκαν έξω, να &#8216;ρτουν, να &#8216;βρουν το βοσκό, που βοσκούσε εδώ στις πλαγιές, στους Μοσχονάδες. Όταν είδε ο βοσκός, αυτούς ερχόταν για να του πάρουν το κοπάδι, αυτός καθόταν μες στη σπηλιά και τυροκομούσε. Ήταν τέσσερα, πέντε άτομα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Τρεις ήτο&#8217;, λέει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Τέλος πάντων.[&#8230;] Λοιπό&#8217; αυτός τους είδε, ας πούμε, ότι αυτοί θα του πάρουν το κοπάδι. Οι γαλιότες ήτον αραγμένοι στη Φωκοσπηλιά, ξέρεις πού είναι φωκοσπηλιά; Ναι. Λέει, παιδιά, κάτσετε, ας πούμε, να κάμω τη μανούρα, να πάμε μετά, να φέρουμε το κοπάδι, να το πάρετε. Αυτός έβγαλε το τυρί, έβγαλε τη μυτζήθρα, άρχισε, ας πούμε, ξέρω &#8216;γω, τους έβαλε όπως καθόμαστε τώρα εκεί. Εγώ ήμουν εδώ ο βοσκός. Βάζω λοιπόν φωτιά στο καζάνι κι ο τσίρος έγινε&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Βάλω το φτυάρι από κάτω στα κάρβουνα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Βγάζει λοιπόν ο τσίρος έγινε το άκουα φόρτε. Δίπλα του αυτό, αλλά ήτανε ε; Άντρας! Ήταν λοιπόν δίπλα του αυτοί οι κύριοι και περιμέναν τώρα αυτός, να τελειώσει το τυρί, να πάει να&#8230; Όπως λοιπόν καθότανε ο κύριος εδώ κι είχε το καζάνι&#8230; Ναι, είχε λοιπόν την αγκλιά, τη&#8230; Μια αγκλιά&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Μπουγέλο, ένα μπουγέλο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ένα μπουγέλο κι όπως ήταν λοιπόν αυτοί εδώ και περιμέναν το βοσκό να&#8230; Ξέρω &#8216;γω, να πάει για το κοπάδι, κάνει παφ με το χέρι το[???] μες στα μάτια. Αυτοί ηπάθα&#8217; μπόδιτσα[?]. Είχε λοιπόν αυτός ένα σιδερόφτυαρο&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Στα κάρβουνα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Στα κάρβουνα, λέμε, ναι&#8230; Με το που θολώσα&#8217; λοιπόν αυτονώ&#8217; τα μάτια με το τσίο, μπαφ με το φτυάρι!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Τους σκότωσε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Και τους, τους ερημοσκοτίνιασε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Του Πονήρη η σπηλιά δεν είναι εκεί;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αφού λοιπό&#8217;, αφού που είδαν αυτοί[&#8230;], που περιμένανε ότι, που περιμένανε ότι θα πάει το κοπάδι, να το μπαρκάρου&#8217;, ότι αργούνε και ξέρω &#8216;γω, σου λέει κάτι συμβαίνει και σηκώνει και φεύγουνε κι έτσι ο, ο τσομπάνος γλίτωσε το κοπάδι.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/">Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Όπως ηκάναν τ` αδέρφια μου ζευγάρι, με `βαλε η οργή του Θεού και πιάνω τ` άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Nov 2023 10:02:19 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5438</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το ζευγάρισμα των χωραφιών</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/">Όπως ηκάναν τ` αδέρφια μου ζευγάρι, με `βαλε η οργή του Θεού και πιάνω τ` άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-35.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Το ζευγάρισμα των χωραφιών</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Εγώ έκανα ζευγάρι με δυο αγελάδες με άλετρο. […] Ζέφεις τη μιαν αγελάδαν εδώ την άλλη εκεί, έχεις ένα ζυό λέγεται και [&#8230;] τον έχουν τρυπημένο από τη μια κι από την άλλη. Ζυός είναι αυτός ας πούμε μεγάλος. Βάλεις την αγελάδα τη μιαν εκεί την άλλη εδώ κι εδώ έχεις τρύπες και παίρνεις ζεύλες τις λέμε και τις περνάς αυτές τις ζεύλες και τις περνάς από το λαιμό της αγελάδας από το ζυό και τις δένεις με δερματικά για να μην ξελύσουν κι έπειτα θα πιάσεις το άλετρο το μεγάλο με το νι, ας πούμε, που θα το ζευγαρίζεις και θα το περάσεις όπως είναι ο ζυγός αυτός, θα το περάσεις εδώ μ&#8217; ένα ζυγόλουρο χοντρο, θα το περάσεις το άλετρο μέσα και θα βάλεις ας πούμε το ζευγάρι να το τραβά το [ch-] να οργώνεις το χωράφι. Αυτά ηκάναμε. [&#8230;] Έτσι οργώναμε τα χωράφια. Ύστερα τελευταία βγάλαμε τις αγελάδες και κάναμε μόνο με τα γαδούρια. Εγώ ήμουν ο καλύτερος ζευγάς! Ξέρεις τι; Ήβοσκα τα κατσίκια, μ&#8217; έχανε πιο μικρή, με ΄χα βοσκό, να βόσκω τα κατσίκια. Τ &#8216; αδέρφια μου λοιπό ο Κώστας προπάντων μου &#8216;λεγε, θα &#8216;ρχεσαι να σκάβεις τις άκριες. Με το που ήβοσκα, ήσκαβγα και τις άκριες.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Οι άκριες τι είναι;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Δηλαδή το χωράφι όπως είναι αυτό στην κάτω πάντα δεν μπορεί το άλετρο να το πάει και πρέπει να σκάβεις, ας πούμε, για να χώνεται το κριθάρι, ναι κι έσκαβα. Ύστερα όπως ηκάναν τ&#8217; αδέρφια μου ζευγάρι με &#8216;βαλέ η οργή του θεού και πιάνω τ&#8217; άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς. [&#8230;] Ο καλύτερος ζευγάς! Ήσπερνα κιόλα ύστερα. Φύγαν τ&#8217; αδέρφια μου, πήαν στρατιώτες, μου κόστισε μέχρι τη ζωή. Τώρα [&#8230;] μου λέει ο αδερφός μου να με πάρει στην Αθήνα. Λέει, για όνομα του θεού να φύγεις εσύ από τα χέρια μου. Ο πατέρας μου στο μύλο ήρχουντο και μου &#8216;ζεφε(?) τα κτήματα, μου &#8216;σπερνε κι ήκανα εγώ ζευγάρι. Ήσκαψα και τις άκριες. Έσπερνα και σιγά σιγά και ο πατέρας μου έβοσκεν από το μύλο να δει τα κάνω κάλα; Και γρινά και βλασφημεί την ώρα που γεννήθηκα. Τι τι τι είχα τραβήξει! Να &#8216;ναι ο πατέρας μου στο μύλο, να πάω να διαλέξω, να &#8216;ρτω το μεσημέρι, να πάω να διαλέω τα σύκα, να τα ξερώνω στην απλωταριά. Βάζαμε μαζά<sup>1</sup> από κάτω, τα ξεραίναμε, τα μαγειρεύαμε, να πάω να τα μαζέψω τα σύκα εγώ όλα στ&#8217; αμπέλια όλα τα πάντα τα παντα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>Είδος φυτού</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/">Όπως ηκάναν τ` αδέρφια μου ζευγάρι, με `βαλε η οργή του Θεού και πιάνω τ` άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Κάναμε πολύ καρπό, κριθάρι, σιτάρι, φάβα, ζυμώναμε, κάναμε το ψωμί. Δεν περιμέναμε ούτε από Νάξο ούτε από Αμοργό να μας φέρουν</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Nov 2023 09:54:12 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5432</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η ζωή και οι δουλειές στη Μεσαριά. Ζευγάρισμα χωραφιών και μελίσσια.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/">Κάναμε πολύ καρπό, κριθάρι, σιτάρι, φάβα, ζυμώναμε, κάναμε το ψωμί. Δεν περιμέναμε ούτε από Νάξο ούτε από Αμοργό να μας φέρουν</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-2.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η ζωή και οι δουλειές στη Μεσαριά. Ζευγάρισμα χωραφιών και μελίσσια</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Τότε πώς κάνατε εκεί πέρα πώς περνάγατε θείε; (Στη Μεσαριά)</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Περνάγαμε Ηλία ωραία, ωραία εκεί τα χρόνια εκείνα, ήταν άλλα χρόνια και περνούσαμε πολύ ωραία ναι. [&#8230;] Είχαμε τα τα χωράφια, είχαμε τα ζώα, αυτά πολεμούσαμε, αμπέλια ΄κεί χαμε αρκετά αυτά [&#8230;] και περνούσαμε μ΄ αυτά. Τότες δε&#8230; Ήταν οι μύλοι, κάναμε τον καρπό, ζυμώναμε το ψωμί, δεν ηπεριμέναμε για ν΄ αγοράζουμε ψωμί τίποτα. Ναι ναι ναι αυτά αυτά. Ηπερνούσαμε σας λέω ωραία εκεί πέρα. Από ΄κεί δα επήγα στρατιώτης, απ΄ τη Μεσαριά ναι ναι ναι ναι. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Εγώ ξέρεις τι ήταν η δουλειά μου, αλλά τώρα γέρασα και πιάστηκα; Εγώ ζευγάριζα, ήμουν ζευγάς μαζί με τον άντρα μου. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Μέχρι πότε ζευγαρώνατε εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> [&#8230;] Από τώρα πιάνουν τα ζευγάρια Ηλία μου&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Μέχρι το μέχρι το Μάρτη. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Εμείς η πρώτη μας δουλειά αυτή την εποχή&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Θα σπείρωμε τώρα κριθάρi&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E: </strong>Πιάναμε το άλετρο&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Θα βάλουμε το φάβα, τώρα τα σπέρνωμε. Μετά λοιπο ζευγαρίζαμε, τότες βάζαμε κρεμμύδια πολλά και τα βάζαμε από τα μισά του Γενάρη και πέρα. Ύστερα πάλι ζευγαρίζαμε τα υπόλοιπα χωράφια, τα κάναμε συσάμι, φασόλια, τέτοια. [&#8230;] Το Μαρταπρίλη τότες γίνονται αυτά. [&#8230;] Αυτά κάναμεν εμείς τότες που ήμουνα στη Μεσαριά, Ηλία ναι. [&#8230;] Κάναμε ρεβύθια οουυυ! Ρεβύθια, φασόλια, συσάμι τέτοια πολλά ηκάναμε μέσα στα χωράφια. [&#8230;] Είχεν ο πατέρας μου περιουσία μεγάλη πέρα στη Μεσσαριά ναι ναι και σπέρναμε πολλά σας λέω και κάναμε. Συσάμια γεμίζαμε τσουβάλια μεγάλα. Τα γεμίζαμε συσάμι, ναι. Τότες σας λέω περνούσαμε [&#8230;] κι είχαμε Ηλία και καμιά δεκαριά μελίσσα, μέλισσες. [&#8230;] και κάναμε λοιπόν με το συσαμάκι συσαμόμελο. [&#8230;] Βγάλαμε μέλι πολύ μέλι. Πουλούσαμε και παίρναμε και λάδι με το μέλι ναι. Τώρα ξεκιώσαν[?] παιδί μου οι μέλισσες, δεν έχωμε μελίσσα τώρα. Εκεί κάτω στον Κάμπο νομίζω πως έχουνε. [&#8230;] Μελίσσα πολλά! Βγάζαμε μέλια! Πήγαμε μια φορά εκεί πέρα που ΄τανε μια μέλισσα, γεμίσαμε ένα ντενεκέ μεγάλο ντενεκέ και μια σύχλα από μία μέλισσα ναι τόσο πολύ.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Αξέχαστο θα μείνει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Γεμάτο το κυψέλη μέχρι εμπρός, μέχρι εμπρός γεμάτο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Το ΄χε επά πάνω ο συγχωρεμένος ο Χρήστος [&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Είχεν έρθει ο Χρήστος εδώ πάνω και [ch-], του κυρ Νίκου ο πατέρας [&#8230;]. Εκείνος ήρθε και μας ητρίγουσεν εκεί πέρα και βγάζαμε μέλια. [&#8230;] Πολλά Ηλία μου τότε, πολλά! Αυτά είχαμε εκείνα τα χρόνια Ηλία μου και περνούσαμε και κάναμε, σου λέω, καρπό κάναμε πολύ καρπό εμείς, κριθάρι, σιτάρι, φάβα πολύ. [&#8230;] Ήταν οι μύλοι και μας ηλέθαν τον καρπό και ζυμώναμε, ζυμώναμε, κάναμε το ψωμί. Δεν περιμέναμε ούτε από Νάξο ούτε από Αμοργό να μας φέρουν. Το σιτάρι κάνει ωραίο ψωμάκι, ωραίο παξιμάδι ναι. Και ζυμώναμε σας λέω και&#8230; Περάσαμε τη ζωή εκεί πέρα ωραία, αλλά τώρα σου λέω, Ηλία μου, για να πάω, δεν κάνω.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/">Κάναμε πολύ καρπό, κριθάρι, σιτάρι, φάβα, ζυμώναμε, κάναμε το ψωμί. Δεν περιμέναμε ούτε από Νάξο ούτε από Αμοργό να μας φέρουν</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Κρέατα δεν αγοράζαμε, τυρί δεν αγοράζαμε, τίποτα, όλα τα ΄χαμε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Nov 2023 09:45:11 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5429</guid>

					<description><![CDATA[<p>Γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/">Κρέατα δεν αγοράζαμε, τυρί δεν αγοράζαμε, τίποτα, όλα τα ΄χαμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don4-4.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Πώς ζούσατε εδώ πέρα; […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ: </strong>Πώς ζούσαμε; Οι καλλιέργειες που κάναμε στα χωράφια. Όλα τα χωράφια τα σπέρναμε σιτάρι, κριθάρι. Δεν αγοράζαμε αλεύρια. Κάτι λίγοι που δεν είχαν πολλά χωράφια αγοράζανε, αλλιώς εμείς τα σπέρναμεν όλα. Τώρα δεν κάνουν ούτε ντομάτα να φάνε. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Κρεμμύδια βγάζατε κι εσείς;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Κρεμμύδια βγάζαμε δυο, τρεις χιλιάδες οκάδες. Ο παππούς σου ήβγαλεν έξι, εφτά χιλιάδες οκάδες. Είχαμεν τα ζώα, είχαμεν τα κατσίκια, είχαμεν όλα αυτά. Κρέατα δεν αγοράζαμε, τυρί δεν αγοράζαμε, τίποτα, όλα τα `χαμε. Ε, μόνο κανά μακαρόνι, ρύζι, τέτοια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Αυτά από πού τα αγοράζατε; Υπήρχε κάποιο μαγαζί εδώ;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Είχε μαγαζί, είχε. Πήαινε στη Νάξο, ηφόρτωνε μια βάρκα, την ήφερνε και πούλειν εδώ, ο Μιχαλάκης. Κρασά είχεν πολλά, είχεν αμπέλια. Πάρε παράδειγμα από του παππού σου επίσω. Είχε 15 μεροκάματα αμπέλια και τώρα έχει μία ρίζα στον Κέντρο έ;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μ:</strong> Ούτε μία.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Δεκαπέντε μεροκάματα ηκάναμε εκεί από το πρωί μέχρι το βασίλεμα του ήλιου. Έξι, εφτά εργάτες. Εμείς δεν ηκαθόμαστε στο μαγαζί απάνω στις παγκάδες, αλλά μόνο την Κυριακή, κι εκείνη άμα `τον καλοσύνη ήμαστε στο ψάρεμα. Δεν είχε μαγαζά και τέτοια, μόνο τη σκόλη. Τότες που λες δεν ηγυαλίζαμεν παγκάδες. Το πρωί ήθελε να σηκωθούμε από την αυγή στο χωράφι, να σπείρωμε, μετά να τα φυτέψωμε τα κρεμμύδια, να τα σκαλίσωμε, να τα βγάλωμε.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Καλ:</strong> Τυρρανίες. Πρώτα ήτονε τυρρανίες. Από τη νύχτα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Το καλοκαίρι να πάμε στα χωράφια να τα ξυλοκόψωμε, να τα ετοιμάξωμε, να `ναι έτοιμα τον Οκτώβρη, να τα σπείρωμε. Και ζούσαμεν από πάνω από το νησί, δεν αγοράζαμε ψωμιά και αλεύρια. Πατάτες ηβγάλαμε μια στοίβα. Δεν μας ήμεινε καιρός με το θέρος και κάναμε μία στοίβα ίσα με κει πάνω μες στο σπίτι, για να τις τακτοποιήσωμε μετά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μ: </strong>Μοναστήρια τα σπίτια.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Ε, ο συχωρεμένος ο πατέρας σου είχανε 100 κεφάλια κατσίκια. Τυριά, κρέατα, χοίρους ηκάναμε κι εμείς αφού ηπαντρεύτημε. Τώρα λίγα χρόνια είναι που δεν ηκάναμε χοίρο. Κάναμε ένα χοίρο 100, 120 οκάδες, τον ηπαστώναμε, άλλο καβουρμά, και περνούσαμεν όλον το χειμώνα. Τότες ήμαστεν και παιδιά, ητρώαμεν ό,τι είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μ:</strong> Τώρα τα χοιρινά απαγορεύγονται…</p>



<p class="wp-block-paragraph">&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/">Κρέατα δεν αγοράζαμε, τυρί δεν αγοράζαμε, τίποτα, όλα τα ΄χαμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Το πρώτο γάλα που κάνει η κατσίκα τη δεύτερη μέρα που την αρμέεις, μόλις το `γγίξεις στη φωτιά, γίνεται τυρί</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/to-proto-gala-poy-kanei-i-katsika-ti-deyteri-mera-poy-tin-armeeis-molis-to-%ce%84ggixeis-sti-fotia-ginetai-tyri/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/to-proto-gala-poy-kanei-i-katsika-ti-deyteri-mera-poy-tin-armeeis-molis-to-%ce%84ggixeis-sti-fotia-ginetai-tyri/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 14:09:48 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5266</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η πρωτοαλιά. Φιλονικία μεταξύ βοσκών.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-proto-gala-poy-kanei-i-katsika-ti-deyteri-mera-poy-tin-armeeis-molis-to-%ce%84ggixeis-sti-fotia-ginetai-tyri/">Το πρώτο γάλα που κάνει η κατσίκα τη δεύτερη μέρα που την αρμέεις, μόλις το `γγίξεις στη φωτιά, γίνεται τυρί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-6.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Η πρωτοαλιά. Φιλονικία μεταξύ βοσκών</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ήμουν εγώ κοπέλι κι είχα [&#8230;] στις Μυλωνάδες, που είχεν το μύλο Ποπάκι μου, και ήβοσκα δυο χρόνια, κι ήτανε λοιπόν ο Μπάμπης κι ήβοσκε του συγχωρεμένου του παππού σας τα ζώα και τα πηαίναμε εκεί από πίσω στους Πιτίλιδες, που είναι δικά τους όλα εκείνα. Είχαμε κατσαρόλια μαζί που παίρναμε φαΐ.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Μαγειρεύγετε κιόλα!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Από πάνω το φαΐ που είχαμε μέσα στα κατσαρόλια ίντα κάναμε; Οι κατσίκες οι ήμερες, τις αρμέαμε, και ηνάβγαμε φωτιά που `κανε κρύο το χειμώνα και κάναμε πρωτοαλιές. Μια φορά, μου λέει, «Εσύ θα πρέπει να γυρίσεις τα κατσίκια.» «Δεν ηξέρεις», λέω, «εσύ να κάμεις την πρωτοαλιά, θα χυθεί η πρωτοαλιά.» Λέει, «Όχι εγώ θα την εφτιάξω.» Πάω λοιπόν να γυρίσω τα κατσίκια κι ώσπου να πάω εγώ μακριά εκεί πάνω να τα γυρίσω κάτω, η πρωτοαλιά ηγίνηκε και μου φαε την πιο πολλή και μου λέει, «Χύθηκε!» «Πού εχύθη» λέω, είχαμε μια φιλονικία, «Πού εχύθη», λέω, «Πού είναι η φωτιά» λέω, «που καθούμαστε;» Γιατί ξέρεις τι ήκανε; Εκεί που `χαμε τη φωτιά αναμμένη, ήτρηξε πιο κει κι ήφυε από τη φωτιά, γιατί σου λέει, θα καταλάβει αυτή ότι… «Πού εχύθηκε;»&nbsp; Καλή, χρυσή του ώρα εκεί δα που είναι κι όποτε ηκατέβαινε που πήαινα στη γιαγιά σου το μνημόσυνο, που μου τα `φτιαχνεν η κακομοίρα, μου λέει, «Πού είναι η πρωτοαλιά;» Μου λέει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Η πρωτοαλιά τι είναι θεία;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Είναι το πρώτο γάλα που κάνει η κατσίκα, τη δεύτερη μέρα που την αρμέεις, μόλις το `γγίξεις ας πούμε στη φωτιά, γίνεται τυρί, και τη λέμε πρωτοαλιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Άμα πρωτογεννήσει η κατσίκα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Δε θέλουν πυτιές ας πούμε μέσα, παρά γίνεται από της κατσίκας&nbsp; το γάλα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Το βάζεις και το βράζεις και γίνεται τυρί γίνεται αμέσως. Δε θέλει δηλαδή ούτε πυτιά τίποτα να βάζεις μέσα.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε: </strong>Καμένα χρόνια! Καμένα χρόνια!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Κι είναι ωραίο, πολύ ωραίο, όπως τη μυτζήθρα την τυροκομιστή, είναι γλυκιά.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-proto-gala-poy-kanei-i-katsika-ti-deyteri-mera-poy-tin-armeeis-molis-to-%ce%84ggixeis-sti-fotia-ginetai-tyri/">Το πρώτο γάλα που κάνει η κατσίκα τη δεύτερη μέρα που την αρμέεις, μόλις το `γγίξεις στη φωτιά, γίνεται τυρί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/to-proto-gala-poy-kanei-i-katsika-ti-deyteri-mera-poy-tin-armeeis-molis-to-%ce%84ggixeis-sti-fotia-ginetai-tyri/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 14:16:52 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5179</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι καλλιέργειες. Τα κρεμμύδια, τα καπνά</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/">Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don12-8.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι καλλιέργειες. Τα κρεμμύδια, τα καπνά</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ: </strong>Οι καλλιέργειες κρατήσανε, κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του `80 τουλάχιστον, ήτανε φουλ οι καλλιέργειες. Ε, φύγαν μερικά παιδιά, μερικές οικογένειες, αλλά είχεν κόσμο. Αφού να σημειώσω ότι πολλοί είχαμε ζευγάρια που λέμε, όλοι βόδια, ένα ζευγάρι βόδια και κάναμε… 5, 6 γαϊδούρια για να αλωνεύουνε με τα βόδια. Είχαμε, κάναμε καρπούς τότες. Υπήρχαν δυο ανεμόμυλοι κι ηλέθανε το στάρι, το κριθάρι, ξέρω γω. Ζυμώναν όλοι, είχαν φούρνους και ζυμώνανε οι πιο πολλοί, κι όποιος δεν είχε φούρνο επήαινε στο γείτονα. «Να ζυμώσω, να μου αφήσεις το φούρνο, να ψήσω το ψωμί» ας πούμε. Ήφερνες κλαδιά και τα λοιπά. Είχαν κατσίκια μπόλικα, γουρουνόπουλα, κότες κι είχαν και τη θάλασσα, ψάρια μπόλικα τότες, άμα πας στη θάλασσα αμέσως ήπιανες όσα ψάρια ήθελες. Τώρα δεν έχει… Ε, περνούσαν καλά. Η κάμψη της γεωργικής δουλειάς έπεσε από το `90 και δω που πιάσαν κάτι ξηρασίες. Το `90, `91, `92, τρία χρόνια ήτο ξηρασία και σταματήσαν. Δεν μπορούσαν ο κόσμος να ζήσει πια. Έσπερνες και δεν ηθέριζες. Πρωτοβρόχια ήκανε το Νοέμβριο, Δεκέμβριο αλλά Μαρταπρίλη δεν ήβρεχε, ενώ πριν ήβρεχε και ηκάνατε τα κρομμύδια. Ήβγαλε 200 τόνους κρομμύδι και το πουλούσανε, ναι, 200 τόνους. Λοιπόν καΐκια από την Κάλυμνο, από τη Σάμο, από τη Χίο, τη Μυτιλήνη εδώ όλο φέρναν το κρομμύδι όλο εδώ μέσα. Το παίρνανε, φτηνό ήτο βέβαια, αλλά εγίνοτο το κρομμύδι, άνυδρο. Είχαν ένα εισόδημα από αυτό, είχανε ζώα, επουλούσαν αρνοερίφια, μοσχάρια, χοίρους.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Θείε ήσασταν συνενοημένοι να φυτεύετε όλοι κρεμμύδι επειδή το πουλάγατε; Γιατί όλοι φυτεύανε κρεμμύδι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> ‘Ολοι ναι. Ε ναι, πρώτα εφυτεύανε, λέει, και καπνά, αυτά δεν τα πρόφτασα εγώ. Αλλά ύστερι που απαγορεύτην ο καπνός εδώ στα μέρη στα νησά, γιατί ήκανε παραγωγή η Μακεδονία και η Θράκη που ενσωματώθησαν στο ελληνικό κράτος, και ησταματήξαν εδώ την καλλιέργεια των καπνών, ηθέλαν να βοηθήσουμε τους άλλους Έλληνες εκεί που είχαν παραγωγή, μεγάλη παραγωγή. Με τα καπνά ηβγάλαν λεφτά και τότες και μετά το ρίξαν στο κρομμύδι. Το κρομμύδι είδαν ότι εγινότανε, έτσι τα χωράφια που κάναν καπνοκαλλιέργειες τα κάμαν με κρομμύδια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Α, μετά τα καπνά δηλαδή άρχισαν τα κρεμμύδια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Ναι, μετά. Και τα κρομμύδια βαστήξαν μέχρι τώρα, τελευταία. Τώρα δε βάλουν ούτε κρομμύδια ούτε στάρια ούτε…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Τώρα φυτεύουν δωμάτια! (γέλια)</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Και τα λιβάδια τα κάμανε δωμάτια! (γέλια)</p>



<p class="wp-block-paragraph">&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/">Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μόλις ήπεφτε πέτρα το ξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 11:55:39 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2430</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι ξερολιθιές</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/">Μόλις ήπεφτε πέτρα το ξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-18-Μόλις-ήπεφτε-πέτρα-το-ξαναχτίζανε.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι ξερολιθιές</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Και θεία, όλες αυτές τις ξερολιθιές, τις τραφιές που κρατάνε τα χωράφια, αυτές τις χτίζατε εσείς ή υπήρχε κάποιος που τις έχτιζε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Όλοι εδώ οι παλιοί, ο πατέρας μου, ο πατέρας της Σοφίας, ο θείος μου ο Νικόλας του Βαγγέλη ο πατέρας, πάνω, του Χρήστου ο πατέρας, ο νονός μου ο Αντώνης της Ειρήνης ο πατέρας, όλοι χτίζανε τους τοίχους τους. Ετούτες τις ξερολιθιές, τα τραφάκια, τα χτίζαν οι ίδιοι, δεν ηπαίρνανε ποτέ μάστορα. Όχι, κανένας. Ήτανε μαντρωμένα τα χωράφια, το μαντρώνανε γύρω-γύρω, όπως είναι πέρα κει στ` αλώνι. Τώρα έχουνε πέσει. Αλλιώς ποτέ δεν αφήνανε, που υπήρχαν αυτοί οι παλιοί όλοι, μόλις ήπεφτε πέτρα, το ξαναχτίζανε, δεν το αφήνανε να ισοπεδωθεί.&nbsp; Και βάζαμε τα ζώα μέσα στο χωράφι. Εμείς πίσω τα χωράφια, κει που είναι συκιές μαντρωμένες, αν πηγατε μέχρι εκεί πίσω, ο Μιχάλης πλήρωσεν τον Αντώνη απάνω κι έφερε σύρματα και τις εμαντρώσαμε τις συκιές, πριν δεν είχαμε σύκο να φάμε, τα τρώγαν τα ζώα, τα κατσίκια, δεν αφήνανε… Το χωράφι που το `χαμεν εμείς ήτανε ολόκληρο έξι στρέμματα χωράφι, ήταν μαντρωμένο και βάζαμε τα ζώα μέσα. Αφού θέλει να τελειώσουμε τα σπαρτά ή καλοκαιρινά, αν είχαμε σπείρει ή κρεμμύδι, οτιδήποτε, τα βάζαμε μέσα, τα κλείναμε και δεν ηβγαίνανε πια έξω. Πηγαίναμε τα παίρναμε, τα ποτίζαμε και τα ξαναβάζαμε πάλι μέσα στο χωράφι, δεν ηβγαίναν έξω. Γι` αυτό φαίνονται οι πέτρες αυτές, αλλά τώρα έχουνε πέσει. Ο δρόμος που πάει μέχρι πίσω σ` ένα ορισμένο σημείο, ήτανε χτισμένος μέχρι πίσω-πίσω. Όλα ήταν μαντρωμένα. Κάθε ένας είχε το δικόν του μαντρωμένο. Ο παππούς σου […] είχεν αρκετές κατσίκες και τις επήγαινε και τις εμαντρίζε, δε βαριότανε, είχε χτίσει&nbsp; απέραντο μέρος. Εκείνος ο τοίχος που έχει μαντρωμένο, το έχεις προσέξει πόσο είναι; [&#8230;] Εγώ έχω περάσει και τώρα, από τη Σκοινούσα με το καράβι που βλέπω τις τοίχους, όλα τα χωράφια είναι κλεισμένα, αλλού με σύρμα κι αλλού με τοίχους.</p>



<p class="wp-block-paragraph">[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτά τώρα θεία τα φτιάχνανε οι δικοί σας προτού γεννηθείτε; Δηλαδή είναι πολύ παλιό χτίσιμο;<br><br><strong>Ελ:</strong> Ναι, παλιά χτισίματα, πριν γεννηθώ εγώ, τα `χανε χτίσει οι πιο παλιοί. Ε, απλώς κι οι δικοί μας χτίσαν ακόμα και τα μαντρώσανε και τα διατηρούσαν κιόλα, αν έπεφτε μια πέτρα από κατσίκι να βγει απάνω ή από κάτι να πέσει να γκρεμίσει ο τοίχος, τον εξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη, για να περνούνε τα ζώα, να μην μποδίζονται.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/">Μόλις ήπεφτε πέτρα το ξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Στην Αμοργό πήγα εικοσιπέντε χρονώ και έμαθα και είχα αργαλειό κι ήρτα εδώ κι ύφαινα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kai-tis-triches-ton-katsikio-yfainame/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kai-tis-triches-ton-katsikio-yfainame/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 15 Jun 2023 07:52:01 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1478</guid>

					<description><![CDATA[<p>Εκμάθηση αργαλειού στην Αμοργό. Οι υφάντρες της Δονούσας. Η διαδικασία της ύφανσης. Χάρισμα παλιών υφαντών</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-tis-triches-ton-katsikio-yfainame/">Στην Αμοργό πήγα εικοσιπέντε χρονώ και έμαθα και είχα αργαλειό κι ήρτα εδώ κι ύφαινα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don17-2-Εκμάθηση-αργαλειού-στην-Αμοργό.-ΠΡΑΣΙΝΟΥ-ΜΑΡΙΑ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Εκμάθηση αργαλειού στην Αμοργό</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Και πού τη μάθατε, θεία, την τέχνη;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Στην Αμοργό, στη Χώρα. Είχα μια θεία, αδερφή της μακαρίτισσας της μάνας μου, και πήγα, εικοσιπέντε χρονώ την έμαθα. Και είχα αργαλειό κι ήρτα εδώ κι ύφαινα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Εκεί μένατε, Καλοταρίτισσα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ: </strong>Καλοταρίτισσα, μάλιστα […].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Είναι εκεί ο αργαλειός τώρα είπατε; Μέσα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ: </strong>Μέσα, μέσα εκεί είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Και λειτουργεί τώρα ο αργαλειός;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Όχι&#8230; Αφού τα παράτησα, δε λειτουργεί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Και θεία, πώς και πήγατε να μάθετε τον αργαλειό εικοσιπέντε χρονών;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Ήμουνα στην Αμοργό και είχα μια θεία, κι είχεν αργαλειό, και κείνη μου `μαθε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα: </strong>Στην Αμοργό γιατί πήγατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Ήταν η μητέρα μου από κει, η μάνα μου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Και πήγατε για να μείνετε ή για να…;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Όχι, όχι, πήγα να δω τις θείες μου και με μάθανε εκεί αργαλειό. Μάλιστα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ: </strong>Κι εδώ ποιος τον έφτιαξε τον αργαλειό αυτόν; Τον φέρατε από την Αμοργό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Όχι. Ήτο μια γριούλα εκεί στην Καλοταρίτισσα και μου… τον αγόρασα από κείνη. Μα τότε υφαίνανε, υφαίνανε. Είχαν αργαλειά κι υφαίνανε.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 100px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Και τις τρίχες των κατσικιώ’ υφαίναμε</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don17-3-Και-τις-τρίχες-των-κατσικιώ-υφαίναμε.-ΠΡΑΣΙΝΟΥ-ΜΑΡΙΑ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι υφάντρες της Δονούσας. Η διαδικασία της ύφανσης</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ: </strong>Και ποιοι άλλοι ήταν δηλαδή που κάνανε αργαλειό πριν από εσάς;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Ήτον η μακαρίτισσα η… `ην ηξέρω τι, η μαμή. Η μαμή που `χει το σπίτι εδώ, η Βαγγελιώ η Ψεύταινα ήκανε κι εκείνη αργαλειό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Α, ήσασταν δηλαδή κάμποσες;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Ήμαστε, αλλά εκείνες… Εγώ την είχα μάθει την τέχνη στην Αμοργό και με προτιμούσαν. Μου φέρναν από το Κουφονήσι, μου φέρναν… Ο Νικολάρας, τον έχετε ακουστά; Μου φερνε τσουβάλια και μου `λεε, «Αυτά θα μου φτιάξεις» και του `φτιαχνα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Τι έφερνε, μαλλί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Ναι, ναι, ναι. Φάρδια τα λέγαμε εμείς πρώτα. Μου `φερνε διάφορα χρώματα, όπως είν` εκείνη η τσαντούλα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Σας το `φερνε φτιαγμένο σε νήμα ή το κάνατε εσείς; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ: </strong>Σε νήμα, σε νήμα, σε νήμα μάλιστα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Αλλά εσείς εδώ τα κάνατε όλα ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Ναι. Εδώ ήβαζα… Είχαμε κάτι ψιλό, στημονάκι το `λέγα`. Ήβαλα το στημόνι και ήβαζα τα φάρδια. Το στημόνι. Το στημόνι είναι η κλωστή που βάλεις στον αργαλειό και τα δένεις. Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δεσπ:</strong> Πόσες μέρες έπαιρνε μια κουρελού, περίπου;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Ε, ένα φύλλο από κει από την πόρτα μέχρι εδώ, ύφαινα ένα φύλλο την ημέρα. Από κει μέχρι εκεί, μάλιστα. Η κουρελού είναι εύκολη, εύκολη.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα: </strong>Αυτά είναι πιο δύσκολα, τα σεντόνια, τα στρωσίδια;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Ε πιο δύσκολα, πιο δύσκολα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Πιο λεπτά ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ: </strong> Ναι, ναι, ναι. Έχον κάποιοι σαΐτα και περνάγαν.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ: </strong>Είχε πρόβατα στη Δονούσα και παίρνατε μαλλί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Είχε, είχε. Είχε πολλά πρόβατα, είχε, αλλά βρίσκαμε και από…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχαήλ:</strong> Από την Αμοργό τα φέρνανε τα πιο πολλά μωρέ.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ: </strong>Από τη Γιάλη, από την Αμοργό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχαήλ: </strong>Νάξο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ: </strong>Και τις τρίχες των κατσικιώ` υφαίναμε!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Δεν πήγαινε χαμένο τίποτα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Όχι, όχι. Τώρα όλ` αυτά παιδάκι μου…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δεσπ:</strong> Μπορείτε να υφάνετε τώρα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Βαγγ:</strong> Όχι κοπέλα μου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Όλη νύχτα τα βλέπω στον ύπνο μου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχαήλ:</strong> Θέλεις, θέλεις… Δεν είναι μόνο τα χέρια να κουνάς, είναι και τα πόδια…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Βαγγ:</strong> Μέχρι τις τρεις η ώρα τα μεσάνυχτα ύφαινε για να κάμει… Να στείλει τον αδερφό μου να σπουδάξει.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 100px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Α κουρελούδες, κουρελούδες ύφαινα βουνά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don17-12-κουρελούδες-ύφαινα-βουνά.-ΠΡΑΣΙΝΟΥ-ΜΑΡΙΑ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Χάρισμα παλιών υφαντών</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Ήρτεν κάποιος, κάποιος ο Λευτέρης που `ναι κει πίσω, που `χει σπίτι εκεί πίσω, και είχα ένα στρωσίδι στο παράθυρο παρμένο εκεί… λιωμένο, χωνεμένο, και μου λέει: «Δώσε μου το και πες μου τι θέλεις να σου δώσω.» Για έθιμο, να το πάρει παλαιό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δεσπ:</strong> Και του το δώσατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ:</strong> Ω τι να το κάμω; Και να μου το πληρώσει σιγά, αφού είναι κομ… Κουρέλια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Κουρέλια ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μαρ: </strong>Ε ναι. Α κουρελούδες, κουρελούδες ύφαινα βουνά.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-tis-triches-ton-katsikio-yfainame/">Στην Αμοργό πήγα εικοσιπέντε χρονώ και έμαθα και είχα αργαλειό κι ήρτα εδώ κι ύφαινα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kai-tis-triches-ton-katsikio-yfainame/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν΄ η καρουλοκλωστή</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 20 May 2023 08:27:34 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1538</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η σωστή φωτιά για τη ρακή. Το σωστό σταφύλι για ρετσίνα. Τα τρυοπάτια και τα λιοψημένα σταφύλια. Βουδιά για να σφραγίσει το καζάνι της ρακής.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/">Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν΄ η καρουλοκλωστή</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-9-Η-ΣΩΣΤΗ-ΦΩΤΙΑ-ΓΙΑ-ΡΑΚΗ.-ΠΡΑΣΙΝΟΣ-ΣΤΑΥΡΟΣ.-ΠΡΑΣΙΝΟΥ-ΦΑΝΗ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η σωστή φωτιά για τη ρακή</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Της τσικουδιάς το καζάνι άμα το &#8216;χεις με ξύλα, εμείς είμαστε με τη θειά, είμαστε συνεργάτες, συνεργαζόμαστε, πρέπει το καζάνι να το φυλάεις, όταν ειν&#8217; με ξύλα. Τα ξύλα θα πάρουνε ντομάνι, θα κατατάξου [?], θα πάρουνε φουλ θα πετάξου [?]. Αυτό το πράμα πρε&#8217; να το προσέχεις, άμα σου πάρει φούντο θα σου κατέβει η ρακή νερό κι άμα &#8216;ναι με τη φωτιά τη σιγανή, η ρακή θα κατεβαίνει&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Άμα πάρει φωτιά θα βγούν, θα βγουν από το λουλά τα τσίκουδα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Εκείνοι που ηρακεζεύανε τώρα εκεί που πήγα εκεί, ητρώαν μπριζόλες, επίνανε  το γλεντάνι [?] άναβε, μα για βάστε ρε κουμπάρε. Το &#8216;πα εγώ του θείου του Μήτσου. Του λέω, ρε συ, έτσι ρακεζεύουν, λέω; Τα ξύλα γαντάνια [?] Όταν το καζάνι, λέω, πάρει, φουλάρει το ξύλο, ξύλο είναι, ήκανε μια φου το καζάνι θα φουλάρει, θα κατέβει η ρακή νερό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Πηγαίνουν, θείε και τα βλέπουνε, δεν τ &#8216;αφήνουν&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ορίστε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Πηγαίνει μέσα και τα βλέπουνε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Βρε &#8216;συ εγώ&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Ο Μιχάλης έβγαλε ωραία ρακή φέτος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ακούς Μιχαλάκη; Το καζάνι στην αρχή θέλει κανονικιά φωτιά να το&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Να πάρει μπρος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Όταν αρχίσει και κανονίζει, βάλεις χοντρό ξύλο με σιγανή φωτιά&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Θέλει τέχνη να σε χαρώ&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Να κατέβει η ρακή, άμα του δώσεις ντουμάνι&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Αυτή η τέχνη είναι [???] τέχνη, πάει τελείωσε, όχι φου και φου. Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν&#8217; η καριδοκλωστή [?].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Λένε σιγά σιγά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Με το κάρβουνο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Μπράβο. Θα το φουλάρεις το καζάνι να θε να κινήσει και μετά θα βγάζεις τα ξύλα, να μείνει το κάρβουνο. Όταν το δεις και χαμηλώσει, ας πούμε ξέρω &#8216;γω, θα του βάλεις λιγάκι φωτιά, ε. Αλλά όχι να μου τρως μπριζόλες, να πίνεις και το καζάνι να τρέχει ο λουλάς νερό μέσα και μετά, λέει, η αυτή η ρακή αδύνατη. Έτσι δα γίνεται η φωτιά&#8230; οι ρακές; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ε μου λες; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ: </strong>Έλα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Θα καπάρλισεν [?] η φωτιά και κατέβαινε ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Έλα να σου πω, έτσι λέμε, λέμε. Βγαίνει η ρακή αδύνατη, μα&#8230; Το καζάνι εδώ το φυλάεις.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Αχ καμένα χρόνια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Ε μπορεί και τα τσίκουδα να ΄ταν όμως αδύνατα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Δεν είναι τα τσίκουδα, Μιχάλη!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Μπορεί τα τσίκουδα, Μιχάλη, αλλά πρέπει το καζάνι να το φυλάεις.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Να το προσέχεις.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύ: </strong>Ε αμέ.  </p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Τα λιοψημένα βάρδα να μην είναι σαπισμένα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-12-ΤΟ-ΣΩΣΤΟ-ΣΤΑΦΥΛΙ-ΓΙΑ-ΡΕΤΣΙΝΑ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Το σωστό σταφύλι για ρετσίνα</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ε μου &#8216;λε, ξερ&#8217; ήντα μου &#8216;λεε, Σταύρο, ο πατέρας σου ο συχωρεμένος; Πώς ηθέλα&#8217; λέει, να κάμου&#8217; ριτσίνα πάνω για τα&#8230; Αυτό. Ήρτε, λέει, ο παπά Μιχάλης και τον ηρώτηξε ο παππούς ο γέρο Δημήτρης, πώς την κάνουν τη ριτσίνα. Του &#8216;πεν, ας πούμε, να &#8216;ναι τα σταφύλια γερά, αλλά εκείνος ηνόμιζε να &#8216;ναι λίγο ξυνά (γέλια).</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Για ρετσίνι&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ηκόψαμε μου λέει, τα ΄λεεν ο θεός συχωρέστον ο πατέρας σου, από &#8216;κει, λέει, από τις Λούρους(?) κάτι σταφύλια ξινοπά. Τα πατήσαμε, τα βάλαμε στο βαρέλι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Πάει το σταφύλι στο διάολο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Αφού, λέει, ηπροβάλανε στην Κλαδαριά, των ήρτε η ξινίλα. Από το σεκάρισμα(?) που &#8216;γινε γλυκάδι, σμπαράρισεν(?) το βαρέλι. Ναι, μα των είπε ηγερά, να μην είναι σαπισμένα κι εκείνοι νομίζανε να βαστιούνται λίγο στο ξινό. Το σταφύλι θέλει να ωριμάσει στη μάναν του.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ο Νικολάρας, Μιχάλη, που &#8216;ρχοντο κι έπαιρνεν τα σταφύλια απ&#8217; το Μοσκωνά, που τα &#8216;παιρνε για ρετσίνα ήλεεν ότι, το σταφύλι, ας πούμε, που είναι για ρετσίνα βάρδα να μην έχει σαπίλα. Το να ΄ναι, λέει, ψημένο από τον ήλιο, το κατεβάζεις με το νερό. Η σαπίλα, σου λέει, για ρετσίνα δεν κάνει. Το να το κάνεις, ας πούμε, κρασί και ξέρω &#8216;γω, δεν σε πειράζε, αλλά η ρετσίνα βάρδα μην έχει σαπίλα. Το να &#8216;ναι το σταφύλι ψημμένο στην επιφάνεια όπως φαίνεται, δεν το νοιάζει θα το κανονίσει με το νερό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Κάνετε ρετσίνες εδωπέρα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Όοοοχι. Μια φορά ήρτεν ο Γραμματικός, να πάρει σταφύλια από το συχωρεμένο το Μήτσο. Λοιπό ο συχωρεμένος ο Μήτσος τα λιοψημένα δεν του τα &#8216;βαλε. Ααα, του λέει, τα λιοψημένα βάρδα να μην είναι σαπισμένα. Ο Γραμματικός ήκανε σου λέει ριτσίνα όπως&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Όπως είν&#8217; η λίρα το χρώμαν της.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ήκαμα κι εγώ μια φορά ένα βαρέλι, μου πέτυχε μια χαρά. Την άλλη φορά το &#8216;βαλα δε μου ξαήγινε. Άη στο διάολο λέω τώρα&#8230; Ναι.  </p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Τα ‘βαλες μες στο πατητήρι, σε μια μέρα δυο πρέπει να τα πατήσεις, για να μη σου ξινιάσου </h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-13-ΤΑ-ΤΡΙΟΠΑΤΙΑ-ΚΑΙ-ΤΑ-ΛΙΟΨΗΜΕΝΑ-ΣΤΑΦΥΛΙΑ.-ΠΡΑΣΙΝΟΣ-ΣΤΑΥΡΟΣ.-ΠΡΑΣΙΝΟΥ-ΦΑΝΗ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα τρυοπάτια και τα λιοψημένα σταφύλια</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Τα σταφύλια,Μιχάλη, θέλουν μεγάλη δουλειά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Να τραβήξει ο ήλιος, να τραβήξει την αυτή να μείνει. Αυτά που&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αυτά ας πούμε τα τρυοπάτια που μαζεύγαμε από μέσα στα αμπέλια, ας πούμε, τα τρυοπάτια. Τα τρυοπάτια είναι να μαζέψεις τη ρώα που θα τρυήσ&#8217;&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Κάνα σαπίμένο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Κάνα σαπιμένα, κάτι ξέρω &#8216;γω γινομένα, τα μαζεύεις, ας πούμε, τα κάνεις τρυοπάτια. Τα &#8216;βαλες μες στο πατητήρι, σε μια μέρα δυο πρέπει να τα πατήσεις, για να μη σου ξινιάσου&#8217;. Αυτά είναι κρασί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Και αυτά τα τρυοπάτια σου λένε, ότι σε δέκα μέρες να τα ρακεζέψεις.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Ναι τα τσίκουδα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Τα τσίκουδα. Το λιοψημμένο άσ&#8217; το.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Το λιοψημμένο δεν το νοιάζει. Τα λιοψημμένα, Μιχάλη, τα τσίκουδα, ας πούμε λένε οι&#8230; Είχαμε ακούσει απο γονιούς μας, ότι τα βάζαν σε κουρούπια σε μέρη, τα σφραγίζα&#8217; και τα Χριστούγεννα τα ρακεζεύανε. Χριστούγεννα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Όποτε, λέει, είχανε χρόνο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ας πούμε να μην ξεθυμαίνει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Κι από πάνω με τι τα κλείναν τότε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ορίστε; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ: </strong>Από πάνω με τι τα κλείνανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Συκόφυλλα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Από πάνω βάζεις, βάζεις ένα μέρος και το χρήεις γύρω γύρω για να μην ξεθυμαίνει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Βάλεις συκόφυλλα από πάνω&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Συκόφυλλα βάζεις από πάνω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Καένα ρούχο και άμα με κουρούπι το χρήηεις. Άμα &#8216;ναι&#8230; Εγώ που&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Πώς θα το χρήσεις;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Με τη ζύμη αμά &#8216;ναι απ&#8217; αυτά τα κουρουπάκια&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Βάζεις και βουδιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Ήντα βάλεις;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Λάσπη&#8230; και λάσπη&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Ναι ρε παιδί μου, πώς θα το κλείσεις την τρύπα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Έλα σε παρακαλώ γέμισε το κουρούπι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong>Θα βάλεις μια [???] μεγάλη από πάνω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ναι μια [???] και βάζεις γύρω γύρω ή βουδιά ή ζύμη ή χώμα.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Αντί ζύμη έβαζε βουδιά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-14-Βουδιά-για-να-σφραγίσει-το-καζάνι-της-ρακής.-Σταύρος-Πράσινος.-Φανή-Πρασίνου.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Βουδιά για να σφραγίσει το καζάνι της ρακής</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Λοιπό, ο παππούς σου ο δάσκαλος της νονάς σου ο πατέρας, ήτανε άθρωπος, ας πούμε, [ch-] και ρακέζευε εκεί που, στο ρακεζό. Τα καζάνια γύρω γύρω ξέρεις πώς τα χρήουνε ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Ναι με τη ζύμη.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αντί τότες, αλεύρι δεν είχε και μας έλεγε ο συχωρεμένος ο πατέρας, ότι πήγαινε εκεί μέσα στις μάντρες, που &#8216;ταν τα βούδια του ο άθρωπος και μάζευε βουδιές. Ξέρεις πώς το χρήουν το καζάνι γύρω γύρω; Έβαζαν τη ζύμη. Αντί ζύμη, Μιχάλη, έβαζε βουδιά, βουδιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Του μοσχαριού δεν είναι βρώμικο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Λιπαρή, λιπαρή.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Και με ασπρόχωμα και με ασπρόχωμα,</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Έβαζε, λέει, βουδιά. Πόσες φορές μου το &#8216;χε πει ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι ο γέρο δάσκαλος, ας πούμε, αντί να βάλει αλεύρι, τότε τ&#8217; αλεύρι ήταν ξέρω &#8216;γω, πήγαινε μες στις μάντρες έβρισκε φρέσκια βουδιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Φρέσκια κιόλας;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Έκανε λέει, έκανε χλι (γέλια), χλι, βουδιά βάλαμε βουδιά χλι, χλι (γέλια).</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> θεός συχωρέστον. Θεός συχωρέστον.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Γελούσε, γελούσε ας πούμε, κείνοι ήταν αθρώποι κωμικοί ρε, παλιοί αθρώποι&#8230; Και πάντα στο μαγαζί&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Καμένοι παλιοί αθρώποι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>[ch-] άμα είναι να γελάσει έκανε χλι, χλι (γέλια). Ναι.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/">Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν΄ η καρουλοκλωστή</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
