<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Μοσχονάς | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-country/moschonas/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-country/moschonas/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Fri, 03 May 2024 08:54:07 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.1</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>Μοσχονάς | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-country/moschonas/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Nov 2023 20:11:11 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5615</guid>

					<description><![CDATA[<p>Παλιές ιστορίες για πειρατές και κλέφτες. Η σπηλιά του Πονήρη, ζωοκλοπές, τα βασιλικά, οι Γαϊδουροσπηλιές.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/">Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-32.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Γαλιότες. Σφάξιμο ζώων στην Καλοταρίτισσα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς, που &#8216;ρχότανε η κλεφτουριά. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Ποιοι;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Οι γαλιότες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Απ&#8217; την Αιγιάλη;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταυρ:</strong> Γαλιότες[ch-]. Τα καϊκια με σαράντα κουπιά[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Από πού ερχόντουσαν;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αυτοί ήτανε πειρατέ, ήταν κλέφτες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Πόσο παλιά λέμε τώρα;[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Πριν την Κατοχή.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Αυτοί ήτανε Έλληνες ήτανε ή ξένοι;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Έλληνες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Πειρατές, πειρατές, κλέφτες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ύστερη ήβγαν τα βασιλικά και είχεν άλλαν αυτή η κλεφτουριά. Ήβγαν τα βασιλικά. Γιατί, μου &#8216;λεεν ο παππούς σου, ότι μέσα στη λάγκα(?) ήτον φορτωμένο το καϊκι και είχεν πιο τα πράματα&#8230; Τις ηκυνηούσα&#8217;. Και ησφάζα&#8217; και η λάγκα ήτο μα&#8230; Και τα γδέρνα&#8217; και πετούσαν όλα κι είχαν μόνο τα γωνιά[?] και η λάγκα&#8230; Μου τα &#8216;λεεν ο παππούς σου ο Βασίλης[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Είχε γεμίσει αίματα και δερμάτια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Δε μου λες; Αυτή η χρονολογία ήταν επί Τουρκοκρατίας;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Πρέπει, πρέπει[&#8230;] Δεν υπάρχε βασιλικά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Τα βασιλικά τι είναι;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Οι βασιλιάδες, βασιλιάς.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Δεν υπάρχεν. Είχεν&#8230; Δεν είχαμε βασίλειο[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Και αυτά είχαν σαράντα κουπιά;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Σαράντα κουπιά η γαλιότα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Η γαλιότα κατεβαίνει με δεκαοχτώ κουπιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Σαράντα, σαράντα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ε, δεκαοχτώ από κάθε πάντα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Σαράντα.[ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ηκατέβαινε, λέει, ο πατέρας σου με τον πατέραν το από το Μοσκονα, τότες ηκατεβαίνανε τις μάντρες εκεί και ήτο, λέει, μέσα το λιμάνι εκεί η λάγκα&#8230; Αίμα κι ήβγαινε όξω!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Τα σφάζανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Και είχα&#8217;, λέει, το πανί από την πάνταν του δρόμου, για να μην τα βλέπουν οι αθρώποι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Να μη βλέπουν τα σφαχτά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Ναι. Άκου να δεις.&nbsp;</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Εγώ είχα έναν πετερό και επήαινα το βράδυ και κάθεαι και μου &#8216;λεεν ιστορίες</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-38.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Παλιές ιστορίες του πεθερού</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Εγώ, κοπέλα μου, είχα έναν πετερό, ήτον εκατό χρονώ και άμα έχασα τον άντρα μου, επήαινα το βράδυ και κάθεαι και μου &#8216;λεεν ιστορίες μέχρι Μικρά Ασίας τον πόλεμο.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Όταν εβγήκαν έξω από το αυλάκι αρχίσαν τις τουφεκιές μπου, μπου, μπου!</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-31.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ζωοκλοπή από πειρατές στην Κουμαριά</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Εγώ πάλι, εγώ πάλι έχω ακούσει αλλιώς. Ότι ο παππούς σου ο γέρο Μιχάλης κάθονταν, να πούμε, στην αυλή και βλέπει ένα φως και προχωρούσε προς την Κουμαριά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Εμένα μου τα &#8216;πεν ο πετερός μου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> [ch-] Άστο, άκουσε κι εμένα. Και προχωρούσε προς την Κουμαριά. Ο παππούς σου ο γέρο Μιχάλης είχε μια μάντρα στην Κουμαριά και βλέπει το καϊκι, το φως και πάαινε προς την Κουμαριά και λέει, αυτό δεν είναι καλός οιωνός και φεύγει και πάει από πάνω απ&#8217; το φτερό. Τα κατσίκια ήτον μες στη μάντρα, στη μάντρα. Αφού είδε το καϊκι και ήμπε μες στο αυλάκι, μες στην Κουμαριά, λέει από πάνω απ&#8217; το φτερό, εεεε ποιοι είναι; Τι είναι; Ακούσαν λοιπόν αυτοί και λαργάρανε[?], φύγανε. Όταν εβγήκαν έξω από το, από το αυλάκι, απ&#8217; την Κουμαριά, αρχίσαν τις τουφεκιές κι ο μπαρμπά Μιχάλης ο βοσκός ερχόταν προς το σπίτι του. Άκουσε τις τουφεκιές κι από πάνω του Παντελή η τραφιά ήταν σιτάρι&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Εμένα μου το &#8216;πεν ο πετερός μου αλλιώς.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ήταν σιτάρι, σε παρακαλώ δυο λεπτά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Ασ&#8217; το να δούμε πώς θα το πει, ασ&#8217; το να δούμε πώς θα το πει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Άκουσε λοιπόν τις τουφεκιές μπου, μπου, μπου και το&#8230; Πηγαίνα να προφυλαχτεί ο άθρωπος, ας πούμε, βγήκε από πάνω, που λες, στην τραφιά σιτάρι και ήμπε μες στο σιτάρι, για να μην τον εχτυπήσουν τα βλήματα και φύγαν αυτοί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Εμένα μου τα &#8216;πεν ο πετερός μου αλλιώς.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">&nbsp;</h1>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Αυτοί ήβγαν το βουνό κι πήραν το &#8216;να βαρέλι κρέας και το πετάξαν μες στο ρυάκα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-33.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο Γερ΄ Αντώνης που έκλεψε το φαγητό των πειρατών</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Έρχουνται, λέει, επά κάτω και αράζω&#8217; και είχαν, λέει, βαρέλια και τα παστώνα&#8217;. Έρχουνται, λέει, εδώ κάτω στη&#8230; Μου τα &#8216;λεεν ο παππούς σου, εγώ ηπήαινα και τον ήβρισκα και μου τα &#8216;λεε, άμα &#8216;χασα το Μήτσο. Ήρχουνται, λέει, επά κάτω στο Σαπουνόχωμα κι είχανε πάρει, λέει, ένα γκουρνί από το μυλωνά και το βράζαν να φάνε και τραβάει, λέει, ο ένας το φτυάρι και λέει: Από &#8216;υτήν τη γυναίκα που πήραμεν το γουρνί, είναι έγκυος και δεν το ξέρει και θα κάμει θηλυκόν παιδί και μας ηπιάσανε.&nbsp;&#8216;Εν ηπρόλαβε, λέει, να το πει κι ηπρόβαλεν το βασιλικό στου Μοσχονά τον κάβο και σηκώσαν ένα βαρέλι, μου τα ΄λεε εμένα ο πατέρας σου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Α και τους πιάσανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Αμέ, ήρταν και πήραν το καϊκι, αλλά αυτοί ήβγαν το βουνό κι πήραν το &#8216;να βαρέλι κρέας και το πετάξαν μες στο ρυάκα κι πήα το βουνό, μου τα &#8216;πεν ο πατέρας σου, ω τι μου ΄λεε! Και πάει ο γερ&#8217; Αντώνης, που το &#8216;δε και το παίρνει. Κατέβησαν αυτοί&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ποιος γερ&#8217; Αντώνης;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Επά πάνω. Λοιπό, πάνε το βράδυ να πάρουν το βαρέλι, να παν&#8217; κάτω στις Καλιόπουδες[?], να μαγειρέψουν να φάν&#8217; κι ήλειπεν το κρέας.Ναι. Λοιπο, του λένε ότι, να&#8230; Κράτηξε ό,τι κράτηξε, γιατί αν δε το φέρεις, θα πάμε να σου σφάξωμε το ζευγάρι σου τη νύχτα. Εμένα μου τα &#8216;λεεν ο πατέρας σου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Α το &#8216;χε βαστήξει αυτός ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Α το &#8216;χε κρυμμένο, είπα κι εγώ, βάσταγε ο πειρατής το βαρέλι κι ήτρεχε στο βουνό τσάμπα;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ήτον πολύ, πολύ&#8230; Ηπήεν λοιπό αυτός και το &#8216;φερεν εδώ μετάκρυψε, δεν το πήρε&#8230; Κι πήγαν και του &#8216;παν ότι, κράτηξε ότι &#8216;θελες να φας και το άλλο να το φέρεις να φάμε. Αλλά πώς ηφύανε πιο μετά&#8230; Το παπόρι με τα όλα[&#8230;], το πήρεν το βασιλικό. Είχανε βγει τα βασιλικά[???]. Μου τα &#8216;λεεν ο πατέρας σου&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Αυτό το βασιλικό ήταν σαν, σαν καταδίωξη δηλαδή;[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ναι, ναι. Εγώ ηπήαινα και τον ήβρισκα τον παππού σου και μου &#8216;λεεν έτσι παλαιά[&#8230;], παλαιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αυτά, αυτά σε παρακαλώ, αυτά, ποιανής χρονολογίας ήτανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ποιος ξέρει Σταύρο;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Χίλια οχτακόσια ενενήντα κάτι ήτανε.[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ποιας χρονολογίας, ας πούμε, ήταν αυτό;[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ποια χρονολογία μόνο δεν τον ηρώτηξα εγώ το συχωρεμένο, να μου πει ποια χρονολογία[&#8230;]</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Σε πρεσέρνανε για να πεις πού τα &#8216;χεις τα γελάδια κρυμμένα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-34.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Βασανιστήρια για να κλέψουν αγελάδες. Γαιδουροσπηλιές</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Οργώναν οι αθρώποι[&#8230;], οργώναν οι αθρώποι τα χωράφια[&#8230;], ζευγαρίζαν που λέμε[&#8230;], με γελάδια[&#8230;] κι ότα&#8217; λοιπό&#8217; εβλέπαν τη γαλότα, ότι ερχότανε, εεε εβγάλα&#8230; Εβγάλα τα, τα γελάδια από το ζυό, που λέμε και τρέφανε[?] με συχωρείς γαϊδούρια και πήγαιναν και κρύβαν τα γελάδια. Τις ζυκαλικές[?] που κάναν τα, τα ζώα, τα βόδια μές στα χωράφια, τις εχώνα&#8217;, για να μην τα βρουν αυτοί, ότι είναι βόδια. Και βγαίναν έξω και σου λέανε&#8230; Ερχόντουσαν λοιπό εκεί που &#8216;κανες ζευγάρι, έκρυβες εσύ τα, τα γελάδια και όργω&#8230; Έβαλες γαϊδούρια στο ζυό. Τα γαϊδούρια δεν τα &#8216;παιρνα&#8217; για κρέας, ναι. Ψάχναν αυτοί γελάδια και σου λέγανε, πού τα &#8216;χεις κρυμμένα τα γελάδια; Λες, δεν έχω γελάδια[&#8230;], δεν έχω γελάδια. Ρε, πού τα ΄χεις κρυμένα τα γελάδια; Δεν έχω ντε. Τι κάνανε; Είχαν ένα, ένα σκοινί, ένα κομμάτι σκοινί και στο &#8216;βάζαν εδώ. Εδώ πίσω είχαν ένα, ένα ξύλο, ένα ξύλο και το[&#8230;], το σφίγγα&#8217; λοιπό, το σφίγγαν εδώ, το σφίγγανε&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Βασανιστήριο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Σε πρεσέρνανε, για να πεις, πού τα &#8216;χεις τα γελάδια κρυμμένα. Να πάρουν τα γελάδια. Αφού λοιπό&#8217; εσύ πρεσαρίζεις, ας πούμ&#8217; και σου σφίγγει αυτός με το πρεσάρισμα που σου &#8216;βαζε εδώ πίσω, εσύ έβλεπες το, το χάρο. Αναγκαζόσουνα να, να του πεις, πού έχεις κρυμμένα τα γελάδια, κατάλαβες; Και &#8216;συ λοιπόν έλεγες τα &#8216;χω κρυμμένα&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Ηπηαίνα&#8217;, λέει Λευτέρη, εκεί που ζευγάριζε και του λένε, έχεις και ασερνικό ζώο&#8230; Πατουχιές[ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Λέμε ότι, ότι έκανε λέει, λέει εκάναν ζευγάρια εδώ πάνω στα[ch-]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Στις Βάρδιες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Στις Βάρδιες όπως το λες και είχαν κρυμμένα τα βόδια από &#8216;κει, που &#8216;ναι κάτι σπηλιές. Εμείς αυτές τις σπηλιές τις λέμε&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Γαϊδουροσπηλιές.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Γαϊδουροσπηλιές. Εκεί τα &#8216;χαμε κρυμμέν&#8217; τα βόδια, αλλά αφού ας πούμε σε πρεσάρανε[&#8230;] αφού λοιπόν τις επρεσάραν&#8217; τους αθρώπους[&#8230;], αφού λοιπόν πήγαν αυτοί απάνω και τους επρεσάρανε με τα, με τα σκοινιά εδώ&nbsp; και σε αυτό, σου λέει, τι να κάμωμε;[&#8230;] Και πήαν στις γαϊδουροσπηλιές, πήραν τις γελάδες και πήανε κάτω στη Μέσα Άμμο και τις βαρκάρανε[&#8230;] Και βάλαν μες στο καϊκι[???], πήγε λοιπόν ένας φουκαράς γεωργός και τις λέει του καπετάνιου: Δώσε μου, καπετάνιε, τη γελάδα μου, να πάω να οργώσω, που ΄χω τα παιδιά μου. Φέρε δυο τρεις ελιές και δώσε στον κύριο, στον άθρωπο να φάει.&nbsp;</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Με το που θολώσα&#8217; λοιπόν αυτονώ&#8217; τα μάτια με το τσίο, μπαφ με το φτυάρι!</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-35.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Πονήρης. Ο βοσκός που έδιωξε τους πειρατές</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Άραξε ύστερ&#8217; η γαλότα και άραξε στη Φωκοσπηλιά και βγήκαν έξω, να &#8216;ρτουν, να &#8216;βρουν το βοσκό, που βοσκούσε εδώ στις πλαγιές, στους Μοσχονάδες. Όταν είδε ο βοσκός, αυτούς ερχόταν για να του πάρουν το κοπάδι, αυτός καθόταν μες στη σπηλιά και τυροκομούσε. Ήταν τέσσερα, πέντε άτομα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Τρεις ήτο&#8217;, λέει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Τέλος πάντων.[&#8230;] Λοιπό&#8217; αυτός τους είδε, ας πούμε, ότι αυτοί θα του πάρουν το κοπάδι. Οι γαλιότες ήτον αραγμένοι στη Φωκοσπηλιά, ξέρεις πού είναι φωκοσπηλιά; Ναι. Λέει, παιδιά, κάτσετε, ας πούμε, να κάμω τη μανούρα, να πάμε μετά, να φέρουμε το κοπάδι, να το πάρετε. Αυτός έβγαλε το τυρί, έβγαλε τη μυτζήθρα, άρχισε, ας πούμε, ξέρω &#8216;γω, τους έβαλε όπως καθόμαστε τώρα εκεί. Εγώ ήμουν εδώ ο βοσκός. Βάζω λοιπόν φωτιά στο καζάνι κι ο τσίρος έγινε&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Βάλω το φτυάρι από κάτω στα κάρβουνα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Βγάζει λοιπόν ο τσίρος έγινε το άκουα φόρτε. Δίπλα του αυτό, αλλά ήτανε ε; Άντρας! Ήταν λοιπόν δίπλα του αυτοί οι κύριοι και περιμέναν τώρα αυτός, να τελειώσει το τυρί, να πάει να&#8230; Όπως λοιπόν καθότανε ο κύριος εδώ κι είχε το καζάνι&#8230; Ναι, είχε λοιπόν την αγκλιά, τη&#8230; Μια αγκλιά&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Μπουγέλο, ένα μπουγέλο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ένα μπουγέλο κι όπως ήταν λοιπόν αυτοί εδώ και περιμέναν το βοσκό να&#8230; Ξέρω &#8216;γω, να πάει για το κοπάδι, κάνει παφ με το χέρι το[???] μες στα μάτια. Αυτοί ηπάθα&#8217; μπόδιτσα[?]. Είχε λοιπόν αυτός ένα σιδερόφτυαρο&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Στα κάρβουνα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Στα κάρβουνα, λέμε, ναι&#8230; Με το που θολώσα&#8217; λοιπόν αυτονώ&#8217; τα μάτια με το τσίο, μπαφ με το φτυάρι!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Τους σκότωσε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Και τους, τους ερημοσκοτίνιασε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Του Πονήρη η σπηλιά δεν είναι εκεί;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αφού λοιπό&#8217;, αφού που είδαν αυτοί[&#8230;], που περιμένανε ότι, που περιμένανε ότι θα πάει το κοπάδι, να το μπαρκάρου&#8217;, ότι αργούνε και ξέρω &#8216;γω, σου λέει κάτι συμβαίνει και σηκώνει και φεύγουνε κι έτσι ο, ο τσομπάνος γλίτωσε το κοπάδι.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/">Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε, τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 10:00:47 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5236</guid>

					<description><![CDATA[<p>Γυτιές. Ξεμάτιασμα. Συνταγές πρακτικών φαρμάκων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/">Μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε, τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-24.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Γητειές. Ξεμάτιασμα. Συνταγές πρακτικών φαρμάκων</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε: </strong>Η συγχωρημένη η Αννιτσώ, […] ο Μαρινάκης, αυτοί ηξέρανε κι όταν σε ξεμάτιαζε, σε ξεμάτιαζε με την άκρια του φουτά σου. […] Με την άκρια του φουτά σου το ξεμιάτιαζε, λέει, ο συχωρημένος ο Μαρινάκης. Και ήξερε αν είναι άντρας ή γυναίκα, που σ` έχει ματιάσει. Για ζώο σου μάτιαζε, για τον ίδιο σε μάτιαζε, ήξερε τι είναι. Για ζώο, για γυναικα, για άντρας. Αλλά τι ελέγαν όμως δεν ξέρω. Τι ελέγανε δεν ξέρω. Κάνανε πολλά παλιά, ήτανε παλιοί κι ηκάμναν τον αγαθό, αλλά κάνανε πολλά. Κι αντρόγυνα, λέει, δένανε. Κάνανε πολλά παλιά. Μη νομίζεις επειδής ήτανε παλιοί, ξέρανε πολλά και κάνανε. Τότες γιατρούς, δεν υπήρχαν τότες γιατροί, τότες οι γιατροί ήτανε… ό,τι ήξερε. Άμα έβγαζες ένα σπυρί, ήτανε κάποιοι που ξέρανε και σου κάνανε κάποια γητειά, τα λέγανε τότες. Λέει το γήτεψα κι έγινε καλά. Το γήτεψα, λέει, κι έγινε καλά. Βγάλαν σπυριά, κάναν αλοιφές. Βάλανε διάφορα, βάλανε μαστίχι, βάζανε… Ύπαρχε ένα που το λέγανε καρδιοφύλλι κάποιο λουλούδι ήτανε, πράσινο φύλλο ήτανε που το λέγανε καρδιοφύλλι. Βάλανε τέτοιο, βάλανε ασκέλα, βγάλανε από κάτω το βορβό, το κοπανούσανε, τα `φταχνε, ηβάλανε λάδι, ξερω γω τι άλλα βάλανε μέσα. Η συχωρημένη τ` Ανιτσώ τα `φταχνε αυτά και αυτά ηφτιάχναμε και ηβάλαμε απάνω άμα βγάλαμε σπυρί. Μαζεύαμε τις αράχνες, άκου εσύ, μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε στην φωτιά λίγο και τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε. Όταν χτυπούσαμε φερειπεί` το χέρι μας, για το κόβαμε, για χτυπούσαμε με καμιά πέτρα, για κάτι να χτυπήσωμε, εβάλαμε αυτό απάνω να μας περάσει. Περνούσε, περνούσε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Αυτό με το γόνατο με το κρεμμύδι το ξέρετε που λέγατε άμα χτυπήσεις κάπου γόνατο…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Άμα χτυπήσεις κοπανάς κρεμμύδια. Άμα πέσεις και χτυπήσεις κοπανάς κρεμμύδια και τα βάζεις επάνω… -ξξξξτ! Καλλιώ παιδί μου, διώξε το πετεινάρι, θα μου φάει τους βασιλικούς!- Ακόμα τώρα γίνεται αυτό, κοπανάμε κρεμμύδια και τα βάζουμε απάνω να περάσει. Εγώ δεν έχω βάλει κρεμμύδια ποτές μου, αλλά τα βάζουνε πολλοί.[…]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αράχνη έχετε βάλει όμως.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Αράχνη ναι. Κι υπήρχε κι ένα βότανο στη γη, που `τανε σα μανιτάρι, αλλά πολύ μικρούτσικο. Αυτό το `πιανες, το πίεζες κι έβγαλε από μέσα καπνό, μαύρο καπνό, και το βάζαμε και αυτό απάνω. Κι έκανε, λέει, κι αυτό καλό. Είχαμε τέτοια. Ηκάναμε και το άλλο άμα χτυπούσαμε -τωρα να βάλεις τέτοιο θα πάθεις και τέτανο- ηβάζαμε καβαλίνα από τα γαϊδούρια, στεγνή καβαλίνα. Άμα χτυπήσωμε και `τρεχε το αίμα και δεν σταματούσε, ήμαστε έξω, για χώμα ήθελε να βάλωμε, για καβαλίνα, για από τσιγάρο. Ανοίαμεν ένα τσιγάρο, εβάλαμε τον καπνό απάνω, να σταματήσει το αίμα. Αυτό κάναμε. Εγώ που `κοψα το χέρι μου αυτό και δε πως είναι, με το δραπάνι που θερίζαμε, […] μου το πήρε το δραπάνι έτσι κι ήμαστε στο Μοσχονά εθερίζαμε, και άνοιξε ο θείος -τότες κάπνιζε ο θείος μετά αρρώστησε, το παράτησε το τσιγάρο- και μου `βαλε απάνω καπνό και μου το `δεσε και μετά σαμάρωσε τη γαδάρα που είχαμε μια γαϊδούρα και με `φερε ο Βασίλης ο γιός μου. Έκατσα πάνω και ήρθα σπίτι γιατί… Αφού ηλιποθύμησα, κουρασμένη ας πούμε, μες στην ζέστη, και μου το πήρε έτσι. Και με το τσιγάρο σταμάτησε. Πώς να σταματήξει μες στο Μοσχονά το αίμα; Αυτά βάλαμε τότες, δεν υπήρχανε γιατρικά. Τίποτα, δεν πάθαινε κανένας τίποτα, όλα ηγίνουντο καλά, όλα, όλα. Τώρα όμως έχει αμολυνθεί η ατμόσφαιρα, τώρα δεν κάνουμε τέτοια πράγματα τίποτα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτά τα φυτά που κάνατε τις αλοιφές υπάρχουν ακόμα; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Η ασκέλα υπάρχει. […] Όχι η κρομμυδασκέλα. Η κρομμυδασκέλα πιάνει φαγούρα. Άλλη ασκέλα είναι αυτή. Αυτή που βάλει απάνω λέγουντο ασφοντύλοι, που λένε τα σφοντύλια. […] Άλλο η κρομμυδασκέλα, άλλο η ασκέλα. Αυτή από κάτω έχει πολλά βυζιά, σα γλυκοπατάτα είναι από κάτω, μικρούλια, ας πούμε, όπως τα δάχτυλα μου είναι από κάτω. Αυτά τα βγάζεις, τα καθαρίζεις, τα πλένεις και μετά τα κοπανάς και το ζουμί αυτό που βγάζει, αυτό το φτιάχνεις αλοιφή. Τώρα τι άλλο βάλανε μέσα δεν ξέρω, βάλανε σαπούνι, δεν ξέρω αν βάλανε και σαπούνι, καρδιοφύλλι, λάδι και κάτι άλλο πρέπει να βάζανε μέσα κι έκανε αλοιφή, ολόκληρα βάζα. Κι αυτό ηβάλαμε πάνω στην πληγή. Ό,τι είχαμε αυτό ηβάζαμε εκεί να γίνει καλά. […] Τα κάνανε κι άλλες γυναίκες, αλλά η Ανιτσώ ήτανε η τεχνήτρα, αυτή τα `φτιαχνε αυτά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Άντρες κάνανε τέτοια;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ: </strong>Ο Μαρινάκης. Παλιός, πολύ παλιός αυτός, αυτός έκανε τις γητειές αυτές που λέμε. Σε γήτευε, όπως ήταν το ξεμάτιασμα που λέμε, αυτό το λέγαμε τότες γήτεμα. Έπιανε το φουτά της γυναίκας -καλή ώρα το φουτά μου τώρα εμένα- και με τα καντούνια του φουτά έβρισκε, λέει, αν σ` έχει ματιάσει γιά άντρας, για γυναίκα, κι έλεγε τα λόγια. αλλά τι λόγια όμως έλεγε δεν ξέρω, δεν ξέρω τα λόγια. Κι άλλα έκανε αυτός, κι άλλα. Και σπυριά που βγάλαμε, κακά σπυριά τα λέγανε τότες, τα γήτευε και γινότανε καλά. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/">Μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε, τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 21:34:23 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5226</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κρασιά, αμπέλια &#038; κλαδέματα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/">Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-10.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κρασιά, αμπέλια &amp; κλαδέματα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>M:</strong> Κάτι κουρούπια μέσα που βάζαμε το κρασί. Καμιά φορά ηπατούσαμε Ηλία και κάναμε κρασί πολύ, τώρα φύγαν τ` αμπέλια ολουνώ, ολουνώ. Μόνο εγώ έχω εκειά πέρα ένα αμπέλι, εκείνο βαστάει ακόμα, έκανε σταφύλια ωραία. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Θυμάσαι στην Ποδαριά τι σταφύλια είχε; Κόκκινα, ροζακιά […].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Κάνατε και ρακή θείε; Ρακεζεύατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Ναι, ναι. Ρακεζεύαμε εδώ πάνω στου Αναστάση το σπίτι. Εκεί δα ήταν τα ρακεζά κι εκεί δα βγάζαμε την τσικουδιά. Όλα, όλα τα `χαμεν τότες, τώρα… Πάνε τ` αμπέλια πάνε. […] Της Πόπης εκεί πέρα στην Ποδαριά, που λένε, το αμπέλι, ήκαμεν μέχρι 900 κιλά κρασί τ` αμπέλι εκείνο ναι, ναι, ναι, όλο. Ήταν μεγάλο αμπέλι. Τώρα είναι κλαδιά μέσα. Ξεμπελιστήκανε. […] Μακάρι να `ταν τ` αμπέλι όπως ήταν τότες. Ξέρεις πόσα χρόνια σκάβαμε; Είχα σκάψει εκεί μέσα χρόνια. Αυτά τα είχε ο παππούς και μας έπαιρνε και τα σκάβαμε. […] Είχεν εδώ πάνω στο Περγιαλίδι, ήτανε το πατητήρι και έκανε κρασί κι εκείνος, πολύ κρασί. Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες, δεκαπέντε μέρες, πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί. Να μην το πατήσεις αμέσως που θα το κόψεις από τη μάνα του, όχι, όχι. Πρέπει να το λιάσεις, τότε θα κάμεις και κρασί. Έτσι τα κάναμε εμείς. Και κάθε χρόνο κάναμε γλυκό κρασί, ναι, πολύ ωραίο κρασί. Εδώ ήτανε μια φορά, είχεν έρθει ένας γιατρός κι ένας δάσκαλος. Εκάναμε λοιπόν τραπέζι εδώ και τους βάλαμε κρασί. Αυτό είναι το κρασί, μας είπαν. Φέραμε ένα μπουκάλι στον καθένα. Αλλά ήτο ωραίο πράμα το κρασί εκείνο, πολύ ωραίο. Άμα το πατήσεις σας λέω που θα το κόψεις από τη μάνα του, το κρασί γίνεται μπρούσκο, δεν είναι γλυκό όπως άμα το λιάζεις. Το κανονίζεις, το κανονίζεις εκεί. Άμα το δεις στους 17 βαθμούς, 17 βαθμοί το πίναμε κι ήτον τι ωραίο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Και βγάζατε πολύ κρασί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Βγάζαμε αμέ, βγάζαμε κρασί κι εμείς πολύ. Πέρα τότε στη Μεσαριά είχα κάτι ζάρες μεγάλες, βάζαν από 140 κιλά, ναι, ναι, ναι, γεμίζαμε εκεί πέρα κάργα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H: </strong>Όλοι εδώ πέρα πίνατε έτσι, γλεντάγατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ναι, ναι, ναι, ααα, τότες πίναμε Ηλία μου, πίναμε. Ήταν τα χρόνια εκείνα, άμα `σαι μικρή ηλικία. Πήγαινα κι εγώ μετά με το θείο σου το Σταύρο και σκάβαμε στο Μοσχονά αμπέλια. Λοιπόν τότες εκείνος είχε μέσα τις γελάδες στην Καλοταρίτισσα, μέσα στις μάντρες, τέσσερα όλα τα τάιζε…&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Βρε το παιδί τα θέλει τ` αυτάκια του!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Όχι, όχι… Μ` αρέσουν αυτά θεία.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Ακούς Ηλία; Βράδυ-βράδυ μου λέει, «Εγώ θα πάω μέσα να ταΐσω τις γελάδες» -είχε μια γαδάρα- «να φορτώσω κι άλλα για να φέρω εδώ.» Το μπουκάλι λοιπόν με την τσικουδιά ψημένη ήταν απάνω στον τοίχο. Μου λέει, «Τσικουδιά θα πίνεις κι ώσπου θέλεις θα σκάβεις.»&nbsp; Ήσκαβα λοιπόν να πάω να πιω ρακάκι. Ζεσταίνουμου, ούτε κρύο εκαταλάβαινα τίποτα, έσκαβα έσκαβα. Ύστερα το βράδυ όταν ήθελα να `ρτω εδώ πατούσα εδώ, βρίσκομαι εκεί. Σου λέω, τότες ήταν πολλά τ` αμπέλια εκεί δα πίσω. Τώρα τα ξεμπελίσαν κι εκεί έχουν κάτι λίγα με σύρμα φτιαγμένα εκεί. Τώρα θέλει να βάλει ο Νικήτας της Παρασκευγώς, θέλει να κάμει τώρα λέει νέο αμπέλι, για να δούμε. Να δούμε αλλά, τα κλήματα που θα βάλει τώρα Ηλία μου αργκιούν για να κινήσουν να κάνει σταφύλια, ναι. Τα λένε βουδόματα. Αλλά όταν βάλει φωκιανό, ροζακί, ασύρι τέτοια, αυτά σε τρία χρόνια κάνουν σταφύλια, αλλά πρέπει όμως να κάμει και νεράκια για να πιάσει το κλήμα, ναι, άμα δεν κάνει τέτοια, δεν πιάνει. Εμένα είναι παλαιό το αμπέλι, βαστάει ακόμα, είναι του παππού μου, ο γερο-Γιάννης, από την Καλοταρίτισσα ήταν εκείνος. Και είναι αυτό το αμπέλι στη Μεσαριά και κρατάει ακόμα. Το `χεν ο παππούς μου φυτεμένο. Εγώ τώρα το κλαδεύω κάπου 55 χρόνια το αμπέλι εκείνο, αλλά όπως το `βρα από την αρχή, έτσι είναι. Κι είχα ένα μπάρμπα εκεί δα πέρα στη Μεσαριά άμα ήτανε, του Αντώνη του Μαραγκού -δεν ηξέρω αν τον γνώρισες- του Μαραγκού ο πατέρας. Εκείνος μου `δειξε την κλάδα κι όπως μου `δειξε έτσι τα κλαδεύω και κρατάει τ` αμπέλι σας λέω 55 χρόνια, του παππού μου αμπέλι κρατάει έτσι.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Τους έχετε δείξει πώς να το κάνουνε; Πώς να κλαδεύουνε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ναι, ναι, ναι, τους έχω δείξει, γιατί έχει άλλη κλάδα αυτό, δεν είναι όπως τα άλλα. Βουδόματο αυτά, φωκιανά, κρητικά, φλάσκες τέτοια, θέλουνε να τ` αφήνεις στα τέσσερα μάτια, στα τέσσερα μάτια. Το φωκιανό και το ροζακί και στα δύο μάτια να το `φήκεις κάνει σταφύλια. Αλλά τα άλλα, αθήρια, κρητικά, τέτοια, θέλουν στα τέσσερα μάτια για να βγάλεις σταφύλια. Το βουδόματο πρέπει να το αφήσεις στα δέκα μάτια. Ναι, στα δέκα για να κάμει σταφύλι. Έτσι είναι, μου `χαν δείξει εμένα οι παλαιοί κλαδευτάδες, εκείνον παίρνανε και στον Κάμπο και τους κλάδευε τα αμπέλια, του Μαραγκού ο πατέρας ο μπάρμπα-Νικήτας, ναι, ναι. Θεός συχωρέστον. Εκείνος σου λέω μ` έδειξεν κι έτσι το κρατάω το αμπέλι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Όλο αυτό το κρασί το κρατάγατε δικό σας ή το δίνατε, το πουλάγατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Πουλούσαμε, πουλούσαμε κιόλας κρασί Ηλία. Ο παππούς της Πόπης το πουλούσε το κρασί, λίγο κρατούσε κάνα κουρουπάκι, το άλλο το πουλούσεν όλο. Δεν είναι πολλά χρόνια που πηγαίναμε και τα τρυούσαμε τα αμπέλια και κουβαλούσαμε τα σταφύλια εδώ πάνω με τα γαδούρια.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/">Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Να περνάς του Μοσχονά τον κάβο και να λες, Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν΄ αράξω;</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 16:43:50 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5209</guid>

					<description><![CDATA[<p>Στα Χτένια με κουπιά και από εκεί Μουτσούνα. Παλιός τρόπος ψαρέματος καλαμαριών. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/">Να περνάς του Μοσχονά τον κάβο και να λες, Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν΄ αράξω;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-40.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Στα Χτένια με κουπιά και από εκεί Μουτσούνα</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αρματώνανε τις βάρκες από τον Κάμπο, ο Σκοπελίτης ο Γιώργης, ο Παναγιώτης, ο Συμβολαιογράφος, ο Πρόεδρος ο αυτός, ο Τσαβαρής, και πάαιναν στα Χτένια με τα πανιά και με τα κουπιά. Σκοτώναν κολιό, γούπα. Από ‘κει επααίναν Μουτσούνα ολιόκουπο, πουλούσανε κι ερχόταν με κουπί πάλι στον Κάμπο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ: </strong>Κι άμα τους έπιανε κάνας καιρός;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ε, ο Θεός κι η ψυχή μας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Μια φορά ηπήαινα πρόπερσι, είναι χρόνια πολλά, ηπηαίναμε στη Μουτσούνα με τη μαούνα, και ηγύριζα και ηκοίταζα τα Χτένια να πάνε στη Μουτσούνα κι ήλεα, <em>κοίταξε</em>, λέω, <em>ολόκληρον πέλαον!</em> Βρε αν ητύχαινε κάνα παπόρι! Με κουπιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Το βαπόρι εντάξει, ο καιρός είναι το θέμα. […] Αλλά τον καιρό άμα κατέβει καμιά βοριαδέλα από πάνω…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Ήταν αθρώποι αυτώ, Μιχάλη… Αυτοί Μιχάλη, οι αθρώποι που σου λέω τότες στον Κάμπο, αυτοί οι αθρώποι, ήτανε αθρώποι αποφασιστικοί, ψύχραιμοι. Αρπούσαν τις βάρκες και πηαίνανε… Ήτανε τα χρόνια ζόρικα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Α, να βγάλω το φράγκο, μην αξιανείς τώρα που τα λεφτά είναι… Ξέρεις ίντα μου `λεε ο παππούς σου; «Κόλλα», λέει, «το σώβρακο, κόλλαε πάνω στο κρέας μας και κάναμε εεε να το ξεκολλήσωμεν.» Πάνω στον πάγκο ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Αχ καλό μου πουλάκι μου, αχ καλό μου πουλάκι μου. […] Αντιλαμβάνεσαι; Αντιλαμβάνεσαι; Κουπί από μέσα από το Ξυλομπάτι το Καλοταριανό και να μου περνάς τους κάβους αυτούς, Μιχάλη μου, με σορόκο, με γρεγολεβαντίνα και να λες, <em>Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν` αράξω να πάω στο σπίτι μου;</em></p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Με τον παππού μαζί ή; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Με το θείο το Μήτσο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Και μου λες εμένα. Α πάνε στο Βάτο να μαζεύεις, να μαζεύεις τη γούπα και να λες… Να κατεβαίνει η βροχή και να κάνει έτσι «πβρρρ, πβρρρρρρ». Ναι, και να περνάς του Μοσχονά τον κάβο και να λες, <em>Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν` αράξω;</em></p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Το καλαμάρι λοιπόν έβλεπε ας πούμε το χάνο, έπιανεν απάνω στο χάνο</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-39.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Παλιός τρόπος ψαρέματος καλαμαριών</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Τα καυτερά πώς τα κάνατε, για τα καλαμάρια τότε;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Στάυρ: Τότε; Α. Τότε είχαμε… Είχαν ένα καλούπι κι είχαν ένα μολύβι και το χύναν λοιπόν και το κάναν ας πούμε, με συχωρείς, τόσο, τόσο μάκρος. Μάκρος. Σκέτο μολύβι. Είχαν λοιπό` βελόνες από αυτές που ράβουν οι γυναίκες, ναι, και κάτω-κάτω στο εδώ…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Το γυρνάγανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Το τυλίανε… Το τυλίανε, το τυλίανε, και το εφαρμόζα`. Οι βελόνες ας πούμε αυτές είχανε προεξοχή, προεξοχή. Όχι όπως είναι τώρα αυτά τα καυτερά και με αυτά…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Ηπηαίνανε, Μιχάλη κι απ` όξω, ηγδέρνα` χάνο. Απ` όξω άμα πηαίνα`. Συρτή.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Πααίναμε, Μιχάλη, στους χάνους και δέναμε το χάνο απάνω σε πετονιά. Λοιπό` ο χάνος ήτανε γδαρμένος, είχε βγει το… Του ‘βγάζαν το δερμάτι κι έβγαιν` ας πούμε, έμενε το αυτό, το κρέας. Πααίναμε λοιπόν στα πουντάρια<sup>1</sup>, κάτω στο Βλυχό, πέρα στη Σπηλιά, ξέρω ‘γω. Το ρίχναμε λοιπόν κάτω. Το καλαμάρι λοιπόν έβλεπε, ας πούμε, το χάνο, έπιανεν απάνω στο χάνο. Το φέρναμε, το φέρναμε γυαλό, αυτό λοιπό` έτρωγε το χάνο. Είχαμε την απόχη, ωπ! Μέσα. Πάλι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Κι αυτά από πού τα μαθαίνατε, τους τρόπους;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ε, οι γονείς μας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Παλαιοί, παλαιά. Αυτά είναι παλαιά, Μιχάλη. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Έκανες ένα καλούπι μια κάργα του καλαμιού. Εκεί μέσα, όπως είναι, ας πούμε, το κενό της κάργας του καλαμιού, έχυνες το μολύβι. Αυτό έμενε, ας πούμε, έβγαινε μετά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Καλούπι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Ναι. Αυτό, ας πούμε, έβγαινε μολύβι, μολύβι. Εδώ λοιπό` κάτω, γύρω -γύρω, γύρω -γύρω, βάζανε βελόνες. Αυτές τις βελόνες τις δέναν, ας πούμε, καλά, δεν ξέρω πώς τις επατωνιάρανε κι εδώ πάνω το τρυπούσανε. Το `καναν, ας πούμε, μια τρύπα και δέναν το σπάγγο. Και μ` αυτό… Το ασπρίζανε, το ασπρίζανε με μπογιά κι αυτό άσπριζε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ηπήαιν` ο θείος ο συχωρεμένος στα Χτένια με το Γιώργο. Του λέει, λέ` «Για ρίξε το καυτερό επά να πιάσω κα…» Αφού ήριξε, λέει, το καυτερό, του κάνει, «Μα πέτρες έχει έβρει και δεν πατώνει το καλαμάρι, το καυτερό;»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ: </strong>Ήταν καλαμάρια από κάτω. </p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>άκρη-άκρη</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/">Να περνάς του Μοσχονά τον κάβο και να λες, Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν΄ αράξω;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Άμα δουλεύγαμε στις Μάκαρες, το Σαββάτο που ηρχούμαστε, παίρναμε τον Ηλία και μας ήπαιζε όλη νύχτα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 12:00:00 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1650</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο Μπαρμπα Λιας ο βιολιτζής. Γλέντια μετά τη δουλειά. Κρασιά.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/">Άμα δουλεύγαμε στις Μάκαρες, το Σαββάτο που ηρχούμαστε, παίρναμε τον Ηλία και μας ήπαιζε όλη νύχτα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don4-6-ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΑ-ΓΛΕΝΤΙΑ-ΜΕΤΑ-ΤΗ-ΔΟΥΛΕΙΑ-ΣΤΙΣ-ΜΑΚΑΡΕΣ.-ΚΡΑΣΙΑ.-ΚΩΒΑΙΟΣ-ΚΩΣΤΑΣ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο Μπαρμπα Λιας ο βιολιτζής. Γλέντια μετά τη δουλειά. Κρασιά</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Μπόλικα κρασά, ηπίναμε, ηγλεντούσαμε, χορεύγαμε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Κάνατε γλέντια;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Είχαμε το συγχωρημένο τον Ηλίαν εκεί πέρα κι ήπαιζε το βιολί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Καλ:</strong> Γυρίζαν τα χωριά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Κάθε Κυριακή είχαμε γλέντι, κάθε Κυριακή.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και πού μαζευόσασταν, το γλέντι πού γινότανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Εδώ… πού ΄ναι το χτίριον αυτό του Τσαβαρή το μεγάλο; Από κάτω. Ήτανε μαγαζί τότες, τώρα το πούλησεν… Κάθε Κυριακή γλέντι. Όλοι, παιδιά και γέροι, όχι μόνο οι νεαροί. Άμα δουλεύγαμε στις Μάκαρες, το βράδυ το Σαββάτο που ηρχούμαστε, παίρναμε τον Ηλία και τον είχαμεν εκεί και μας ήπαιζε όλη νύχτα, οι νεαροί, καμιά εικοσαριά παιδιά στην ηλικία σου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Αυτά όλα τώρα πριν τον πόλεμο ή μετά τον πόλεμο?</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Πριν τον πόλεμο. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Μετά πώς ήτανε; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Και με τον πόλεμο ηπίναμε, ηγλεντούσαμε. Παίρναμε από τη Σαντορίνη κρασά πολλά. Μα είχεν εδώ κρασί πολύ, ο Μοσχονάς ήκαμε τόνους, εδώ ήτον όλο αμπέλια. Δύσκολα χρόνια, αλλά ήτον ωραία. Δεν το βάλαμε κάτω και με την Κατοχή. Δυο ζάρες εκατονεικοσάρες κρασίν είχαμε από τη Σαντορίνη. Μόλις ηδειάζαν, τις ηγεμίζαμε.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/">Άμα δουλεύγαμε στις Μάκαρες, το Σαββάτο που ηρχούμαστε, παίρναμε τον Ηλία και μας ήπαιζε όλη νύχτα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν΄ η καρουλοκλωστή</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 20 May 2023 08:27:34 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1538</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η σωστή φωτιά για τη ρακή. Το σωστό σταφύλι για ρετσίνα. Τα τρυοπάτια και τα λιοψημένα σταφύλια. Βουδιά για να σφραγίσει το καζάνι της ρακής.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/">Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν΄ η καρουλοκλωστή</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-9-Η-ΣΩΣΤΗ-ΦΩΤΙΑ-ΓΙΑ-ΡΑΚΗ.-ΠΡΑΣΙΝΟΣ-ΣΤΑΥΡΟΣ.-ΠΡΑΣΙΝΟΥ-ΦΑΝΗ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η σωστή φωτιά για τη ρακή</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Της τσικουδιάς το καζάνι άμα το &#8216;χεις με ξύλα, εμείς είμαστε με τη θειά, είμαστε συνεργάτες, συνεργαζόμαστε, πρέπει το καζάνι να το φυλάεις, όταν ειν&#8217; με ξύλα. Τα ξύλα θα πάρουνε ντομάνι, θα κατατάξου [?], θα πάρουνε φουλ θα πετάξου [?]. Αυτό το πράμα πρε&#8217; να το προσέχεις, άμα σου πάρει φούντο θα σου κατέβει η ρακή νερό κι άμα &#8216;ναι με τη φωτιά τη σιγανή, η ρακή θα κατεβαίνει&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Άμα πάρει φωτιά θα βγούν, θα βγουν από το λουλά τα τσίκουδα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Εκείνοι που ηρακεζεύανε τώρα εκεί που πήγα εκεί, ητρώαν μπριζόλες, επίνανε  το γλεντάνι [?] άναβε, μα για βάστε ρε κουμπάρε. Το &#8216;πα εγώ του θείου του Μήτσου. Του λέω, ρε συ, έτσι ρακεζεύουν, λέω; Τα ξύλα γαντάνια [?] Όταν το καζάνι, λέω, πάρει, φουλάρει το ξύλο, ξύλο είναι, ήκανε μια φου το καζάνι θα φουλάρει, θα κατέβει η ρακή νερό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Πηγαίνουν, θείε και τα βλέπουνε, δεν τ &#8216;αφήνουν&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ορίστε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Πηγαίνει μέσα και τα βλέπουνε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Βρε &#8216;συ εγώ&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Ο Μιχάλης έβγαλε ωραία ρακή φέτος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ακούς Μιχαλάκη; Το καζάνι στην αρχή θέλει κανονικιά φωτιά να το&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Να πάρει μπρος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Όταν αρχίσει και κανονίζει, βάλεις χοντρό ξύλο με σιγανή φωτιά&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Θέλει τέχνη να σε χαρώ&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Να κατέβει η ρακή, άμα του δώσεις ντουμάνι&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Αυτή η τέχνη είναι [???] τέχνη, πάει τελείωσε, όχι φου και φου. Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν&#8217; η καριδοκλωστή [?].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Λένε σιγά σιγά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Με το κάρβουνο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Μπράβο. Θα το φουλάρεις το καζάνι να θε να κινήσει και μετά θα βγάζεις τα ξύλα, να μείνει το κάρβουνο. Όταν το δεις και χαμηλώσει, ας πούμε ξέρω &#8216;γω, θα του βάλεις λιγάκι φωτιά, ε. Αλλά όχι να μου τρως μπριζόλες, να πίνεις και το καζάνι να τρέχει ο λουλάς νερό μέσα και μετά, λέει, η αυτή η ρακή αδύνατη. Έτσι δα γίνεται η φωτιά&#8230; οι ρακές; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ε μου λες; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ: </strong>Έλα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Θα καπάρλισεν [?] η φωτιά και κατέβαινε ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Στάυρ:</strong> Έλα να σου πω, έτσι λέμε, λέμε. Βγαίνει η ρακή αδύνατη, μα&#8230; Το καζάνι εδώ το φυλάεις.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Αχ καμένα χρόνια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Ε μπορεί και τα τσίκουδα να ΄ταν όμως αδύνατα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Δεν είναι τα τσίκουδα, Μιχάλη!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Μπορεί τα τσίκουδα, Μιχάλη, αλλά πρέπει το καζάνι να το φυλάεις.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Να το προσέχεις.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύ: </strong>Ε αμέ.  </p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Τα λιοψημένα βάρδα να μην είναι σαπισμένα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-12-ΤΟ-ΣΩΣΤΟ-ΣΤΑΦΥΛΙ-ΓΙΑ-ΡΕΤΣΙΝΑ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Το σωστό σταφύλι για ρετσίνα</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ε μου &#8216;λε, ξερ&#8217; ήντα μου &#8216;λεε, Σταύρο, ο πατέρας σου ο συχωρεμένος; Πώς ηθέλα&#8217; λέει, να κάμου&#8217; ριτσίνα πάνω για τα&#8230; Αυτό. Ήρτε, λέει, ο παπά Μιχάλης και τον ηρώτηξε ο παππούς ο γέρο Δημήτρης, πώς την κάνουν τη ριτσίνα. Του &#8216;πεν, ας πούμε, να &#8216;ναι τα σταφύλια γερά, αλλά εκείνος ηνόμιζε να &#8216;ναι λίγο ξυνά (γέλια).</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Για ρετσίνι&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ηκόψαμε μου λέει, τα ΄λεεν ο θεός συχωρέστον ο πατέρας σου, από &#8216;κει, λέει, από τις Λούρους(?) κάτι σταφύλια ξινοπά. Τα πατήσαμε, τα βάλαμε στο βαρέλι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Πάει το σταφύλι στο διάολο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Αφού, λέει, ηπροβάλανε στην Κλαδαριά, των ήρτε η ξινίλα. Από το σεκάρισμα(?) που &#8216;γινε γλυκάδι, σμπαράρισεν(?) το βαρέλι. Ναι, μα των είπε ηγερά, να μην είναι σαπισμένα κι εκείνοι νομίζανε να βαστιούνται λίγο στο ξινό. Το σταφύλι θέλει να ωριμάσει στη μάναν του.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ο Νικολάρας, Μιχάλη, που &#8216;ρχοντο κι έπαιρνεν τα σταφύλια απ&#8217; το Μοσκωνά, που τα &#8216;παιρνε για ρετσίνα ήλεεν ότι, το σταφύλι, ας πούμε, που είναι για ρετσίνα βάρδα να μην έχει σαπίλα. Το να ΄ναι, λέει, ψημένο από τον ήλιο, το κατεβάζεις με το νερό. Η σαπίλα, σου λέει, για ρετσίνα δεν κάνει. Το να το κάνεις, ας πούμε, κρασί και ξέρω &#8216;γω, δεν σε πειράζε, αλλά η ρετσίνα βάρδα μην έχει σαπίλα. Το να &#8216;ναι το σταφύλι ψημμένο στην επιφάνεια όπως φαίνεται, δεν το νοιάζει θα το κανονίσει με το νερό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Κάνετε ρετσίνες εδωπέρα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Όοοοχι. Μια φορά ήρτεν ο Γραμματικός, να πάρει σταφύλια από το συχωρεμένο το Μήτσο. Λοιπό ο συχωρεμένος ο Μήτσος τα λιοψημένα δεν του τα &#8216;βαλε. Ααα, του λέει, τα λιοψημένα βάρδα να μην είναι σαπισμένα. Ο Γραμματικός ήκανε σου λέει ριτσίνα όπως&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Όπως είν&#8217; η λίρα το χρώμαν της.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ήκαμα κι εγώ μια φορά ένα βαρέλι, μου πέτυχε μια χαρά. Την άλλη φορά το &#8216;βαλα δε μου ξαήγινε. Άη στο διάολο λέω τώρα&#8230; Ναι.  </p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Τα ‘βαλες μες στο πατητήρι, σε μια μέρα δυο πρέπει να τα πατήσεις, για να μη σου ξινιάσου </h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-13-ΤΑ-ΤΡΙΟΠΑΤΙΑ-ΚΑΙ-ΤΑ-ΛΙΟΨΗΜΕΝΑ-ΣΤΑΦΥΛΙΑ.-ΠΡΑΣΙΝΟΣ-ΣΤΑΥΡΟΣ.-ΠΡΑΣΙΝΟΥ-ΦΑΝΗ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα τρυοπάτια και τα λιοψημένα σταφύλια</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Τα σταφύλια,Μιχάλη, θέλουν μεγάλη δουλειά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Να τραβήξει ο ήλιος, να τραβήξει την αυτή να μείνει. Αυτά που&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αυτά ας πούμε τα τρυοπάτια που μαζεύγαμε από μέσα στα αμπέλια, ας πούμε, τα τρυοπάτια. Τα τρυοπάτια είναι να μαζέψεις τη ρώα που θα τρυήσ&#8217;&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Κάνα σαπίμένο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Κάνα σαπιμένα, κάτι ξέρω &#8216;γω γινομένα, τα μαζεύεις, ας πούμε, τα κάνεις τρυοπάτια. Τα &#8216;βαλες μες στο πατητήρι, σε μια μέρα δυο πρέπει να τα πατήσεις, για να μη σου ξινιάσου&#8217;. Αυτά είναι κρασί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Και αυτά τα τρυοπάτια σου λένε, ότι σε δέκα μέρες να τα ρακεζέψεις.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Ναι τα τσίκουδα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή: </strong>Τα τσίκουδα. Το λιοψημμένο άσ&#8217; το.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Το λιοψημμένο δεν το νοιάζει. Τα λιοψημμένα, Μιχάλη, τα τσίκουδα, ας πούμε λένε οι&#8230; Είχαμε ακούσει απο γονιούς μας, ότι τα βάζαν σε κουρούπια σε μέρη, τα σφραγίζα&#8217; και τα Χριστούγεννα τα ρακεζεύανε. Χριστούγεννα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Όποτε, λέει, είχανε χρόνο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ας πούμε να μην ξεθυμαίνει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Κι από πάνω με τι τα κλείναν τότε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ορίστε; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ: </strong>Από πάνω με τι τα κλείνανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Συκόφυλλα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Από πάνω βάζεις, βάζεις ένα μέρος και το χρήεις γύρω γύρω για να μην ξεθυμαίνει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Βάλεις συκόφυλλα από πάνω&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Συκόφυλλα βάζεις από πάνω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Καένα ρούχο και άμα με κουρούπι το χρήηεις. Άμα &#8216;ναι&#8230; Εγώ που&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Πώς θα το χρήσεις;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Με τη ζύμη αμά &#8216;ναι απ&#8217; αυτά τα κουρουπάκια&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Βάζεις και βουδιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Ήντα βάλεις;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Λάσπη&#8230; και λάσπη&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Ναι ρε παιδί μου, πώς θα το κλείσεις την τρύπα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Έλα σε παρακαλώ γέμισε το κουρούπι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong>Θα βάλεις μια [???] μεγάλη από πάνω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Ναι μια [???] και βάζεις γύρω γύρω ή βουδιά ή ζύμη ή χώμα.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Αντί ζύμη έβαζε βουδιά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-14-Βουδιά-για-να-σφραγίσει-το-καζάνι-της-ρακής.-Σταύρος-Πράσινος.-Φανή-Πρασίνου.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Βουδιά για να σφραγίσει το καζάνι της ρακής</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Λοιπό, ο παππούς σου ο δάσκαλος της νονάς σου ο πατέρας, ήτανε άθρωπος, ας πούμε, [ch-] και ρακέζευε εκεί που, στο ρακεζό. Τα καζάνια γύρω γύρω ξέρεις πώς τα χρήουνε ε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Μιχ:</strong> Ναι με τη ζύμη.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Αντί τότες, αλεύρι δεν είχε και μας έλεγε ο συχωρεμένος ο πατέρας, ότι πήγαινε εκεί μέσα στις μάντρες, που &#8216;ταν τα βούδια του ο άθρωπος και μάζευε βουδιές. Ξέρεις πώς το χρήουν το καζάνι γύρω γύρω; Έβαζαν τη ζύμη. Αντί ζύμη, Μιχάλη, έβαζε βουδιά, βουδιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λευτ:</strong> Του μοσχαριού δεν είναι βρώμικο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>Λιπαρή, λιπαρή.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Και με ασπρόχωμα και με ασπρόχωμα,</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Έβαζε, λέει, βουδιά. Πόσες φορές μου το &#8216;χε πει ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι ο γέρο δάσκαλος, ας πούμε, αντί να βάλει αλεύρι, τότε τ&#8217; αλεύρι ήταν ξέρω &#8216;γω, πήγαινε μες στις μάντρες έβρισκε φρέσκια βουδιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Φρέσκια κιόλας;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Έκανε λέει, έκανε χλι (γέλια), χλι, βουδιά βάλαμε βουδιά χλι, χλι (γέλια).</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> θεός συχωρέστον. Θεός συχωρέστον.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ:</strong> Γελούσε, γελούσε ας πούμε, κείνοι ήταν αθρώποι κωμικοί ρε, παλιοί αθρώποι&#8230; Και πάντα στο μαγαζί&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φανή:</strong> Καμένοι παλιοί αθρώποι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σταύρ: </strong>[ch-] άμα είναι να γελάσει έκανε χλι, χλι (γέλια). Ναι.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/">Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν΄ η καρουλοκλωστή</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Εγώ δεν έχω δει τίποτα βέβαια, αλλά πάντως υπήρχανε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/pigi-axiomatikos-vodi-chalara-mayros-skylos/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/pigi-axiomatikos-vodi-chalara-mayros-skylos/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 18 May 2023 11:59:42 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1213</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες για κλάματα παιδιών στη Βρύση, για συνάντηση με φάντασμα- αξιωματικό στο Μερσήνι και για φάντασμα- βόδι στο Χάλαρο.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigi-axiomatikos-vodi-chalara-mayros-skylos/">Εγώ δεν έχω δει τίποτα βέβαια, αλλά πάντως υπήρχανε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-18.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορία για κλάματα παιδιών στη Βρύση</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Τα πλύναμε όλα τα ρούχα κάτω τότες στην βρύση. Είχε ξεχάσει, λέει, η μάνα μου κάποια ρούχα του κρεβατιού, σεντόνια, κι έφυγε να πάει να τα πάρει. Ήτανε σκοτεινά πια, είχε σκοτεινιάσει.  Κι όταν γύρισε, λέει, ν` ανεβαίνει, της φάνηκε ότι άκουσε παιδιά και κλαίγανε. Φόβο κείνη; Ώστε  να `ρτει, λέει, απάνω, κόντεψε να πεθάνει από το φόβο της. Φοβούμαστε τότες όλοι, ακόμα τώρα φοβάμαι εγώ, όχι τότες… Και τώρα φοβάμαι βέβαια, φοβάμαι, λένε ότι υπήρχανε, δεν ξέρω. Εγώ δεν έχω δει τίποτα βέβαια, αλλά πάντως υπήρχανε.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Τον είδε, λέει, σαν αξιωματικό ντυμένος αξιωματικά και ΄ρχότανε</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-19.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορία για συνάντηση με φάντασμα- αξιωματικό στο Μερσήνι</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph">Ε: Ο παππούς μου εμένα ελέγανε, ότι έιχε φύγει&#8230; Tότες δεν είχανε ρολόγια, μόνο με τα άστρα, λέγανε με τους&#8230; Είν΄ ο Τοιχολάτης, είναι οι Πούλιες, είναι&#8230; Δεν ξέρω πως τα λένε τα άλλα, ο Αυγερινός&#8230; Λένε όταν πάει όταν πάει η Πούλια εδώ είναι φερειπήν μία η ώρα είναι. Άμα πάει από ΄κει είναι ξημερώματα. Αυτός λοιπόν σηκώθει από το κρεβάτι βιαστικός, πήαινε στο ψάρεμα, να πάει απ΄έξω στο ψάρεμα από ΄δω πίσω και ξύπνησε πιο γρήγορα, έφυγε. Κι όταν πήγε, λέει, εδώ πίσω, που σκιάζουμε πίσω από ΄δώ το δρόμο, είδε λέει ένα αξιωματικό. Τον είδε, λέει, σαν αξιωματικό ντυμένος αξιωματικά και ΄ρχότανε. Εκείνος πήγαινε, αλλά δε φοβόταν όμως εκείνος. Ο παππούς μου δε φοβότανε καθόλου, πήγαινε. Λέει τώρα θα συναντηθούμε, αφού εκείνος έρχεται κι εγώ πάω, θα συναντηθούμε. Για μια στιγμή λέει έιδε, ότι άλλαξε δρόμο. Λέει, γιατί άλλαξε δρόμο ας πούμε και κατέβει από ΄κέι και δεν ήρθε; Κάνει λέει έτσι, το χάνει από μπροστά του, δεν ξέρει τι ήτανε, πάει το ΄χασε. Τότες, λέει, τον ήπιασε ας πούμε ένα ρίγωμα, μια ανατριχίλα, ένας φόβος, αλλα δεν γύρισε πίσω, πήγε, στου Μοσχονά τον κάβο [&#8230;] εκεί πήγε για ψάρεμα. Ναι πήγε δεν φοβότανε.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Του παρουσιάστηκε ένα βόδι σε μια σπηλιά. Ναι φάντασμα βόδι</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-20.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορία για φάντασμα- βόδι στο Χάλαρο</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph">Ε: Τότες λέγανε, ότι υπήρχανε πολλά. Και στο Χάλαρο, λέει, πήγε λέει ένας να μπει μέσα και του παρουσιάστηκε ένα βόδι σε μια σπηλιά. [&#8230;] Ναι φάντασμα βόδι. Ναι του παρουσιάσθηκε, λέει, ένα βοδι.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η: Χάλαρο; Πού είναι αυτό;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ε: Χάλαρο [&#8230;] έιναι από κάτω από το Μοσχονά, λέγεται Χάλαρο. Εκεί λέγανε, […] ένας θείος μου το λεγε αυτό, πήγε λέει να μπει μέσα κι ήβλεπε ήβλεπε μέσα κι ήταν ένα βόδι, αλλά δεν προχώρησε πιο μέσα αφού το ΄δε, λέει, τον ήπιασε ρίγωμα έτσι, φοβήθηκε και  βγήκε κι έφυγε. Και πολλοί πολλοί βλέπανε τέτοια, παλιά. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα,  τώρα γίναμε, λέω,  εμείς σατανάδες και γι΄ αυτό δεν υπήρχουν. Λέγαν ότι βλέπανε, δεν ξέρω. Και πολλοί κι άλλοι. Άλλοι βλέπανε βόδια, άλλοι βλέπανε πως ήτανε γυναίκα, παρουσιάζονταν ας πούμε, ήκανε μορφές, άμα ΄ταν αλήθεια ας πούμε αυτά που λένε.  Παρουσιάζουνται μορφές.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigi-axiomatikos-vodi-chalara-mayros-skylos/">Εγώ δεν έχω δει τίποτα βέβαια, αλλά πάντως υπήρχανε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/pigi-axiomatikos-vodi-chalara-mayros-skylos/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
