<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-category/genealogia/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-category/genealogia/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Fri, 03 May 2024 09:21:11 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.1.3</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-category/genealogia/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 10 Nov 2023 11:31:31 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2442</guid>

					<description><![CDATA[<p>Εύθυμες και πένθιμες ρίμες. Το ποίημα της Αγίας Σοφίας.  Στίχοι από παλιά κάλαντα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/">Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-12.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Εύθυμες και πένθιμες ρίμες</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Επήγαινα στη Μεσσαριά κι εκεί στα σκαλοπάτια[?] [&#8230;] κι εκεί που με ποτίσανε τριώ λογιώ φαρμάκια. [&#8230;] Επήγαινα στη Μεσσαριά για ν΄αποχαιρετίσω και πάντιξέ [?] μου ο χάροντας και μου ΄πε στρέψε πίσω. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Αυτά τα βγάζετε τώρα ή τα ΄χετε ακούσει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όχι από μικρός μικρός.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Τα ΄χω βγάλει από&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ε από 30 από 20. [&#8230;] Ναι ο ίδιος τα ΄χει σχεδιάσει [&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Για θυμηθείτε κι άλλες τώρα που πήρατε φόρα! [&#8230;] </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Άκουκεν πως θα κατεβώ στο μαυρισμένον Άδη, που ΄ναι ψηλός σαν εγκρεμός βαθύς σαν το πηγάδι. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ν:</strong> Ο Κώστας του Σταύρου έλεγε τι ΄ναι στο Σοχωράκι&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Α τότες ημαλώναν απάνω που κανε το θέρος εκείνο στο Σιχωράκι. Ήταν ο μακαρίτης ο Στέλιος πήαινε θέριζε και ηπήαν οι άλλοι και ημαλούσαν, πάνω τσακωθήκανε. Ήρτεν από Καλοταρίτισσα η Πετσετάκενα κι εκείνε κι ήταν ο Κώστας του Σταύρου κάτω στο περβόλι, ανέβειν πέρα στο σπίτι του και ήκουσειν και φωνάζειν, βρε παιδιά τι ΄ναι στο Σιχωράκι; Αμέσως η Ζαρανιά τον ήκουσεν κι λέει ο Κώστας του Σταύρου φώναζε τι ΄ναι στο Σοχωράκι,  του Σμαραγδιού το σώβρακο εσχίστηνε λιγάκι. [ed]  </p>



<p class="wp-block-paragraph">Ήτονε μια φορά εκεί πάνω, είχανε ένα χωράφι, το ΄χανε δώσει εδώ. Ήτονε μια της Πετσετάκενας εκεινής, είχε παντρευτεί του Περιβολάρη ο γιος ο Στέλιος. Του ΄χανε δώσει ένα χωράφι εδώ πάνω, το ΄χε λοιπό σπύρει. Αφού δεν ξέρω δυο τρία χρόνια τέσσερα ήτανε παντρεμένοι και πόθανε μετά, αυτή τη λέαν Καλλιόπη. Πόθανε την πήγαν στην Αμοργό, πόθανε. Ήταν το χωράφι, ήρτεν ο Μάης, μπήκαν να το θερίζου. Ήταν η Ζαρανιά αντίκρυ και ήρταν από πίσω και τους κάναν μπόλεμο και τους λέει η Ζαρανιά, ακούσετε να σας ειπώ εις στις οχτώ του Μάη, τα στάχυα που θερίζανε ποιος θα τα πρωτοπάρει; Στου γέρου Κώστα τις σπηλιές μέσα σ΄αυτή την πόλη, δίχως μπαρούτι και φωτιά ησκοτωθήκαν όλοι. Ο Περβολάρης έτρεχεν να πιάσει μια μαγκούρα μ΄όλα τα γεροντάματα εγώ θα κάμω γιούρα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Αυτή, Ποπάκι μου, τη ρίμα [&#8230;] να της πεις στη μαμά σου, πως την ήλεεν πες η νονά σου. Η νονά σου πες τις ήβγαλεν αυτές. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H: </strong>Αυτά τα βγάζατε με μιας; [&#8230;] Τα τραγουδάγατε κιόλας;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ναι ναι ναι ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όχι, έτσι τα σκέβγουντο και τα βγάλανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>M: </strong>Αυτή έβγαζεν πολλά εκείνη δα η γυναίκα. Ήτανε του Ζαράνη η γυναίκα ήκουεν αυτή, Σοφία εδώ πάνω, του γέρου Νικητιού κόρη ήτανε. [ed] Ήβγαλε που λες καμπόσα και στο τέλος τους είπε Σοφία η ποιήτρια καταγωγή Σιγάλα αφήστε με παρακαλώ να τραγουδώ μεγάλα. Η Ζαρανιά έβγαλε τα ποιήματα. Είχε βγάλει πολλά. Αφού τα ΄στειλε να τα τυπογράψουνε τότες [&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Κι ο συχωρεμένος ο Νικόλας [&#8230;] κι εκείνος είχε πολλά βγαλμένα στη μάνα του την κακομοίρα. [&#8230;] Τα ΄χε γράψει όλα τα τραγούδια, αλλά τα βρανε οι συγγενείς και του τα κάψανε. Όλα αυτά τα τραγούδια που τα ΄χε. [&#8230;] Τόσο λυπητερές ρίμες όπου είχε πεθάνει η μάνα του η κακομοίρα, που τις ήβγαλε, της έβγαλε ας πούμε τραγουδάκια ο κακόμοιρος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Αφού ετοιμαζόσουνα ν΄αφήσεις τη ζωή σου, γιατί δε μου το έλεγες να ΄ρθω κι εγώ μαζί σου; [&#8230;] Οι αλήθειες γίναν ψέμματα τα ψέμματα αλήθειες, έφυγες μητερούλα μου και πίσω πια δεν ήρθες. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Και γιατί πέθανε ας πούμε η κακομοίρα κι ήμεινε μονάχος, [&#8230;] της ήβγαλε ας πούμε ποιηματάκια. Σου λέω πάκα, πάκα χαρτιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ναι ναι είχε γράψει κόλλες πολλές πολλές ο Νικόλας, αλλά δεν υπήρχε να τις πάρω τις κόλλες που θελα να τις διαβάσω, μόνο τις ηπήραν, τα κάψανε, τι τα κάμανε. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Εκείνος (αναφέρεται στον άντρα της) ήτανε σου λεώ με τη γυναίκαν που έχει τη μαμά σου βαφτίσει και τον είχε ξεφτέρι κάμει σε όλα. Όλα και σε ποιήματα και σε αυτά τα κάλαντα και τα πάντα, γιατί τα λεεν εκείνη και τον είχε κοπέλι εκεί και τον ησπούδαζε. </p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Έπεσα και κοιμήθηκα κι είδα στο όνειρό μου, να χτίσω την Αγιά Σοφιά να ΄ρθώ στο λογισμό μου</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-14-Της-Αγίας-Σοφίας-το-ποίημα.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Το ποίημα της Αγίας Σοφίας</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Της  Αγιά Σοφιάς το ποίημα που ε&#8217;ιχε ο συχωρεμένος [ch-].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Αλλά πώς ξεκινάει; Δεν μπορώ να το σκεφτώ. [&#8230;] 23 μερόνυχτα ήμουνα στο κρεββάτι ούτε φαί ούτε καφέ στο στόμα μου να βάλω και τότες απελπίστηκα πως ήρθε να πεθάνω. Έπεσα και κοιμήθηκα κι είδα στο όνειρό μου, να χτίσω την Αγιά Σοφιά να ΄ρθώ στο λογισμό μου. Την εκκλησία έχτισα με το καμπαναρίο της, έχει και το σπιτάκι της και το προαύλιό της. Παρακαλώ σας βρε παιδιά να τη φωτολογάτε, πάτε να τη θυμιάζετε, να μην την εξεχνάτε. Γιατί είναι μάνα που πονεί, κοιτάζει ένα ένα, που ανεστήνει τους νεκρούς, ανέστησε και μένα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Θεός συχωρέστον εκεί δα που είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Έτσι ακόμα είναι κάνα στιχάκι μόν΄ το ξεχνώ πως το λέει το τελευταίο. [&#8230;] Η Αγιά Σοφιά μ΄ανέστησε κι οι τρεις τις θυγατέρες. Η μια είναι η Πίστη, η Ζωή κι άλλη η Αγάπη, γι΄αυτό τους έχει κι ο Θεός μες σε χρυσό παλάτι. Έτσι είναι το τέλος, μέχρι εκεί. [&#8230;] Το διάβαζε ένας καθηγητής πέρα και λέει ααα αυτός ο άνθρωπος, λέει, ήταν ποιητής.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Ήγιασεν, λέει, που το ΄χει βγάλει λέει αυτό το αυτό.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Ηπόπαμεν τ΄αφέντη μας, του μπέη του λεβέντη μας </h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-15.-Κάλαντα.-Τα-λέαν-ας-πούμε-στα-παλιά-χρόνια.-Πράσινος-Δημήτρης.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Στίχοι από παλιά κάλαντα</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ηπόπαμεν τ΄αφέντη μας, του μπέη του λεβέντη μας, να πούμεν της κυράς μας της καλονοικοκυράς μας, κυρά ψηλή κυρά λιγνή κυρά καμαροκρίδα, που ΄χεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος, κύρα μου όταν στολιστείς και βάλεις τα καλά σου πως τρελαίνει η ομορφιά σου. Αν έχεις κόρη έμορφη γραμματικός τη θέλει, αν είναι και γραμματικός πολλά προικιά γυρεύει. Θέλει αμπέλια τρίγυρτα κι αμπέλια τριγυμένα, θέλεικε και την θάλασσαν μ΄όλα της τα καράβια. Αλλά ξεχνάω την αρχή μωρέ, πώς είναι η αρχή του αυτή δα. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτό που μας είπατε θείε ήταν [&#8230;] κάλαντα; Το προηγούμενο που δε θυμόσαστε την αρχή [&#8230;] Είναι κάλαντα αυτά που τα λέγατε τα Χριστούγεννα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ναι ναι κάλαντα είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Ναι ναι ναι ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Κάλαντα. Τα λέαν ας πούμε στα παλιά χρόνια ας πούμε εδώ. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Όλοι οι αθρώποι του χωριού ήτανε. Θυμάμαι εγώ τον Περβολάρη, το γέρο Περιβολάρη, εγώ ήμουν δώδεκα χρονώ΄, δώδεκα χρονώ και όλοι λοιπόν οι αθρώποι οι χωριανοί&#8230; Πήγαινεν αυτός εμπροστά και τα ΄λεγε κι ακολουθούσαν όλοι και τα λέγανε τα κάλαντα αυτά που σας είπα στο πρώτο. Όλα γύρω γύρω στο χωριό στα σπίτια απ΄ έξω ναι ναι ναι. Είναι πολλά αλλά σε λέω έχω ξεχάσει την αρχή του πως αρχινάει εκείνο, αυτό που σας ηπρωτόπα. Ναι είναι πολλά και τα κάλαντα. Θέλει ώρα να τα σκεφτώ, γιατί είναι σου λέω πολλά χρόνια που τα παρατήσαμε. Αφού ΄μουν δώδεκα χρονώ που τα λέγαν αυτά, τα λέγαμεν τότες.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/">Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 10:01:26 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1820</guid>

					<description><![CDATA[<p>Καλοταρίτισσα Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-12-Και-του-δίνουνε-ολόκουπο-και-πάνε-στη-Μουτσούνα-Πράσινος-Σταύρος.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Καλοταρίτισσα &#8211; Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ήτανε ήτανε βαγιανή μεγαλοβδομάδα. Ήτανε ο συχωρεμένος ο Μήτσος. Πόσω χρονώ, δεκατεσσάρω χρονώ, δεκαπέντε χρονώ παλληκαρόπουλο ήτανε; Αλλά λέμε παλληκάρι, ε; […] Λοιπό` που λες μαστρο-Ηλία, εκεί στην κάμαρα που κοιμόνταν ο συγχωρεμένος ο πατέρας, μπροστά στην πόρτα ήταν ένα καμάρι από πάνω, ένα καμάρι είχανε, και κει πάνω βάζαν τα ψωμιά άμα ζυμώνα. Σηκωνόταν λοιπόν ο συγχωρεμένος κι ήβλεπε το καμάρι αδειανό κι ερχόταν Λαμπρή. «Ρε γαμώ την ψυχή του», λέει, «μέσα, Λαμπρή έρχεται. Τι θα γίνει από ζυμωτό, από αλεύρι, να ζυμώσωμε, να κάνουμε το ψητό, να κάνουμε κάνα κουλούρι τη Λαμπρή», ξέρω γω. Σκεβότα<sup>1</sup>, σκεβότα, σκεβότα τι να κάμει, τι να κάμει. Βάρκα δεν είχε, μέσο δεν είχε. Ένας γείτονάς μας λοιπό` είχε ένα βαρκί, που το έπαιρνε ο ίδιος και πήγαινε στους χάνους. Εφερειπεί αυτό το βαρκί να `τονε σαν το δικό σας, πιο μικρό. Σηκώνεται απάνω, νύχτα και κάνει την απόφαση και πάει και ξυπνάει τον συγχωρημένο τον Μήτσο, πιτσιρικάς. Του λεει, «Σήκ` απάνω.» Κι είχεν όλα-όλα του 700 δραχμές. Λέει, «Σήκ` απάνω.» Καλοσύνη, καλοσύνη βέβαια. Λέει, «Πού θα πάμε;» «Ρε σήκω απάνω που σου λέω.» Και φεύγουνε και πάν` κάτω στο Βλυχό, στην αμμουδιά. Εκεί ο γείτονάς μας είχε το βαρκί του βάλει, αυτο το χανόβαρκο, το είχε βάλει μες στο σύρμα. Το φουντάει το βαρκί, το πετάει στην θάλασσα με τον συγχωρεμένο τον Μήτσο και βάζουνε από κει τα κουπιά από μέσα από το Βλυχό. Καβαντζάρουν, καβαντζάρουν τα Σωβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά! </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Με κουπιά ή με μηχανή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Με κουπιά, με κουπιά. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Πανί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Τίποτα, τίποτα. Τεσσάρι. Δυο μπρος, δυο πίσω κουπιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αγάντα, αγάντα, αγάντα. «Άλα κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου καλά, κι όταν πάμε στη Μουτσούνα, θα σου πάρω και χαρβά να φας.»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε</strong>: Ήλεγε του παιδιού, ήλεγε του παιδιού. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Τότες ο χαρβάς ήτανε…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε</strong>: Τότες ο χαρβάς ήτανε… πού να τον δεις τον χαρβά. Μαύρο χαβιάρι που λένε ήτον ο χαρβάς. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Καμία φορά, αγάντα, αγάντα, αγάντα, πιάνει τις Μάκαρες. Πίσω απ` τις Μάκαρες, ξεκουράσθησα. Ήταν δα και πιο μέρα. Πάλι κουπί, πάλι κουπί και πάνε στη Μουτσούνα. Τα καταφέραν και πήαν στη Μουτσούνα  με το βαρκί. Πάνε λοιπόν, εκεί ο πατέρας μου εγνώριζε έναν που `χε τ` αλεύρια. Τότες η Μουτσούνα άκμαζε! Ήταν τα νεώρια, τα σμιρίγλια, βέβαια, το σμιρίγλι. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Τι είναι αυτό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Πέτρα, το σμιρίγλι. Ήταν ο ονομαζόμενος ο Μιχαλούκος ο Σκληράκης. Η Μουτσούνα είπαμε, ότι ήκμαζε. Πάαιναν τα βαπόρια και φορτώναν σμιρίγλι. Κατεβαίναν από πάνω, πάνω από τα ορυχεία κατεβαίναν το σμιρίγλι, το φορτώνανε τα βαπόρια. Νεώριο. Ένας κουβάς απάνω, ένας κάτω. Λοιπό`, πάνε στο Σκληράκη το Μιχάλη. Μπακαλική, τα πάντα, χαρβάδες, μακαρόνια, μπακαλική, τα αλεύρια. Όλα-όλα τα λεφτά του παππού ήταν 700 όλα. Βγάζει το βαρκί, βγαίνει έξω, πάει στο Μιχάλη -τον εγνώριζε, γιατί πααίνανε ψάρια πέρα και πουλούσαν στη Μουτσούνα. Βαρκαριές. Κατεβαίναν οι Αξιώτες κάτω με τα μουλάρια, τότες δρόμους δεν είχε, κι είχαν τα καφάσα οι μανάβηδες και βάζαν τη γούπα και πααίναν στα χωριά. Είχε μεγάλη κίνηση η Μουτσούνα λόγω τα σμιρίγλια. Μπαίνει μέσα λοιπό`, βλεπει το αλεύρι. Ήταν λοιπόν τα αλεύρια εβδομηντάρικα τσουβάλια, οκάδες, εβδομήντα οκάδες ήταν το τσουβάλι. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ήταν οκάδες τότες όχι κιλά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ήταν τα εβδομηντάρια τσουβάλια 700 δραχμές. Παίρνει το τσουβάλι ο  συχωρεμένος ο πατέρας, το στήνει όρθιο, το πάει επά στο μόλο.  Πάει ακουμπά 700 δραχμές του Μιχαλού.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Δεν του `μεινε τίποτα, για να πάρει του παιδιού ένα κομμάτι χαρβά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Έβλεπε λοιπόν το χαρβά το παιδί και του λέει ο πατέρας, του Μιχαλού λέει, -είπαμε ότι ο χαρβάς τότες ήτον μαύρο χαβιάρι. Του λεει του Μιχαλού που λε` -τον γνώριζε ο πατέρας μου τον Μιχαλό, ήταν πολύ γνώριμοι […]. Λέει, «Μιχάλη, κόψε ένα κομμάτι χαρβά του παιδιού γιατί έτσι κι έτσι.» Λέει, «Ο χαρβάς, Βασίλη, θέλει λεφτά.» Λοιπόν ήθελε να του κόψει ένα κομμάτι…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ένα κομματάκι του παιδιού να του φύει..</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> H κελομάρα! </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Δεν είχε άλλα λεφτά να του πάρει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong>  Δεν είχε μία. Μένει λοιπό` ο μπάρμπα Βασίλης με το γιό του στη Μουτσούνα, το τσουβάλι τ` αλεύρι, το βαρκί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Νηστικοί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Πού να πάει τώρα αυτός ο άνθρωπος; Η καλή του τύχη, η καλή του τύχη ήτανε τότες το Νικητούρι ο Σκοπελίτης, αυτός ήταν ψαράς. Δηλαδή ο Σκοπελίτης το Νικητούρι ήταν αδέρφια με το Σκοπελίτη το Γιώργη. Αδέρφια. Ήταν ψαράδες αυτοί. [&#8230;] Όπως καθόνταν λοιπό` κει δα στη γωνιά κι ήτον απελπισμένος, έρχεται το Νικητούρι με τη βάρκα του φορτωμένη γούπα, με την οικογένειά του, τα παιδιά του, ήταν ο γιός του ο Μήτσος, ο Γιάννης, κι ένα άλλο παιδί, ο Ηλίας, αυτούς είχε. Φέρνου λοιπό` τη γούπα, μόλις βλέπουν τον πατέρα, «Βρε Βασίλη!» του λέει. Τον εκαλέσαν, φάγανε, βράσαν, τηγανίσαν. Μετά του λέει, «Νικήτα, θέλω να πάω στη Ντονούσα.» «Ναι Βασίλη. Βάλε το αλεύρι μες στη μεγάλη βάρκα, δέσε το βαρκί πίσω από τη μεγάλη βάρκα» και βγαίνουν όξω, κάνουν το πανί, έρχονται στις Μάκαρες. Αλλά επειδής ο καιρός ήτον λίγο ατσαλωμένος, τον έφερε, λέει, μέχρι τα μισά. Τον πατέρα με το βαρκί. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Ήτανε καλό, λέει, το Νικητούρι. Πολύ φιλότιμος, καλός!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Βάλτει λοιπόν το αλεύρι μες στο βαρκί και το πάει στην Καλοταρίτισσα μες την νύχτα. Σηκώνεται το πρωί ο νοικοκύρης που είχε το βαρκί και πάει κάτω, το πρωί που έφυγε το βαρκί. Δηλαδή πήε ο πατέρας μου τη νύχτα, ηπήρε το βαρκί να πάει στη Μουτσούνα, το αλεύρι. Επήε το πρωί ο νοικοκύρης, να το πάρει να πάει στους χάνους. Έλειπε το βαρκί, έλειπε το βαρκί. Πάει απάνω, «Πω, γαμώ την ψυχήν του, μου πήραν το βαρκί μου!»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όλο την ψυχήν του έλεγε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ξέρω εγώ, κι έγινεν φασαρία. Ποιος την πήρε την βάρκα. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε: </strong>Νόμιζε το κλέψαν το βαρκί. Λέει το κλέψαν, ποιος το πήρε το βαρκί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Η συχωρημένη η μάνα, ας πούμε η γιαγιά, η μάνα μου, ήξερε την υπόθεση. Ήταν ας πούμε αυτή, ήταν μια γυναίκα καλή γειτόνισσα και η μάνα μου, ας πούμε, ήτον καλή γυναίκα. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Φιλότιμη γυναίκα η μάνα του η γιαγιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αφού λοιπόν άκουγε τον Δημητράκη, άκουγεν ας πούμε το νοικοκύρη του βαρκιού και οχλαγωγούσε και μάλωνε, ξέρω γω, κι έσκουζε, πάει και της λέει της γειτόνισσας της Μαριώς, η μάνα μου: «Πε του μπάρμπα Δημήτρη να μην φωνάζει, και ο άντρας μου ο Βασίλης ηπήρε το βαρκί και ηπήε στη Μουτσούνα να φέρει αλεύρι, να ζυμώσωμε τη Λαμπρή, που δεν έχωμε ψωμί.» Μάντα δω, μάντα δω [&#8230;] Πάει λοιπόν και του λέει. «Ε, μη φωνάζεις Δημητράκη, μην φωνάζεις Δημητράκη και θα `ρθει το βαρκάκι.» «Γαμώ την ψυχή του! Ποιός μου πήρε τη βάρκα;» Αφού λοιπόν το `φερεν το αλεύρι, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου στο σπίτι, 70 οκάδες αλέυρι, γεμίζει η μάνα μου η συχωρεμένη μία λεκάνη τέτοια αλεύρι. Τότες το αλεύρι ήτονε… </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Σου λέω για τυρί το τρώαν το άσπρο ψωμί. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Γεμίζει λοιπόν μια λεκάνη τέτοια και την πάει απάνω και της λέει… Αυτή ας πούμε η υπόθεση πόσο ήταν, ήτονε 48 ώρες, να πάει ας πούμε ο πατέρας μου στη Μουτσούνα και να `ρτει. Γεμίζει μια λεκάνη αλεύρι, την παίρνει λοιπόν, της την πάει στην κυρά Μαριώ και της λέει, «Έλα Μαρία, πάρε να κάμεις τηγάνι στο Δημητράκη.» «Μάντα δα, ίντα;» «Δεν πειράζει, δεν πειράζει.» Αφού ήρτε λοιπόν ο άντρας της, τα κατσίκια ήβοσκε, του λέει «Μάντα δα, μάντα δα, θα κάνουμε τηγανίτες που… δε` ίντα μας ήφερε η Μαρία που πήρε το βαρκί.» «Ε, γαμώ την ψυχήν του πιο καλά…»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ήταν το βαρκί, αλλά αφού γύρισε ο παππούς, ήβαλε η γιαγιά την λεκάνη με το αλεύρι, του το πήγε, σου λέει «Πάρε και συ να κάμεις τηγανίτες, που `ναι Πάσχα ας πούμε, να κάμεις ένα ψωμί των παιδιών σου.» […] Η ανέχεια, τι είναι η ανέχεια. <strong>Σ:</strong> Αυτά είναι.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>σκεφτόταν</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Από κει ηδόκα, λέει και ησύρε η Ντονούσα αθρώπους</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/etsi-leei-archisen-i-ntonoysa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/etsi-leei-archisen-i-ntonoysa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 16:45:11 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5097</guid>

					<description><![CDATA[<p>Πώς πρωτοκατοικήθηκε η Δονούσα. Ιστορία παλαιά.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/etsi-leei-archisen-i-ntonoysa/">Από κει ηδόκα, λέει και ησύρε η Ντονούσα αθρώπους</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don10-15.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Πώς πρωτοκατοικήθηκε η Δονούσα. Ιστορία παλαιά.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ: </strong>Η Ντονούσα ήτον ακατοίκητη και ήτον, λέει, εδώ πάνω ένας βοσκός. Τότες λέει ήτον οι Τούρκοι, ξέρω πώς και τι; Ήρταν και μου τα `λεαν, τα `χω ξεχασμένα… Και είχαν, λέει, τα φερμάνια. Τα φερμάνια, λέει, τα `χαν οι Τούρκοι και `εν ηξέρω, λέει, αυτός τι ήκαμε και ηβοήθησε, λέει, σε κάποιον Τούρκο. Και του λέει, «Τι θέλεις να σου κάμω δώρο γι` αυτό που μου `καμες;» Λέει, «Θέλω την Ντονούσα.» «Ααα», λέει, «παιδί μου, εκείνο το ξερονήσι;» «Ω», λέει, «εκείνο δα θέλω γω.» Γιατί ήτον, λέει, ένας βοσκός απάνω και ηγάπαν αυτός την κόρη του και γι` αυτό. Κι από κει ηδόκα, λέει και ησύρε η Ντονούσα αθρώπους. Τα `λεεν ο παππούς σου ο Βασίλης, που τα `χεν, λέει, κι εκείνος ακούσει από του πατέρα του τον πατέρα. Ιστορία μεγάλη, ναι. Γιατί, Θεός συχωρέστον, ήτον καλόβολος γέρος κι άμα πέθανε η λαλά σου η Γιαλίτισσα… λοιπό`, ήθελε να `ρτω έτσι απ` τα χτήματα, να κάμω φαΐ, να μου λέει «έλα, έλα να σου πω.» Θα πάω το βράδυ κάτω, να κάτσω ας πούμε να μου λέει, παλαιά, προπάλαια! Εμένα αυτά μ` αρέσανε και μου τα `λεε. Πώς, ας πούμε, -(φωνάζει στα ζώα της) Έι, γαμώ το κέρατο του κερατά!- ηκατοικήθει, λέει, η Ντονούσα; Έλεεν, ένας βοσκός, σου λέει, ήτον απάνω και αυτός, κάποιος ας πούμε, είχε κάποια βοήθεια σε καέναν Τούρκο. «Τι θέλεις», λέει, «να σου κάμω δώρο γι` αυτή τη βοήθεια που μου `καμες;» «Εθέλω τη Ντονούσα.» «Ααα να μου ζητήσεις», λέει, «καμιά άλλη χάρη, α με τη Ντονούσα;» Λέει<em>, </em>«Αυτό θέλω γώ.» Γιατί ηγάπα, λέει… Καλή ώρα πώς πάνε, ας πούμε, βοσκοί στην Κέρο, στις Μάκχαρες, και αυτός ο βοσκός είχε μιαν κόρη και την είχεν ερωτευτεί αυτός που ήκαμε τη βοήθεια του Τούρκου. Έτσι, λέει, άρχισεν η Ντονούσα.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/etsi-leei-archisen-i-ntonoysa/">Από κει ηδόκα, λέει και ησύρε η Ντονούσα αθρώπους</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/etsi-leei-archisen-i-ntonoysa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 15:32:57 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5100</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι πρώτοι κάτοικοι της Δονούσας. Η πρώτη εκκλησία του Σταυρού, η καταστροφή της και η κατασκευή της δεύτερης.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/">Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don12-4.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι πρώτοι κάτοικοι της Δονούσας. Η πρώτη εκκλησία του Σταυρού</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Θείε ξέρετε εσείς πότε πρωτοκατοικήθηκε η Δονούσα; Πότε ήτανε οι πρώτοι κάτοικοι που ήρθανε εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Ξέρω. Οι πρώτοι κάτοικοι ήρθανε μετά την Επανάσταση, Επανάσταση του 1821, βάστηξε 10 χρόνια και τότες ο πόλεμος, το 1830 που έγινε ανεξάρτητο κράτος πια η Ελλάδα, ε, μικρή Ελλάδα ήτον τότες, η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα και οι Κυκλάδες. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Στη Δονούσα ποιοι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι, από πού ήρθανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι. Γιατί στην απαρχή του πολέμου, που λέμε, και πριν, πρέπει να `τον το νησί ακατοίκητο, δεν είχε κατοίκους, γιατί υπήρχαν οι πειρατές που λυμαίνοντo τη Μεσόγειο και το Αιγαίο εδώ και… δεν ηφήναν τίποτι και όλος ο κόσμος επήαινε στην Αμοργό. Πάνω στη Xώρα μάλιστα, γιατί τα Κατάπολα έχω ακούσει πως ήτον έρημα, κι η Γιάλη. Πάνω στη Χώρα είχεν κι ένα κάστρο και εκεί μαζεύουντο άμα φαίνουντο κάνα πειρατικό που `ρχοντο μες στο λιμάνι. Μετά που `γινε η ελευθερία εδώ να, ειδοποίησαν οι αρχές, ποιος θέλει να πάει στη Δονούσα να καταλάβει τα μέρη εκείνα. [&#8230;] Δεν είχε χωράφια τότες εδώ κι ήρθαν καμιά δεκαριά οικογένειες από την  αρχή: οι Κωβαίοι, Πράσινοι, Μαρκουλήδες και Σιγαλαίοι και Ρούσσοι, αυτούς ξέρω που ήταν οικογένειες. [&#8230;] Ηπήανε, όπως καταλαβαίνω… εδώ ήτον τρεις-τέσσερεις, κατοίκησαν εδώ στον Κάμπο που λέμε, στο Σταυρό, άλλοι δυο-τρεις στη Μεσσαριά, τρεις και στην Καλοταρίτισσα κι άλλοι τρεις στο Μερσήνι, έτσι πιάσανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και γιατί σκορπιστήκανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ: </strong>Για να πιάσουν τα πράματα, τα χωράφια. Γιατί είχε χωράφια καλά. Και τα πήρανε, τα πιάσαν εκεί. Ε, μαζεύουντο, εδώ ήτον πάντοτε η έδρα, είχε εκκλησία, κοινότητα δεν είχε εδώ αλλά… Είχανε την εκκλησία, ηκάμαν το Σταυρό από την αρχή και κατεβαίνουνταν Κυριακή και λειτουργούντο εδώ αυτοί οι ανθρώποι. Ε, σιγά-σιγά ήρταν κι άλλοι. Μετά ήρθαν και μέσα απ` τη Σύμη οι Σκοπελίτες, οι Τσαβαρίδες. Άλλοι από την Ύδρα, από τη Νάξο ε, και ημαζέψαν καμιά πενηνταριά οικογένειες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτοί από τη Σύμη πώς ήρθαν εδώ; Γιατί ήρθανε Δονούσα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Αυτοί ήτονε ναυτικοί, σφουγγαράδες και ψαράδες. Ε, γύριζαν τα νησιά όπως γυρίζουν και τώρα. Ε, έβγαιναν κι εδώ στα καφενεία, είδανε τον κόσμο, είδανε τις κοπέλες τότες, τες αρέσανε, ε, τα φτιάξανε και παντρεύτησαν εδώ και μείναν εδώ. Ο γερο-Συμιακός, που λένε, ο παππούς μου κι ο γέρο-Παντελιός Τσαβαρής, αυτοί ήτανε. Μείναν εδώ, ήκαμαν οικογένειες -και μεγάλες οικογένειες, από δέκα παιδιά και πάνω. Αυτοί φέραν όμως και πολύ χρήμα πάνω στο νησί, χρήμα και… είχαν κίνηση καλή. Από αυτούς ηνοίξαν μαγαζιά, τα πρώτα εστιατόρια κάνα-δυο τ` ανοίξαν αυτοί, τα παιδιά τους δηλαδή. Ναι, ηκάμαν την εκκλησία, οικοδομήσαν την εκκλησία ο παππούς μου.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Κατέβηκε ο κατακλυσμός τα σάρωσε όλα, πήρε και την εκκλησία, πήρε και την εικόνα του Σταυρού</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don25-4.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καταστροφή της πρώτης εκκλησίας του Σταυρού. Η κατασκευή της δεύτερης</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Στην αρχή είχανε κάμει ένα μικρό εκκλησάκι εδώ, το Σταυρό, οι παλιοί εκείνοι οι ντόπιοι του περασμένου αιώνα, του 1850 ξέρω γω. Το οποίο εκκλησάκι ηκατέβει ένας κατακλυσμός -το ΄χαν εδώ μέσα στον Κάμπο χτίσει, δεν το ΄χανε επάνω στις παρυφές του λόφου, μόν΄ το ΄χανε κάτω εκεί που ΄ναι τα Περγαλίδια, που λέμε. Κατέβηκε ο κατακλυσμός, τα σάρωσε όλα αυτά και τα πήγε στη θάλασσα, πήρε και την εκκλησία, την ηβούλιαξε, πήρε και την εικόνα του Σταυρού.  [&#8230;] Οι πέτρες είναι ακόμα εκεί δα. Στο μίνι μάρκετ δίπλα είναι, υπάρχουν τα θεμέλια ακόμα της εκκλησιάς εκείνης. Την εικόνα τη βρήκανε στην Αμοργό, στην Κάτω Μεριά που λέμε εκεί, κάτι βοσκοί ξέρω γω τσοπαναραίοι, και την πήραν την εικόνα όπως είναι από τα βράχια εκεί δα και ηπήανε στο χωριό απάνω στο Βρούτση ξέρω γώ, που ήταν οι παπάδες, κάτι παπάδες που ήρχουντο κι εδώ, γιατί εμείς δεν είχαμε παπά. Κατά διαστήματα έστελνε ο δεσπότης έναν παπά για να λειτουργήσει. [&#8230;] Όπως και τώρα τελευταία πριν μια δεκαπενταετία το πάθαμε και επί των ημερών μας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Τι δεν είχε εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ηπέθανε ο παπάς που είχαμε το ενενήντα. Μέχρι το ενενήντα πέντε και τα λοιπά δεν είχαμε παπά, ήστελνε [&#8230;] όλοι αυτοί ο μητροπολίτης της Θήρας. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Έστειλε η μητρόπολη παπά άλλονε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Δεν είχε μόνιμο, αλλά υποχρέωσε τους παπάδες της Αμοργού [&#8230;] και των Κουφονησίων να ΄ρχονται κάθε δεκαπέντε μέρες ένας εδώ [&#8230;] να λειτουργεί κι ήρχουντο.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Γ: Τώρα έχει μόνιμο;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Δ: Ε ναι έχωμε τώρα μόνιμο εντάξει. Λοιπόν, την εικόνα την εβρήκανε, την εγνώρισαν πως ήταν του Σταυρού και μας την ηφέραν πίσω και συγκεντρώθει πάλι ο κόσμος εδώ κι είπανε να κάμουνε άλλη εκκλησία. Κάματει που ΄ναι τώρα η τωρινή εκκλησία κάμαν μπροστά εκεί ένα άλλο εκκλησάκι [&#8230;]. Λειτουργούσε αρκετά χρόνια. Εντωμεταξύ ησκέφτησαν πάλι οι ίδιοι οι κάτοικοι, ότι το εκκλησάκι αυτό είναι μικρό, πάλι δεν επαρκεί για τον κόσμο, γιατί ο κόσμος, όχι πως ήτον πολλοί, ήτον διακόσια, τρακόσια άτομα [&#8230;]. Πρώτα ήτον πενήντα, εξήντα, εκατό ξέρω ΄γώ. Άμα ΄ναι διακόσοι τρακόσοι τι να πάρει; [&#8230;] Δεν τους παίρνει, κάθουντο απ΄όξω στην αυλή οι πιο πολλοί. Κι έγινε αυτή το χίλια εννιακόσια δύο γράφει η εκκλησία πάνω [&#8230;], επί τον καιρό που ήτον ο παππούς μου επίτροπος, Δημήτριος Σκοπελίτης, το γράφει απάνω. Κι έγινε ανακαίνιση εκείνης της εκκλησίας κι έγινε αυτή η εκκλησία που υπάρχει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Μάλιστα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Τώρα αυτή η εκκλησία για ΄μας είναι ό,τι πρέπει. Και υπάρχει αυτή η εκκλησία κι ο κόσμος βολεύεται. Έρχεται απ΄ τα χωριά, είχαν και τα χωριά κόσμο ηκατεβαίνα΄ όλοι εδώ [&#8230;]. Μετά ηγίνησαν κάτι εκκλησάκια εκεί στο Μερσίνι ένα και στην Καλοταρίτισσα άλλο ένα τα οποία λειτουργούν  μόνο στην εορτήν τους [&#8230;] της Αγιά Σοφιάς και του Αγίου Γεωργίου.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/">Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 10:46:10 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2418</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η καταγωγή του πατέρα και η σχέση του με το μύλο. Ιστορίες από το μύλο και η καταστροφή του από την κακοκαιρία. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/">Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-5-Αυτός-ο-μύλος-μας-έζησε.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καταγωγή του πατέρα. Ιστορίες από το μύλο</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Ο πατέρας σας από πού ήτανε?</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Από ΄δώ. Ήτον αδέρφια με του Ψηλού τον πατέρα, με τον παππού σας. Τρία αδέρφια ΄ναι. Ήτον κι άλλος, Γιαννης, στην Αθήνα ο θείος ο Γιάννης ναι, ναι. Και μια μοναχοκόρη είχανε και ήταν στην Αμοργό παντρεμένη, πέθανε κι αυτή, όλοι πεθάνανε οι κακόμοιροι όλοι.[&#8230;] Δε γεράσαν ας πούμε όπως πρέπει όλοι, δε γεράσανε ναι, ναι. Μας τον ήφαεν ο μύλος. Η έγνοια του μύλου τον ήφαε. Να σηκώνεται, να πηαίνει τη νύχτα, να ντρετσάρει το μύλο. Έπρεπε να το δένει και δεν τον έδενε. Ύστερη που τον επήρεν ο Δημητράκης ο αδερφός μου τον ξαρτάρωνε που λένε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Εσάς ο πατέρας σας ήταν ο μυλωνάς;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Σοφ: Ναι. Ναι, ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Εσείς δουλεύατε στο μύλο; Πηγαίνατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ: </strong>Όχι, πού να&#8230; Μια φορά που το ράβγαμεν από πάνω το&#8230; τον ηξεντένωσε, τον ηχάλασεν ο καιρός, τις αντένες όλα κι ύστερη[ch-] τον ηράβαμε με χόρτο [ch-]. Πόσες φορές του τον έριξε κάτω το μύλο! Πόσες φορές! Μια φορά ήτον ο Μιχάλης ο αδερφός μου εδώ, γιατί αυτός ήτον πολύ έμπειρος και ήρτε, αυτόν ήτον οργή θεού, είμαστε εδώ και κατεβαίνει ένα φίρμα βοριάς, τις σήκωνε τις πέτρες απάνω και παίρνει ο ξάδερφός μου ο Νικόλας δρόμο που ΄τον κατήφορος και πάει στον κάτω μύλο, τον ηπρόλαβε, τον ηντρετσάρισε. Ο Μιχάλης ώστε να πάει πέρα, ότι που πήεν απ΄ έξω, ήρτε ένα φίρμα και τον ηκατέβασε τις αντένες όλες κάτω. Ο Μιχάλης λοιπόν ήτο [ch-], τον ηκοίταζε και πιο καλά που δεν ήμπε το κακόμοιρο μέσα να κατέβει κανένα ξύλον, όπως ήρθε με τη φόρα ο αγέρας, να το σκοτώσει. Και ήταν ο πατέρας μου εδώ ΄π΄ έξω και κάνει, τύφλα Μιχάλη. Ο Μιχάλης [ch-].  Του ήρτε μετά, του λέει, ήντα ΄καμες τώρα Μιχάλη; Ε, ώστε να μπω μέσα να σκοτωθώ, πιο καλά να βουλήσει ο μύλος. Ύστερη το φτιάξανε πάλι, το φτιάξανε. Αλλά κακοχτισμένος, κακοχτισμένος αυτός που τον, που τον είχε. Τον είχαν απ΄ το Μεσήνι, τον είχεν αγοράσει ο πατέρας μου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Πότε τον είχαν φτιάξει το μύλο αυτόν;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ε πολλά χρόνια, πριν γεννηθώ εγώ. Ε μα αυτός ο μύλος μας έζησε, γιατί με την Κατοχή όλοι πείνάσανε, εμείς δεν ηπεινάσαμε. Αλλά ήδωμνεν ο πατέρας μου αλεύρι στις φτωχούς. Ήρτεν ένα καϊκι στο Λιβάδι κι ανέβηκεν ένας και του λέει, έλα καλέ μου άνθρωπε και βάλε μου μια χουφτιά αλεύρι να κάνω μια πίτα να φάω που πεινώ. Κι ήπιασε και του ΄βαλε. Ήδωνε, ήδωνε στις φτωχούς. Τραβήξαμε, τραβήξαμε. Ύστερα που πήγαν στρατιώτες τα παιδιά&#8230; Δε, δε, δε. Λεφτά δεν ηβγαίναν τότες.</p>

<p>&nbsp;</p>
<h1>Ο μύλος λέει γίνεται, το παιδί δε γίνεται</h1>
<p>&nbsp;</p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-21-Ο-μύλος-λέει-γίνεται-το-παιδί-δε-γίνεται.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Δουλειά στο μύλο. Η σχέση του πατέρα με το μύλο. Κακοκαιρία</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ο πατέρας μου ο κακόμοιρος[ed] ήτανε απάνω σ&#8217; ένα τέτοιο κρεβάτι κι είχεν ανοίξει την πόρτα και κοίταζε το μύλο, μέχρι που ξεψύχησε[&#8230;] Να το βλέπει, να το βλέπει, να το βλέπει. Όλη νύχτα εγνοιαζότα&#8217; όταν είναι κακοκαιρία, όλη νύχτα δεν κοιμότανε. Του &#8216;λεε η μάνα μου: Βρε κοιμήσου και δε θα πάθει τίποτι ο μύλος. Γιάντα δεν τον ξαταρώνεις(?); &#8216;Εν ήθελε να τον ξαταρώνει.[&#8230;] Και μια μέρα επήγεν ο αδερφός μου ο Μιχάλης δέκα η ώρα το πρωί να τον τρετσάρει(?), γιατί κατέβηκε&#8230; Αυτό ήταν οργή Θεού! Κατέβηκε ένας βοριάς, ένα φου ηβάστηξε μια ώρα κι έπειτα κατά, κατασαλάγιασε και παίρνει δρόμο ο ξάδερφός μου ο Νικόλας και πάει στον κάτω μύλο. Εκείνο ήτον κατήφορο, τον ηπρόλαβε το μύλο. Ο αδερφός μου ο Μιχάλης ήτον μακρυά, πήγε, αυτός ήταν και γουστόζικος κι αφού λοιπό&#8217; είδε το&#8230; Αφού ηπήγεν απ&#8217; έξω από το μύλο, έρχεται ένα φίρμα(?) και κατεβάζει τις αντένες, το ξόνι(?) και τω&#8217; δώνει μια και κατεβαίνουν όλα κάτω. Ο Μιχάλης λοιπό&#8217; δεν έπιανε στενοχώρια. Σταύρωσε τα χέρια του απ&#8217; όξω κι έστεκε τον ηξάντι[?]. Βγαίνει ο πατέρας μου και του κά και κάνει λέ&#8217;, τύφλα Μιχάλη! Ε, [ch-] η μάνα, δεν κοιτάζεις, λέει, που δεν ηπήε το παιδί μέσα, να ξεφύει, λέει, καένα ξύλο, εκεί που τον ηκατέβασε, λέει, το μύλο να πάει να το σκοτώσει. Μα θα γνοιαστούμε, λέει, το μύλο; Ο μύλος, λέει, γίνεται, το παιδί δε γίνεται. Ναι κι ήρτεν εδώ ο Μιχάλης ούτε[???]. Αφού δεν μπορούσα, λέει, πατέρα να πάω μέσα,πώς ήθελες να πάω; Να πάω να σκοτωθώ; Ε, &#8216;εν του ξαναμίλησε. Ο κάτω μύλος τον ηπρόλαβεν ο ξάδερφός μου και τον&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ: </strong>Μετά τον ξαναφτιάχνατε όμως; Τον χαλούσε ο καιρός&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ένα φίρμα! Τον ηξαναφτιάξαμε. Δηλαδή οργή Θεού ήτανε. Ηλίχνιζε τη θάλασσα και την πέτα πάνω[&#8230;]. Ούτε μισή ώρα δεν ηβάστηξε, ε ναι. Ένας αγέρας όπου έβρισκεν άθρωπο θα τον ησκότωνε και ήτον οργή Θεού, οργή Θεού ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Εδώ το πιάνει πολύ ο αέρας; Γιατί πάνω στο Μερσήνι φυσάει πολύ αέρας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Μυλωναριό σου λένε. Παντού πιάνει[&#8230;]. Μυλωναριό λέει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα: </strong>Τι είναι αυτό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ε, δηλαδή &#8216;κει που &#8216;ν&#8217; ο μύλος, μυλωναριό το λέγανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Τον τόπο;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Όχι, το μέρος που ήτον ο μύλος.[&#8230;] Ο πατέρας μου εγέρασε πριν την ώρα του με το μύλο, γιατί μόνο μόνο να φυσούσε κακοκαιρία τη νύχτα, είχεν αυτή την έγνοια, θα μου σπάσει το μύλο, θα μου σπάσει το μύλο.</p>

<p>&nbsp;</p>
<h1>Ήπεσεν αστροπελέκι και τον ήκαψεν</h1>
<p>&nbsp;</p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-19-Ήπεσεν-αστροπελέκι-και-τον-ήκαψεν.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καταστροφή του μύλου</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και το μύλο μέχρι πότε το λειτουργούσε ο πατέρας σας;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ύστερι που γέρασε τον ηπήρεν ο Δημητράκης, ο Δημητράκης, αλλά τον είχανε κακοχτισμένο, κάθε χρόνο βουλούσε μια πάντα. Ύστερα βαργίστησε (?) το Δημητράκη, δεν τον ηξαρταρώναν να μην το σπάσει ο αγέρας. [&#8230;] Ήτον μες στο βοριά, ήρχουντον νοτιάς του ΄δωνε και κατέβαζε όλες τις αντένες κάτω. Πρέπει να το δένεις. Και ύστερα βουλούσε, τον ήχτιζε από τη μια πάντα, τον ήχτιζε καλά δυο φορές ο συχωρεμένος ο πατέρας μου [&#8230;]. Πέρασαν πολλά χρόνια, δυο τρία χρόνια, ήπεσεν αστροπελέκι και τον ήκαψε, καιγόταν τρεις μέρες, τρεις μέρες με τα ξώνια όλα μέσα, είναι ξυλία. Ναι, ναι ήκαψε. Και ήλεα, ε και να ζούσε ο πατέρας μου να το δει να καίεται. Ήθελε να πάει μια ώρα πιο μπροστά. Το όνειρό του ήτο΄ να κοιτάζει το μύλο. Πόσες φορές με κακοσύνη μες στη νύχτα έφευγε να πάει πέρα να τον τρετσάρει.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/">Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πράγματι σαν Κωλοκοτρώνης ήταν τα μουστάκια του</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/pragmati-san-kolokotronis-itan-ta-moystakia-toy/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/pragmati-san-kolokotronis-itan-ta-moystakia-toy/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 10:32:09 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2412</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι πρόγονοι και τα μεγάλα μουστάκια τους.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pragmati-san-kolokotronis-itan-ta-moystakia-toy/">Πράγματι σαν Κωλοκοτρώνης ήταν τα μουστάκια του</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don5-7-Πράγματι-σαν-Κωλοκοτρώνης-ήταν-τα-μουστάκια-του.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι πρόγονοι και τα μεγάλα μουστάκια τους</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Πολλοί έρχονται, μου λένε ποιοι είναι αυτοί οι αρχαίοι Έλληνες; (Αναφερόμενη σε μία φωτογραφία του σπιτιού). Λέω είναι τα πεθερικά μου. [&#8230;] Αυτοί ας πούμε είναι αρχαίοι Έλληνες, όπως [&#8230;] ο παππούς σου Καλλιόπη, ο θείος ο Γιάννης ο αδερφός του, που το ΄χει η Διαμαντούλα κάδρο [&#8230;]. Είχε πάει [&#8230;] του παππού σου ο αδερφός [&#8230;] να πάει να  περάσουνε περιοδεύον και τον είδανε, ας πούμε, έτσι με τη μουστάκα και του λέει, γεια σου βρε Πράσινε [&#8230;] με τις μεγάλες μούστακες, του λέγανε εκεί που πήγε να περάσει περιοδεύο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Πήγε να περάσει περιοδεύον στην Αμοργό [&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Και τα λεγε μετά ο παππούς σου. [&#8230;]  Άντρακλοι, άντρακλοι θερία ο παππούς της κι ο αδερφός του παππού της.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Λοιπόν ο αξιωματικός που τους περνούσε περιοδεύο του λέει, από πού ΄σαι ρε; Λέει είμαι από τις Κυκλάδες. Από ποιο μέρος; Λέει είμαι απ΄ την Αμοργό. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Λέγανε, ας πούμε, από  Αμοργό, όχι από  Δονούσα γιατί δεν την ξέραν τη Δονούσα, λέγαν από την Αμοργό. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Δέτε ρε, δέτε ρε έναν αρχαίον Έλληνα με τις μεγάλες μύστακες. [&#8230;] Πράγματι σαν  Κωλοκοτρώνης ήταν τα μουστάκια του. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E: </strong>Καλοκαίρι να ρθεις κάποια στιγμή [&#8230;] να τις δεις τις φωτογραφίες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Κάθεται στην καρέκλα ο παππούς ο μπάρμπα Δημήτρης κι είναι όρθιος&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ο μαστρο Γιάννης ο αδερφός του. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αυτός στο στρατό ήτανε αυτός χωροφύλακας και συνάμα ας πούμε τα δυο αδέρφια είχανε βγάλει μία φωτογραφία και αυτός που φοράει το καπέλο ο Γιάννης, είναι κουμπάρος μας έχει βαφτίσει το γιό μου το Βασίλη [&#8230;] και είναι λοιπόν με την καπελαδούρα, με τη στολή, με τις μπότες, στέκεται, ας πούμε όρθιος ο Γιάννης ο κουμπάρος μου και ο Δημήτρης ο παππούς κάθεται στην καρέκλα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ωραία φωτογραφία πολύ ωραία. [&#8230;] </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αρχαίοι Έλληνες! Γεια σου ρε Πράσινε, του λέει. Δέτε ρε έναν αρχαίο Έλληνα με τις μεγάλες μύστακες. </p>



<p class="wp-block-paragraph">&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pragmati-san-kolokotronis-itan-ta-moystakia-toy/">Πράγματι σαν Κωλοκοτρώνης ήταν τα μουστάκια του</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/pragmati-san-kolokotronis-itan-ta-moystakia-toy/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Έφτιαχνε τα εργαλεία, αξίνες, τα δικέλια, τσάπες όλα, ήταν ο γύφτος του νησιού</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 08:03:45 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2388</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο επισκευαστής εργαλείων στη Μεσαριά, ο «Γύφτος»</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/">Έφτιαχνε τα εργαλεία, αξίνες, τα δικέλια, τσάπες όλα, ήταν ο γύφτος του νησιού</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/00-Στόμωνε-έκανε-γύφτικες-δουλειές-δηλαδή.-Ελευθερία-Σιγάλα-don3-11.mp3"></audio></figure>



<h5 class="wp-block-heading">&nbsp;</h5>



<h5 class="wp-block-heading">Ο επισκευαστής εργαλείων στη Μεσαριά, ο «Γύφτος»</h5>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Γύφτο ποιον λέγανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Του Αναστάση τον πατέρα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Γιατί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Στόμωνε, έκανε γύφτικες δουλειές δηλαδή. Έφτιαχνε τα εργαλεία, όλα τα εργαλεία που σκάβανε εδώ, αξίνες, τα δικέλια, τσάπες όλα, ήταν ο γύφτος του νησιού. Είχεν πολλή δουλειά, γιατί είχε τόσους νοικοκυρούς, πάρα πολλούς νοικοκυρούς, και τώρα εκείνα τα χρόνια δεν τους πληρώνανε με το κομμάτι, τους δώνανε από δυο γκαζοντενεκέδες καρπό, κριθάρι, σταρομίγαδο, όχι δηλαδή… ούτε κριθάρι-κριθάρι, ανακατωστά σταρομίγαδο<sup>1</sup>. Τους δίναν από δυο ντενεκέδες το κάθε σπίτι, ο κάθε νοικοκύρης. Ένα ο πατέρας μου, ένα ο θείος μου ο Βαγγέλης, ένα ο Νικόλας, ένα ο Μαρίνος, ήταν τόσα αδέρφια εδώ στη γειτονιά, ένα ο πεθερός μου. Ό,τι είχανε να πάνε να στομώνει, αφού κάνανε δουλειές αγροτικές, είχαν εργαλεία και πήγαιναν και στομώναν.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>ανάμεικτο σιτάρι και κριθάρι</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/">Έφτιαχνε τα εργαλεία, αξίνες, τα δικέλια, τσάπες όλα, ήταν ο γύφτος του νησιού</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Και πρώτα έβλεπες φτώχεια και γλέντια</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 11:01:32 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1639</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι οικογένειες της Μεσαριάς. Ο λυράρης. Τα γλέντια. Η μαμή.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/">Και πρώτα έβλεπες φτώχεια και γλέντια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don24-2-ΓΛΕΝΤΙΑ-ΣΤΗ-ΜΕΣΑΡΙΑ.-ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ-ΧΩΡΙΟΥ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι οικογένειες της Μεσαριάς. Ο λυράρης. Τα γλέντια. Η μαμή</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Β: </strong>Εδώ στη Μεσαριά τότε θείε πόσοι άνθρωποι ήτανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Εδώ στη Μεσσαριά ήμασταν πενήντα παιδιά, και εφτά οικογένειες, εφτά αντρόγυνα να πούμε. Εμείς ήμαστεν η πιο μικρή οικογένεια, πέντε παιδιά. Κάτω εκεί ήταν η γυναίκα μου, εκεί κάτω κάτι σπιτάκια. Η γυναίκα μου είχε δεκατρία παιδιά και άλλα δεκατρία του Μαραγκού ο πατέρας. Εικοσιέξι, δυο σπίτια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Πώς τα γένναγε τώρα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λ: </strong>Είχε μαμή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Με τίποτα. Μια μαμή και καθότανε […] στου Ζαλί πίσω. Από κει πηγαίναν τα μεσάνυχτα, όταν πιάναν οι πόνοι τη γυναίκα, τη φέρνανε. Πότε χάνανε το δρόμο και δεν μπορούσαν να `ρτουνε. Δεκατρία και δεκατρία εικοσιέξι δυο γυναίκες γεννήσανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Πω, πω, στρατός!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Ναι ναι. Πενήντα παιδιά είμαστεν εμείς εδώ. Ο θείος μας ο Γιωργάκης, εδώ του Γιώργαρου ο πατέρας, έπαιζε λύρα. Κι ερχόταν εδώ, μαζευόταν εδώ το χειμώνα και σαράντα παιδιά, σαρανταπέντε, μαζευόταν εδώ, πού να χωρέσουν μέσα;&nbsp; Άμα `ταν καλοσύνες, απ` έξω να πούμε και παίζαν τη λύρα και&nbsp; χορεύγαμε δω. Παιδιά τώρα…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Β:</strong> Πού παίζανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Εδώ παίζανε. Να, εδώ ήτον ένα… Μπάρι το λέμε εκείνο, κει πάνω καθότανε και παίζανε κι εδώ χορεύγανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Πώς το λέγαν εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ: </strong>Μπάρι. Που `ναι σαν καναπές. Εκεί είχαμε ένα μεγάλο μπάρι, πήγαινε πέρα-πέρα και βάζαμε μέσα σιτάρια, κριθάρια, σαν αποθήκη. Το κρατήσαμε αυτό, τ` άλλο το διαλύσαμε και το κάψαμε. Ήταν και παλιό. Αυτό το `χωμ` έτσι για ενθύμιο.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong>&nbsp; Και μαζευόντουσαν τα παιδιά ε; Και τους έπαιζε ο παππούς λύρα τώρα.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Απέναντι εκεί στο μύλο ήτανε μια οικογένεια επτά άτομα. Πέντε παιδιά, έξι παιδιά και δυο οχτώ.&nbsp; Και κάνουμε κι άλλα δυο σπίτια καμιά δεκαπενταριά παιδιά. Εννιά εδώ ο μπάρμπας μου κι εμείς πέντε, δεκατρία, να πούμε δεκατέσσερα. Εδώ πάνω ήτανε δεκατρία και άλλα πέντε ο άλλος δίπλα ο Νικολάκης. Αφού σου λέω είμαστε πενήντα παιδιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Και τώρα κανείς.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Και τώρα ένα γατάκι υπάρχει εδώ πέρα &#8211; δεν υπάρχει… Εγώ έρχομαι πότε πότε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Αυτό. Και τι τραγούδια λέγανε; Τι τραγούδια τους έλεγε ο παππούς; [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Και πρώτα έβλεπες φτώχεια και γλέντια. Την Απόκρεα γινόταν την Τυρινή εδώ φερειπείν ο χορός και μαζευόταν όλο το νησί. Την Κρεατινή στο Μερσήνι. Την Τυρινή στην Καλοταρίτισσα και την πρώτη Κυριακήν, ας πούμε, κάτω στο χωριό, στο Σταυρό εκεί πέρα. Κάθε χρόνο μαζευόταν όλος ο κόσμος. Με τα ταγάρια τους, με μεζέδες, με μυστήρια, με αυτά, κρασιά τότες μπόλικα, πολλά κρασιά. Έκανε κρασιά στην Καλοταρίτισσα κάτω χιλιάδες οκάδες, τώρα δεν έχει ούτε σταφύλι να φάμε.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Και χορεύανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ψ:</strong> Και μεθιούσανε και κάναν και καυγάδες.</p>



<p class="wp-block-paragraph">(γέλια)</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/">Και πρώτα έβλεπες φτώχεια και γλέντια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 10:18:55 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1624</guid>

					<description><![CDATA[<p>Αποκριάτικα γλέντια και Δονουσιώτες βιολιτζήδες. Γάμοι στα σπίτια. Η Τρουλιανή που μέθυσε και τραγούδησε. Προξενιά από την Αμοργό. Προξενιό από το ίδιο χωριό για λόγους πρακτικούς. Κρασιά και μεθύσια</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/">Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-9-Αποκριάτικο-γλέντι.-Δονουσιώτες-βιολιτζήδες-Σιγάλα-Σοφία-.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Αποκριάτικα γλέντια και Δονουσιώτες βιολιτζήδες</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Χορεύατε εσείς;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Στα νιάτα μου! Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία. Μια φορά κατεβήκαμε στον Κάμπο κι ήτον ο αδερφός μου ο Δημητράκης, είχε γούστο, ήτον μεγά… παντρεμένος, ήμεστε όλοι, και ντυθήκαμε μασκάροι και πήγαμε στ(ου) Ηλία το Σκοπελίτη εδώ που καθότανε, και έπαιζε το καλύτερο βιολί και μας έπαιξε, όπως είμαστε μασκάροι, μες στο αλώνιν του και χορέψαμε!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Στο αλώνι εκεί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ: </strong>Ναι, ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Νύχτα ή μέρα ήτανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ε, ήτο βράδυ, νύχτα πήγαμε κάτω, νύχτα πηγαίναμε μασκάροι για να μη μας γνωρίζου`.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα</strong>: Τι ντυθήκατε; Τι φορούσατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Φορούσαμε μάσκες εδώ, να μη μας βλέπου. Μόνο τα μάτια μας εβλέπα. Πήγε στη Λαμπαδάκαινα ο αδερφός μου και της λέει, λέει… Του λέει… -είχε ντυθεί σαν αστυνομικός- και του λέει, «Αστυνομικός είσαι ή από δω είσαι;» Λε` «Στραβομάρα έχεις να με δεις πως είμαι…» (γέλια). Κάμα γέλια, ήκαμα γέλια. Πηγαίναμε στο Μερσήνι, γύριζεν ο κόσμος, ήταν πολύ ωραία. Αλλά ο Ηλίας ο Σκοπελίτης ήπαιζε ωραίο βιολί, έπαιζε όλες τις… Σε γάμους, σε όλα έπαιζε… Πολύ ωραία ήτανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Κι εδώ και στο Μερσήνι δεν ήταν ένας που έπαιζε βιολί; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ο Γιωργάκης του Περβολάρη, ναι, ήπαιζε. Αυτός έβγαζε και ωραία τραγούδια, πολύ ωραία.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Τους ηπαντρεύγαν στα χωριά πρώτα, έτσι ήτον το έθιμο των παλαιών</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-17.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Γάμοι στα σπίτια. Η Τρουλιανή που μέθυσε και τραγούδησε</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Εσάς ο γάμος σας πού έγινε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Εδώ. Εδώ μας ηπαντρέψαν.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Στο σπίτι;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Όχι στην εκκλησία;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Όχι. Ήρθεν ο παπάς εδώ, μας ηπάντρεψε. Ήτον οι γέροι, πού να παν` κάτω νύχτα […] και του Ρηνιού του Ψηλού απάνω στο σπίτι ήγινε, ναι, ναι, απάνω στο σπίτι. Και του Δημητράκη, ναι, και του Δημητράκη. Τους ηπαντρεύγαν στα χωριά πρώτα, τους ηπαντρεύγαν στα χωριά. […] Έτσι ήτον το έθιμο των παλαιών. Τώρα παν` στην εκκλησία.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Πείτε μου για το γάμο στο σπίτι […].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Τους ηπαντρεύγαν πρώτα και στην Καλοταρίτισσα, ηπήαινε ο παπάς πίσω και στο Μερσήνι&nbsp; και παντού.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Ο κόσμος ερχότανε σπίτι; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Οι συγγενείς ηρχούτανε, εμείς δεν ηκάμαμε, ας πούμε, γλέντι. Εκεί που κάνα`, στην Καλοταρίτισσα στη Φανής το γάμο, ηκάμαν γλέντι, ήτον πολύ ωραία. Πήαν κι φέρα` τον Ηλία το Σκοπελίτην πίσω, ήπαιξε. Είχαμε την Καλλιώ την Τρουλιανή, δε θα ξεχάσω τα γέλια που κάμαμε. Μέθυσε και σηκώθηκε και τραγούδει. Ε, Χριστέ μου γέλια τα κάμαμε, αλλά ύστερι το πήρεν ο άντρας της χαμπάρι από τον Τρούλο, ότι γελούσαν οι Καλοταριανοί και ξέρεις ίντα ήκαμε; Αφού ηπήε λέει στον Τρούλο της λέει, «Μωρή ίντα πήγες κι ήκαμες», γιατί ήτον ηκακόχερος, «μωρή ήντα πήγες κι ήκαμες και με `κανες ρεζίλι στην Καλοταρίτισσα;» Λέει, «Τίποτι τίποτι, ε, αστειεύτησαν εκεί τα παιδιά.» Αυτή ημέθυσεν ύστερι κι χόρευγεν και τραγούδειν και την ηπήραν ύστερι και την ηπήγαν στον Τρούλο και την είδεν ο άντρας της, του κακοφάνη και ίντα κάνει; Ήτον τότες οι νάρκες που ηπλεύγαν εδώ. Κάτι από πολέμους ξέρω γω, και ξεγελά τις Καλοταριανούς και τω λέει, «εδώ κάτω στον Κέντρο είναι μια νάρκα» ήτο, κάτι είπαν πως ήπλευγε και για να τις εκδικηθεί τις Καλοταριανούς είπεν ότι πλεύγει, ας πούμε, μια νάρκα, να παν` να την πιάσουν. Γιατί τις συγκαίαν τις νάρκες ύστερι και τις κάμαν δυναμίτες. Ε, και το `πε ψέμματα και τις ήφερεν απ` την Καλοταρίτισσα για να τις εκδικηθεί. Αλλά ήτον ωραίος ο γάμος, πολύ ωραίος. Κι από τη Μεσαριά ηπήγαμε, εγώ ήμουν παράνυφη, περάσαμεν ωραία. Αλλά ο Ηλίας ήπαιζεν ο Σκοπελίτης πολύ ωραία, πάρα πολύ ωραία. Μια φορά ντυθήκαμε μασκάροι και πήαμε απ` όξω από του Ηλία του Σκοπελίτη μες στ` αλώνι και μας ήπαιξε και χορέψαμε. Ε, κακόμοιρος. Ύστερι γέρασε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Πρώτα ήτο&#8217; φτωχοί οι αθρώποι, όποιος είχε τα πιο πολλά χωράφια ήτον ο καλύτερος γαμπρός</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-15.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Προξενιά από την Αμοργό</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Η μαμά σας πώς ήρθε εδώ; Πού τη γνώρισε ο πατέρας σας;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Πρώτα να καταλάβεις ήτο φτωχοί οι αθρώποι και στην Αμοργό, και όποιος είχε τα πιο πολλά χωράφια ήτον ο καλύτερος γαμπρός. Ναι, και πήγε στην Αμοργό και του κάμαν το παντρολόι εκεί κάποιος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Ο πατέρας σας από εδώ ήτανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ναι, ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Απ` τη Μεσαριά;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Είχε πάει, ναι, στην Αμοργό και τη γνώρισε. Ήτο και φτωχοί τα πεθερικά του, είχε δυο-τρεις κόρες ή τέσσερεις; Και στην Καλοταρίτισσα η Γιαλίτισσα είχε πάρει από τη Γιάλη, ναι. Η συμπετέρα μας πάλι η Πετσετάκαινα που λέγανε, από τη Χώρα της Αμοργού ήτον κι εκείνη. Ε, πάλι και ήτο μεγάλη οικογένεια και παντρεύτηκαν…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ:</strong> Οι γυναίκες ήτανε συνήθως από Αμοργό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Οι γυναίκες ήτανε, οι γυναίκες ναι, ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Και ήρθε εδώ και δεν είχε, λέτε, παρέα, δεν είχε κόσμο. Δεν ήταν κι άλλες γυναίκες απ` την Αμοργό εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ: </strong>Εδώ δεν ήτανε. Μια φορά της ήστειλεν μια αδερφή της γράμμα και της ήγραφεν και τραγουδάκια και πήγε πέρα στο χωράφι κι έπιασεν μια πέτρα, να σπάσει την κεφαλή της και ήρτε… ήτον ένας Αμοργιανός εδώ και πάει και λέει του παππού ότι, «Πες της κόρης σου μη ξαναγράψει γράμμα και γράφει τραγουδάκια, γιατί θα τη σκοτώσω εγώ.» Λέ`, «Γιατί;» «Αρώτα με», λέει, «που είδα την κόρη σου που δεν ήκανε στη Δονούσα. Αρώτα με», λέει, «τι κλάμα ήκανε.»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Στεναχωριότανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Στεναχωριότανε. Ε, δεν είχε και, δεν είχε και πολλούς αθρώπους εδώ να κουβεντιάσει. Ο καθένας έφευγε και πήαινε στα χωράφια κι έμενε μόνη. Ε, ύστερι που έκανε τα παιδιά, έκανε τα παιδιά, ησύχασε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Μου λέει, «Θα σε παντρέψω εδώ στη γειτονιά, να σε `χω κι εγώ κοντά μου»</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-7-Δεν-ήθελε-ο-πατέρας-μου-να-με-στείλει-σε-άλλο-χωριό-να-παντρευτώ.-Σιγάλα-Σοφία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Προξενιό από το ίδιο χωριό για λόγους πρακτικούς</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και τον άντρα σας πότε τον… Πώς γνωριστήκατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ε, αφού ήταν εδώ πάνω, εδώ πάνω ήταν. `εν ήθελεν ο πατέρας μου να με στείλει σε άλλο χωριό να παντρευτώ. Δεν είχε και τις δυνάμεις να κάμει σπίτι, ούτε στον Κάμπο ούτε σε άλλο χωριό, δεν είχε. Μου λέει, «Θα σε παντρέψω εδώ στη γειτονιά, να σε `χω κι εγώ κοντά μου.»  Είχαμε τραβήξει, είχαμε τραβήξει. Ύστερι ο συχωρεμένος ο άντρας μου πήαινε κάτω στο Σταυρό κι ήκανε μεροκάματα. Τον ντενεκέ στον ώμο να ανεβαίνει στη σκάλα, να ανεβαίνεις τα υλικά. Ε, καμένα χρόνια, πόσο δύσκολα που `τανε. Τώρα όλες τις ευκολίες τις έχει ο κόσμος. […] Ήτανε δύσκολα τα χρόνια.  Όλοι οι αθρώποι μισερώθησαν εδώ. Ο Σταύρος πέρα, από τα βάρητα έπαθεν η μέση του κι ηπήεν στην Αθήνα. Τώρα δεν μπορεί να δουλέψει, δεν μπορεί να δουλέψει το κακόμοιρο.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Στα παλιά ήπιναν πολύ κρασί και μεθιούσανε</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-6-Στα-παλιά-ήπιναν-πολύ-κρασί-και-μεθιούσανε.-Σιγαλα-Σοφία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κρασιά και μεθύσια</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Στα παλιά ηπίναν πολύ κρασί και μεθιούσανε, γυρίζαν και κάναν καντάδες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Α, ναι; Θυμάστε καμιά καντάδα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Μπα πού να τις θυμάμαι, δεν ήμουν γεννημένη στους παλιούς.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Μετά στα δικά σας χρόνια δε γυρνάγανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ε, ήταν ο άντρας μου με το Νικήτα το Μαρκουλή. Ο Νικήτας ο Μαρκουλής, που `χει το μαγαζί, έχει πάρει την ανηψιά μου, ναι. Είμαστε και συγγενείς Μαρκουλήδες, ναι. Εδώ εκάτω ηκάθουντον ο Νικήτας. Κι ήταν λοιπό, είχαμε… τότες ηκάναμε κρασιά, κάναμε κιούπια ολόκληρα, κουρουπάκια, κι ήρχουνταν λοιπό ο Νικήτας κι έσμει` με τον άντρα μου και πίνανε και είχανε, είχαμεν και χοντρολιές, ωραίες ελιές, και τρώγανε και μεθιούσανε και γυρίζανε, ηπηαίναν μέχρι το Μερσήνι. Ύστερι που ηπαντρεύτει ο Νικήτας, του λέω, «Θεός σε πήε», λέω, «κάτω στον Κάμπο να σωθώ!» (γέλια) Μια μέρα έβρεχε, ήρταν πολλοί και πηγαίναν πέρα στο Μερσήνι και πέφταν στις δρόμους και βρεχότανε, δεν τις ήμελε. Αλλά ήταν αγαπημένοι, ήμεστε συγγενείς. Καλοί αθρώποι ήταν πρώτα. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/">Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Συγγένεια Πράσινων- Ρούσσων</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/syggeneia-prasinon-roysson/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/syggeneia-prasinon-roysson/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 18 May 2023 11:57:06 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1455</guid>

					<description><![CDATA[<p>Συγγένειες Καλοταρίτισσας</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/syggeneia-prasinon-roysson/">Συγγένεια Πράσινων- Ρούσσων</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/Don2-6.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Συγγένειες Καλοταρίτισσας</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Του Μητσάκη του Ρούσσου στον Κάμπο… […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Του Νικήτα του Ρούσσου ο πατέρας… […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Η μάνα του η Μαρίκα που λέμε, ήταν αδέρφια με τον πατέρα μου. Η Άννα η Παναγιώταινα, η Λογοθέταινα, ο Κώστας ο Ρούσσος που πέθανε, ο Μητσάκης, ήτανε ανίψια του πατέρα μου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε: </strong>Είναι πρώτα ξαδέρφια. Όπως και με τον πατέρα σου τον συγχωρεμένο. Του Ρούσσου του Νικήτα ο πατέρας, η Άννα, την ηξέρεις που είναι του Παναγιώτη, η Βαγγελιώ της φουρνάρισσας η μάνα, η Λογοθέταινα, αυτοί ήτανε πρώτα ξαδέρφια. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ήτανε ο πατέρας μου, ο γέρο Βασίλης και η Μαρίκα που λέγαν αυτών των παιδιών η μάνα, ήταν αδέρφια.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/syggeneia-prasinon-roysson/">Συγγένεια Πράσινων- Ρούσσων</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/syggeneia-prasinon-roysson/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
