<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-category/thriskeytikotita/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-category/thriskeytikotita/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Sun, 18 Jan 2026 19:24:00 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.1</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-category/thriskeytikotita/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Θέλαν να τους πετάξουν στη θάλασσα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 18 Jan 2026 19:24:00 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10616</guid>

					<description><![CDATA[<p>Φασαρία με Χιώτες στο καφενείο</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/">Θέλαν να τους πετάξουν στη θάλασσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-22.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Φασαρία με Χιώτες στο καφενείο</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1 wp-block-paragraph"><b>Σταύρ:</b> Εκείνος ο Μαραγκός μια φορά έπιασε μια, με συχωρείς, μια μανέλα που λιάζαν το κρομμύδι και δεν ξέρω πόσους Χιώτες, με το θείο σου τον Κώστα που βγήκαν έξω, επήγανε στο μαγαζί του Νικήτα. Το μαγαζί το &#8216;χεν ο, του Νικήτα ο πατέρας, το Αντωνάκι που λένε. Και πήγαν, ήταν του Σταυρού και πήγαν κάτι κοριτσόπουλα, φορούσαν λοιπόν κάτι ξέρω &#8216;γω και οι μάγκες οι Κουφονησώ&#8230; οι Χιώτες και &#8216;θέλαν να κάνουν το κομμάτι τους. Κι αγριεύει ο Μαυρόκωστας, Μαυροκώστας ηλέαν, ο Μαύρος&#8230;</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Ο Κώστας ο Μαύρος.</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ: </b>Μπράβο. Τον ηλέαν και μπράβο και αραπάκι, επειδή ήταν μαύρος. Μιχάλη μου και πιάνει μια μανέλα του κρομμυδιού που ηλιάζαν<span class="s1"> το </span>κρομμύδι.<b> </b>Μανέλα σε παρακαλώ, ξύλο.</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Ξύλο, ξύλο.</p>
<p class="p1"><b>Λευτ:</b> Αααα.</p>
<p class="p1"><b>Φανή: </b>Μανέλα το λέαμε.</p>
<p class="p1"><b>Σταύρ:</b> Μιχάλη, δεν ηξέρω πόσοι Χιώτες ήταν εκεί στα περίχωρα μες στο μαγαζί και πήανε σωρό και πέσανε, πήανε μες στα καϊκια. Ναι, πήαν κάτι κοπέλες εδώ και φορούσαν λοιπόν κάτι ξέρω &#8216;γω και πήαν λοιπόν οι γριές και &#8216;κάναν τα μαγκάκια. Εεεε ε και να σε &#8216;χω μάνα.</p>
<p class="p1"><b>Φανή:</b> Θέλαν να τους πετάξουν στη θάλασσα. Στη θάλασσα να τους πετάξει ο Μαραγκός και ο θείος σου ο Κώστας αυτός τώρα που είναι, είναι χάψαλος ο κακόμοιρος.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/">Θέλαν να τους πετάξουν στη θάλασσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/thelan-na-toys-petaxoyn-sti-thalassa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Είχαν απάνω σε ένα καλάμι δεμένο ένα πιρούνι και κατεβάζαν από πάνω το πιρούνι και μου πέρναν τις πίτες</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 16 Jan 2026 20:55:31 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10598</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι φάρσες του Δημήτρη Κωβαίου στη θεία του την Ευαγγελία</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/">Είχαν απάνω σε ένα καλάμι δεμένο ένα πιρούνι και κατεβάζαν από πάνω το πιρούνι και μου πέρναν τις πίτες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don8-6.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι φάρσες του Δημήτρη Κωβαίου στη θεία του την Ευαγγελία</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1 wp-block-paragraph"><strong>Ε: </strong>Και τι μου ΄κάνεν και μια φορά πάλι, αυτός ο πειρασμός ο θείος σου ο Δημήτρης;</p>
<p class="p1"><strong>Η</strong><b>: </b>Τι;</p>
<p class="p1"><strong>Ε:</strong> Λοιπό ήτο Φώτα κι ήψηνα πίτες και ήντα ΄καμε; O Μήτσος με το Μιχάλη της Χήρας.<span class="Apple-converted-space">  </span>Ηκαθούμαστε λοιπόν μέσα στην κουζίναν εκείνη. Ήτον η συχωρημένη η Ποθητή, η μάνα της Σοφίας, ο Μήτσος που ΄το λεύτερος, ηγαπούσα με τη Σοφία και ο άντρας μου κι εγώ είχα τις πίτες κι ήψινα στην παραστιά βέβαια, γιατί ούτε γκάζι ούτε τίποτι. Λοιπό, τις ήριχνα μέσα στην κατσαρόλα με τα ξύλα, που ήναβγιε, να ψήνουνται και γύριζα και των ηκουβέντιαζα ας πούμε εκεί που κάθουντο. Λοιπό ήβαλα μέσα, ηκανόνιζα δέκα δεκαπέντε πίτες μες στην κατσαρόλα. Μετά τις ήβγαλα κι ήβρισκα μισές. Μα καλά με την κουβέντα, λέω, λάθος κάνω και βάλω τόσες και μετά βρίσκω λίγες; Μια φορά, δυο. Και με<span class="Apple-converted-space">  </span>την κουβέντα τώρα μανία που τους ήτον κι οι τρεις εκεί στη γραμμή μαζί και μου λέασι και κουβεντιάζαν και ξέρω ΄γώ τι, δεν τις ήπερνα είδηση. Καμιά φορά λοιπό τον προλαβαίνω κι είχαν απάνω σε ένα καλάμι δεμένο ένα πιρούνι και κατεβάζαν από πάνω το πιρούνι και μου πέρναν τις πίτες. Τι μου ΄χει κάνει ο δαίμονας μου ΄χει κάνει&#8230;</p>
<p class="p1">Άλλη φορά πάλι, ήμουν πίσω στη Σοφία κι ΄εν ηξέρω μωρέ παιδιά, ήτον απεθαμένος ο άνδρας μου, δεν εθυμούμαι. Λοιπόν παίρνει μια καρέκλα, τη βάλει μες στην μέση του σπιτιού, μου φαίνεται ήζειν αλλά ήλειπε, το Σπύρον είχα μικρό, άρα ήζειν, μόνο ήλειπε, μάλλον στα ψαρέματα ήτο. Και πιάνει μια καρέκλα, τη βάλει μές στην μέση του σπιτιού και πιάνει και βάλει το σακάκι του συχωρεμένου, το καπέλον του και τον κάνει άνθρωπο κι έχει την καρέκλα μες στην μέση του σπιτιού. Εγώ με το Σπύρο μου τον μικρό, δυο τριώ χρονώ, ήμουν μεσα στη Σοφία κι ήτο λοιπό μισοσκότεινα. Ότι που ΄θελε λοιπό να σκοτεινιάζει, ήφηα να ΄ρτω. Όπως ήφηα, τότες δεν υπάρχαν φώτα, δεν υπάρχαν τίποτι, με τις λάμπες. Όπως ανοίω την πόρτα, μπαίνω μέσα, βλέπω έναν άνθρωπο μες στο σπίτι. Γυρίζω και λέω του Σπύρου, ήτο μικρός, λέω, Σπύρο ένας άνθρωπος είναι μες στο σπίτι, πού να μπω εγώ μέσα. Του λέω τρέχα. Εγώ ηγύρισα ηπίσω και του λέω τρέχα πίσω στης Σοφίας, να ΄ρτει ο Μήτσος, να δούμε ήντα ΄ναι, ξωτικόν είναι, άνθρωπος είναι, ήντα ΄ναι. Μες στην μέση του σπιτιού ντυμένος, με<span class="Apple-converted-space">  </span>το καπέλο με το σακάκι με όλα. Έρχεται λοιπό, οι άνδρες βέβαια αν είναι δυνατό να φοβηθούν, μπαίνει μέσα, τότες σου λέω με τη λάμπα, δεν είχαμε φως. Μπροβέλει στην πόρτα και μου λέει, άνθρωπο σου ΄χου καμωμένο μες στην μέση του σπιτιού. Μπαίνει μέσα και μου λέει έλα να δεις, το σακάκι του ανδρός σου, το καπέλο του ανδρός σου. Μου ΄χει κάμει πράγματα αυτός ο θείος σου ο Μήτσος!</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/">Είχαν απάνω σε ένα καλάμι δεμένο ένα πιρούνι και κατεβάζαν από πάνω το πιρούνι και μου πέρναν τις πίτες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-apano-se-ena-kalami-demeno-ena-piroyni-kai-katevazan-apo-pano-to-piroyni-kai-moy-pernan-tis-pites/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 10 Nov 2023 11:31:31 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2442</guid>

					<description><![CDATA[<p>Εύθυμες και πένθιμες ρίμες. Το ποίημα της Αγίας Σοφίας.  Στίχοι από παλιά κάλαντα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/">Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-12.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Εύθυμες και πένθιμες ρίμες</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Επήγαινα στη Μεσσαριά κι εκεί στα σκαλοπάτια[?] [&#8230;] κι εκεί που με ποτίσανε τριώ λογιώ φαρμάκια. [&#8230;] Επήγαινα στη Μεσσαριά για ν΄αποχαιρετίσω και πάντιξέ [?] μου ο χάροντας και μου ΄πε στρέψε πίσω. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Αυτά τα βγάζετε τώρα ή τα ΄χετε ακούσει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όχι από μικρός μικρός.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Τα ΄χω βγάλει από&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ε από 30 από 20. [&#8230;] Ναι ο ίδιος τα ΄χει σχεδιάσει [&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Για θυμηθείτε κι άλλες τώρα που πήρατε φόρα! [&#8230;] </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Άκουκεν πως θα κατεβώ στο μαυρισμένον Άδη, που ΄ναι ψηλός σαν εγκρεμός βαθύς σαν το πηγάδι. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ν:</strong> Ο Κώστας του Σταύρου έλεγε τι ΄ναι στο Σοχωράκι&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Α τότες ημαλώναν απάνω που κανε το θέρος εκείνο στο Σιχωράκι. Ήταν ο μακαρίτης ο Στέλιος πήαινε θέριζε και ηπήαν οι άλλοι και ημαλούσαν, πάνω τσακωθήκανε. Ήρτεν από Καλοταρίτισσα η Πετσετάκενα κι εκείνε κι ήταν ο Κώστας του Σταύρου κάτω στο περβόλι, ανέβειν πέρα στο σπίτι του και ήκουσειν και φωνάζειν, βρε παιδιά τι ΄ναι στο Σιχωράκι; Αμέσως η Ζαρανιά τον ήκουσεν κι λέει ο Κώστας του Σταύρου φώναζε τι ΄ναι στο Σοχωράκι,  του Σμαραγδιού το σώβρακο εσχίστηνε λιγάκι. [ed]  </p>



<p class="wp-block-paragraph">Ήτονε μια φορά εκεί πάνω, είχανε ένα χωράφι, το ΄χανε δώσει εδώ. Ήτονε μια της Πετσετάκενας εκεινής, είχε παντρευτεί του Περιβολάρη ο γιος ο Στέλιος. Του ΄χανε δώσει ένα χωράφι εδώ πάνω, το ΄χε λοιπό σπύρει. Αφού δεν ξέρω δυο τρία χρόνια τέσσερα ήτανε παντρεμένοι και πόθανε μετά, αυτή τη λέαν Καλλιόπη. Πόθανε την πήγαν στην Αμοργό, πόθανε. Ήταν το χωράφι, ήρτεν ο Μάης, μπήκαν να το θερίζου. Ήταν η Ζαρανιά αντίκρυ και ήρταν από πίσω και τους κάναν μπόλεμο και τους λέει η Ζαρανιά, ακούσετε να σας ειπώ εις στις οχτώ του Μάη, τα στάχυα που θερίζανε ποιος θα τα πρωτοπάρει; Στου γέρου Κώστα τις σπηλιές μέσα σ΄αυτή την πόλη, δίχως μπαρούτι και φωτιά ησκοτωθήκαν όλοι. Ο Περβολάρης έτρεχεν να πιάσει μια μαγκούρα μ΄όλα τα γεροντάματα εγώ θα κάμω γιούρα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Αυτή, Ποπάκι μου, τη ρίμα [&#8230;] να της πεις στη μαμά σου, πως την ήλεεν πες η νονά σου. Η νονά σου πες τις ήβγαλεν αυτές. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H: </strong>Αυτά τα βγάζατε με μιας; [&#8230;] Τα τραγουδάγατε κιόλας;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ναι ναι ναι ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όχι, έτσι τα σκέβγουντο και τα βγάλανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>M: </strong>Αυτή έβγαζεν πολλά εκείνη δα η γυναίκα. Ήτανε του Ζαράνη η γυναίκα ήκουεν αυτή, Σοφία εδώ πάνω, του γέρου Νικητιού κόρη ήτανε. [ed] Ήβγαλε που λες καμπόσα και στο τέλος τους είπε Σοφία η ποιήτρια καταγωγή Σιγάλα αφήστε με παρακαλώ να τραγουδώ μεγάλα. Η Ζαρανιά έβγαλε τα ποιήματα. Είχε βγάλει πολλά. Αφού τα ΄στειλε να τα τυπογράψουνε τότες [&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Κι ο συχωρεμένος ο Νικόλας [&#8230;] κι εκείνος είχε πολλά βγαλμένα στη μάνα του την κακομοίρα. [&#8230;] Τα ΄χε γράψει όλα τα τραγούδια, αλλά τα βρανε οι συγγενείς και του τα κάψανε. Όλα αυτά τα τραγούδια που τα ΄χε. [&#8230;] Τόσο λυπητερές ρίμες όπου είχε πεθάνει η μάνα του η κακομοίρα, που τις ήβγαλε, της έβγαλε ας πούμε τραγουδάκια ο κακόμοιρος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Αφού ετοιμαζόσουνα ν΄αφήσεις τη ζωή σου, γιατί δε μου το έλεγες να ΄ρθω κι εγώ μαζί σου; [&#8230;] Οι αλήθειες γίναν ψέμματα τα ψέμματα αλήθειες, έφυγες μητερούλα μου και πίσω πια δεν ήρθες. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Και γιατί πέθανε ας πούμε η κακομοίρα κι ήμεινε μονάχος, [&#8230;] της ήβγαλε ας πούμε ποιηματάκια. Σου λέω πάκα, πάκα χαρτιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ναι ναι είχε γράψει κόλλες πολλές πολλές ο Νικόλας, αλλά δεν υπήρχε να τις πάρω τις κόλλες που θελα να τις διαβάσω, μόνο τις ηπήραν, τα κάψανε, τι τα κάμανε. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Εκείνος (αναφέρεται στον άντρα της) ήτανε σου λεώ με τη γυναίκαν που έχει τη μαμά σου βαφτίσει και τον είχε ξεφτέρι κάμει σε όλα. Όλα και σε ποιήματα και σε αυτά τα κάλαντα και τα πάντα, γιατί τα λεεν εκείνη και τον είχε κοπέλι εκεί και τον ησπούδαζε. </p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Έπεσα και κοιμήθηκα κι είδα στο όνειρό μου, να χτίσω την Αγιά Σοφιά να ΄ρθώ στο λογισμό μου</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-14-Της-Αγίας-Σοφίας-το-ποίημα.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Το ποίημα της Αγίας Σοφίας</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Της  Αγιά Σοφιάς το ποίημα που ε&#8217;ιχε ο συχωρεμένος [ch-].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Αλλά πώς ξεκινάει; Δεν μπορώ να το σκεφτώ. [&#8230;] 23 μερόνυχτα ήμουνα στο κρεββάτι ούτε φαί ούτε καφέ στο στόμα μου να βάλω και τότες απελπίστηκα πως ήρθε να πεθάνω. Έπεσα και κοιμήθηκα κι είδα στο όνειρό μου, να χτίσω την Αγιά Σοφιά να ΄ρθώ στο λογισμό μου. Την εκκλησία έχτισα με το καμπαναρίο της, έχει και το σπιτάκι της και το προαύλιό της. Παρακαλώ σας βρε παιδιά να τη φωτολογάτε, πάτε να τη θυμιάζετε, να μην την εξεχνάτε. Γιατί είναι μάνα που πονεί, κοιτάζει ένα ένα, που ανεστήνει τους νεκρούς, ανέστησε και μένα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Θεός συχωρέστον εκεί δα που είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Έτσι ακόμα είναι κάνα στιχάκι μόν΄ το ξεχνώ πως το λέει το τελευταίο. [&#8230;] Η Αγιά Σοφιά μ΄ανέστησε κι οι τρεις τις θυγατέρες. Η μια είναι η Πίστη, η Ζωή κι άλλη η Αγάπη, γι΄αυτό τους έχει κι ο Θεός μες σε χρυσό παλάτι. Έτσι είναι το τέλος, μέχρι εκεί. [&#8230;] Το διάβαζε ένας καθηγητής πέρα και λέει ααα αυτός ο άνθρωπος, λέει, ήταν ποιητής.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Ήγιασεν, λέει, που το ΄χει βγάλει λέει αυτό το αυτό.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Ηπόπαμεν τ΄αφέντη μας, του μπέη του λεβέντη μας </h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-15.-Κάλαντα.-Τα-λέαν-ας-πούμε-στα-παλιά-χρόνια.-Πράσινος-Δημήτρης.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Στίχοι από παλιά κάλαντα</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ηπόπαμεν τ΄αφέντη μας, του μπέη του λεβέντη μας, να πούμεν της κυράς μας της καλονοικοκυράς μας, κυρά ψηλή κυρά λιγνή κυρά καμαροκρίδα, που ΄χεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος, κύρα μου όταν στολιστείς και βάλεις τα καλά σου πως τρελαίνει η ομορφιά σου. Αν έχεις κόρη έμορφη γραμματικός τη θέλει, αν είναι και γραμματικός πολλά προικιά γυρεύει. Θέλει αμπέλια τρίγυρτα κι αμπέλια τριγυμένα, θέλεικε και την θάλασσαν μ΄όλα της τα καράβια. Αλλά ξεχνάω την αρχή μωρέ, πώς είναι η αρχή του αυτή δα. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτό που μας είπατε θείε ήταν [&#8230;] κάλαντα; Το προηγούμενο που δε θυμόσαστε την αρχή [&#8230;] Είναι κάλαντα αυτά που τα λέγατε τα Χριστούγεννα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ναι ναι κάλαντα είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Ναι ναι ναι ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Κάλαντα. Τα λέαν ας πούμε στα παλιά χρόνια ας πούμε εδώ. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Όλοι οι αθρώποι του χωριού ήτανε. Θυμάμαι εγώ τον Περβολάρη, το γέρο Περιβολάρη, εγώ ήμουν δώδεκα χρονώ΄, δώδεκα χρονώ και όλοι λοιπόν οι αθρώποι οι χωριανοί&#8230; Πήγαινεν αυτός εμπροστά και τα ΄λεγε κι ακολουθούσαν όλοι και τα λέγανε τα κάλαντα αυτά που σας είπα στο πρώτο. Όλα γύρω γύρω στο χωριό στα σπίτια απ΄ έξω ναι ναι ναι. Είναι πολλά αλλά σε λέω έχω ξεχάσει την αρχή του πως αρχινάει εκείνο, αυτό που σας ηπρωτόπα. Ναι είναι πολλά και τα κάλαντα. Θέλει ώρα να τα σκεφτώ, γιατί είναι σου λέω πολλά χρόνια που τα παρατήσαμε. Αφού ΄μουν δώδεκα χρονώ που τα λέγαν αυτά, τα λέγαμεν τότες.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/">Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 10:01:26 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1820</guid>

					<description><![CDATA[<p>Καλοταρίτισσα Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-12-Και-του-δίνουνε-ολόκουπο-και-πάνε-στη-Μουτσούνα-Πράσινος-Σταύρος.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Καλοταρίτισσα &#8211; Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ήτανε ήτανε βαγιανή μεγαλοβδομάδα. Ήτανε ο συχωρεμένος ο Μήτσος. Πόσω χρονώ, δεκατεσσάρω χρονώ, δεκαπέντε χρονώ παλληκαρόπουλο ήτανε; Αλλά λέμε παλληκάρι, ε; […] Λοιπό` που λες μαστρο-Ηλία, εκεί στην κάμαρα που κοιμόνταν ο συγχωρεμένος ο πατέρας, μπροστά στην πόρτα ήταν ένα καμάρι από πάνω, ένα καμάρι είχανε, και κει πάνω βάζαν τα ψωμιά άμα ζυμώνα. Σηκωνόταν λοιπόν ο συγχωρεμένος κι ήβλεπε το καμάρι αδειανό κι ερχόταν Λαμπρή. «Ρε γαμώ την ψυχή του», λέει, «μέσα, Λαμπρή έρχεται. Τι θα γίνει από ζυμωτό, από αλεύρι, να ζυμώσωμε, να κάνουμε το ψητό, να κάνουμε κάνα κουλούρι τη Λαμπρή», ξέρω γω. Σκεβότα<sup>1</sup>, σκεβότα, σκεβότα τι να κάμει, τι να κάμει. Βάρκα δεν είχε, μέσο δεν είχε. Ένας γείτονάς μας λοιπό` είχε ένα βαρκί, που το έπαιρνε ο ίδιος και πήγαινε στους χάνους. Εφερειπεί αυτό το βαρκί να `τονε σαν το δικό σας, πιο μικρό. Σηκώνεται απάνω, νύχτα και κάνει την απόφαση και πάει και ξυπνάει τον συγχωρημένο τον Μήτσο, πιτσιρικάς. Του λεει, «Σήκ` απάνω.» Κι είχεν όλα-όλα του 700 δραχμές. Λέει, «Σήκ` απάνω.» Καλοσύνη, καλοσύνη βέβαια. Λέει, «Πού θα πάμε;» «Ρε σήκω απάνω που σου λέω.» Και φεύγουνε και πάν` κάτω στο Βλυχό, στην αμμουδιά. Εκεί ο γείτονάς μας είχε το βαρκί του βάλει, αυτο το χανόβαρκο, το είχε βάλει μες στο σύρμα. Το φουντάει το βαρκί, το πετάει στην θάλασσα με τον συγχωρεμένο τον Μήτσο και βάζουνε από κει τα κουπιά από μέσα από το Βλυχό. Καβαντζάρουν, καβαντζάρουν τα Σωβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά! </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Με κουπιά ή με μηχανή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Με κουπιά, με κουπιά. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Πανί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Τίποτα, τίποτα. Τεσσάρι. Δυο μπρος, δυο πίσω κουπιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αγάντα, αγάντα, αγάντα. «Άλα κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου καλά, κι όταν πάμε στη Μουτσούνα, θα σου πάρω και χαρβά να φας.»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε</strong>: Ήλεγε του παιδιού, ήλεγε του παιδιού. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Τότες ο χαρβάς ήτανε…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε</strong>: Τότες ο χαρβάς ήτανε… πού να τον δεις τον χαρβά. Μαύρο χαβιάρι που λένε ήτον ο χαρβάς. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Καμία φορά, αγάντα, αγάντα, αγάντα, πιάνει τις Μάκαρες. Πίσω απ` τις Μάκαρες, ξεκουράσθησα. Ήταν δα και πιο μέρα. Πάλι κουπί, πάλι κουπί και πάνε στη Μουτσούνα. Τα καταφέραν και πήαν στη Μουτσούνα  με το βαρκί. Πάνε λοιπόν, εκεί ο πατέρας μου εγνώριζε έναν που `χε τ` αλεύρια. Τότες η Μουτσούνα άκμαζε! Ήταν τα νεώρια, τα σμιρίγλια, βέβαια, το σμιρίγλι. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Τι είναι αυτό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Πέτρα, το σμιρίγλι. Ήταν ο ονομαζόμενος ο Μιχαλούκος ο Σκληράκης. Η Μουτσούνα είπαμε, ότι ήκμαζε. Πάαιναν τα βαπόρια και φορτώναν σμιρίγλι. Κατεβαίναν από πάνω, πάνω από τα ορυχεία κατεβαίναν το σμιρίγλι, το φορτώνανε τα βαπόρια. Νεώριο. Ένας κουβάς απάνω, ένας κάτω. Λοιπό`, πάνε στο Σκληράκη το Μιχάλη. Μπακαλική, τα πάντα, χαρβάδες, μακαρόνια, μπακαλική, τα αλεύρια. Όλα-όλα τα λεφτά του παππού ήταν 700 όλα. Βγάζει το βαρκί, βγαίνει έξω, πάει στο Μιχάλη -τον εγνώριζε, γιατί πααίνανε ψάρια πέρα και πουλούσαν στη Μουτσούνα. Βαρκαριές. Κατεβαίναν οι Αξιώτες κάτω με τα μουλάρια, τότες δρόμους δεν είχε, κι είχαν τα καφάσα οι μανάβηδες και βάζαν τη γούπα και πααίναν στα χωριά. Είχε μεγάλη κίνηση η Μουτσούνα λόγω τα σμιρίγλια. Μπαίνει μέσα λοιπό`, βλεπει το αλεύρι. Ήταν λοιπόν τα αλεύρια εβδομηντάρικα τσουβάλια, οκάδες, εβδομήντα οκάδες ήταν το τσουβάλι. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ήταν οκάδες τότες όχι κιλά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ήταν τα εβδομηντάρια τσουβάλια 700 δραχμές. Παίρνει το τσουβάλι ο  συχωρεμένος ο πατέρας, το στήνει όρθιο, το πάει επά στο μόλο.  Πάει ακουμπά 700 δραχμές του Μιχαλού.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Δεν του `μεινε τίποτα, για να πάρει του παιδιού ένα κομμάτι χαρβά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Έβλεπε λοιπόν το χαρβά το παιδί και του λέει ο πατέρας, του Μιχαλού λέει, -είπαμε ότι ο χαρβάς τότες ήτον μαύρο χαβιάρι. Του λεει του Μιχαλού που λε` -τον γνώριζε ο πατέρας μου τον Μιχαλό, ήταν πολύ γνώριμοι […]. Λέει, «Μιχάλη, κόψε ένα κομμάτι χαρβά του παιδιού γιατί έτσι κι έτσι.» Λέει, «Ο χαρβάς, Βασίλη, θέλει λεφτά.» Λοιπόν ήθελε να του κόψει ένα κομμάτι…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ένα κομματάκι του παιδιού να του φύει..</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> H κελομάρα! </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Δεν είχε άλλα λεφτά να του πάρει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong>  Δεν είχε μία. Μένει λοιπό` ο μπάρμπα Βασίλης με το γιό του στη Μουτσούνα, το τσουβάλι τ` αλεύρι, το βαρκί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Νηστικοί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Πού να πάει τώρα αυτός ο άνθρωπος; Η καλή του τύχη, η καλή του τύχη ήτανε τότες το Νικητούρι ο Σκοπελίτης, αυτός ήταν ψαράς. Δηλαδή ο Σκοπελίτης το Νικητούρι ήταν αδέρφια με το Σκοπελίτη το Γιώργη. Αδέρφια. Ήταν ψαράδες αυτοί. [&#8230;] Όπως καθόνταν λοιπό` κει δα στη γωνιά κι ήτον απελπισμένος, έρχεται το Νικητούρι με τη βάρκα του φορτωμένη γούπα, με την οικογένειά του, τα παιδιά του, ήταν ο γιός του ο Μήτσος, ο Γιάννης, κι ένα άλλο παιδί, ο Ηλίας, αυτούς είχε. Φέρνου λοιπό` τη γούπα, μόλις βλέπουν τον πατέρα, «Βρε Βασίλη!» του λέει. Τον εκαλέσαν, φάγανε, βράσαν, τηγανίσαν. Μετά του λέει, «Νικήτα, θέλω να πάω στη Ντονούσα.» «Ναι Βασίλη. Βάλε το αλεύρι μες στη μεγάλη βάρκα, δέσε το βαρκί πίσω από τη μεγάλη βάρκα» και βγαίνουν όξω, κάνουν το πανί, έρχονται στις Μάκαρες. Αλλά επειδής ο καιρός ήτον λίγο ατσαλωμένος, τον έφερε, λέει, μέχρι τα μισά. Τον πατέρα με το βαρκί. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Ήτανε καλό, λέει, το Νικητούρι. Πολύ φιλότιμος, καλός!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Βάλτει λοιπόν το αλεύρι μες στο βαρκί και το πάει στην Καλοταρίτισσα μες την νύχτα. Σηκώνεται το πρωί ο νοικοκύρης που είχε το βαρκί και πάει κάτω, το πρωί που έφυγε το βαρκί. Δηλαδή πήε ο πατέρας μου τη νύχτα, ηπήρε το βαρκί να πάει στη Μουτσούνα, το αλεύρι. Επήε το πρωί ο νοικοκύρης, να το πάρει να πάει στους χάνους. Έλειπε το βαρκί, έλειπε το βαρκί. Πάει απάνω, «Πω, γαμώ την ψυχήν του, μου πήραν το βαρκί μου!»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όλο την ψυχήν του έλεγε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ξέρω εγώ, κι έγινεν φασαρία. Ποιος την πήρε την βάρκα. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε: </strong>Νόμιζε το κλέψαν το βαρκί. Λέει το κλέψαν, ποιος το πήρε το βαρκί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Η συχωρημένη η μάνα, ας πούμε η γιαγιά, η μάνα μου, ήξερε την υπόθεση. Ήταν ας πούμε αυτή, ήταν μια γυναίκα καλή γειτόνισσα και η μάνα μου, ας πούμε, ήτον καλή γυναίκα. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Φιλότιμη γυναίκα η μάνα του η γιαγιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Αφού λοιπόν άκουγε τον Δημητράκη, άκουγεν ας πούμε το νοικοκύρη του βαρκιού και οχλαγωγούσε και μάλωνε, ξέρω γω, κι έσκουζε, πάει και της λέει της γειτόνισσας της Μαριώς, η μάνα μου: «Πε του μπάρμπα Δημήτρη να μην φωνάζει, και ο άντρας μου ο Βασίλης ηπήρε το βαρκί και ηπήε στη Μουτσούνα να φέρει αλεύρι, να ζυμώσωμε τη Λαμπρή, που δεν έχωμε ψωμί.» Μάντα δω, μάντα δω [&#8230;] Πάει λοιπόν και του λέει. «Ε, μη φωνάζεις Δημητράκη, μην φωνάζεις Δημητράκη και θα `ρθει το βαρκάκι.» «Γαμώ την ψυχή του! Ποιός μου πήρε τη βάρκα;» Αφού λοιπόν το `φερεν το αλεύρι, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου στο σπίτι, 70 οκάδες αλέυρι, γεμίζει η μάνα μου η συχωρεμένη μία λεκάνη τέτοια αλεύρι. Τότες το αλεύρι ήτονε… </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Σου λέω για τυρί το τρώαν το άσπρο ψωμί. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Γεμίζει λοιπόν μια λεκάνη τέτοια και την πάει απάνω και της λέει… Αυτή ας πούμε η υπόθεση πόσο ήταν, ήτονε 48 ώρες, να πάει ας πούμε ο πατέρας μου στη Μουτσούνα και να `ρτει. Γεμίζει μια λεκάνη αλεύρι, την παίρνει λοιπόν, της την πάει στην κυρά Μαριώ και της λέει, «Έλα Μαρία, πάρε να κάμεις τηγάνι στο Δημητράκη.» «Μάντα δα, ίντα;» «Δεν πειράζει, δεν πειράζει.» Αφού ήρτε λοιπόν ο άντρας της, τα κατσίκια ήβοσκε, του λέει «Μάντα δα, μάντα δα, θα κάνουμε τηγανίτες που… δε` ίντα μας ήφερε η Μαρία που πήρε το βαρκί.» «Ε, γαμώ την ψυχήν του πιο καλά…»</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ήταν το βαρκί, αλλά αφού γύρισε ο παππούς, ήβαλε η γιαγιά την λεκάνη με το αλεύρι, του το πήγε, σου λέει «Πάρε και συ να κάμεις τηγανίτες, που `ναι Πάσχα ας πούμε, να κάμεις ένα ψωμί των παιδιών σου.» […] Η ανέχεια, τι είναι η ανέχεια. <strong>Σ:</strong> Αυτά είναι.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>σκεφτόταν</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μια φορά μ` είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 09:53:04 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5233</guid>

					<description><![CDATA[<p>Λόγια ξεματιάσματος. Ξεμάτιασμα με μαντήλι.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/">Μια φορά μ` είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-23.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Λόγια ξεματιάσματος. Ξεμάτιασμα με μαντήλι</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H: </strong>Κανένας πρακτικός γιατρός υπήρχε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Πρακτικός όχι. Πρακτικός που `βγαζε δόντια ήταν αυτός ο Μαρινάκης, που σου λέω, έβγαζε μόνο δόντια. Αλλά και σε, έτσι, πρακτικά, τα κατάφερνε σε όλα. Κι η πεθερά μου. Η πεθερά μου και κείνη έτσι πρακτικά έκανε πολλά. Ο Μαρινάκης ξεμάτιαζε και άμα βγάζανε σπυριά έτσι, που `τανε άσχημα σπυριά, τα γήτευε που λέγανε, τους έλεγε λόγια. Και στο ξεμάτιασμα και τα θυμάμαι και τα λόγια εκείνα που μας έλεγε. Μας έλεγε στο ξεμάτιασμα και μας εμέτραγε με το… Άμα `τανε άντρας τον εμέτραγε με το ζωστήρα του κι άμα ήτανε γυναίκα με το μαντήλι του κεφαλιού. Μια φορά μ`είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια, δεν μου τα `χε πει πολλές φορές. Έλεγε, «Πρώτη χέρα, καλή χέρα του Δεσπότη, του Χριστού, της κυράς της Παναγίας, Άγιοι Ανάργυροι θαυματουργοί. Αγία Αναστασία φαρμακολύτρια τους πόνους σκορπάς και τα κακά διαμπλάζεις<sup>1</sup>. Η κυρά η Παναγιά ελούστηκε, εχτενίστηκε, στον άγιο θρόνο της πάτησε και πέρασε ο Αγάς και την είδε και την εφθαλμόκοψε» -δηλαδή την εμάτιασε, την εφθαλμόκοψε. «Ο γιος της την αρώτησε, τι έχεις μάνα μου, τι έχεις μητέρα μου, τι έχεις βασίλισσα του κόσμου και ούτε τρως, ούτε πίνεις, ούτε το σταυρό σου κάνεις; Θαυμάζομαί σε γιε μου που τα κρυφά ξέρεις και τα φανερά δε γνωρίζεις. Λούστηκα, χτενίστηκα, στον άγιο μου θρόνο κάθισα, πέρασε ο Αγάς και με είδε και μου φθαλμόκοψε και ούτε τρώω, ούτε πίνω, ούτε το σταυρό μου κάνω.» Και ο γιος της της είπε, «Ε, και δε βρέθηκεν άνθρωπος εικοσίνυχος και πενταδάχτυλος, να σε σταυρώσει τρεις φορές, να πει, πάτερ ημών μία, πάτερ ημών δύο, πάτερ ημών τρεις, πάτερ ημών τέσσερεις, πάτερ ημών πέντε, πάτερ ημών έξι, πάτερ ημών εφτά, πάτερ ημών οχτώ, πάτερ ημών εννιά. Δέξου γης το βάρος του και δώστου τις δυνάμεις του.» Αυτό είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Και πώς λέγατε με το μαντήλι ότι το έκανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Εκείνος βαστούσε και το μαντήλι και σε σταύρωνε. Έπαιρνε το μαντήλι του κεφαλιού μας και όπως το μέτραγε από το μεσαίο δάχτυλο, το `κανε έτσι στην άκρη και την άλλη άκρη την έφερνε εδώ στον άγκωνα κι έδενε έναν κόμπο. Έδενε έναν κόμπο, για να ξέρει πόσο μάκρος ήτανε το δάχτυλο. Το `παιρνεν από το μεσαίο δάχτυλο και το `φερνε στον αγκωνιού του κι έδενε τον κόμπο. Και μετά αφού σε σταύρωνε με το ίδιο το μαντήλι το `κανε και σε σταύρωνε, αυτές τις φορές που έλεγε, αν ήτανε από άντρα το μάτιασμα, κόντυνε ο κόμπος κι ερχόταν εδώ πάνω στον κόμπο, κι άμα `τον από γυναίκα ερχόταν εδώ στη μέση. Και το θυμάμαι εγώ, τότε ήμουνα μικρούλα. Παντρεμένη ήμουνα, μα ήμουνα εικοσιτριώ χρονώ, εικοσιδύο χρονώ, κάτι τέτοιο ήμουνα και ερχόμουν από την Αθήνα, είχα πάει στην Αθήνα για κάποια δουλειά και βγήκα στον Κάμπο και ήτανε ένας εκεί στο… Είχα μπει μες στη μαούνα κι έδωσα ένα πήδο απ`τη μαούνα και πήγα έξω στο μώλο και μου λέει αυτός, «Βρε συ, θέριεψες», λέει, «που πήγες εις την Αθήνα.» Έρχομαι στο σπίτι, αρρωσταίνω, γέμισε το στόμα μου σπυριά μέσα, έγινα να. Ούτε έτρωγα, ούτε έπινα, ήμουνα σε αθλία κατάσταση. Και μου λέει ο συχωρεμένος ο άντρας μου, να πάω να φωνάξω το Μαρίνο -ήτανε κουμπάροι. Λέω, «Τι να μου κάνει;» Μου λέει, «Εσένα σ`έχουνε ματιάσει.» Τέλος πάντων πήγε και τον φώναξε και ήρθε. Μου λέει «Δώσε μου το μαντήλι του κεφαλιού σου.» Και το πήρε και με σταύρωσε και μου λέει, «Σε έχουνε ματιάσει και είναι και άντρας, αυτός που σε έχει ματιάσει.» Πράγματι σου λέω αυτός που ήτανε στο μουράγιο ήταν άντρας και μου λέει, «Συ θέριεψες», μου λέει «και πηδάς από πάνω από την μαούνα και κατεβαίνεις κάτω.» [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Και αυτό που λέγατε ότι μετρούσε τη ζώνη;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Άμα ήτανε άντρας έπαιρνε τη ζωστήραν του, στη γυναίκα έπαιρνε το μαντήλι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Έπαιρνε τη ζωστήρα του ματιασμένου του άντρα και την έβαζε στο δικό του χέρι ή στου…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong>&nbsp; Όχι την έβαζε, τη μέτραγε εκείνος εις το δικό του χέρι και έκανε πάλι εκεί πέρα, πώς τον σημάδευε, κάπως τον σημάδευε, δεν ξέρω. Εμένα μου `κανε με το μαντήλι μου και είδα που έδεσε κόμπο. Στων αντρών δεν ξέρω τι σημάδι έκανε και όταν κόνταινε και πήγαινε αλλού το σημάδι, άμα ερχόταν απάνω στον κόμπο λέει ήτανε άντρας, και άμα ερχότανε εδώ στη μέση ήτανε γυναίκα. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Εσείς ξεματιάζετε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Αυτό μοναχά που ξέρω, δεν ξέρω άλλα. Ξεμάτιασμα ήξερε η πεθερά μου, αλλά το πήρε μαζί της. Πόσα της κάναμε να μας το πει. Εκείνη ξεμάτιαζε με το λάδι. Και ήξερε, δηλαδή ξεμάτιαζε πραγματικά, ξεμάτιαζε. Θυμάμαι μια φορά ήταν ο Μιχάλης άμα τον είχα μικρό, όπου τον έβγαζα να τον πάει, γιατί ήτανε παχουλό παιδί, ε, τα παιδάκια τα πιάνει πιο εύκολα το μάτι, όλη μέρα τον εξεσταύρωνε με το λάδι όμως. Έσταζε το λάδι μέσα στο νερό, του `λεγε τα λόγια κι έσταζε μια σταγόνα λάδι και όταν ήταν μάτι, σκόρπαγε και δε φαινότανε τίποτα. Δε μένει τίποτα. Όταν έλεγε λοιπόν τα λόγια, τα `λεγε τρεις φορές πρέπει να τα πει, στην τρίτη φορά στο τέλος σταμάταγεν η σταγόνα, χωρίς να σκορπιστεί, έμενε ακέραια. Αλλά τα λόγια δε μας τα `πε, δεν ήθελε να μας τα πει. Μου λέει, «Αν σου τα πω δε θα πιάνει πια ύστερα, εγώ όταν θα ξεματιάζω, πρέπει να τα μάθεις από άντρα.» Η γυναίκα πρέπει να τα μάθει από άντρα και ο άντρας πάλι από γυναίκα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>σκορπίζεις</li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/">Μια φορά μ` είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 15:32:57 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5100</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι πρώτοι κάτοικοι της Δονούσας. Η πρώτη εκκλησία του Σταυρού, η καταστροφή της και η κατασκευή της δεύτερης.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/">Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don12-4.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι πρώτοι κάτοικοι της Δονούσας. Η πρώτη εκκλησία του Σταυρού</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Θείε ξέρετε εσείς πότε πρωτοκατοικήθηκε η Δονούσα; Πότε ήτανε οι πρώτοι κάτοικοι που ήρθανε εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Ξέρω. Οι πρώτοι κάτοικοι ήρθανε μετά την Επανάσταση, Επανάσταση του 1821, βάστηξε 10 χρόνια και τότες ο πόλεμος, το 1830 που έγινε ανεξάρτητο κράτος πια η Ελλάδα, ε, μικρή Ελλάδα ήτον τότες, η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα και οι Κυκλάδες. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Στη Δονούσα ποιοι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι, από πού ήρθανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι. Γιατί στην απαρχή του πολέμου, που λέμε, και πριν, πρέπει να `τον το νησί ακατοίκητο, δεν είχε κατοίκους, γιατί υπήρχαν οι πειρατές που λυμαίνοντo τη Μεσόγειο και το Αιγαίο εδώ και… δεν ηφήναν τίποτι και όλος ο κόσμος επήαινε στην Αμοργό. Πάνω στη Xώρα μάλιστα, γιατί τα Κατάπολα έχω ακούσει πως ήτον έρημα, κι η Γιάλη. Πάνω στη Χώρα είχεν κι ένα κάστρο και εκεί μαζεύουντο άμα φαίνουντο κάνα πειρατικό που `ρχοντο μες στο λιμάνι. Μετά που `γινε η ελευθερία εδώ να, ειδοποίησαν οι αρχές, ποιος θέλει να πάει στη Δονούσα να καταλάβει τα μέρη εκείνα. [&#8230;] Δεν είχε χωράφια τότες εδώ κι ήρθαν καμιά δεκαριά οικογένειες από την  αρχή: οι Κωβαίοι, Πράσινοι, Μαρκουλήδες και Σιγαλαίοι και Ρούσσοι, αυτούς ξέρω που ήταν οικογένειες. [&#8230;] Ηπήανε, όπως καταλαβαίνω… εδώ ήτον τρεις-τέσσερεις, κατοίκησαν εδώ στον Κάμπο που λέμε, στο Σταυρό, άλλοι δυο-τρεις στη Μεσσαριά, τρεις και στην Καλοταρίτισσα κι άλλοι τρεις στο Μερσήνι, έτσι πιάσανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και γιατί σκορπιστήκανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ: </strong>Για να πιάσουν τα πράματα, τα χωράφια. Γιατί είχε χωράφια καλά. Και τα πήρανε, τα πιάσαν εκεί. Ε, μαζεύουντο, εδώ ήτον πάντοτε η έδρα, είχε εκκλησία, κοινότητα δεν είχε εδώ αλλά… Είχανε την εκκλησία, ηκάμαν το Σταυρό από την αρχή και κατεβαίνουνταν Κυριακή και λειτουργούντο εδώ αυτοί οι ανθρώποι. Ε, σιγά-σιγά ήρταν κι άλλοι. Μετά ήρθαν και μέσα απ` τη Σύμη οι Σκοπελίτες, οι Τσαβαρίδες. Άλλοι από την Ύδρα, από τη Νάξο ε, και ημαζέψαν καμιά πενηνταριά οικογένειες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτοί από τη Σύμη πώς ήρθαν εδώ; Γιατί ήρθανε Δονούσα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Αυτοί ήτονε ναυτικοί, σφουγγαράδες και ψαράδες. Ε, γύριζαν τα νησιά όπως γυρίζουν και τώρα. Ε, έβγαιναν κι εδώ στα καφενεία, είδανε τον κόσμο, είδανε τις κοπέλες τότες, τες αρέσανε, ε, τα φτιάξανε και παντρεύτησαν εδώ και μείναν εδώ. Ο γερο-Συμιακός, που λένε, ο παππούς μου κι ο γέρο-Παντελιός Τσαβαρής, αυτοί ήτανε. Μείναν εδώ, ήκαμαν οικογένειες -και μεγάλες οικογένειες, από δέκα παιδιά και πάνω. Αυτοί φέραν όμως και πολύ χρήμα πάνω στο νησί, χρήμα και… είχαν κίνηση καλή. Από αυτούς ηνοίξαν μαγαζιά, τα πρώτα εστιατόρια κάνα-δυο τ` ανοίξαν αυτοί, τα παιδιά τους δηλαδή. Ναι, ηκάμαν την εκκλησία, οικοδομήσαν την εκκλησία ο παππούς μου.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Κατέβηκε ο κατακλυσμός τα σάρωσε όλα, πήρε και την εκκλησία, πήρε και την εικόνα του Σταυρού</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don25-4.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καταστροφή της πρώτης εκκλησίας του Σταυρού. Η κατασκευή της δεύτερης</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Στην αρχή είχανε κάμει ένα μικρό εκκλησάκι εδώ, το Σταυρό, οι παλιοί εκείνοι οι ντόπιοι του περασμένου αιώνα, του 1850 ξέρω γω. Το οποίο εκκλησάκι ηκατέβει ένας κατακλυσμός -το ΄χαν εδώ μέσα στον Κάμπο χτίσει, δεν το ΄χανε επάνω στις παρυφές του λόφου, μόν΄ το ΄χανε κάτω εκεί που ΄ναι τα Περγαλίδια, που λέμε. Κατέβηκε ο κατακλυσμός, τα σάρωσε όλα αυτά και τα πήγε στη θάλασσα, πήρε και την εκκλησία, την ηβούλιαξε, πήρε και την εικόνα του Σταυρού.  [&#8230;] Οι πέτρες είναι ακόμα εκεί δα. Στο μίνι μάρκετ δίπλα είναι, υπάρχουν τα θεμέλια ακόμα της εκκλησιάς εκείνης. Την εικόνα τη βρήκανε στην Αμοργό, στην Κάτω Μεριά που λέμε εκεί, κάτι βοσκοί ξέρω γω τσοπαναραίοι, και την πήραν την εικόνα όπως είναι από τα βράχια εκεί δα και ηπήανε στο χωριό απάνω στο Βρούτση ξέρω γώ, που ήταν οι παπάδες, κάτι παπάδες που ήρχουντο κι εδώ, γιατί εμείς δεν είχαμε παπά. Κατά διαστήματα έστελνε ο δεσπότης έναν παπά για να λειτουργήσει. [&#8230;] Όπως και τώρα τελευταία πριν μια δεκαπενταετία το πάθαμε και επί των ημερών μας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Τι δεν είχε εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ηπέθανε ο παπάς που είχαμε το ενενήντα. Μέχρι το ενενήντα πέντε και τα λοιπά δεν είχαμε παπά, ήστελνε [&#8230;] όλοι αυτοί ο μητροπολίτης της Θήρας. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Έστειλε η μητρόπολη παπά άλλονε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Δεν είχε μόνιμο, αλλά υποχρέωσε τους παπάδες της Αμοργού [&#8230;] και των Κουφονησίων να ΄ρχονται κάθε δεκαπέντε μέρες ένας εδώ [&#8230;] να λειτουργεί κι ήρχουντο.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Γ: Τώρα έχει μόνιμο;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Δ: Ε ναι έχωμε τώρα μόνιμο εντάξει. Λοιπόν, την εικόνα την εβρήκανε, την εγνώρισαν πως ήταν του Σταυρού και μας την ηφέραν πίσω και συγκεντρώθει πάλι ο κόσμος εδώ κι είπανε να κάμουνε άλλη εκκλησία. Κάματει που ΄ναι τώρα η τωρινή εκκλησία κάμαν μπροστά εκεί ένα άλλο εκκλησάκι [&#8230;]. Λειτουργούσε αρκετά χρόνια. Εντωμεταξύ ησκέφτησαν πάλι οι ίδιοι οι κάτοικοι, ότι το εκκλησάκι αυτό είναι μικρό, πάλι δεν επαρκεί για τον κόσμο, γιατί ο κόσμος, όχι πως ήτον πολλοί, ήτον διακόσια, τρακόσια άτομα [&#8230;]. Πρώτα ήτον πενήντα, εξήντα, εκατό ξέρω ΄γώ. Άμα ΄ναι διακόσοι τρακόσοι τι να πάρει; [&#8230;] Δεν τους παίρνει, κάθουντο απ΄όξω στην αυλή οι πιο πολλοί. Κι έγινε αυτή το χίλια εννιακόσια δύο γράφει η εκκλησία πάνω [&#8230;], επί τον καιρό που ήτον ο παππούς μου επίτροπος, Δημήτριος Σκοπελίτης, το γράφει απάνω. Κι έγινε ανακαίνιση εκείνης της εκκλησίας κι έγινε αυτή η εκκλησία που υπάρχει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Μάλιστα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Τώρα αυτή η εκκλησία για ΄μας είναι ό,τι πρέπει. Και υπάρχει αυτή η εκκλησία κι ο κόσμος βολεύεται. Έρχεται απ΄ τα χωριά, είχαν και τα χωριά κόσμο ηκατεβαίνα΄ όλοι εδώ [&#8230;]. Μετά ηγίνησαν κάτι εκκλησάκια εκεί στο Μερσίνι ένα και στην Καλοταρίτισσα άλλο ένα τα οποία λειτουργούν  μόνο στην εορτήν τους [&#8230;] της Αγιά Σοφιάς και του Αγίου Γεωργίου.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/">Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 24 May 2023 08:04:37 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1677</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες για φαντάσματα στο Σπήλιο και για νεράιδες στη βρύση</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/">Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-21-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για φαντάσματα στο Σπήλιο</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Κι εδώ στο Σπήλιο πάλι λέγανε πως… Φοβούμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, που `ρχομαστε από το σχολείο. Τώρα, μας τα λέγανε για να μας φοβίζουνε, για να `ρχόμαστε νωρίς; Γιατί παίζαμε στο δρόμο και ερχόμαστε όλο νύχτα, νύχτα. Άμα περνούσαμε, άμα δεν είμαστε και διπλάρικα μαζί, φοβούμαστε βέβαια, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα, «κου-κου, κου-κου» ακούγαμε. Καμιά φορά ήμουνα το πιο μικρό του σχολείου, άμα ανεβαίναμε -τα άλλα όλα ήταν μεγάλα αγόρια και τρέχανε- ε, εγώ πήγαινα σιγά-σιγά σαν το… και σκοτεινιαζόμουνα, ερχόμουνα νύχτα και τ` άκουγα λοιπό που φωνάζανε και έλεγα λοιπό μόνη μου τώρα, για να παρηγοριέμαι, <em>κουκουβάγια μωρέ είναι, τώρα τι φοβάμαι;</em> Μονολογούσα εγώ κι έλεγα <em>κουκουβάγια είναι μωρέ τώρα, τι φοβάμαι, αφού είναι κουκουβάγια και κάνει «κου-κου», τι να φοβάμαι;</em> Και παρηγοριόμουνα μόνη μου.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ: </strong>Θυμάστε τι λέγαν για το Σπήλιο, για το συγκεκριμένο μέρος εκεί; […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Eλ:</strong> Λέγαν πως εκεί μέσα είναι το μέρος και καλά πιο δύσκολο το μέρος εκείνο, πως έχει φαντάσματα. Εγώ δεν έχω δει. Το μόνο που έχω ακούσει και δεν το `πε ψέματα βέβαια, δεν ξέρω ακριβώς πώς βρέθηκε, ήτανε… Όταν σκοτώθηκε της γριάς Πλυτώ ο πρώτος της άντρας, έπεσε ένας τοίχος και τον πέτρωσε εκεί δα μέσα, όχι στο Σπήλιο, πιο πέρα, στο άλλο που `ναι η ελιά. […] Εκεί ήταν, μέσα στα χωράφια αυτά σκοτώθηκε ο άντρας της. Έκατσε κάτω από τον τοίχο να κολατσίσει και τον είχε ξεσκάψει κι εκεί ξεκόλλησεν από πάνω ο τοίχος και τον ησκότωσεν από κάτω. Ψάχναν, τον ηγυρεύανε, δεν τον ευρίσκανε πουθενά. Και λέγανε τέλος πάντων, πως είχε φαντάξει, ακούγανε διάφορες φωνές. Δηλαδή εκείνη την ημέρα όχι δεν ακούσαν τίποτα. Το μόνο που μας έλεγεν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι ήτανε στο περιβόλι και πήγεν ο πεθερός του και τον εγύρευε στο περιβόλι. Αφού τον εγυρεύανε, μήπως είναι στο περιβόλι, μήπως είναι στη Μεσαριά; Ψάχνανε, τον γυρεύγανε. Ήμουνα μικρό παιδάκι εγώ τότε. Και άκουσε, λέει, από πάνω που έβηξε, γιατί από κάτω είναι το δικό μας περιβόλι, από πάνω αμέσως είναι δικιά του η τραφιά. Και λέει, λοιπόν, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, «Άκου, ο Δημήτρης» -Δημήτρη τον λέγανε και κείνο- «Άκου, ο Δημήτρης που βήχει από πάνω. Πού τον εγύρευεν ο πεθερός του και δεν τον ευρίσκανε;» Αλλά δεν εμίλησε, λέει, από πάνω φαίνεται θα `τανε και ίσως τον ευρήκανε και δεν ακουγόταν και τίποτα. Άκουσε, λέει, που έβηξε. Λοιπόν είχε φύγει ο Βαγγέλης από την Καλοταρίτισσα […], εδουλεύανε στις Μάκαρες κι ερχότανε τα Σάββατα, τις έφερνεν εδώ ο ίδιος ο επιστάτης, είχε μια βάρκα μεγάλη και τους έφερνεν εδώ τα σαββατοκύριακα, να πλυθούνε, να δουν τους δικούς τους, και προπάντων να πλύνουν και τα ρούχα τους. Και σηκώθηκε λοιπό` αυτός ο Βαγγέλης -ήτανε παλληκαρόπουλο και δούλευεν εις τις Μάκαρες κι αυτός- σηκώθηκε λοιπόν της αυγής για να φύγει […] για να προλάβει τη βάρκα που θα `φευγε και φεύγαν και πρωί-πρωί.  Του λέει ο πατέρας του… -σηκώθηκε νύχτα σκοτεινά- «Μήπως δουλιαστείς<sup>1</sup> να `ρθω κι εγώ μαζί σου;» Ο γέρος δε φοβότανε, αλλά ο μικρός… λέει, «Μπα, πού να `ρχεσαι μαζί μου τέτοιαν ώρα», λέει, «θα πάω.» Λέει, «Αν φοβάσαι να `ρθω γω μαζί σου.» Λέει, «Όχι, όχι, δε φοβάμαι.» Επήρεν τα ρούχα του αυτός κι έφυγε, μόλις επήγεν εκεί δα στην ελιά που σου λέω, ακριβώς είναι μια φίδα από κάτω. Όπως πήγε να περνάει αυτός, όλο και με το φόβο φαίνεται, βλέπει ένα μαύρο γάτο και πηδάει μες στα πόδια του και χύνεται κάτω προς τα κάτω. Αυτό ξεράθηκε το παιδί από το φόβο του. Γιατί πήδηξε με φόρα από πάνω από τον τοίχο και κατέβηκε μες στο δρόμο και πήρε κάτω τη ρεματιά. Και αυτό φοβήθηκε πολύ και πήγε λοιπό στον Κάμπο κι ήτανε άσπρο, λέει, όπως τον τοίχο. Του λέει, «Γιατί είσαι έτσι τρομαγμένος;»  Λέει, «Άστα τώρα.» Δεν ήθελε να πει τίποτα, αλλά μετά τον ξαναρωτήσανε. Του λέει ο Αριστείδης, αυτός που `χε τη βάρκα, λέει, «Γιατί είσαι έτσι; Είσαι κίτρινος», του λέει, «όπως το λεμόνι.» Του λέει, «Κάτι μου `τυχε στο δρόμο, που κατέβαινα νύχτα και κόντεψα να μείνω μες στο δρόμο.» Κι άμα `ρτεν απάνω τα `λεγε στους γονείς του, πως αυτό του `τυχε. Άλλη φορά πάλι, τις ίδιες μέρες εκείνες, κοιμότανε στ `αλώνια τότε, αλωνεύαμε, ήταν η εποχή των αλωνιών. Και κοιμότανε οι αθρώποι όλοι, ο πατέρας μου, της Σοφίας ο πατέρας, ο θείος μου ο Νικόλας, αυτός που σκοτώθηκε, στ` αλώνια κοιμόταν όλοι. Όλο το καλοκαίρι κοιμότανε στ` αλώνια, δεν ερχόταν στο σπίτι. Μία για να λυχνίσουνε, μία πως τους άρεσε και πιο καλά έξω καλοκαίρι που ήτανε, να μη ζεσταίνονται στα σπίτια, είχαν πάρει τα ρούχα τους και κοιμότανε στ` αλώνι. Στάχυα είχε κάτω και ήτανε μαλακά… Και θυμάμαι που `λεγεν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι κείνο το βράδυ, κείνη τη βραδιά, άκουσε μία σφυριά από το πίσω μέρος, εδώ που πηγαίνετε εσείς για να αντικρύσετε πώς είναι η ρεματιά, άκουσε μία σφυριά μες στη ρεματιά, που λέει, «Εγώ όσο χρονώ είμαι δεν είχα φοβηθεί ποτέ μου κι άκουσα μία σφυριά που επήγε ο αντίλαλος μέχρι κάτω. Εγώ», λέει, «δεν είχα φοβηθεί ποτέ και άκουσα αυτή τη σφυριά και εκείνο το βράδυ», λέει, «φοβήθηκα.»</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Άκουγα κι εγώ σαν παιδί πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-20-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Σχετικά με θρύλους που λένε διάφορα για τη βρύση, για το νερό κι όλα αυτά, έχετε ακούσει;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Α, τ` άκουγα κι εγώ σαν παιδί, […] πως υπήρχανε νεράιδες εις τη Βρύση και κλαίγαν τα μωρά.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Εγώ θυμάμαι που μας λέγανε ότι όποιος είναι να πάει βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί […] να κρατάς μαζί σου ένα κομμάτι ψωμί. Έχετε ακούσει την ιστορία τι συμβόλιζε αυτό το ψωμί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Επειδή, πώς το βάζει ο παπάς που σε κοινωνάει, τον σίτο, τον οίνο και το έλαιο… Το ψωμί είχε τη δύναμη και δε σε πλησίαζε, λέει, το ξωτικό, έτσι μας λέγαν κι εμάς. Άμα βγαίναμε βράδυ έξω, λέει κράτα… -εμείς τα παιδιά βέβαια δεν πηγαίναμε πουθενά, αλλά άμα πήγαινε ο πατέρας μου που σηκωνότανε να πάνε στα ψαρέματα τη νύχτα, είτε απ` έξω είτε…-&nbsp; βάλε κι ένα κομματάκι ψωμί μαζί μες στη τσέπη σου. […] Ένα κομματάκι ψωμί. Γιατί το ψωμί είναι σταυρωμένο και δεν κάνει ούτε να το πατάμε ούτε να το πετάμε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Κι εδώ για τη Βρύση τι λέγανε;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Μας λέγαν ότι υπήρχανε, λέει, νεράιδες εις τη Βρύση και είχαν ακούσει, λέει, κάποιοι, δεν ξέρω, ότι είχαν τα μωρά τους. Πηγαίναν και πλέναν τα ρούχα τους, λέει, στη Βρύση και τ` ακούγαν που κλαίγανε τα παιδιά. Αυτά θα `ταν φαντασίες. Μια κουκουβάγια να φώναζε τη νύχτα και λέγαν πως είναι τα παιδιά της νεράιδας. Οπότε δεν το πίστεψα βέβαια. Ε, καλά σαν παιδιά μας φοβίζανε και φοβόμασταν να πάμε, αλλά εγώ πολλές φορές που άντεχα και πήγαινα κάτω και πελεμούσα και σκοτεινιαζόμουνα και `ρχοτανε η συχωρεμένη η γριά Πλυτώ εδώ κάτω, έβλεπεν πως δεν είχα ανεβεί απάνω κι έλεγεν της Ειρήνης, «Βρε συ, αυτή η Ελευθερία λες να `παθε τίποτα και δεν έχει ανεβεί ακόμα;» Και κατέβαινε η κακομοίρα κάτω και με γύρευε. Μου `λεγε, λοιπόν, η Ειρήνη, «`ε δουλιέσ`<sup>2</sup> τέτοια ώρα που κάθεσαι κάτω;» Λέω, «Τι να δουλιώ;» «Δεν πάω», μου λέει, «τέτοια ώρα εγώ στη Βρύση, που να μου δίνουνε τι.» Δεν το σκέφτηκα ποτέ να φοβηθώ, σκοτεινά που να `ναι κάτω. Μια φορά εδώ, μόλις στρίβουμε, που `ναι η ταμπέλα «Βρύση» και «Λιβάδι», που `ναι η ταμπέλα ακριβώς, το από κάτω τραφάκι το `χεν ο γέρο Κώστας απάνω και το `χανε όλο αγκιναριές. Τότε όλα  ετούτα τα περγαλίδια ήταν γεμάτα αγκιναριές. Ξέρεις πόση αγκινάρα έβγαζε εδώ; Τα περγαλίδια όλα μόνο αγκιναριές είχε, δεν είχε φραγκοσυκιές καθόλου, ούτε μία, μόνο αγκιναριές είχαμε. Και είχαμε λοιπό μεγαλώσει πια και του λέω… -ήταν ένα βράδυ πια σκοτεινά κι είχεν έρθει κάτω για να βεγγερίσωμε- και του λέω, «Εν κόβεις τις αγκινάρες σου μόνο θα ξεποχιάσουνε, που `ναι κάτω στο Γύρισμα;» Το λέγαμε Γύρισμα επειδή πήγαινε το ένα έτσι και τ` άλλο αλλιώς. Λέει, «Μπα, αφού δεν τις τρώει κανένας.» Λέω «Κρίμασι.» «Ε, δεν πας να τις κόψεις;»  Λέω «Να πάω τώρα;» Μου λέει, «Άμα είσαι άξια να πας τώρα, χαλάλι σου. Πήαινε κόψε τις.» Λέω, «Θα πάω.» Μου λέει, «Δεν το πιστεύω.» Ήταν σκοτεινά πια. Μωρέ πήγα εγώ και γέμισα ένα καλάθι μέχρι απάνω. Λέω, τι να φοβάμαι τις νεράιδες που λένε, πώς κλαίνε στη Βρύση;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Οι άλλοι δεν πηγαίνανε δηλαδή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Δεν πηγαίνανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ: </strong>Δεν πάνε εύκολα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>φοβηθείς</em></li>



<li><em>δεν φοβάσαι</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/">Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Εγώ θυμάμαι ανθρώπους που φέρνανε ένα αυγό στην εκκλησία, ν’ ανάψουνε κερί </title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ego-thymamai-anthropoys-poy-fernane-ena-aygo-stin-ekklisia-n-anapsoyne-keri/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ego-thymamai-anthropoys-poy-fernane-ena-aygo-stin-ekklisia-n-anapsoyne-keri/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 18 May 2023 12:10:58 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1458</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ανταλλαγές σε είδος</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ego-thymamai-anthropoys-poy-fernane-ena-aygo-stin-ekklisia-n-anapsoyne-keri/">Εγώ θυμάμαι ανθρώπους που φέρνανε ένα αυγό στην εκκλησία, ν’ ανάψουνε κερί </a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don53-16-ΕΝΑ-ΑΥΓΟ-ΣΤΟ-ΠΑΓΚΑΡΙ-ΓΙΑ-ΝΑ-ΑΝΑΨΟΥΝ-ΚΕΡΙ.-ΚΩΒΑΙΟΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ανταλλαγές σε είδος</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Ο πατέρας μου ήτανε χτίστης, ήτανε γεωργός, ήτανε κουρέας, έκανε τα πάντα. Και τότες γινότανε ανταλλαγές οι δουλειές. Ερχόσουνα εσύ να μου κάνεις, να μου ζευγαρίσεις, να μου σκάψεις τ` αμπέλι, ερχόμουν εγώ να σου χτίσω το σπίτι ή να `ρτω να σου ανταλλάξω&#8230; Έτσι γινότανε οι δουλειές δηλαδή. Είπαμε χρήματα δεν υπήρχαν τότες, πολλά χρήματα. Δηλαδή ερχόταν να κουρέψουνε, ας πούμε, άλλος να του `φερνε ένα μπουκάλι κρασί, άλλος μπορεί να του `φερνε κάτι. Αν είχαν λεφτά του δίνανε. Εγώ θυμάμαι ανθρώπους που φέρνανε ένα αυγό στην εκκλησία, ν` ανάψουνε κερί. Βάζαν ένα αυγό απάνω στο παγκάρι, για ν` ανάψουνε κερί.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ego-thymamai-anthropoys-poy-fernane-ena-aygo-stin-ekklisia-n-anapsoyne-keri/">Εγώ θυμάμαι ανθρώπους που φέρνανε ένα αυγό στην εκκλησία, ν’ ανάψουνε κερί </a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ego-thymamai-anthropoys-poy-fernane-ena-aygo-stin-ekklisia-n-anapsoyne-keri/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μέχρι που του `χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 16:37:25 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1195</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες με νεράιδες και βρυκόλακες</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/">Μέχρι που του `χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-13-Η-ΕΛΙΑ-ΣΤΟ-ΜΕΡΣΗΝΙ.-Η-ΣΠΗΛΙΑ-ΣΤΟ-ΛΑΚΟ.-ΚΟΚΚΙΝΟΣ-ΠΡΑΣΙΝΟΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες με νεράιδες και βρυκόλακες</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Να σου πω. Μια φορά είχαμε ένα Γιαλίτην εδώ, που ήτανε βοσκός [&#8230;] και ήρθεν από την Καλοταρίτισσα κι πέρναν από ΄δώ πέρα. Κι από κάτω εκεί στην ελιά [&#8230;] από κάτω στο δρόμο στο λαγκάδι, [&#8230;] εκεί ΄πό κάτω, λέει, είδε λέει αυτός ο βοσκός τέσσερεις ανεραϊδες και ηχορεύγαν, λέει, μες στο δρόμο μέχρι που σκιαξεν εκεί πέρα το δρόμο και του ανάβγαν, λέει και το φακό και τον ηκοιτάζανε. [&#8230;] Στην Ποδαριά [&#8230;]. Αυτό ξέρω εγώ. Ένας βοσκός και γυρεύγαν, λέει, να τον πιάσουν να τον χορεύγου΄ μες στο δρόμο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και τι έκανε αυτός;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Αυτός ηπροχώρα δεν ησταμάτηξε παρά ηπροχώρα αλλά&#8230; Άμα δει, λέει, το φακό ας πούμε τα φαντάσματα [&#8230;] σταματούνε, χάνουνται. Την ώρα που άναψε ας πούμε αυτός το φακό, αυτές ηχάθησαν. Αυτό ξέρω μονάχα εγώ, που ήρθε ένας βοσκός που ήταν εδώ και ήρχουντουν εδώ το βράδυ και τα συζήταγε, τα λεε.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ε, και ο Μήτσος άλλη μια φορά. Ο Μήτσος παιδιά μου μια φορά ξέρεις τι ήπαθε; Εκει πέρα στη σπηλιά, Ποπάκι, ξέρεις που είναι η σπηλιά στο λάκο παραπάνω. [&#8230;] Είχε πάει μεσάνυχτα να ταϊσει τα ζώα. Βρε μη σηκωθείς να πας μεσάνυχτα [&#8230;] Ήθελε να κάμει ζευγάρι και πάει να ταϊσει τα χτήματα και πάει κάποιος βορχκόλακας από πάνω από τις πλάτες του [&#8230;] Πού να σηκωθεί! Βρε αμά&#8230; Τίποτι. Μέχρι που του ΄χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, ΄εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ένα θερίο ήρτε απάνω μου. [&#8230;] Θερίο! Βάρος; Δεν μπορούσα ούτε χέρι να κινήσω ούτε πόδι τίποτα. Πω πω! Σκέφτηκα λοιπό από το γέρο Γιώργη το Μυλωνά, τα ΄χε πάθει τα ίδια και μου τα λεε, παιδί μου, ήκανα το σταυρό μου μόνο με τη γλώσσα μου. Αυτό ήκανα κι εγώ και ήφηεν από πάνω μου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Μετά [&#8230;] ούτε ηξανάβγαιν από το σπίτι μέχρι που βγαινε ο ήλιος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Θερίο, θερίο!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Τέτοιο φόβο που ήπαρει.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Δηλαδή ήρθε και σας έπιασε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Ναι ναι ναι ναι. Ήπεσε απάνω μου. Εγώ ήπεσα λοιπό εκεί δα, μπρούμηξα πάνω στ΄άχυρα εκεί, ώσπου να ξημερώσει, μεσάνυχτα θα ΄ταν που πήγα και έρχεται το θερίο αυτό απάνω μου. Ναι ναι βρε αμάν να τρίξω&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Υπάρχουνε [ch-].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Τίποτα, τίποτα. Άλλη φορά πήγαινα νύχτα κάτω να ρίχνομαι μια ταράτσα, πλάκα του Στεφανόπουλου στον Κάμπο. Πήγαινα λοιπό από δώ πέρα [&#8230;], που ΄ναι η ελιά, αφού ηπρόβαλλα προς τα εκεί, βλέπω ένα φως και ήρχουντο προς εμένα προς απάνω μου.  Λέω θα ΄ναι κανένας από τον Κάμπο, τώρα θα συναντηθούμε να δω ποιος είναι. Αλλά αφού ηπροχώρειν εγώ και ήβγειν από πάνω, από πάνω και πήγε στην ελιά, λοιπό, γύριζε γύρω γύρω την ελιά, γύρω γύρω γύρω. Εγώ ηκάθομου απάνω στο γάδαρο πραγκωμένος γερά, είχα κι ένα φακό και τον ήναψα λοιπό κι εγώ καταπάνω του το φως αυτό. Αλλά εκεί γύριζεν αυτό, εκεί εκεί εκεί εκεί μέχρι που ήγκαψα<sup>1</sup> πέρα τη Μεσαριά. Ναι έμεινεν εκεί. Τι ήταν αυτό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Εκεί που είδεν αυτός τις τρεις [&#8230;] τις ανεραϊδες, είδεν και τούτος το φως [&#8230;]. [ed] Υπάρχουνε! Λέμε ότι ΄εν υπάρχου΄, αλλά υπάρχουνε.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>πάω κάπου που δε φαίνομαι</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/">Μέχρι που του `χανε πει και ήκαμε με τη γλώσσα του το σταυρό του, εν τον ήφηνε το φάντασμα να σηκωθεί απάνω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eide-leei-aytos-o-voskos-tessereis-aneraides-kai-ichoreygan/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 07 May 2023 21:54:22 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=705</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η αυτάρκεια στο Μερσήνι. Ο κόσμος, οι χαρές και τα γλέντια που πέρασαν</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/">Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don9-8.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading has-text-color">Η αυτάρκεια στο Μερσήνι. Ο κόσμος, οι χαρές και τα γλέντια που πέρασαν</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Τα χρόνια όμως εκείνα οι αθρώποι δεν ηγοράζανε από τα μαγαζά. Ένα ρύζι αν ήτυχε να αγοράζουσι, να πούμε, μια Λαμπρή. Κάνανε φασόλες, ρίχταν μες στα χωράφια τα καλοκαιρινά, φασόλια μέσα στα καλοκαιρινά, σουσάμια, ντομάτες, αγγούρια από όλα, από όλα είχανεν ο κόσμος. Και ήξερες ότι ήτανε να πούμε… τότες ηρίχτανε κοπριές, δεν ρίχνανε τώρα όπως ρίχνουν τώρα λιπάσματα, αυτά όλα είναι δηλητήριο. Δεν ήτον, που `τον την Κατοχή ο κόσμος όπου ήτανε…&nbsp; […]. Όχι μαγαζί δεν ήτανε, δεν ήταν ο κόσμος όπου ηπείνα; Ήτον μια χαρά. […] Ήτονε εδώ πέρα του Περβολάρη τα παιδιά όλα, πάνω της Μαρινάκαινας, είχεν κόσμο, είχεν κόσμο. Όπου σάλευγες… Ήθελε λοιπον κάθε σκόλη να παίζουνε, να παίζουνε. […] Είχανε κι αμπέλια. Εκεί δα η Ποδαριά, ήτονε αμπέλι από το σταυλί και κάτω, ήτον αμπέλια όλα. Ο παππούς σου ήκανε τόσα κρασά. Όλοι ηκάνανε. Λέει, αύριο θα ανοίξουμε του ενός το κουρούπι. Την άλλην το άλλο. Και ήθελε λοιπόν να παίζουν, να χορεύγουν, να `ναι ο κόσμος μια χαρά, μια χαρά. Το μόνο χωριόν όπου ήτανε ποφανερωμένο, ήτον το Μερσήνι. Και τώρα ερημώσαν τα χωριά. Είχεν κόσμο, είχεν, είχεν. Ήθελεν τώρα να `ρθει το Πάσχα, να βλέπεις τον κόσμο, βγαίνουσι όπως τη μερμηγκιά. Παιδιά, όλος ο κόσμος με τα φανάρια και να πηαίνουν στην εκκλησία. Να `ναι ο κόσμος μια χαρά. Γλέντια, πράματα. Τώρα… Βλέπεις τους ανθρώπους… Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Εκκλησία κατεβαίνατε στο Σταυρό το Πάσχα ή ερχότανε εδώ στην Αγιά Σοφιά;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Δεν ήτουν τότες ακόμα η Αγιά Σοφιά χτισμένη.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/">Ήβλεπες τη νεολαία να πορπατεί, να τραγουδεί, να σφυρά, να κάνει, να δείχνει. Ακούς τώρα τίποτι;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/to-mono-chorion-opoy-itane-pofaneromeno-iton-to-mersini/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
