<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Μερσήνι | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-country/mersini/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-country/mersini/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Sun, 18 Jan 2026 19:03:58 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.1</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>Μερσήνι | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-country/mersini/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 18 Jan 2026 19:02:55 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10609</guid>

					<description><![CDATA[<p>Φάρσα στην Πηγή του Μερσηνιού</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/">Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-13.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Φάρσα στην Πηγή του Μερσηνιού</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1 wp-block-paragraph"><b>Σοφ:</b> Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό από το Λιβάδι, το Φύκιο και την ηπήαν και την ηβάλαν΄ μες στης βρύσης τη στέρνα και την ηφορτώσαν και κρομμύδι. Αλλά αυτός που την είχε τη βάρκα ήτον από πάνω κρυμμένος κι ό,τι ηλέαν αυτοί τ΄ άκουσε και ηλέαν λέει, τώρα θα ρθει ο Περβολάρης και θα βρει τη βάρκα του φορτωμένη κρομμύδι και πώς θα την πάει κάτω, να την πάει στην Αμοργό να το πουλήσει; Και φανερώνεται, λέει, τω΄ λέει πάρτε τη βάρκα, βάλτε το βγάλτε το κρομμύδι όξω, και πάτε τη βάρκα εκεί που λέει, γιατί θα σας κάμω, θα σας κόψω μες στη μέση. Και την πήραν και την πήαν κάτω. [&#8230;] Από κάτω την ησηκώσαν τρεις τέσσερεις νομάτες, την ηφέραν απάνω στη βρύση. Κάνανε ηπράματα, ηκάναν πράματα πρώτα οι παλαιοί! Πίναν κρασά, ημεθιούσαν.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/">Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Τότες πολύ παλιά βρήκανε, λέει, του πλατάνου φύλλο στο νερό κι είπανε ότι δεν είναι τοπικό μόνο έρχεται εδώ υπόγεια από την Ικαρία, αλλά είναι ψέμα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/einai-psema-oti-to-nero-erchetai-ypogeia-apo-tin-ikaria-erchetai-apo-to-voyno/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/einai-psema-oti-to-nero-erchetai-ypogeia-apo-tin-ikaria-erchetai-apo-to-voyno/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 11 Nov 2023 13:49:42 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5674</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το νερό της Πηγής και από πού έρχεται. Πλύσιμο ρούχων με στάχτη. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/einai-psema-oti-to-nero-erchetai-ypogeia-apo-tin-ikaria-erchetai-apo-to-voyno/">Τότες πολύ παλιά βρήκανε, λέει, του πλατάνου φύλλο στο νερό κι είπανε ότι δεν είναι τοπικό μόνο έρχεται εδώ υπόγεια από την Ικαρία, αλλά είναι ψέμα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-15.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Το νερό της Πηγής και από πού έρχεται</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph">-Το νερό εδώ κάτω από πότε τρέχει; [στο Μερσήνι]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Αυτό είναι αιώνιο, απο πάντα. Από αφού κι αν ήγινε η Δονούσα ας πούμε, το νησί, το χωριό μας. Μάλιστα ελέγανε που βρήκανε, λέει, τότες παλιά, πολύ παλιά βρήκανε, λέει, πλατανόφυλλο, του πλατάνου φύλλο, λέει, στο νερό κι είπανε ότι δεν είναι τοπικό το νερό, μόνο έρχεται, λέει, από την Ικαρία και περνάει από θάλασσα και έρχεται εδώ υπόγεια, αλλά είναι ψέμα. Όταν δε βρέξει στο νησί, το νερό σταματάει ας πούμε. Δεν έχει σταματήσει ποτές το νερό μας, δεν έχει σταματήσει ποτέ, έχει λιγοστέψει, αλλά  σταματήσει όχι. Το χειμώνα να `σαι, να δεις εσύ νερό. Άμα βρέξει πολύ η Δονούσα το χειμώνα, κατεβαίνει, με συχωρείς, ένα νερό, τόσο από κάθε βρύση, και χτυπάει πέρα στο πλατάνι. Πολύ νερό. Από δω εγώ ακούω το βρουχισμό, πάει στην θάλασσα. Έχει μέρος που πάει το νερό στην θάλασσα, από κάτω εδώ έχει αυλάκι και πάει το νερό κάτω. Όταν βρέξει πολύ η Δονούσα. Γιατί όταν δεν βρέξει, δεν έχει νερό, είναι λίγο, και όταν βρέξει έχει πολύ; Είναι ψέμα ότι έρχεται…(από την Ικαρία). Έρχεται από το βουνό. Αλλά έχει υψόμετρο και κατεβαίνει το νερό. Μας έχουνε πει ότι το νερό κατεβαίνει από αυτό το μέρος. Από αυτή τη μεριά κατεβαίνει και πάει κάτω. Κάποιος εκεί πέρα στ` αλώνια έχει μία σπηλίτσα και κάποιος, λέει, είχε βάλει το αυτί του παλιά κι ήκουε, λέει, από κάτω το βρουχισμό του νερού, μας είχανε πει. Αλλα μάλλο` έτσι κατεβαίνει, δεν κατεβαίνει από δω από το χωριό, από κει κατεβαίνει το νερό και πάει στην πηγή κάτω.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Μετα ηπέρνανε αυτό το νερό το βρασμένο, ρίχνανε μέσα από λεμονιές φύλλα, για να μυρίζουνε</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-17.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Πλύσιμο ρούχων με στάχτη</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Πρώτα πλύναμε στη βρύση παλιά, δεν υπήρχαν τότες ούτε σαπούνια, ούτε χλωρίνες, ούτε τίποτα. Ξέρεις τι κάναν οι γονείς μου; Εγώ δεν τα `κανα αυτά, η μάνα μου τα `φτιαχνε αυτά και όλες οι παλιές. Εβάζανε τα ρούχα, πηγαίνανε στην βρύση, τα κάνανε μπουγάδα. Κάνανε παραστιά, σαν τζάκι στη βρύση. Βάλαν απάνω ένα ντενεκέ, ανοίγανε σαν καζανάκι έτσι ανοιχτό, το βάζανε επάνω, βάλανε νερό, βάλανε στάχτη, ξέρεις, την στάχτη από το φούρνο, ρίχνανε μέσα κι έβραζε. Τα ρούχα λοιπό τα περνούσαν από το νερό πρώτα και μετά τα στοιβάζανε στο κοφίνι, ξέρεις την κόφα αυτή που `ναι με βέργες πλεγμένο όπως είναι το καλάθι, κάτι τέτοιο αλλά μεγάλο. Τα ντανιάζανε μέσα, κάτω-κάτω, κάτω-κάτω ηβάζανε τα σκούρα κι από πάνω βάλανε τα άσπρα. Τα στοιβάζαν όλα μέσα και μετα ηπέρνανε αυτό το νερό το βρασμένο, που `τον μέσα με τη στάχτη, ρίχνανε μέσα από λεμονιές φύλλα, για να μυρίζουνε. Είχανε κόψει, αντίς κύπελλο που λέμε τώρα εμείς, κατσαρόλι και τέτοια, τότε δεν υπήρχαν τίποτα, κόβανε τα φλασκιά, βάζαμε φλασκιά και τα κόβαμε και τα λέγαμε αγκλούπια. Τα κάναμε έτσι, ας πούμε, βάλαμε το νερό, αυτό το καυτό νερό το ρίχνανε από πάνω, έτσι το ρίχνανε η μάνα μου κι όλες οι γυναίκες. Το ρίχνανε έτσι από πάνω όπως ήτανε με τη στάχτη, αλλά η στάχτη να κατασταλάξει ας πούμε, να μην είναι θομπή, να `ναι νερό καθαρό. Το `ρίχναν από πάνω, από πάνω, από πάνω, και το αφήνανε, μια ώρα, δυο ώρες, εκεί όπως ήτανε μέσα με το ζεστό, τα ρούχα, όλα αυτά. Μετά από δυο ώρες, πιο λίγο-πιο πολύ δεν ξέρω, τα βγάζανε και τα πλύνανε μετά πάλι στη στέρνα κι είχανε σαπούνι τότες ας πούμε, πράσινο σαπούνι, δεν υπήρχε τίποτ` άλλο και το πράσινο κι αυτό `τανε… Και γινότανε… μοσκομυρίζανε. Εδώ ήσουνα κι άκουγες τη μυρωδιά της μπουγάδας που λέγανε, μοσκομυρίζανε τα ρούχα.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/einai-psema-oti-to-nero-erchetai-ypogeia-apo-tin-ikaria-erchetai-apo-to-voyno/">Τότες πολύ παλιά βρήκανε, λέει, του πλατάνου φύλλο στο νερό κι είπανε ότι δεν είναι τοπικό μόνο έρχεται εδώ υπόγεια από την Ικαρία, αλλά είναι ψέμα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/einai-psema-oti-to-nero-erchetai-ypogeia-apo-tin-ikaria-erchetai-apo-to-voyno/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 11 Nov 2023 09:04:35 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5662</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κανόνες ποτίσματος στα περιβόλια. Η δίκη στην πηγή. Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/">Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-19.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κανόνες ποτίσματος στα περιβόλια. Η δίκη στην πηγή.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K: </strong>Ο καθένας είχε το χωράφι του κάτω στα περιβόλια. Τη διανομή του ποιος θα ποτίζει, ποια οικογένεια θα ποτίζει πότε, ξέρετε, έχετε ακούσει ιστορία πώς έχει γίνει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Είχα ακούσει τον πατέρα μου βέβαια, ότι είχανε κανονίσει τα πάνω περιβόλια -τα κάτω δεν υπήρχανε, τα κάτω περιβόλια, από την κάτω στέρνα τη μεγάλη που είναι ο πλάτανος και κάτω, ήτον ναι μεν, αλλά αμπέλια, τέτοια, δεν ήτανε περιβόλια, δεν ήταν ποτιστικά, ήτανε μόνο η Βρύση απάνω. Μετά που μεγαλώσαν και παιδιά αυτώνω που τα `χανε, τα χτίσανε λοιπόν και τα ημερέψανε, να τα κάνουνε ποτιστικά. Είχαν λοιπον κανονίσει την Κυριακή να μην ανοίγεται η Βρύση απάνω καθόλου για να μαζεύεται το νερό να πάει στην κάτω. Να τρέχει όλη μέρα, να γεμίζει η κάτω στέρνα την Κυριακή και επειδή ήταν το περιβόλι πιο μεγάλο και πιο μακριά από όλα, ήπαιρνε πάντα της Δευτέρας το νερό ο πεθερός μου και την Παρασκευή το μοιράζανε μαζί με το Ζαράνη. Ήπαιρνε ο ένας, πότιζε πρώτα, και μετά το `παιρνεν από πάνω ο Ζαράνης. Ποτίζαμε κι εμείς εκεί κάτω και γι` αυτό τα θυμάμαι. Μετά, αφού πλήθυνε πια το κάτω περιβόλι, αποφασίσανε να μην ανοίγει απάνω η στέρνα καθόλου. Τότε είχεν πολλά νερά. Λοιπόν κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου, του πατέρα μου ο πατέρας, με τον γερο-Νικητιό νομίζω, με της Ζαράναινας τον πατέρα, για το νερό. Ένα στερνάκι που `ναι πάνω από τη Βρύση ήτανε του Μαρκάκη, αυτός που `τανε αδερφός του παππού μου, και το νερό δεν το `φηνε, λέει, να κατεβαίνει κάτω, το κράταγε μόνο και πότιζε το δικό του. Ο παππούς μου όμως του λέει, ότι εφόσον το χειμώνα πάει μέσα στη στέρνα τη δημόσια, πρέπει να μας αφήνεις και μας το καλοκαίρι απόνερο, να κατεβαίνει μέσα στη στέρνα, να φτάνει, να ποτίζωμε τα περιβόλια. Πήγανε μέχρι και δικαστήριο. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση και δίκασε. Στη Βρύση ήρθε, δυο φορές το φέραν το δικαστήριο και δίκασε, για να δούνε επιτόπου πώς είναι τα πράματα. Του λένε, λοιπό, «Το χειμώνα όταν χειμωνιάσει, το νερό πού το πας;» του `πανε του Μαρκάκη. Λέει, «Εκατεβαίνει μέσα στη στέρνα ετούτη, που `ναι στη Βρύση.» Λέει, «Τότε θα το κρατάς και το χειμώνα, θα το βάλεις μες στην τραφιά σου, θα το γυρίσεις μεσα στο δικό σου. Εφόσον δεν το αφήνεις το καλοκαίρι να έχει δικαίωμα να πάρουνε κι οι υπόλοιποι, θα το κρατάς και το χειμώνα. Μπορείς;» Λέει, «Όχι.» «-Ε, τότε λοιπό θα αφήνεις το απόνερο μόλις ποτίσεις. Θα ποτίζεις μόνο μία τραφιά αυτή που `ναι εκεί δα κάτω-κάτω, και μετά θα το γυρίζεις μες στη στέρνα τη δημόσια.» Και τότε […] χωρίσανε και τις ημέρες. Εμάς ποτίζωμε το δικό μας το περιβόλι, εμένα, του Βαγγέλη απάνω και αυτό που είναι εδώ στη Βρύση της εκκλησίας, και αυτό που είναι από πάνω από του Αναστάση που το `χει η Σοφία, ποτίζωμε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο. Ξέρω και τις ώρες. Αφήνανε τη μεσημεριανή στερνιά, γιατί περιμένανε, αν δεν πηγαίνανε όλα τα ζώα να πιούνε νερό, κατσίκια που `χανε όλοι, τα γελάδια, τα γαϊδούρια, όλα να πάνε στη Βρύση να πιούνε νερό. Έπρεπε να μείνει η στέρνα, να γεμίσει, για να πιουν τα ζώα πρώτα και μετά ν` ανοίξουνε τη Βρύση, τη στέρνα. Κι επειδή ήτανε το περιβόλι μας πιο μακριά και ήθελε πολύ νερό, παίρναμε τη μεσημεριανή στερνιά πάντα. Εγώ τον εθυμάμαι τον Γραπουσανό που το `χε το περιβόλι αυτό και καθότανε στη Βρύση, είχε μια παγκάδα και καθόταν και περίμενε να πιούνε, ένας-ένας τα κτήματα που πηγαίναν κάτω, αν είχε πάει και το τελευταίο, για να ανοίξει, να πάει να ποτίσει.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Άκουγα κι εγώ σαν παιδί πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-20-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Σχετικά με θρύλους που λένε διάφορα για τη βρύση, για το νερό κι όλ΄αυτά, έχετε ακούσει;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Α, άκουγα κι εγώ σαν παιδί, [&#8230;] πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Εγώ θυμάμαι που μας λέγανε ότι όποιος είναι να πάει βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί [&#8230;] το να κρατάς μαζί σου ένα κομμάτι ψωμί. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ελ: Επειδή πώς το βάζει ο παπάς που σε κοινωνάει, το σίτο, τον οίνο και το έλαιο&#8230; Το ψωμί είχε τη δύναμη και δε σε πλησίζε, λέει, το ξωτικό, έτσι μας λέγαν κι εμας. Άμα βγαίναμε βράδυ έξω, λέει κράτα&#8230; Εμείς τα παιδιά βέβαια δεν πηγαίναμε πουθενά, αλλά άμα πήγαινε ο πατέρας μου που σηκωνότανε να πάνε στα ψαρέματα τη νύχτα είτε απ ΄έξω είτε&#8230; Βάλε κι ένα κομματάκι ψωμί μαζί μες στη τσέπη σου. [&#8230;] Ένα κομματάκι ψωμί. Γιατί το ψωμί είναι σταυρωμένο και δεν κάνει ούτε να το πατάμε ούτε να το πετάμε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Κι εδώ για τη βρύση τι λέγανε;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Μας λέγαν, ότι υπήρχανε λέει νεράιδες εις τη βρύση και είχαν ακούσει λέει κάποιοι δεν ξέρω, ότι είχαν τα μωρά τους. Πηγαίναν και πλέναν τα ρούχα τους στη βρύση και τ΄ακούγαν που κλαίγανε τα παιδιά. Αυτά θα ΄ταν φαντασίες. Μια κουκουβάγια να φώναζε τη νύχτα και λέγαν πως είναι τα παιδιά της νεράιδας. Όποτε δεν το πίστεψα βέβαια. Ε, καλά σαν παιδιά μας φοβίζανε και φοβόμασταν να πάμε, αλλά εγώ πολλές φορές [&#8230;] που άντεχα και πήγαινα κάτω και πελεμούσα και σκοτεινιαζόμουνα και ΄ρχοτανε η συχωρεμένη η γριά Πλυτώ εδώ κάτω [&#8230;] κι έλεγεν της Ειρήνης, βρε συ αυτή η Ελευθερία λες να παθε τίποτα και δεν έχει ανεβεί ακόμα; Και κατέβαινε η κακομοίρα κάτω και με γύρευε. Μου λεγε, λοιπόν, η Ειρήνη, ε δουλειές[?] τέτοια ώρα που κάθεσαι κάτω; Λέω, τι να δουλώ[?]; Δεν πάω μου λέει&nbsp; τέτοια ώρα εγώ στη βρύση, που να μου δίνουνε τι. [&#8230;] Δεν το σκέφτηκα ποτέ να φοβηθώ, σκοτεινά που να ΄ναι κάτω. Μια φορά [&#8230;] μόλις στρίβουμε, που ΄ναι η ταμπέλα βρύση και Λιβάδι, που ΄ναι η ταμπέλα ακριβώς,&nbsp; το από κάτω τραφάκι το ΄χεν ο γέρο Κώστας απάνω και το ΄χανε όλο αγκιναριές. Τότε όλα&nbsp; ετούτα τα περγαλίδια ήταν γεμάτα αγκιναριές. Ξέρεις πόση αγγινάρα έβγαζε εδώ; Τα περγαλίδια όλα μόνο αγκιναριές είχε, [&#8230;] δεν είχε φραγκοσυκιές καθόλου ούτε μία, μόνο αγκιναριές είχαμε. Και είχαμε μεγαλώσει πια και του λέω&#8230; Ήταν ένα βράδυ πια σκοτεινά κι είχεν έρθει κάτω για να βεγγερίσωμε και του λέω, δεν κόβεις τις αγκινάρες σου μόνο θα ξεποχιάσουνε, που ΄ναι κάτω στο Γυρισμα; Το λέγαμε Γύρισμα επειδή πήγαινε το ένα έτσι και τ΄αλλο αλλιώς. Λέει, μπα αφού δεν τις τρώει κανένας. Λέω κρίμασι.&nbsp; Ε, δεν πας να τις κόψεις;&nbsp; Λέω να πάω τώρα; Μου λέει, άμα είσαι άξια να πας τώρα, μου λέει χαλάλι σου. Πήαινε κόψε τις. Λέω, θα πάω. Μου λέει, δεν το πιστεύω. Ήταν σκοτεινά πια. Μωρε πήγα εγώ και γέμισα ένα καλάθι μέχρι απάνω. Λέω, τι να φοβάμαι τις νεράιδες που λένε, πώς κλαίνε στη βρύση;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Οι άλλοι δεν πηγαίνανε δηλαδή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Δεν πηγαίνανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Δεν πάνε εύκολα.&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/">Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 10 Nov 2023 11:31:31 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2442</guid>

					<description><![CDATA[<p>Εύθυμες και πένθιμες ρίμες. Το ποίημα της Αγίας Σοφίας.  Στίχοι από παλιά κάλαντα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/">Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-12.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Εύθυμες και πένθιμες ρίμες</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Επήγαινα στη Μεσσαριά κι εκεί στα σκαλοπάτια[?] [&#8230;] κι εκεί που με ποτίσανε τριώ λογιώ φαρμάκια. [&#8230;] Επήγαινα στη Μεσσαριά για ν΄αποχαιρετίσω και πάντιξέ [?] μου ο χάροντας και μου ΄πε στρέψε πίσω. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Αυτά τα βγάζετε τώρα ή τα ΄χετε ακούσει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όχι από μικρός μικρός.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Τα ΄χω βγάλει από&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ε από 30 από 20. [&#8230;] Ναι ο ίδιος τα ΄χει σχεδιάσει [&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Για θυμηθείτε κι άλλες τώρα που πήρατε φόρα! [&#8230;] </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Άκουκεν πως θα κατεβώ στο μαυρισμένον Άδη, που ΄ναι ψηλός σαν εγκρεμός βαθύς σαν το πηγάδι. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ν:</strong> Ο Κώστας του Σταύρου έλεγε τι ΄ναι στο Σοχωράκι&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Α τότες ημαλώναν απάνω που κανε το θέρος εκείνο στο Σιχωράκι. Ήταν ο μακαρίτης ο Στέλιος πήαινε θέριζε και ηπήαν οι άλλοι και ημαλούσαν, πάνω τσακωθήκανε. Ήρτεν από Καλοταρίτισσα η Πετσετάκενα κι εκείνε κι ήταν ο Κώστας του Σταύρου κάτω στο περβόλι, ανέβειν πέρα στο σπίτι του και ήκουσειν και φωνάζειν, βρε παιδιά τι ΄ναι στο Σιχωράκι; Αμέσως η Ζαρανιά τον ήκουσεν κι λέει ο Κώστας του Σταύρου φώναζε τι ΄ναι στο Σοχωράκι,  του Σμαραγδιού το σώβρακο εσχίστηνε λιγάκι. [ed]  </p>



<p class="wp-block-paragraph">Ήτονε μια φορά εκεί πάνω, είχανε ένα χωράφι, το ΄χανε δώσει εδώ. Ήτονε μια της Πετσετάκενας εκεινής, είχε παντρευτεί του Περιβολάρη ο γιος ο Στέλιος. Του ΄χανε δώσει ένα χωράφι εδώ πάνω, το ΄χε λοιπό σπύρει. Αφού δεν ξέρω δυο τρία χρόνια τέσσερα ήτανε παντρεμένοι και πόθανε μετά, αυτή τη λέαν Καλλιόπη. Πόθανε την πήγαν στην Αμοργό, πόθανε. Ήταν το χωράφι, ήρτεν ο Μάης, μπήκαν να το θερίζου. Ήταν η Ζαρανιά αντίκρυ και ήρταν από πίσω και τους κάναν μπόλεμο και τους λέει η Ζαρανιά, ακούσετε να σας ειπώ εις στις οχτώ του Μάη, τα στάχυα που θερίζανε ποιος θα τα πρωτοπάρει; Στου γέρου Κώστα τις σπηλιές μέσα σ΄αυτή την πόλη, δίχως μπαρούτι και φωτιά ησκοτωθήκαν όλοι. Ο Περβολάρης έτρεχεν να πιάσει μια μαγκούρα μ΄όλα τα γεροντάματα εγώ θα κάμω γιούρα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Αυτή, Ποπάκι μου, τη ρίμα [&#8230;] να της πεις στη μαμά σου, πως την ήλεεν πες η νονά σου. Η νονά σου πες τις ήβγαλεν αυτές. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H: </strong>Αυτά τα βγάζατε με μιας; [&#8230;] Τα τραγουδάγατε κιόλας;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ναι ναι ναι ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όχι, έτσι τα σκέβγουντο και τα βγάλανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>M: </strong>Αυτή έβγαζεν πολλά εκείνη δα η γυναίκα. Ήτανε του Ζαράνη η γυναίκα ήκουεν αυτή, Σοφία εδώ πάνω, του γέρου Νικητιού κόρη ήτανε. [ed] Ήβγαλε που λες καμπόσα και στο τέλος τους είπε Σοφία η ποιήτρια καταγωγή Σιγάλα αφήστε με παρακαλώ να τραγουδώ μεγάλα. Η Ζαρανιά έβγαλε τα ποιήματα. Είχε βγάλει πολλά. Αφού τα ΄στειλε να τα τυπογράψουνε τότες [&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Κι ο συχωρεμένος ο Νικόλας [&#8230;] κι εκείνος είχε πολλά βγαλμένα στη μάνα του την κακομοίρα. [&#8230;] Τα ΄χε γράψει όλα τα τραγούδια, αλλά τα βρανε οι συγγενείς και του τα κάψανε. Όλα αυτά τα τραγούδια που τα ΄χε. [&#8230;] Τόσο λυπητερές ρίμες όπου είχε πεθάνει η μάνα του η κακομοίρα, που τις ήβγαλε, της έβγαλε ας πούμε τραγουδάκια ο κακόμοιρος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Αφού ετοιμαζόσουνα ν΄αφήσεις τη ζωή σου, γιατί δε μου το έλεγες να ΄ρθω κι εγώ μαζί σου; [&#8230;] Οι αλήθειες γίναν ψέμματα τα ψέμματα αλήθειες, έφυγες μητερούλα μου και πίσω πια δεν ήρθες. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Και γιατί πέθανε ας πούμε η κακομοίρα κι ήμεινε μονάχος, [&#8230;] της ήβγαλε ας πούμε ποιηματάκια. Σου λέω πάκα, πάκα χαρτιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ναι ναι είχε γράψει κόλλες πολλές πολλές ο Νικόλας, αλλά δεν υπήρχε να τις πάρω τις κόλλες που θελα να τις διαβάσω, μόνο τις ηπήραν, τα κάψανε, τι τα κάμανε. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Εκείνος (αναφέρεται στον άντρα της) ήτανε σου λεώ με τη γυναίκαν που έχει τη μαμά σου βαφτίσει και τον είχε ξεφτέρι κάμει σε όλα. Όλα και σε ποιήματα και σε αυτά τα κάλαντα και τα πάντα, γιατί τα λεεν εκείνη και τον είχε κοπέλι εκεί και τον ησπούδαζε. </p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Έπεσα και κοιμήθηκα κι είδα στο όνειρό μου, να χτίσω την Αγιά Σοφιά να ΄ρθώ στο λογισμό μου</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-14-Της-Αγίας-Σοφίας-το-ποίημα.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Το ποίημα της Αγίας Σοφίας</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Της  Αγιά Σοφιάς το ποίημα που ε&#8217;ιχε ο συχωρεμένος [ch-].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Αλλά πώς ξεκινάει; Δεν μπορώ να το σκεφτώ. [&#8230;] 23 μερόνυχτα ήμουνα στο κρεββάτι ούτε φαί ούτε καφέ στο στόμα μου να βάλω και τότες απελπίστηκα πως ήρθε να πεθάνω. Έπεσα και κοιμήθηκα κι είδα στο όνειρό μου, να χτίσω την Αγιά Σοφιά να ΄ρθώ στο λογισμό μου. Την εκκλησία έχτισα με το καμπαναρίο της, έχει και το σπιτάκι της και το προαύλιό της. Παρακαλώ σας βρε παιδιά να τη φωτολογάτε, πάτε να τη θυμιάζετε, να μην την εξεχνάτε. Γιατί είναι μάνα που πονεί, κοιτάζει ένα ένα, που ανεστήνει τους νεκρούς, ανέστησε και μένα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Θεός συχωρέστον εκεί δα που είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Έτσι ακόμα είναι κάνα στιχάκι μόν΄ το ξεχνώ πως το λέει το τελευταίο. [&#8230;] Η Αγιά Σοφιά μ΄ανέστησε κι οι τρεις τις θυγατέρες. Η μια είναι η Πίστη, η Ζωή κι άλλη η Αγάπη, γι΄αυτό τους έχει κι ο Θεός μες σε χρυσό παλάτι. Έτσι είναι το τέλος, μέχρι εκεί. [&#8230;] Το διάβαζε ένας καθηγητής πέρα και λέει ααα αυτός ο άνθρωπος, λέει, ήταν ποιητής.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Ήγιασεν, λέει, που το ΄χει βγάλει λέει αυτό το αυτό.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Ηπόπαμεν τ΄αφέντη μας, του μπέη του λεβέντη μας </h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-15.-Κάλαντα.-Τα-λέαν-ας-πούμε-στα-παλιά-χρόνια.-Πράσινος-Δημήτρης.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Στίχοι από παλιά κάλαντα</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ηπόπαμεν τ΄αφέντη μας, του μπέη του λεβέντη μας, να πούμεν της κυράς μας της καλονοικοκυράς μας, κυρά ψηλή κυρά λιγνή κυρά καμαροκρίδα, που ΄χεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος, κύρα μου όταν στολιστείς και βάλεις τα καλά σου πως τρελαίνει η ομορφιά σου. Αν έχεις κόρη έμορφη γραμματικός τη θέλει, αν είναι και γραμματικός πολλά προικιά γυρεύει. Θέλει αμπέλια τρίγυρτα κι αμπέλια τριγυμένα, θέλεικε και την θάλασσαν μ΄όλα της τα καράβια. Αλλά ξεχνάω την αρχή μωρέ, πώς είναι η αρχή του αυτή δα. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτό που μας είπατε θείε ήταν [&#8230;] κάλαντα; Το προηγούμενο που δε θυμόσαστε την αρχή [&#8230;] Είναι κάλαντα αυτά που τα λέγατε τα Χριστούγεννα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ναι ναι κάλαντα είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Ναι ναι ναι ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Κάλαντα. Τα λέαν ας πούμε στα παλιά χρόνια ας πούμε εδώ. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Όλοι οι αθρώποι του χωριού ήτανε. Θυμάμαι εγώ τον Περβολάρη, το γέρο Περιβολάρη, εγώ ήμουν δώδεκα χρονώ΄, δώδεκα χρονώ και όλοι λοιπόν οι αθρώποι οι χωριανοί&#8230; Πήγαινεν αυτός εμπροστά και τα ΄λεγε κι ακολουθούσαν όλοι και τα λέγανε τα κάλαντα αυτά που σας είπα στο πρώτο. Όλα γύρω γύρω στο χωριό στα σπίτια απ΄ έξω ναι ναι ναι. Είναι πολλά αλλά σε λέω έχω ξεχάσει την αρχή του πως αρχινάει εκείνο, αυτό που σας ηπρωτόπα. Ναι είναι πολλά και τα κάλαντα. Θέλει ώρα να τα σκεφτώ, γιατί είναι σου λέω πολλά χρόνια που τα παρατήσαμε. Αφού ΄μουν δώδεκα χρονώ που τα λέγαν αυτά, τα λέγαμεν τότες.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/">Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε, τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 10:00:47 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5236</guid>

					<description><![CDATA[<p>Γυτιές. Ξεμάτιασμα. Συνταγές πρακτικών φαρμάκων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/">Μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε, τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-24.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Γητειές. Ξεμάτιασμα. Συνταγές πρακτικών φαρμάκων</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε: </strong>Η συγχωρημένη η Αννιτσώ, […] ο Μαρινάκης, αυτοί ηξέρανε κι όταν σε ξεμάτιαζε, σε ξεμάτιαζε με την άκρια του φουτά σου. […] Με την άκρια του φουτά σου το ξεμιάτιαζε, λέει, ο συχωρημένος ο Μαρινάκης. Και ήξερε αν είναι άντρας ή γυναίκα, που σ` έχει ματιάσει. Για ζώο σου μάτιαζε, για τον ίδιο σε μάτιαζε, ήξερε τι είναι. Για ζώο, για γυναικα, για άντρας. Αλλά τι ελέγαν όμως δεν ξέρω. Τι ελέγανε δεν ξέρω. Κάνανε πολλά παλιά, ήτανε παλιοί κι ηκάμναν τον αγαθό, αλλά κάνανε πολλά. Κι αντρόγυνα, λέει, δένανε. Κάνανε πολλά παλιά. Μη νομίζεις επειδής ήτανε παλιοί, ξέρανε πολλά και κάνανε. Τότες γιατρούς, δεν υπήρχαν τότες γιατροί, τότες οι γιατροί ήτανε… ό,τι ήξερε. Άμα έβγαζες ένα σπυρί, ήτανε κάποιοι που ξέρανε και σου κάνανε κάποια γητειά, τα λέγανε τότες. Λέει το γήτεψα κι έγινε καλά. Το γήτεψα, λέει, κι έγινε καλά. Βγάλαν σπυριά, κάναν αλοιφές. Βάλανε διάφορα, βάλανε μαστίχι, βάζανε… Ύπαρχε ένα που το λέγανε καρδιοφύλλι κάποιο λουλούδι ήτανε, πράσινο φύλλο ήτανε που το λέγανε καρδιοφύλλι. Βάλανε τέτοιο, βάλανε ασκέλα, βγάλανε από κάτω το βορβό, το κοπανούσανε, τα `φταχνε, ηβάλανε λάδι, ξερω γω τι άλλα βάλανε μέσα. Η συχωρημένη τ` Ανιτσώ τα `φταχνε αυτά και αυτά ηφτιάχναμε και ηβάλαμε απάνω άμα βγάλαμε σπυρί. Μαζεύαμε τις αράχνες, άκου εσύ, μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε στην φωτιά λίγο και τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε. Όταν χτυπούσαμε φερειπεί` το χέρι μας, για το κόβαμε, για χτυπούσαμε με καμιά πέτρα, για κάτι να χτυπήσωμε, εβάλαμε αυτό απάνω να μας περάσει. Περνούσε, περνούσε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Αυτό με το γόνατο με το κρεμμύδι το ξέρετε που λέγατε άμα χτυπήσεις κάπου γόνατο…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Άμα χτυπήσεις κοπανάς κρεμμύδια. Άμα πέσεις και χτυπήσεις κοπανάς κρεμμύδια και τα βάζεις επάνω… -ξξξξτ! Καλλιώ παιδί μου, διώξε το πετεινάρι, θα μου φάει τους βασιλικούς!- Ακόμα τώρα γίνεται αυτό, κοπανάμε κρεμμύδια και τα βάζουμε απάνω να περάσει. Εγώ δεν έχω βάλει κρεμμύδια ποτές μου, αλλά τα βάζουνε πολλοί.[…]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αράχνη έχετε βάλει όμως.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Αράχνη ναι. Κι υπήρχε κι ένα βότανο στη γη, που `τανε σα μανιτάρι, αλλά πολύ μικρούτσικο. Αυτό το `πιανες, το πίεζες κι έβγαλε από μέσα καπνό, μαύρο καπνό, και το βάζαμε και αυτό απάνω. Κι έκανε, λέει, κι αυτό καλό. Είχαμε τέτοια. Ηκάναμε και το άλλο άμα χτυπούσαμε -τωρα να βάλεις τέτοιο θα πάθεις και τέτανο- ηβάζαμε καβαλίνα από τα γαϊδούρια, στεγνή καβαλίνα. Άμα χτυπήσωμε και `τρεχε το αίμα και δεν σταματούσε, ήμαστε έξω, για χώμα ήθελε να βάλωμε, για καβαλίνα, για από τσιγάρο. Ανοίαμεν ένα τσιγάρο, εβάλαμε τον καπνό απάνω, να σταματήσει το αίμα. Αυτό κάναμε. Εγώ που `κοψα το χέρι μου αυτό και δε πως είναι, με το δραπάνι που θερίζαμε, […] μου το πήρε το δραπάνι έτσι κι ήμαστε στο Μοσχονά εθερίζαμε, και άνοιξε ο θείος -τότες κάπνιζε ο θείος μετά αρρώστησε, το παράτησε το τσιγάρο- και μου `βαλε απάνω καπνό και μου το `δεσε και μετά σαμάρωσε τη γαδάρα που είχαμε μια γαϊδούρα και με `φερε ο Βασίλης ο γιός μου. Έκατσα πάνω και ήρθα σπίτι γιατί… Αφού ηλιποθύμησα, κουρασμένη ας πούμε, μες στην ζέστη, και μου το πήρε έτσι. Και με το τσιγάρο σταμάτησε. Πώς να σταματήξει μες στο Μοσχονά το αίμα; Αυτά βάλαμε τότες, δεν υπήρχανε γιατρικά. Τίποτα, δεν πάθαινε κανένας τίποτα, όλα ηγίνουντο καλά, όλα, όλα. Τώρα όμως έχει αμολυνθεί η ατμόσφαιρα, τώρα δεν κάνουμε τέτοια πράγματα τίποτα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτά τα φυτά που κάνατε τις αλοιφές υπάρχουν ακόμα; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Η ασκέλα υπάρχει. […] Όχι η κρομμυδασκέλα. Η κρομμυδασκέλα πιάνει φαγούρα. Άλλη ασκέλα είναι αυτή. Αυτή που βάλει απάνω λέγουντο ασφοντύλοι, που λένε τα σφοντύλια. […] Άλλο η κρομμυδασκέλα, άλλο η ασκέλα. Αυτή από κάτω έχει πολλά βυζιά, σα γλυκοπατάτα είναι από κάτω, μικρούλια, ας πούμε, όπως τα δάχτυλα μου είναι από κάτω. Αυτά τα βγάζεις, τα καθαρίζεις, τα πλένεις και μετά τα κοπανάς και το ζουμί αυτό που βγάζει, αυτό το φτιάχνεις αλοιφή. Τώρα τι άλλο βάλανε μέσα δεν ξέρω, βάλανε σαπούνι, δεν ξέρω αν βάλανε και σαπούνι, καρδιοφύλλι, λάδι και κάτι άλλο πρέπει να βάζανε μέσα κι έκανε αλοιφή, ολόκληρα βάζα. Κι αυτό ηβάλαμε πάνω στην πληγή. Ό,τι είχαμε αυτό ηβάζαμε εκεί να γίνει καλά. […] Τα κάνανε κι άλλες γυναίκες, αλλά η Ανιτσώ ήτανε η τεχνήτρα, αυτή τα `φτιαχνε αυτά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Άντρες κάνανε τέτοια;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ: </strong>Ο Μαρινάκης. Παλιός, πολύ παλιός αυτός, αυτός έκανε τις γητειές αυτές που λέμε. Σε γήτευε, όπως ήταν το ξεμάτιασμα που λέμε, αυτό το λέγαμε τότες γήτεμα. Έπιανε το φουτά της γυναίκας -καλή ώρα το φουτά μου τώρα εμένα- και με τα καντούνια του φουτά έβρισκε, λέει, αν σ` έχει ματιάσει γιά άντρας, για γυναίκα, κι έλεγε τα λόγια. αλλά τι λόγια όμως έλεγε δεν ξέρω, δεν ξέρω τα λόγια. Κι άλλα έκανε αυτός, κι άλλα. Και σπυριά που βγάλαμε, κακά σπυριά τα λέγανε τότες, τα γήτευε και γινότανε καλά. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/">Μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε, τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μια φορά μ` είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 09:53:04 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5233</guid>

					<description><![CDATA[<p>Λόγια ξεματιάσματος. Ξεμάτιασμα με μαντήλι.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/">Μια φορά μ` είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-23.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Λόγια ξεματιάσματος. Ξεμάτιασμα με μαντήλι</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H: </strong>Κανένας πρακτικός γιατρός υπήρχε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Πρακτικός όχι. Πρακτικός που `βγαζε δόντια ήταν αυτός ο Μαρινάκης, που σου λέω, έβγαζε μόνο δόντια. Αλλά και σε, έτσι, πρακτικά, τα κατάφερνε σε όλα. Κι η πεθερά μου. Η πεθερά μου και κείνη έτσι πρακτικά έκανε πολλά. Ο Μαρινάκης ξεμάτιαζε και άμα βγάζανε σπυριά έτσι, που `τανε άσχημα σπυριά, τα γήτευε που λέγανε, τους έλεγε λόγια. Και στο ξεμάτιασμα και τα θυμάμαι και τα λόγια εκείνα που μας έλεγε. Μας έλεγε στο ξεμάτιασμα και μας εμέτραγε με το… Άμα `τανε άντρας τον εμέτραγε με το ζωστήρα του κι άμα ήτανε γυναίκα με το μαντήλι του κεφαλιού. Μια φορά μ`είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια, δεν μου τα `χε πει πολλές φορές. Έλεγε, «Πρώτη χέρα, καλή χέρα του Δεσπότη, του Χριστού, της κυράς της Παναγίας, Άγιοι Ανάργυροι θαυματουργοί. Αγία Αναστασία φαρμακολύτρια τους πόνους σκορπάς και τα κακά διαμπλάζεις<sup>1</sup>. Η κυρά η Παναγιά ελούστηκε, εχτενίστηκε, στον άγιο θρόνο της πάτησε και πέρασε ο Αγάς και την είδε και την εφθαλμόκοψε» -δηλαδή την εμάτιασε, την εφθαλμόκοψε. «Ο γιος της την αρώτησε, τι έχεις μάνα μου, τι έχεις μητέρα μου, τι έχεις βασίλισσα του κόσμου και ούτε τρως, ούτε πίνεις, ούτε το σταυρό σου κάνεις; Θαυμάζομαί σε γιε μου που τα κρυφά ξέρεις και τα φανερά δε γνωρίζεις. Λούστηκα, χτενίστηκα, στον άγιο μου θρόνο κάθισα, πέρασε ο Αγάς και με είδε και μου φθαλμόκοψε και ούτε τρώω, ούτε πίνω, ούτε το σταυρό μου κάνω.» Και ο γιος της της είπε, «Ε, και δε βρέθηκεν άνθρωπος εικοσίνυχος και πενταδάχτυλος, να σε σταυρώσει τρεις φορές, να πει, πάτερ ημών μία, πάτερ ημών δύο, πάτερ ημών τρεις, πάτερ ημών τέσσερεις, πάτερ ημών πέντε, πάτερ ημών έξι, πάτερ ημών εφτά, πάτερ ημών οχτώ, πάτερ ημών εννιά. Δέξου γης το βάρος του και δώστου τις δυνάμεις του.» Αυτό είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Και πώς λέγατε με το μαντήλι ότι το έκανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Εκείνος βαστούσε και το μαντήλι και σε σταύρωνε. Έπαιρνε το μαντήλι του κεφαλιού μας και όπως το μέτραγε από το μεσαίο δάχτυλο, το `κανε έτσι στην άκρη και την άλλη άκρη την έφερνε εδώ στον άγκωνα κι έδενε έναν κόμπο. Έδενε έναν κόμπο, για να ξέρει πόσο μάκρος ήτανε το δάχτυλο. Το `παιρνεν από το μεσαίο δάχτυλο και το `φερνε στον αγκωνιού του κι έδενε τον κόμπο. Και μετά αφού σε σταύρωνε με το ίδιο το μαντήλι το `κανε και σε σταύρωνε, αυτές τις φορές που έλεγε, αν ήτανε από άντρα το μάτιασμα, κόντυνε ο κόμπος κι ερχόταν εδώ πάνω στον κόμπο, κι άμα `τον από γυναίκα ερχόταν εδώ στη μέση. Και το θυμάμαι εγώ, τότε ήμουνα μικρούλα. Παντρεμένη ήμουνα, μα ήμουνα εικοσιτριώ χρονώ, εικοσιδύο χρονώ, κάτι τέτοιο ήμουνα και ερχόμουν από την Αθήνα, είχα πάει στην Αθήνα για κάποια δουλειά και βγήκα στον Κάμπο και ήτανε ένας εκεί στο… Είχα μπει μες στη μαούνα κι έδωσα ένα πήδο απ`τη μαούνα και πήγα έξω στο μώλο και μου λέει αυτός, «Βρε συ, θέριεψες», λέει, «που πήγες εις την Αθήνα.» Έρχομαι στο σπίτι, αρρωσταίνω, γέμισε το στόμα μου σπυριά μέσα, έγινα να. Ούτε έτρωγα, ούτε έπινα, ήμουνα σε αθλία κατάσταση. Και μου λέει ο συχωρεμένος ο άντρας μου, να πάω να φωνάξω το Μαρίνο -ήτανε κουμπάροι. Λέω, «Τι να μου κάνει;» Μου λέει, «Εσένα σ`έχουνε ματιάσει.» Τέλος πάντων πήγε και τον φώναξε και ήρθε. Μου λέει «Δώσε μου το μαντήλι του κεφαλιού σου.» Και το πήρε και με σταύρωσε και μου λέει, «Σε έχουνε ματιάσει και είναι και άντρας, αυτός που σε έχει ματιάσει.» Πράγματι σου λέω αυτός που ήτανε στο μουράγιο ήταν άντρας και μου λέει, «Συ θέριεψες», μου λέει «και πηδάς από πάνω από την μαούνα και κατεβαίνεις κάτω.» [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Και αυτό που λέγατε ότι μετρούσε τη ζώνη;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Άμα ήτανε άντρας έπαιρνε τη ζωστήραν του, στη γυναίκα έπαιρνε το μαντήλι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Έπαιρνε τη ζωστήρα του ματιασμένου του άντρα και την έβαζε στο δικό του χέρι ή στου…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong>&nbsp; Όχι την έβαζε, τη μέτραγε εκείνος εις το δικό του χέρι και έκανε πάλι εκεί πέρα, πώς τον σημάδευε, κάπως τον σημάδευε, δεν ξέρω. Εμένα μου `κανε με το μαντήλι μου και είδα που έδεσε κόμπο. Στων αντρών δεν ξέρω τι σημάδι έκανε και όταν κόνταινε και πήγαινε αλλού το σημάδι, άμα ερχόταν απάνω στον κόμπο λέει ήτανε άντρας, και άμα ερχότανε εδώ στη μέση ήτανε γυναίκα. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Εσείς ξεματιάζετε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Αυτό μοναχά που ξέρω, δεν ξέρω άλλα. Ξεμάτιασμα ήξερε η πεθερά μου, αλλά το πήρε μαζί της. Πόσα της κάναμε να μας το πει. Εκείνη ξεμάτιαζε με το λάδι. Και ήξερε, δηλαδή ξεμάτιαζε πραγματικά, ξεμάτιαζε. Θυμάμαι μια φορά ήταν ο Μιχάλης άμα τον είχα μικρό, όπου τον έβγαζα να τον πάει, γιατί ήτανε παχουλό παιδί, ε, τα παιδάκια τα πιάνει πιο εύκολα το μάτι, όλη μέρα τον εξεσταύρωνε με το λάδι όμως. Έσταζε το λάδι μέσα στο νερό, του `λεγε τα λόγια κι έσταζε μια σταγόνα λάδι και όταν ήταν μάτι, σκόρπαγε και δε φαινότανε τίποτα. Δε μένει τίποτα. Όταν έλεγε λοιπόν τα λόγια, τα `λεγε τρεις φορές πρέπει να τα πει, στην τρίτη φορά στο τέλος σταμάταγεν η σταγόνα, χωρίς να σκορπιστεί, έμενε ακέραια. Αλλά τα λόγια δε μας τα `πε, δεν ήθελε να μας τα πει. Μου λέει, «Αν σου τα πω δε θα πιάνει πια ύστερα, εγώ όταν θα ξεματιάζω, πρέπει να τα μάθεις από άντρα.» Η γυναίκα πρέπει να τα μάθει από άντρα και ο άντρας πάλι από γυναίκα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>σκορπίζεις</li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/">Μια φορά μ` είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 15:32:57 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5100</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι πρώτοι κάτοικοι της Δονούσας. Η πρώτη εκκλησία του Σταυρού, η καταστροφή της και η κατασκευή της δεύτερης.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/">Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don12-4.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι πρώτοι κάτοικοι της Δονούσας. Η πρώτη εκκλησία του Σταυρού</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Θείε ξέρετε εσείς πότε πρωτοκατοικήθηκε η Δονούσα; Πότε ήτανε οι πρώτοι κάτοικοι που ήρθανε εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Ξέρω. Οι πρώτοι κάτοικοι ήρθανε μετά την Επανάσταση, Επανάσταση του 1821, βάστηξε 10 χρόνια και τότες ο πόλεμος, το 1830 που έγινε ανεξάρτητο κράτος πια η Ελλάδα, ε, μικρή Ελλάδα ήτον τότες, η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα και οι Κυκλάδες. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Στη Δονούσα ποιοι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι, από πού ήρθανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι. Γιατί στην απαρχή του πολέμου, που λέμε, και πριν, πρέπει να `τον το νησί ακατοίκητο, δεν είχε κατοίκους, γιατί υπήρχαν οι πειρατές που λυμαίνοντo τη Μεσόγειο και το Αιγαίο εδώ και… δεν ηφήναν τίποτι και όλος ο κόσμος επήαινε στην Αμοργό. Πάνω στη Xώρα μάλιστα, γιατί τα Κατάπολα έχω ακούσει πως ήτον έρημα, κι η Γιάλη. Πάνω στη Χώρα είχεν κι ένα κάστρο και εκεί μαζεύουντο άμα φαίνουντο κάνα πειρατικό που `ρχοντο μες στο λιμάνι. Μετά που `γινε η ελευθερία εδώ να, ειδοποίησαν οι αρχές, ποιος θέλει να πάει στη Δονούσα να καταλάβει τα μέρη εκείνα. [&#8230;] Δεν είχε χωράφια τότες εδώ κι ήρθαν καμιά δεκαριά οικογένειες από την  αρχή: οι Κωβαίοι, Πράσινοι, Μαρκουλήδες και Σιγαλαίοι και Ρούσσοι, αυτούς ξέρω που ήταν οικογένειες. [&#8230;] Ηπήανε, όπως καταλαβαίνω… εδώ ήτον τρεις-τέσσερεις, κατοίκησαν εδώ στον Κάμπο που λέμε, στο Σταυρό, άλλοι δυο-τρεις στη Μεσσαριά, τρεις και στην Καλοταρίτισσα κι άλλοι τρεις στο Μερσήνι, έτσι πιάσανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και γιατί σκορπιστήκανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ: </strong>Για να πιάσουν τα πράματα, τα χωράφια. Γιατί είχε χωράφια καλά. Και τα πήρανε, τα πιάσαν εκεί. Ε, μαζεύουντο, εδώ ήτον πάντοτε η έδρα, είχε εκκλησία, κοινότητα δεν είχε εδώ αλλά… Είχανε την εκκλησία, ηκάμαν το Σταυρό από την αρχή και κατεβαίνουνταν Κυριακή και λειτουργούντο εδώ αυτοί οι ανθρώποι. Ε, σιγά-σιγά ήρταν κι άλλοι. Μετά ήρθαν και μέσα απ` τη Σύμη οι Σκοπελίτες, οι Τσαβαρίδες. Άλλοι από την Ύδρα, από τη Νάξο ε, και ημαζέψαν καμιά πενηνταριά οικογένειες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτοί από τη Σύμη πώς ήρθαν εδώ; Γιατί ήρθανε Δονούσα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Αυτοί ήτονε ναυτικοί, σφουγγαράδες και ψαράδες. Ε, γύριζαν τα νησιά όπως γυρίζουν και τώρα. Ε, έβγαιναν κι εδώ στα καφενεία, είδανε τον κόσμο, είδανε τις κοπέλες τότες, τες αρέσανε, ε, τα φτιάξανε και παντρεύτησαν εδώ και μείναν εδώ. Ο γερο-Συμιακός, που λένε, ο παππούς μου κι ο γέρο-Παντελιός Τσαβαρής, αυτοί ήτανε. Μείναν εδώ, ήκαμαν οικογένειες -και μεγάλες οικογένειες, από δέκα παιδιά και πάνω. Αυτοί φέραν όμως και πολύ χρήμα πάνω στο νησί, χρήμα και… είχαν κίνηση καλή. Από αυτούς ηνοίξαν μαγαζιά, τα πρώτα εστιατόρια κάνα-δυο τ` ανοίξαν αυτοί, τα παιδιά τους δηλαδή. Ναι, ηκάμαν την εκκλησία, οικοδομήσαν την εκκλησία ο παππούς μου.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Κατέβηκε ο κατακλυσμός τα σάρωσε όλα, πήρε και την εκκλησία, πήρε και την εικόνα του Σταυρού</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don25-4.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καταστροφή της πρώτης εκκλησίας του Σταυρού. Η κατασκευή της δεύτερης</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Στην αρχή είχανε κάμει ένα μικρό εκκλησάκι εδώ, το Σταυρό, οι παλιοί εκείνοι οι ντόπιοι του περασμένου αιώνα, του 1850 ξέρω γω. Το οποίο εκκλησάκι ηκατέβει ένας κατακλυσμός -το ΄χαν εδώ μέσα στον Κάμπο χτίσει, δεν το ΄χανε επάνω στις παρυφές του λόφου, μόν΄ το ΄χανε κάτω εκεί που ΄ναι τα Περγαλίδια, που λέμε. Κατέβηκε ο κατακλυσμός, τα σάρωσε όλα αυτά και τα πήγε στη θάλασσα, πήρε και την εκκλησία, την ηβούλιαξε, πήρε και την εικόνα του Σταυρού.  [&#8230;] Οι πέτρες είναι ακόμα εκεί δα. Στο μίνι μάρκετ δίπλα είναι, υπάρχουν τα θεμέλια ακόμα της εκκλησιάς εκείνης. Την εικόνα τη βρήκανε στην Αμοργό, στην Κάτω Μεριά που λέμε εκεί, κάτι βοσκοί ξέρω γω τσοπαναραίοι, και την πήραν την εικόνα όπως είναι από τα βράχια εκεί δα και ηπήανε στο χωριό απάνω στο Βρούτση ξέρω γώ, που ήταν οι παπάδες, κάτι παπάδες που ήρχουντο κι εδώ, γιατί εμείς δεν είχαμε παπά. Κατά διαστήματα έστελνε ο δεσπότης έναν παπά για να λειτουργήσει. [&#8230;] Όπως και τώρα τελευταία πριν μια δεκαπενταετία το πάθαμε και επί των ημερών μας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Τι δεν είχε εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ηπέθανε ο παπάς που είχαμε το ενενήντα. Μέχρι το ενενήντα πέντε και τα λοιπά δεν είχαμε παπά, ήστελνε [&#8230;] όλοι αυτοί ο μητροπολίτης της Θήρας. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Έστειλε η μητρόπολη παπά άλλονε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Δεν είχε μόνιμο, αλλά υποχρέωσε τους παπάδες της Αμοργού [&#8230;] και των Κουφονησίων να ΄ρχονται κάθε δεκαπέντε μέρες ένας εδώ [&#8230;] να λειτουργεί κι ήρχουντο.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Γ: Τώρα έχει μόνιμο;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Δ: Ε ναι έχωμε τώρα μόνιμο εντάξει. Λοιπόν, την εικόνα την εβρήκανε, την εγνώρισαν πως ήταν του Σταυρού και μας την ηφέραν πίσω και συγκεντρώθει πάλι ο κόσμος εδώ κι είπανε να κάμουνε άλλη εκκλησία. Κάματει που ΄ναι τώρα η τωρινή εκκλησία κάμαν μπροστά εκεί ένα άλλο εκκλησάκι [&#8230;]. Λειτουργούσε αρκετά χρόνια. Εντωμεταξύ ησκέφτησαν πάλι οι ίδιοι οι κάτοικοι, ότι το εκκλησάκι αυτό είναι μικρό, πάλι δεν επαρκεί για τον κόσμο, γιατί ο κόσμος, όχι πως ήτον πολλοί, ήτον διακόσια, τρακόσια άτομα [&#8230;]. Πρώτα ήτον πενήντα, εξήντα, εκατό ξέρω ΄γώ. Άμα ΄ναι διακόσοι τρακόσοι τι να πάρει; [&#8230;] Δεν τους παίρνει, κάθουντο απ΄όξω στην αυλή οι πιο πολλοί. Κι έγινε αυτή το χίλια εννιακόσια δύο γράφει η εκκλησία πάνω [&#8230;], επί τον καιρό που ήτον ο παππούς μου επίτροπος, Δημήτριος Σκοπελίτης, το γράφει απάνω. Κι έγινε ανακαίνιση εκείνης της εκκλησίας κι έγινε αυτή η εκκλησία που υπάρχει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Μάλιστα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Τώρα αυτή η εκκλησία για ΄μας είναι ό,τι πρέπει. Και υπάρχει αυτή η εκκλησία κι ο κόσμος βολεύεται. Έρχεται απ΄ τα χωριά, είχαν και τα χωριά κόσμο ηκατεβαίνα΄ όλοι εδώ [&#8230;]. Μετά ηγίνησαν κάτι εκκλησάκια εκεί στο Μερσίνι ένα και στην Καλοταρίτισσα άλλο ένα τα οποία λειτουργούν  μόνο στην εορτήν τους [&#8230;] της Αγιά Σοφιάς και του Αγίου Γεωργίου.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/">Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 14:31:38 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5138</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μεροκάματα στα μεταλλεία και οι πλάκες Μακάρων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/">Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-14.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Μεροκάματα στα μεταλλεία</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Εσείς τα μεταλλεία τα θυμάστε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Ναι ήμουνα παιδάκι, πολύ μικρή ήμουνα. Τα θυμάμαι τα βαγόνια που πηγαίναμε και βγαίναμε απάνω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Δουλεύανε δηλαδή όταν ήσασταν μικρή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Ναι, δουλεύανε, δουλεύανε. Αυτό που βγάζανε, πηγαίνανε και το ρίχνανε εκεί στο Σιδεροκάμινο, που λέμε. Εκεί πηγαίναν και τ` αδειάζανε. Ερχότανε κάποιο κάραβι κι άραζε εκεί κι από κει το φορτώνανε. Είχανε κάνει μια τσουλήθρα έτσι και πήγαινε κατευθείαν μέσα στο καράβι. Και το βαγονάκι εγώ το θυμάμαι από μέσα από τις γαλαρίες, και πέρναγε από του παππού τα χωράφια. Ακόμα φαίνεται η γραμμή. Και πηγαίναμε εμείς τα πιτσιρίκια, κατεβαίναμε που `χανε σχολάσει πια οι εργάτες και βρίσκαμε τα βαγονάκια και βγαίναμεν απάνω, τα σπρώχναν οι άλλοι για να παίζουμε.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Οι εργάτες ήτανε Δονουσιώτες;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Ναι, ναι, όλοι από τη Δονούσα ήτανε. Οι προϊσταμένοι ήταν από την Αθήνα… τώρα πώς τις λέγανε δε θυμάμαι, πώς τις λέγανε. Τις λέγαν οι γονείς μας, πώς τους λέγανε αλλά δε θυμάμαι. Ένας λεγότανε Κώστας, Κώστας λεγότανε, μα το επίθετό του δεν μπορώ να σκεφτώ. Μάλιστα είχε γίνει ένα περιστατικό με κείνον. Είχε χηρέψει η Μαυροειδή, της Ευγενίας η μάνα, είχε χηρέψει τον πρώτο της άντρα που `χε πάρει και ήταν πολύ ωραία κοπέλα τότε που πέθανεν ο άντρας της, ήτανε πάρα πολύ ωραία και αυτός την ήθελε, αλλά αυτή δεν ήθελε να κάνει τέτοια. Είχεν ένα αγόρι με κείνον τον άντρα, αλλά κείνο πέθανε. Κοιμότανε με μια θεία… Μαρία, της Σταυρούλας και του παππού του Ηλία αδερφή ήτανε, και ήτανε φυματικιά, και το παιδί κοιμότανε μαζί της, το `χε παρέα και το κόλλησε. Τότες έβραζε η φυματίωση. Ώστε να την πάρουνε χαμπάρι, ότι εκείνη είναι φυματικιά… και κόλλησε το αγοράκι και πέθανε. Το θυμάμαι εγώ το αγοράκι, το θυμάμαι λίγο που πήγαινε στο σχολείο, ήταν ένα ωραίο αγοράκι… Λοιπόν, και πήε λοιπόν τη νύχτα και της εχτύπησεν αυτός, και λέει, «Ποιος είναι;» Λέει, «Καλλιόπη εγώ είμαι.» Λέει, «Ποιος;» Λέει, «Άνοιξε θα με δεις.» Εκείνη καμώθη πως ήτανε μέσα ο παππούς ο Ηλίας, ο αδελφός της, και δε σηκώθηκε ν` ανοίξει, μόνο φώναξε δυνατά, «Ηλία, για σήκω να δεις, ποιος είναι που χτυπά την πόρτα;» Ακούει αυτός μέσα, «Ηλία σήκω να δεις ποιος είναι που χτυπάει την πόρτα», έγινε λαγός, έφυγε. Αυτά, ας πούμε, θυμάμαι από τους γονείς μου, που λέγανε αυτές τις περιπτώσεις. Αυτόν θυμάμαι στο μεταλλείο, ήτανε επιστάτης του μεταλλείου, αυτόν τον Κώστα. […]&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Υπάρχει τώρα κάποιος που να δούλευε στα μεταλλεία που είναι εδώ πέρα στο νησί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Μπα, δεν υπάρχει κανένας, δεν υπάρχει κανένας. Τότε που δουλεύαν τα μεταλλεία, εγώ ήμουνα παιδάκι και όλοι αυτοί που δουλεύανε ήτανε μεγάλοι, έχουνε φύγει όλοι. Το μόνο που θυμάμαι, θυμάμαι που μετά βγάζανε μια άσπρη πέτρα, τον άτσαχα που λέμε, και εκείνο το δουλεύανε πίσω στην Καλοταρίτισσα κοντά. Τώρα εκείνο πώς το κουβαλάγανε, δε θυμάμαι. Και δούλευε κι ο πατέρας μου, όπου βρίσκανε μεροκάματα οι άντρες τότε του νησιού όλοι, πηγαίνανε και εδούλευε. Και αφού ακούγαμε λοιπό πως μαζεύανε άτσαχα, είχαμε λοιπό καλαθάκια κι άμα ανεβαίναμε από τον Κάμπο σκορπούσαμε στο δρόμο και τα γεμίζαμε τα καλαθάκια μας άσπρη πέτρα, πως θα την πουλήσωμε κι εμείς. (γέλια) Πως θα πουλήσωμε την άσπρη πέτρα. Αλλά από αυτούς δε ζει κανένας, κανένας, κανένας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ: </strong>Θυμάστε πότε κλείσαν τα μεταλλεία και πώς είχανε κλείσει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Α, και να θυμάμαι ποια χρονολογία, είναι… Πριν τον πόλεμο πάντως ηκλείσανε. Με τον πόλεμο κλείσανε, το `40 κλείσανε, γιατί, σου λέω, ήτανε οι Βαλάτουδες που ήταν εδώ που δουλεύανε -να τώρα σκέφτηκα πως ήταν κι οι Βαλάτουδες στα μεταλλεία- και τότε κηρύχτηκεν ο πόλεμος.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Λόγω του πολέμου κλείσανε ή δεν είχε πια να βγάλει από μέσα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Λόγω του πολέμου κλείσανε. Τώρα είχεν δεν είχεν, δε θα `χε πια πολύ γιατί τα `χανε εξαντλήσει πια, λίγο πράγμα βγάζανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Από πότε λειτουργούσαν αυτά; Πότε ξεκίνησαν;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Δεν ξέρω από πότε ξεκινήσανε τα μεταλλεία, πάντως εγώ σαν παιδάκι που γνώρισα, οι γαλαρίες ήτανε βαθιές, πηγαίναν πια… Δούλευεν ο πατέρας μου και πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια, όταν φεύγαμε από το σχολείο. Παίρναμε το δρόμο απ` την Παναγία και πηγαίναμε μέσα κει και μπαίναμε μέσα, για να δούμε… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες, πηγαίνες μέσα-μέσα τότε. Ήτανε καθαρό, γιατί το καθαρίζαν για να βγάζουν το υλικό. Κανένας δεν υπάρχει που να δούλεψε στα μεταλλεία τότε. Όλοι ήτανε μεγάλοι άνθρωποι, εγώ ήμουνα παιδάκι. Αυτοί που δουλεύανε πριν το `40, το `35 φερ`ειπείν, το `35 δουλεύανε, δε ζει κανένας, δε ζει κανένας, όλοι έχουνε…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και περάσαν όλοι από τα μεταλλεία;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Οι άντρες του νησιού βέβαια, όλοι. Κι απ` την Καλοταρίτισσα ερχότανε κι απ` τον Κάμπο, όσοι άντρες ήτανε τότε υπήρχανε, ερχότανε κι από δω απ` το Μερσήνι, απ` τη Μεσαριά, όλοι. Όλοι δουλεύαν στα μεταλλεία, γιατί… Οι Μυλωνάδες οι δυο δεν ξέρω αν πηγαίνανε, επειδή είχαν το μύλο. Αυτοί δεν ξέρω αν δουλεύανε, αλλιώς οι υπόλοιποι όλοι δουλεύανε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Οι Δονουσώτες οι πιο πολλοί πηγαίνανε στις Μάκαρες τότε που βγάζαν την πλάκα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-15.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα μεταλλεία των Μακάρων και οι πλάκες Μακάρων</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Οι Δονουσώτες οι πιο πολλοί πηγαίνανε στις Μάκαρες τότε που βγάζαν την πλάκα. Ήταν ο Αριστείδης τότε εκεί προϊστάμενος, απ` την Αθήνα βέβαια, και ένας άλλος που τον λέγανε Θηραίο στο επίθετο, ήταν τ` αφεντικό στις Μάκαρες. Κι ερχόταν και από τα Κουφονήσια. Απ` τα Κουφονήσια είχε και στις Μάκαρες εργάτες, αλλά κι οι Δονουσώτες πηγαίναν οι πιο πολλοί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Και βγάζανε πλάκα από τις Μάκαρες;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Πλάκα, ναι, πλάκα. Όχι βέβαια, δεν ήτανε καλή πλάκα, γι` αυτό και τη σταματήσανε, δεν την εξαναδουλέψανε. Δεν είχε πολύ πέραση, ήταν μαλακιά, πολύ μαλακιά ήτανε. [&#8230;] Εμάς η αυλή μας πριν, η παλιά αυλή, ήτανε γύρω-γύρω όλη με πλάκα αυτή των Μακάρων. Πέρα στης πεθεράς μου εκεί απ` έξω νομίζω πως υπήρχεν ακόμα καμιά. […] Εμάς από την αυλή την επήραν, άμα φύγαμε εμείς από δω το `62 που έφυγα γω. Η αυλή μου, όλος ο τοίχος γύρω-γύρω ήταν με αυτές τις πλάκες στρωμένη. Τις επήραν και τις εκάνανε… Καλοταριανοί μου `πανε ότι τις επήρανε και τις εκάνανε κουλούρες. Κάνανε τρύπα στη μέση και την κάνανε κουλούρα για το παραγάδι. Άμα τους έμπλεκε το παραγάδι, βάζαν αυτό πάνω σε χοντρή πετονιά και το σύρνανε και το ξέμπλεκε το βάρος εκείνο, το τράβαγε και το ξέμπλεκε το παραγάδι, έκοβε τ` αγκίστρια δηλαδή. Και τις είχανε πάρει όλες από δω.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/">Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Από κάτω είναι τρύπα εκεί πέρα και δεν ξέρεις πού πάει</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/apo-kato-einai-trypa-ekei-pera-kai-den-xereis-poy-paei/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/apo-kato-einai-trypa-ekei-pera-kai-den-xereis-poy-paei/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 12:32:44 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2447</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το έδαφος κάτω από το Μερσήνι</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apo-kato-einai-trypa-ekei-pera-kai-den-xereis-poy-paei/">Από κάτω είναι τρύπα εκεί πέρα και δεν ξέρεις πού πάει</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don53-26-Από-κάτω-είναι-τρύπα-εκεί-πέρα-και-δεν-ξέρεις-πού-πάει.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Το έδαφος κάτω από το Μερσήνι</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Είναι το Μερσήνι[&#8230;], είναι όλα κούφια από κάτω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κατ:</strong> Γιατί[&#8230;] σε &#8216;μας ειδικά που έχωμε το νεροχύτη στην κουζίνα, από τότε ήτανε χάος. Δηλαδή ρίχνανε πέτρα, δεν ακουγότανε που πήγαινε. Είχαμε νεροχύτη και αποχέτευση δηλαδή απ&#8217; τον καιρό εκείνο, δεν ξέρωμε. Κι εκεί που &#8216;χε ανοίξει ο πατέρας μου, ήθελε να κάνει πατητήρι για τα κρασί, πήγε λέει να βγάλει πέτρα και παραλίγο να τον τραβήξει μέσα αέρας, χάος. Και πρόφτασα, λέει, και έριξα πάλι την πέτρα, όπως πήγα να τη σηκώσω κι έμεινε έτσι και όλο τότε είχα το φόβο αυτό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Από κάτω αυτά έχουνε αέρια[&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κατ: </strong>Είναι κουφό το μέρος και τώρα που, πριν πόσα χρόνια, δέκα χρόνια που έκανε η Λευτερία το ανώι που έχτισε, που φύγανε μηχάνημα, τωρινά μηχανήματα και δεν μπορούσανε να βρούνε θεμέλιο να αυτό. Ανοίξανε και χάος, λέει, από κάτω.[&#8230;] Είναι κουφά τα μέρη και δεν μπορούσανε να βρούνε στέρεο μέρος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Τα πρώτα σπίτια που μπαίνουμε στο Μερσήνι μέσα, πού &#8216;ναι τα, που μένουν οι μουγγές ακριβώς από πάνω. Εκεί που &#8216;ναι μια συκιά εκεί χάμω, ένα περγαλίδι που &#8216;χουνε, από κάτω είναι τρύπα εκεί πέρα και δεν ξέρεις πού πάει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Και μας λέγαν, ότι τα νερά τα πολλά σταματήσανε μετά το σεισμό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κατ:</strong> Ε, όχι δεν[&#8230;]. Τουλάχιστον εγώ δε θυμάμαι τα&#8230; Ο σεισμός έγινε το πενηνταπέντε, ήμουνα έξι χρονών&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ: </strong>Όχι, όχι νερά&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κατ:</strong> Σ&#8217; ένα χρόνο φύγαμε. Νερά τα θυμάμαι εγώ στη Μεσαριά ελιές(?). Πηγάδια από &#8216;κεί στο[???]. Τρέχανε νερά, μέχρι και βατράχια θυμάμαι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Από ανομβρία επί τω πλείστω, από ανομβρία.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κατ:</strong> Μάλιστα λέω της μαμάς, μήπως, λέω, στη φαντασία μου τα θυμάμαι τα βατράχια; Όχι, μου λέει, γιατί υπήρχανε νερά. Αλλά τώρα&#8230; Πηγάδια κι αυτά πάρα πολλά το Μερσήνι. Τώρα πώς έχει μείνει η πηγή αυτή;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ: </strong>Από ανομβρία χαθήκαν τα νερά τα περισσότερα.&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apo-kato-einai-trypa-ekei-pera-kai-den-xereis-poy-paei/">Από κάτω είναι τρύπα εκεί πέρα και δεν ξέρεις πού πάει</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/apo-kato-einai-trypa-ekei-pera-kai-den-xereis-poy-paei/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μόλις ήπεφτε πέτρα το ξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 11:55:39 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2430</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι ξερολιθιές</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/">Μόλις ήπεφτε πέτρα το ξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-18-Μόλις-ήπεφτε-πέτρα-το-ξαναχτίζανε.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι ξερολιθιές</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Και θεία, όλες αυτές τις ξερολιθιές, τις τραφιές που κρατάνε τα χωράφια, αυτές τις χτίζατε εσείς ή υπήρχε κάποιος που τις έχτιζε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Όλοι εδώ οι παλιοί, ο πατέρας μου, ο πατέρας της Σοφίας, ο θείος μου ο Νικόλας του Βαγγέλη ο πατέρας, πάνω, του Χρήστου ο πατέρας, ο νονός μου ο Αντώνης της Ειρήνης ο πατέρας, όλοι χτίζανε τους τοίχους τους. Ετούτες τις ξερολιθιές, τα τραφάκια, τα χτίζαν οι ίδιοι, δεν ηπαίρνανε ποτέ μάστορα. Όχι, κανένας. Ήτανε μαντρωμένα τα χωράφια, το μαντρώνανε γύρω-γύρω, όπως είναι πέρα κει στ` αλώνι. Τώρα έχουνε πέσει. Αλλιώς ποτέ δεν αφήνανε, που υπήρχαν αυτοί οι παλιοί όλοι, μόλις ήπεφτε πέτρα, το ξαναχτίζανε, δεν το αφήνανε να ισοπεδωθεί.&nbsp; Και βάζαμε τα ζώα μέσα στο χωράφι. Εμείς πίσω τα χωράφια, κει που είναι συκιές μαντρωμένες, αν πηγατε μέχρι εκεί πίσω, ο Μιχάλης πλήρωσεν τον Αντώνη απάνω κι έφερε σύρματα και τις εμαντρώσαμε τις συκιές, πριν δεν είχαμε σύκο να φάμε, τα τρώγαν τα ζώα, τα κατσίκια, δεν αφήνανε… Το χωράφι που το `χαμεν εμείς ήτανε ολόκληρο έξι στρέμματα χωράφι, ήταν μαντρωμένο και βάζαμε τα ζώα μέσα. Αφού θέλει να τελειώσουμε τα σπαρτά ή καλοκαιρινά, αν είχαμε σπείρει ή κρεμμύδι, οτιδήποτε, τα βάζαμε μέσα, τα κλείναμε και δεν ηβγαίνανε πια έξω. Πηγαίναμε τα παίρναμε, τα ποτίζαμε και τα ξαναβάζαμε πάλι μέσα στο χωράφι, δεν ηβγαίναν έξω. Γι` αυτό φαίνονται οι πέτρες αυτές, αλλά τώρα έχουνε πέσει. Ο δρόμος που πάει μέχρι πίσω σ` ένα ορισμένο σημείο, ήτανε χτισμένος μέχρι πίσω-πίσω. Όλα ήταν μαντρωμένα. Κάθε ένας είχε το δικόν του μαντρωμένο. Ο παππούς σου […] είχεν αρκετές κατσίκες και τις επήγαινε και τις εμαντρίζε, δε βαριότανε, είχε χτίσει&nbsp; απέραντο μέρος. Εκείνος ο τοίχος που έχει μαντρωμένο, το έχεις προσέξει πόσο είναι; [&#8230;] Εγώ έχω περάσει και τώρα, από τη Σκοινούσα με το καράβι που βλέπω τις τοίχους, όλα τα χωράφια είναι κλεισμένα, αλλού με σύρμα κι αλλού με τοίχους.</p>



<p class="wp-block-paragraph">[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτά τώρα θεία τα φτιάχνανε οι δικοί σας προτού γεννηθείτε; Δηλαδή είναι πολύ παλιό χτίσιμο;<br><br><strong>Ελ:</strong> Ναι, παλιά χτισίματα, πριν γεννηθώ εγώ, τα `χανε χτίσει οι πιο παλιοί. Ε, απλώς κι οι δικοί μας χτίσαν ακόμα και τα μαντρώσανε και τα διατηρούσαν κιόλα, αν έπεφτε μια πέτρα από κατσίκι να βγει απάνω ή από κάτι να πέσει να γκρεμίσει ο τοίχος, τον εξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη, για να περνούνε τα ζώα, να μην μποδίζονται.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/">Μόλις ήπεφτε πέτρα το ξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
