<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΓΑΪΔΟΥΡΙΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-tag/gaidoyria/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/gaidoyria/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Fri, 03 May 2024 08:41:35 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΓΑΪΔΟΥΡΙΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/gaidoyria/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 11 Nov 2023 09:04:35 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5662</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κανόνες ποτίσματος στα περιβόλια. Η δίκη στην πηγή. Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/">Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-19.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κανόνες ποτίσματος στα περιβόλια. Η δίκη στην πηγή.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>K: </strong>Ο καθένας είχε το χωράφι του κάτω στα περιβόλια. Τη διανομή του ποιος θα ποτίζει, ποια οικογένεια θα ποτίζει πότε, ξέρετε, έχετε ακούσει ιστορία πώς έχει γίνει;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Είχα ακούσει τον πατέρα μου βέβαια, ότι είχανε κανονίσει τα πάνω περιβόλια -τα κάτω δεν υπήρχανε, τα κάτω περιβόλια, από την κάτω στέρνα τη μεγάλη που είναι ο πλάτανος και κάτω, ήτον ναι μεν, αλλά αμπέλια, τέτοια, δεν ήτανε περιβόλια, δεν ήταν ποτιστικά, ήτανε μόνο η Βρύση απάνω. Μετά που μεγαλώσαν και παιδιά αυτώνω που τα `χανε, τα χτίσανε λοιπόν και τα ημερέψανε, να τα κάνουνε ποτιστικά. Είχαν λοιπον κανονίσει την Κυριακή να μην ανοίγεται η Βρύση απάνω καθόλου για να μαζεύεται το νερό να πάει στην κάτω. Να τρέχει όλη μέρα, να γεμίζει η κάτω στέρνα την Κυριακή και επειδή ήταν το περιβόλι πιο μεγάλο και πιο μακριά από όλα, ήπαιρνε πάντα της Δευτέρας το νερό ο πεθερός μου και την Παρασκευή το μοιράζανε μαζί με το Ζαράνη. Ήπαιρνε ο ένας, πότιζε πρώτα, και μετά το `παιρνεν από πάνω ο Ζαράνης. Ποτίζαμε κι εμείς εκεί κάτω και γι` αυτό τα θυμάμαι. Μετά, αφού πλήθυνε πια το κάτω περιβόλι, αποφασίσανε να μην ανοίγει απάνω η στέρνα καθόλου. Τότε είχεν πολλά νερά. Λοιπόν κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου, του πατέρα μου ο πατέρας, με τον γερο-Νικητιό νομίζω, με της Ζαράναινας τον πατέρα, για το νερό. Ένα στερνάκι που `ναι πάνω από τη Βρύση ήτανε του Μαρκάκη, αυτός που `τανε αδερφός του παππού μου, και το νερό δεν το `φηνε, λέει, να κατεβαίνει κάτω, το κράταγε μόνο και πότιζε το δικό του. Ο παππούς μου όμως του λέει, ότι εφόσον το χειμώνα πάει μέσα στη στέρνα τη δημόσια, πρέπει να μας αφήνεις και μας το καλοκαίρι απόνερο, να κατεβαίνει μέσα στη στέρνα, να φτάνει, να ποτίζωμε τα περιβόλια. Πήγανε μέχρι και δικαστήριο. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση και δίκασε. Στη Βρύση ήρθε, δυο φορές το φέραν το δικαστήριο και δίκασε, για να δούνε επιτόπου πώς είναι τα πράματα. Του λένε, λοιπό, «Το χειμώνα όταν χειμωνιάσει, το νερό πού το πας;» του `πανε του Μαρκάκη. Λέει, «Εκατεβαίνει μέσα στη στέρνα ετούτη, που `ναι στη Βρύση.» Λέει, «Τότε θα το κρατάς και το χειμώνα, θα το βάλεις μες στην τραφιά σου, θα το γυρίσεις μεσα στο δικό σου. Εφόσον δεν το αφήνεις το καλοκαίρι να έχει δικαίωμα να πάρουνε κι οι υπόλοιποι, θα το κρατάς και το χειμώνα. Μπορείς;» Λέει, «Όχι.» «-Ε, τότε λοιπό θα αφήνεις το απόνερο μόλις ποτίσεις. Θα ποτίζεις μόνο μία τραφιά αυτή που `ναι εκεί δα κάτω-κάτω, και μετά θα το γυρίζεις μες στη στέρνα τη δημόσια.» Και τότε […] χωρίσανε και τις ημέρες. Εμάς ποτίζωμε το δικό μας το περιβόλι, εμένα, του Βαγγέλη απάνω και αυτό που είναι εδώ στη Βρύση της εκκλησίας, και αυτό που είναι από πάνω από του Αναστάση που το `χει η Σοφία, ποτίζωμε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο. Ξέρω και τις ώρες. Αφήνανε τη μεσημεριανή στερνιά, γιατί περιμένανε, αν δεν πηγαίνανε όλα τα ζώα να πιούνε νερό, κατσίκια που `χανε όλοι, τα γελάδια, τα γαϊδούρια, όλα να πάνε στη Βρύση να πιούνε νερό. Έπρεπε να μείνει η στέρνα, να γεμίσει, για να πιουν τα ζώα πρώτα και μετά ν` ανοίξουνε τη Βρύση, τη στέρνα. Κι επειδή ήτανε το περιβόλι μας πιο μακριά και ήθελε πολύ νερό, παίρναμε τη μεσημεριανή στερνιά πάντα. Εγώ τον εθυμάμαι τον Γραπουσανό που το `χε το περιβόλι αυτό και καθότανε στη Βρύση, είχε μια παγκάδα και καθόταν και περίμενε να πιούνε, ένας-ένας τα κτήματα που πηγαίναν κάτω, αν είχε πάει και το τελευταίο, για να ανοίξει, να πάει να ποτίσει.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Άκουγα κι εγώ σαν παιδί πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-20-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>K:</strong> Σχετικά με θρύλους που λένε διάφορα για τη βρύση, για το νερό κι όλ΄αυτά, έχετε ακούσει;&nbsp;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Α, άκουγα κι εγώ σαν παιδί, [&#8230;] πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά.&nbsp;</p>



<p><strong>K:</strong> Εγώ θυμάμαι που μας λέγανε ότι όποιος είναι να πάει βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί [&#8230;] το να κρατάς μαζί σου ένα κομμάτι ψωμί. [&#8230;]</p>



<p>Ελ: Επειδή πώς το βάζει ο παπάς που σε κοινωνάει, το σίτο, τον οίνο και το έλαιο&#8230; Το ψωμί είχε τη δύναμη και δε σε πλησίζε, λέει, το ξωτικό, έτσι μας λέγαν κι εμας. Άμα βγαίναμε βράδυ έξω, λέει κράτα&#8230; Εμείς τα παιδιά βέβαια δεν πηγαίναμε πουθενά, αλλά άμα πήγαινε ο πατέρας μου που σηκωνότανε να πάνε στα ψαρέματα τη νύχτα είτε απ ΄έξω είτε&#8230; Βάλε κι ένα κομματάκι ψωμί μαζί μες στη τσέπη σου. [&#8230;] Ένα κομματάκι ψωμί. Γιατί το ψωμί είναι σταυρωμένο και δεν κάνει ούτε να το πατάμε ούτε να το πετάμε.</p>



<p><strong>Η:</strong> Κι εδώ για τη βρύση τι λέγανε;&nbsp;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Μας λέγαν, ότι υπήρχανε λέει νεράιδες εις τη βρύση και είχαν ακούσει λέει κάποιοι δεν ξέρω, ότι είχαν τα μωρά τους. Πηγαίναν και πλέναν τα ρούχα τους στη βρύση και τ΄ακούγαν που κλαίγανε τα παιδιά. Αυτά θα ΄ταν φαντασίες. Μια κουκουβάγια να φώναζε τη νύχτα και λέγαν πως είναι τα παιδιά της νεράιδας. Όποτε δεν το πίστεψα βέβαια. Ε, καλά σαν παιδιά μας φοβίζανε και φοβόμασταν να πάμε, αλλά εγώ πολλές φορές [&#8230;] που άντεχα και πήγαινα κάτω και πελεμούσα και σκοτεινιαζόμουνα και ΄ρχοτανε η συχωρεμένη η γριά Πλυτώ εδώ κάτω [&#8230;] κι έλεγεν της Ειρήνης, βρε συ αυτή η Ελευθερία λες να παθε τίποτα και δεν έχει ανεβεί ακόμα; Και κατέβαινε η κακομοίρα κάτω και με γύρευε. Μου λεγε, λοιπόν, η Ειρήνη, ε δουλειές[?] τέτοια ώρα που κάθεσαι κάτω; Λέω, τι να δουλώ[?]; Δεν πάω μου λέει&nbsp; τέτοια ώρα εγώ στη βρύση, που να μου δίνουνε τι. [&#8230;] Δεν το σκέφτηκα ποτέ να φοβηθώ, σκοτεινά που να ΄ναι κάτω. Μια φορά [&#8230;] μόλις στρίβουμε, που ΄ναι η ταμπέλα βρύση και Λιβάδι, που ΄ναι η ταμπέλα ακριβώς,&nbsp; το από κάτω τραφάκι το ΄χεν ο γέρο Κώστας απάνω και το ΄χανε όλο αγκιναριές. Τότε όλα&nbsp; ετούτα τα περγαλίδια ήταν γεμάτα αγκιναριές. Ξέρεις πόση αγγινάρα έβγαζε εδώ; Τα περγαλίδια όλα μόνο αγκιναριές είχε, [&#8230;] δεν είχε φραγκοσυκιές καθόλου ούτε μία, μόνο αγκιναριές είχαμε. Και είχαμε μεγαλώσει πια και του λέω&#8230; Ήταν ένα βράδυ πια σκοτεινά κι είχεν έρθει κάτω για να βεγγερίσωμε και του λέω, δεν κόβεις τις αγκινάρες σου μόνο θα ξεποχιάσουνε, που ΄ναι κάτω στο Γυρισμα; Το λέγαμε Γύρισμα επειδή πήγαινε το ένα έτσι και τ΄αλλο αλλιώς. Λέει, μπα αφού δεν τις τρώει κανένας. Λέω κρίμασι.&nbsp; Ε, δεν πας να τις κόψεις;&nbsp; Λέω να πάω τώρα; Μου λέει, άμα είσαι άξια να πας τώρα, μου λέει χαλάλι σου. Πήαινε κόψε τις. Λέω, θα πάω. Μου λέει, δεν το πιστεύω. Ήταν σκοτεινά πια. Μωρε πήγα εγώ και γέμισα ένα καλάθι μέχρι απάνω. Λέω, τι να φοβάμαι τις νεράιδες που λένε, πώς κλαίνε στη βρύση;</p>



<p><strong>Η:</strong> Οι άλλοι δεν πηγαίνανε δηλαδή;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Δεν πηγαίνανε.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Δεν πάνε εύκολα.&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/">Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Nov 2023 20:11:11 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5615</guid>

					<description><![CDATA[<p>Παλιές ιστορίες για πειρατές και κλέφτες. Η σπηλιά του Πονήρη, ζωοκλοπές, τα βασιλικά, οι Γαϊδουροσπηλιές.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/">Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-32.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Γαλιότες. Σφάξιμο ζώων στην Καλοταρίτισσα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς, που &#8216;ρχότανε η κλεφτουριά. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε&#8230;</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Ποιοι;&nbsp;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Οι γαλιότες.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Απ&#8217; την Αιγιάλη;&nbsp;</p>



<p><strong>Σταυρ:</strong> Γαλιότες[ch-]. Τα καϊκια με σαράντα κουπιά[&#8230;]</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Από πού ερχόντουσαν;&nbsp;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Αυτοί ήτανε πειρατέ, ήταν κλέφτες.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Πόσο παλιά λέμε τώρα;[&#8230;]</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Πριν την Κατοχή.</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Αυτοί ήτανε Έλληνες ήτανε ή ξένοι;&nbsp;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Έλληνες.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Πειρατές, πειρατές, κλέφτες.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ύστερη ήβγαν τα βασιλικά και είχεν άλλαν αυτή η κλεφτουριά. Ήβγαν τα βασιλικά. Γιατί, μου &#8216;λεεν ο παππούς σου, ότι μέσα στη λάγκα(?) ήτον φορτωμένο το καϊκι και είχεν πιο τα πράματα&#8230; Τις ηκυνηούσα&#8217;. Και ησφάζα&#8217; και η λάγκα ήτο μα&#8230; Και τα γδέρνα&#8217; και πετούσαν όλα κι είχαν μόνο τα γωνιά[?] και η λάγκα&#8230; Μου τα &#8216;λεεν ο παππούς σου ο Βασίλης[&#8230;]</p>



<p><strong>Λευτ: </strong>Είχε γεμίσει αίματα και δερμάτια.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Δε μου λες; Αυτή η χρονολογία ήταν επί Τουρκοκρατίας;&nbsp;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Πρέπει, πρέπει[&#8230;] Δεν υπάρχε βασιλικά.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Τα βασιλικά τι είναι;</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Οι βασιλιάδες, βασιλιάς.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Δεν υπάρχεν. Είχεν&#8230; Δεν είχαμε βασίλειο[&#8230;]</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Και αυτά είχαν σαράντα κουπιά;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Σαράντα κουπιά η γαλιότα.</p>



<p><strong>Φανή: </strong>Η γαλιότα κατεβαίνει με δεκαοχτώ κουπιά.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Σαράντα, σαράντα.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ε, δεκαοχτώ από κάθε πάντα.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Σαράντα.[ed]</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ηκατέβαινε, λέει, ο πατέρας σου με τον πατέραν το από το Μοσκονα, τότες ηκατεβαίνανε τις μάντρες εκεί και ήτο, λέει, μέσα το λιμάνι εκεί η λάγκα&#8230; Αίμα κι ήβγαινε όξω!</p>



<p><strong>Λευτ: </strong>Τα σφάζανε.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Και είχα&#8217;, λέει, το πανί από την πάνταν του δρόμου, για να μην τα βλέπουν οι αθρώποι.</p>



<p><strong>Λευτ: </strong>Να μη βλέπουν τα σφαχτά.</p>



<p><strong>Φανή: </strong>Ναι. Άκου να δεις.&nbsp;</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Εγώ είχα έναν πετερό και επήαινα το βράδυ και κάθεαι και μου &#8216;λεεν ιστορίες</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-38.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Παλιές ιστορίες του πεθερού</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Φανή:</strong> Εγώ, κοπέλα μου, είχα έναν πετερό, ήτον εκατό χρονώ και άμα έχασα τον άντρα μου, επήαινα το βράδυ και κάθεαι και μου &#8216;λεεν ιστορίες μέχρι Μικρά Ασίας τον πόλεμο.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Όταν εβγήκαν έξω από το αυλάκι αρχίσαν τις τουφεκιές μπου, μπου, μπου!</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-31.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ζωοκλοπή από πειρατές στην Κουμαριά</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Εγώ πάλι, εγώ πάλι έχω ακούσει αλλιώς. Ότι ο παππούς σου ο γέρο Μιχάλης κάθονταν, να πούμε, στην αυλή και βλέπει ένα φως και προχωρούσε προς την Κουμαριά.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Εμένα μου τα &#8216;πεν ο πετερός μου.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> [ch-] Άστο, άκουσε κι εμένα. Και προχωρούσε προς την Κουμαριά. Ο παππούς σου ο γέρο Μιχάλης είχε μια μάντρα στην Κουμαριά και βλέπει το καϊκι, το φως και πάαινε προς την Κουμαριά και λέει, αυτό δεν είναι καλός οιωνός και φεύγει και πάει από πάνω απ&#8217; το φτερό. Τα κατσίκια ήτον μες στη μάντρα, στη μάντρα. Αφού είδε το καϊκι και ήμπε μες στο αυλάκι, μες στην Κουμαριά, λέει από πάνω απ&#8217; το φτερό, εεεε ποιοι είναι; Τι είναι; Ακούσαν λοιπόν αυτοί και λαργάρανε[?], φύγανε. Όταν εβγήκαν έξω από το, από το αυλάκι, απ&#8217; την Κουμαριά, αρχίσαν τις τουφεκιές κι ο μπαρμπά Μιχάλης ο βοσκός ερχόταν προς το σπίτι του. Άκουσε τις τουφεκιές κι από πάνω του Παντελή η τραφιά ήταν σιτάρι&#8230;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Εμένα μου το &#8216;πεν ο πετερός μου αλλιώς.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ήταν σιτάρι, σε παρακαλώ δυο λεπτά.</p>



<p><strong>Λευτ: </strong>Ασ&#8217; το να δούμε πώς θα το πει, ασ&#8217; το να δούμε πώς θα το πει.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Άκουσε λοιπόν τις τουφεκιές μπου, μπου, μπου και το&#8230; Πηγαίνα να προφυλαχτεί ο άθρωπος, ας πούμε, βγήκε από πάνω, που λες, στην τραφιά σιτάρι και ήμπε μες στο σιτάρι, για να μην τον εχτυπήσουν τα βλήματα και φύγαν αυτοί.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Εμένα μου τα &#8216;πεν ο πετερός μου αλλιώς.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">&nbsp;</h1>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Αυτοί ήβγαν το βουνό κι πήραν το &#8216;να βαρέλι κρέας και το πετάξαν μες στο ρυάκα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-33.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο Γερ΄ Αντώνης που έκλεψε το φαγητό των πειρατών</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Φανή:</strong> Έρχουνται, λέει, επά κάτω και αράζω&#8217; και είχαν, λέει, βαρέλια και τα παστώνα&#8217;. Έρχουνται, λέει, εδώ κάτω στη&#8230; Μου τα &#8216;λεεν ο παππούς σου, εγώ ηπήαινα και τον ήβρισκα και μου τα &#8216;λεε, άμα &#8216;χασα το Μήτσο. Ήρχουνται, λέει, επά κάτω στο Σαπουνόχωμα κι είχανε πάρει, λέει, ένα γκουρνί από το μυλωνά και το βράζαν να φάνε και τραβάει, λέει, ο ένας το φτυάρι και λέει: Από &#8216;υτήν τη γυναίκα που πήραμεν το γουρνί, είναι έγκυος και δεν το ξέρει και θα κάμει θηλυκόν παιδί και μας ηπιάσανε.&nbsp;&#8216;Εν ηπρόλαβε, λέει, να το πει κι ηπρόβαλεν το βασιλικό στου Μοσχονά τον κάβο και σηκώσαν ένα βαρέλι, μου τα ΄λεε εμένα ο πατέρας σου.</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Α και τους πιάσανε;</p>



<p><strong>Φανή: </strong>Αμέ, ήρταν και πήραν το καϊκι, αλλά αυτοί ήβγαν το βουνό κι πήραν το &#8216;να βαρέλι κρέας και το πετάξαν μες στο ρυάκα κι πήα το βουνό, μου τα &#8216;πεν ο πατέρας σου, ω τι μου ΄λεε! Και πάει ο γερ&#8217; Αντώνης, που το &#8216;δε και το παίρνει. Κατέβησαν αυτοί&#8230;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ποιος γερ&#8217; Αντώνης;</p>



<p><strong>Φανή: </strong>Επά πάνω. Λοιπό, πάνε το βράδυ να πάρουν το βαρέλι, να παν&#8217; κάτω στις Καλιόπουδες[?], να μαγειρέψουν να φάν&#8217; κι ήλειπεν το κρέας.Ναι. Λοιπο, του λένε ότι, να&#8230; Κράτηξε ό,τι κράτηξε, γιατί αν δε το φέρεις, θα πάμε να σου σφάξωμε το ζευγάρι σου τη νύχτα. Εμένα μου τα &#8216;λεεν ο πατέρας σου.</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Α το &#8216;χε βαστήξει αυτός ε;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ναι.</p>



<p><strong>Λευτ: </strong>Α το &#8216;χε κρυμμένο, είπα κι εγώ, βάσταγε ο πειρατής το βαρέλι κι ήτρεχε στο βουνό τσάμπα;&nbsp;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ήτον πολύ, πολύ&#8230; Ηπήεν λοιπό αυτός και το &#8216;φερεν εδώ μετάκρυψε, δεν το πήρε&#8230; Κι πήγαν και του &#8216;παν ότι, κράτηξε ότι &#8216;θελες να φας και το άλλο να το φέρεις να φάμε. Αλλά πώς ηφύανε πιο μετά&#8230; Το παπόρι με τα όλα[&#8230;], το πήρεν το βασιλικό. Είχανε βγει τα βασιλικά[???]. Μου τα &#8216;λεεν ο πατέρας σου&#8230;</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Αυτό το βασιλικό ήταν σαν, σαν καταδίωξη δηλαδή;[&#8230;]</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ναι, ναι. Εγώ ηπήαινα και τον ήβρισκα τον παππού σου και μου &#8216;λεεν έτσι παλαιά[&#8230;], παλαιά.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Αυτά, αυτά σε παρακαλώ, αυτά, ποιανής χρονολογίας ήτανε;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ποιος ξέρει Σταύρο;</p>



<p><strong>Λευτ: </strong>Χίλια οχτακόσια ενενήντα κάτι ήτανε.[&#8230;]</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ποιας χρονολογίας, ας πούμε, ήταν αυτό;[&#8230;]</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ποια χρονολογία μόνο δεν τον ηρώτηξα εγώ το συχωρεμένο, να μου πει ποια χρονολογία[&#8230;]</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Σε πρεσέρνανε για να πεις πού τα &#8216;χεις τα γελάδια κρυμμένα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-34.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Βασανιστήρια για να κλέψουν αγελάδες. Γαιδουροσπηλιές</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Οργώναν οι αθρώποι[&#8230;], οργώναν οι αθρώποι τα χωράφια[&#8230;], ζευγαρίζαν που λέμε[&#8230;], με γελάδια[&#8230;] κι ότα&#8217; λοιπό&#8217; εβλέπαν τη γαλότα, ότι ερχότανε, εεε εβγάλα&#8230; Εβγάλα τα, τα γελάδια από το ζυό, που λέμε και τρέφανε[?] με συχωρείς γαϊδούρια και πήγαιναν και κρύβαν τα γελάδια. Τις ζυκαλικές[?] που κάναν τα, τα ζώα, τα βόδια μές στα χωράφια, τις εχώνα&#8217;, για να μην τα βρουν αυτοί, ότι είναι βόδια. Και βγαίναν έξω και σου λέανε&#8230; Ερχόντουσαν λοιπό εκεί που &#8216;κανες ζευγάρι, έκρυβες εσύ τα, τα γελάδια και όργω&#8230; Έβαλες γαϊδούρια στο ζυό. Τα γαϊδούρια δεν τα &#8216;παιρνα&#8217; για κρέας, ναι. Ψάχναν αυτοί γελάδια και σου λέγανε, πού τα &#8216;χεις κρυμμένα τα γελάδια; Λες, δεν έχω γελάδια[&#8230;], δεν έχω γελάδια. Ρε, πού τα ΄χεις κρυμένα τα γελάδια; Δεν έχω ντε. Τι κάνανε; Είχαν ένα, ένα σκοινί, ένα κομμάτι σκοινί και στο &#8216;βάζαν εδώ. Εδώ πίσω είχαν ένα, ένα ξύλο, ένα ξύλο και το[&#8230;], το σφίγγα&#8217; λοιπό, το σφίγγαν εδώ, το σφίγγανε&#8230;</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Βασανιστήριο.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Σε πρεσέρνανε, για να πεις, πού τα &#8216;χεις τα γελάδια κρυμμένα. Να πάρουν τα γελάδια. Αφού λοιπό&#8217; εσύ πρεσαρίζεις, ας πούμ&#8217; και σου σφίγγει αυτός με το πρεσάρισμα που σου &#8216;βαζε εδώ πίσω, εσύ έβλεπες το, το χάρο. Αναγκαζόσουνα να, να του πεις, πού έχεις κρυμμένα τα γελάδια, κατάλαβες; Και &#8216;συ λοιπόν έλεγες τα &#8216;χω κρυμμένα&#8230;</p>



<p><strong>Φανή: </strong>Ηπηαίνα&#8217;, λέει Λευτέρη, εκεί που ζευγάριζε και του λένε, έχεις και ασερνικό ζώο&#8230; Πατουχιές[ed]</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Λέμε ότι, ότι έκανε λέει, λέει εκάναν ζευγάρια εδώ πάνω στα[ch-]</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Στις Βάρδιες.</p>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Στις Βάρδιες όπως το λες και είχαν κρυμμένα τα βόδια από &#8216;κει, που &#8216;ναι κάτι σπηλιές. Εμείς αυτές τις σπηλιές τις λέμε&#8230;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Γαϊδουροσπηλιές.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Γαϊδουροσπηλιές. Εκεί τα &#8216;χαμε κρυμμέν&#8217; τα βόδια, αλλά αφού ας πούμε σε πρεσάρανε[&#8230;] αφού λοιπόν τις επρεσάραν&#8217; τους αθρώπους[&#8230;], αφού λοιπόν πήγαν αυτοί απάνω και τους επρεσάρανε με τα, με τα σκοινιά εδώ&nbsp; και σε αυτό, σου λέει, τι να κάμωμε;[&#8230;] Και πήαν στις γαϊδουροσπηλιές, πήραν τις γελάδες και πήανε κάτω στη Μέσα Άμμο και τις βαρκάρανε[&#8230;] Και βάλαν μες στο καϊκι[???], πήγε λοιπόν ένας φουκαράς γεωργός και τις λέει του καπετάνιου: Δώσε μου, καπετάνιε, τη γελάδα μου, να πάω να οργώσω, που ΄χω τα παιδιά μου. Φέρε δυο τρεις ελιές και δώσε στον κύριο, στον άθρωπο να φάει.&nbsp;</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Με το που θολώσα&#8217; λοιπόν αυτονώ&#8217; τα μάτια με το τσίο, μπαφ με το φτυάρι!</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-35.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Πονήρης. Ο βοσκός που έδιωξε τους πειρατές</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Άραξε ύστερ&#8217; η γαλότα και άραξε στη Φωκοσπηλιά και βγήκαν έξω, να &#8216;ρτουν, να &#8216;βρουν το βοσκό, που βοσκούσε εδώ στις πλαγιές, στους Μοσχονάδες. Όταν είδε ο βοσκός, αυτούς ερχόταν για να του πάρουν το κοπάδι, αυτός καθόταν μες στη σπηλιά και τυροκομούσε. Ήταν τέσσερα, πέντε άτομα.</p>



<p><strong>Φανή: </strong>Τρεις ήτο&#8217;, λέει.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Τέλος πάντων.[&#8230;] Λοιπό&#8217; αυτός τους είδε, ας πούμε, ότι αυτοί θα του πάρουν το κοπάδι. Οι γαλιότες ήτον αραγμένοι στη Φωκοσπηλιά, ξέρεις πού είναι φωκοσπηλιά; Ναι. Λέει, παιδιά, κάτσετε, ας πούμε, να κάμω τη μανούρα, να πάμε μετά, να φέρουμε το κοπάδι, να το πάρετε. Αυτός έβγαλε το τυρί, έβγαλε τη μυτζήθρα, άρχισε, ας πούμε, ξέρω &#8216;γω, τους έβαλε όπως καθόμαστε τώρα εκεί. Εγώ ήμουν εδώ ο βοσκός. Βάζω λοιπόν φωτιά στο καζάνι κι ο τσίρος έγινε&#8230;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Βάλω το φτυάρι από κάτω στα κάρβουνα.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Βγάζει λοιπόν ο τσίρος έγινε το άκουα φόρτε. Δίπλα του αυτό, αλλά ήτανε ε; Άντρας! Ήταν λοιπόν δίπλα του αυτοί οι κύριοι και περιμέναν τώρα αυτός, να τελειώσει το τυρί, να πάει να&#8230; Όπως λοιπόν καθότανε ο κύριος εδώ κι είχε το καζάνι&#8230; Ναι, είχε λοιπόν την αγκλιά, τη&#8230; Μια αγκλιά&#8230;</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Μπουγέλο, ένα μπουγέλο.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ένα μπουγέλο κι όπως ήταν λοιπόν αυτοί εδώ και περιμέναν το βοσκό να&#8230; Ξέρω &#8216;γω, να πάει για το κοπάδι, κάνει παφ με το χέρι το[???] μες στα μάτια. Αυτοί ηπάθα&#8217; μπόδιτσα[?]. Είχε λοιπόν αυτός ένα σιδερόφτυαρο&#8230;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Στα κάρβουνα.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Στα κάρβουνα, λέμε, ναι&#8230; Με το που θολώσα&#8217; λοιπόν αυτονώ&#8217; τα μάτια με το τσίο, μπαφ με το φτυάρι!</p>



<p><strong>Λευτ: </strong>Τους σκότωσε.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Και τους, τους ερημοσκοτίνιασε.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Του Πονήρη η σπηλιά δεν είναι εκεί;&nbsp;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Αφού λοιπό&#8217;, αφού που είδαν αυτοί[&#8230;], που περιμένανε ότι, που περιμένανε ότι θα πάει το κοπάδι, να το μπαρκάρου&#8217;, ότι αργούνε και ξέρω &#8216;γω, σου λέει κάτι συμβαίνει και σηκώνει και φεύγουνε κι έτσι ο, ο τσομπάνος γλίτωσε το κοπάδι.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/">Αυτές είναι ιστορίες της κλεφτουριάς. Ερχόταν οι γαλιότες, που λέμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/otan-aytes-einai-istories-tis-kleftoyrias-erchotan-oi-galiotes-poy-leme-exo-apo-to-aylaki-archisan-tis-toyfekies-mpoy-mpoy-mpoy/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Όπως ηκάναν τ` αδέρφια μου ζευγάρι, με `βαλε η οργή του Θεού και πιάνω τ` άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Nov 2023 10:02:19 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5438</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το ζευγάρισμα των χωραφιών</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/">Όπως ηκάναν τ` αδέρφια μου ζευγάρι, με `βαλε η οργή του Θεού και πιάνω τ` άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-35.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Το ζευγάρισμα των χωραφιών</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Εγώ έκανα ζευγάρι με δυο αγελάδες με άλετρο. […] Ζέφεις τη μιαν αγελάδαν εδώ την άλλη εκεί, έχεις ένα ζυό λέγεται και [&#8230;] τον έχουν τρυπημένο από τη μια κι από την άλλη. Ζυός είναι αυτός ας πούμε μεγάλος. Βάλεις την αγελάδα τη μιαν εκεί την άλλη εδώ κι εδώ έχεις τρύπες και παίρνεις ζεύλες τις λέμε και τις περνάς αυτές τις ζεύλες και τις περνάς από το λαιμό της αγελάδας από το ζυό και τις δένεις με δερματικά για να μην ξελύσουν κι έπειτα θα πιάσεις το άλετρο το μεγάλο με το νι, ας πούμε, που θα το ζευγαρίζεις και θα το περάσεις όπως είναι ο ζυγός αυτός, θα το περάσεις εδώ μ&#8217; ένα ζυγόλουρο χοντρο, θα το περάσεις το άλετρο μέσα και θα βάλεις ας πούμε το ζευγάρι να το τραβά το [ch-] να οργώνεις το χωράφι. Αυτά ηκάναμε. [&#8230;] Έτσι οργώναμε τα χωράφια. Ύστερα τελευταία βγάλαμε τις αγελάδες και κάναμε μόνο με τα γαδούρια. Εγώ ήμουν ο καλύτερος ζευγάς! Ξέρεις τι; Ήβοσκα τα κατσίκια, μ&#8217; έχανε πιο μικρή, με ΄χα βοσκό, να βόσκω τα κατσίκια. Τ &#8216; αδέρφια μου λοιπό ο Κώστας προπάντων μου &#8216;λεγε, θα &#8216;ρχεσαι να σκάβεις τις άκριες. Με το που ήβοσκα, ήσκαβγα και τις άκριες.&nbsp;</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Οι άκριες τι είναι;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Δηλαδή το χωράφι όπως είναι αυτό στην κάτω πάντα δεν μπορεί το άλετρο να το πάει και πρέπει να σκάβεις, ας πούμε, για να χώνεται το κριθάρι, ναι κι έσκαβα. Ύστερα όπως ηκάναν τ&#8217; αδέρφια μου ζευγάρι με &#8216;βαλέ η οργή του θεού και πιάνω τ&#8217; άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς. [&#8230;] Ο καλύτερος ζευγάς! Ήσπερνα κιόλα ύστερα. Φύγαν τ&#8217; αδέρφια μου, πήαν στρατιώτες, μου κόστισε μέχρι τη ζωή. Τώρα [&#8230;] μου λέει ο αδερφός μου να με πάρει στην Αθήνα. Λέει, για όνομα του θεού να φύγεις εσύ από τα χέρια μου. Ο πατέρας μου στο μύλο ήρχουντο και μου &#8216;ζεφε(?) τα κτήματα, μου &#8216;σπερνε κι ήκανα εγώ ζευγάρι. Ήσκαψα και τις άκριες. Έσπερνα και σιγά σιγά και ο πατέρας μου έβοσκεν από το μύλο να δει τα κάνω κάλα; Και γρινά και βλασφημεί την ώρα που γεννήθηκα. Τι τι τι είχα τραβήξει! Να &#8216;ναι ο πατέρας μου στο μύλο, να πάω να διαλέξω, να &#8216;ρτω το μεσημέρι, να πάω να διαλέω τα σύκα, να τα ξερώνω στην απλωταριά. Βάζαμε μαζά<sup>1</sup> από κάτω, τα ξεραίναμε, τα μαγειρεύαμε, να πάω να τα μαζέψω τα σύκα εγώ όλα στ&#8217; αμπέλια όλα τα πάντα τα παντα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>Είδος φυτού</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/">Όπως ηκάναν τ` αδέρφια μου ζευγάρι, με `βαλε η οργή του Θεού και πιάνω τ` άλετρο και γίνηκα ο καλύτερος ζευγάς</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ayta-ikaname-etsi-orgoname-ta-chorafia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 11:54:41 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5247</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού και των παξιμαδιών. Το γεμιστό κατσικάκι και τα φαγητά του Πάσχα.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/">Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-4-Το-βαλα-στο-γαδουράκι-το-παξιμάδι-και-το-πήγαινα-κάτω-στα-χωριά.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">&nbsp;Το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού και των παξιμαδιών</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Θερίζαμε τότες είχαμε… Είχαμεν το μύλο εκεί πέρα το βουλισμένο, ήτον του πατέρα μου κι άλεθε σε όλο το νησί κριθάρι και σιτάρι, και ζυμώναμε σε φούρνους, ξυλόφουρνους με κλαδιά, και κάναμε το ωραιότερο ψωμί. Κριθάρι τότες, αλλά ύστερι ηφέραν τα ξενικά αλεύρια κι εγώ με τον άντρα μου, εεε είχαμε αυτό το φούρνο εδώ απ` όξω και ζυμώναμε και το κάναμε παξιμάδι και μας πληρώνανε μεροκάματο. Εδώ ζυμώναμε στο σπίτι και το `βαλα στο γαδουράκι το παξιμάδι και το πήγαινα κάτω στα χωριά. Με πλερώνανε.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Είχατε πελάτες […] ή πηγαίνατε και τα πουλάγατε κι όποιος αγόραζε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Όχι, όχι. Μας φέρναν τ` αλεύρι και των το ζυμώναμε, το κάναμε παξιμάδι, πηαίναμε και ας πούμε και φραζόλες για να τρώνε, ναι, φρέσκο.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Και ήταν μεγάλα καρβέλια το ψωμί τότε: </p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ναι, μεγάλα. Όλη νύχτα ήμουν στο πόδι! Όλη νύχτα μου φώναζεν ο άντρας μου: «Σήκω να κάνεις το προζύμι!» Κάναμε μία λεκάνη με προζύμι ν` ανέβει καλά και έπειτα ν` ανάψωμεν το ζεστό νερό, να το ρίξω στη σκάφη το προζύμι, να το ζυμώσωμε ναι, ναι. Αλλά ήπρεπε ν` ανέβει τρεις ώρες το ψωμί. Κάναμε πολύ ωραίο ψωμί και ζύμωνε κι ο αδερφός μου ο πρώτος εδώ πάνω. </p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Ε το Πάσκα κάναμε πολύ ωραία πράματα. Μοσκομύριζεν ο κόσμος!</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-33.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Το γεμιστό κατσικάκι και τα φαγητά του Πάσχα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, το Πάσκα, κάναμεν ωραία ψητά, τυρόπιτες στο φούρνο, κάναμε πολύ ωραία πράματα, γεμίζαμε το ρίφι. Νύχτα ερκότανε από την εκκλησιά, εγώ ήμεινα απάνω δεν ηπήαινα στην εκκλησιά γιατί ήθελα να μαγειρέψω να φάμε το πρωί. Ήρκουτον ο άντρας μου και πήαινε και τα γύριζε τα ψητά όλα. Βάλαμε τέσσερα πέντε αυγά μέσα στη γέμιση, βράζαμε λίγο το ρύζι, βάλαμε στο τηγάνι το συκωτάκι, δεν το βάζαμε βέβαια όλο, το κόβαμε κομματάκια κομματάκια και βάζαμε βούτυρο της κατσίκας, βάζαμε μυρωδικά, βάζαμε τέσσερα αυγά μέσα. Το συκωτάκι το περνούμεν λίγο από το τηγάνι, το ψιλοκόβαμε, το βάλαμε στη γέμιση κι έπειτα το σκίζαμε το ρίφι ας πούμε από την κοιλιά και το ράβαμε ύστερα, το ράβαμε και το αλοίβαμε βούτυρο της κατσίκας απ` έξω, με λαδόκολλες το τυλίγαμε, βάλαμε και δεντρολίβανο. Μύριζεν ας πούμε απ` έξω. Και βάζαμε λίγο νερό μέσα σε…. τότες τα λέγαμε λακανίδια, γάστρα είναι, ας πούμε, και το βάζαμε στο φούρνο και ερκότανε τη νύχτα ο άντρας μου και τα μεταγύριζε. Πρωί ήταν έτοιμα. Ψηνότανε, το βγάλαμε την άλλην ημέρα στις εννιά η ώρα, στις δέκα. Το πρωί είχαμε κάνει τη μαγειρίτσα, το ποδοκέφαλο, τ` αντεράκια τα κάναμε χαρδούμια, κάναμε σούπα και τρώγαμε. Ωραία πράγματα, ωραία. Μοσκομύριζεν ο κόσμος! Ήτον ο Ψηλός τότες εδώ, ο Δημητράκης το `φερνε κάτω για να μην ξανανάβγει το φούρνο. Ερκόταν την άλλην ημέρα και τα παίρνανε. Μοσκομύριζεν ο κόσμος!</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/">Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε, τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 10:00:47 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5236</guid>

					<description><![CDATA[<p>Γυτιές. Ξεμάτιασμα. Συνταγές πρακτικών φαρμάκων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/">Μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε, τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-24.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Γητειές. Ξεμάτιασμα. Συνταγές πρακτικών φαρμάκων</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Ε: </strong>Η συγχωρημένη η Αννιτσώ, […] ο Μαρινάκης, αυτοί ηξέρανε κι όταν σε ξεμάτιαζε, σε ξεμάτιαζε με την άκρια του φουτά σου. […] Με την άκρια του φουτά σου το ξεμιάτιαζε, λέει, ο συχωρημένος ο Μαρινάκης. Και ήξερε αν είναι άντρας ή γυναίκα, που σ` έχει ματιάσει. Για ζώο σου μάτιαζε, για τον ίδιο σε μάτιαζε, ήξερε τι είναι. Για ζώο, για γυναικα, για άντρας. Αλλά τι ελέγαν όμως δεν ξέρω. Τι ελέγανε δεν ξέρω. Κάνανε πολλά παλιά, ήτανε παλιοί κι ηκάμναν τον αγαθό, αλλά κάνανε πολλά. Κι αντρόγυνα, λέει, δένανε. Κάνανε πολλά παλιά. Μη νομίζεις επειδής ήτανε παλιοί, ξέρανε πολλά και κάνανε. Τότες γιατρούς, δεν υπήρχαν τότες γιατροί, τότες οι γιατροί ήτανε… ό,τι ήξερε. Άμα έβγαζες ένα σπυρί, ήτανε κάποιοι που ξέρανε και σου κάνανε κάποια γητειά, τα λέγανε τότες. Λέει το γήτεψα κι έγινε καλά. Το γήτεψα, λέει, κι έγινε καλά. Βγάλαν σπυριά, κάναν αλοιφές. Βάλανε διάφορα, βάλανε μαστίχι, βάζανε… Ύπαρχε ένα που το λέγανε καρδιοφύλλι κάποιο λουλούδι ήτανε, πράσινο φύλλο ήτανε που το λέγανε καρδιοφύλλι. Βάλανε τέτοιο, βάλανε ασκέλα, βγάλανε από κάτω το βορβό, το κοπανούσανε, τα `φταχνε, ηβάλανε λάδι, ξερω γω τι άλλα βάλανε μέσα. Η συχωρημένη τ` Ανιτσώ τα `φταχνε αυτά και αυτά ηφτιάχναμε και ηβάλαμε απάνω άμα βγάλαμε σπυρί. Μαζεύαμε τις αράχνες, άκου εσύ, μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε στην φωτιά λίγο και τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε. Όταν χτυπούσαμε φερειπεί` το χέρι μας, για το κόβαμε, για χτυπούσαμε με καμιά πέτρα, για κάτι να χτυπήσωμε, εβάλαμε αυτό απάνω να μας περάσει. Περνούσε, περνούσε.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Αυτό με το γόνατο με το κρεμμύδι το ξέρετε που λέγατε άμα χτυπήσεις κάπου γόνατο…</p>



<p><strong>Ε:</strong> Άμα χτυπήσεις κοπανάς κρεμμύδια. Άμα πέσεις και χτυπήσεις κοπανάς κρεμμύδια και τα βάζεις επάνω… -ξξξξτ! Καλλιώ παιδί μου, διώξε το πετεινάρι, θα μου φάει τους βασιλικούς!- Ακόμα τώρα γίνεται αυτό, κοπανάμε κρεμμύδια και τα βάζουμε απάνω να περάσει. Εγώ δεν έχω βάλει κρεμμύδια ποτές μου, αλλά τα βάζουνε πολλοί.[…]</p>



<p><strong>Η:</strong> Αράχνη έχετε βάλει όμως.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Αράχνη ναι. Κι υπήρχε κι ένα βότανο στη γη, που `τανε σα μανιτάρι, αλλά πολύ μικρούτσικο. Αυτό το `πιανες, το πίεζες κι έβγαλε από μέσα καπνό, μαύρο καπνό, και το βάζαμε και αυτό απάνω. Κι έκανε, λέει, κι αυτό καλό. Είχαμε τέτοια. Ηκάναμε και το άλλο άμα χτυπούσαμε -τωρα να βάλεις τέτοιο θα πάθεις και τέτανο- ηβάζαμε καβαλίνα από τα γαϊδούρια, στεγνή καβαλίνα. Άμα χτυπήσωμε και `τρεχε το αίμα και δεν σταματούσε, ήμαστε έξω, για χώμα ήθελε να βάλωμε, για καβαλίνα, για από τσιγάρο. Ανοίαμεν ένα τσιγάρο, εβάλαμε τον καπνό απάνω, να σταματήσει το αίμα. Αυτό κάναμε. Εγώ που `κοψα το χέρι μου αυτό και δε πως είναι, με το δραπάνι που θερίζαμε, […] μου το πήρε το δραπάνι έτσι κι ήμαστε στο Μοσχονά εθερίζαμε, και άνοιξε ο θείος -τότες κάπνιζε ο θείος μετά αρρώστησε, το παράτησε το τσιγάρο- και μου `βαλε απάνω καπνό και μου το `δεσε και μετά σαμάρωσε τη γαδάρα που είχαμε μια γαϊδούρα και με `φερε ο Βασίλης ο γιός μου. Έκατσα πάνω και ήρθα σπίτι γιατί… Αφού ηλιποθύμησα, κουρασμένη ας πούμε, μες στην ζέστη, και μου το πήρε έτσι. Και με το τσιγάρο σταμάτησε. Πώς να σταματήξει μες στο Μοσχονά το αίμα; Αυτά βάλαμε τότες, δεν υπήρχανε γιατρικά. Τίποτα, δεν πάθαινε κανένας τίποτα, όλα ηγίνουντο καλά, όλα, όλα. Τώρα όμως έχει αμολυνθεί η ατμόσφαιρα, τώρα δεν κάνουμε τέτοια πράγματα τίποτα.</p>



<p><strong>Η:</strong> Αυτά τα φυτά που κάνατε τις αλοιφές υπάρχουν ακόμα; </p>



<p><strong>Ε:</strong> Η ασκέλα υπάρχει. […] Όχι η κρομμυδασκέλα. Η κρομμυδασκέλα πιάνει φαγούρα. Άλλη ασκέλα είναι αυτή. Αυτή που βάλει απάνω λέγουντο ασφοντύλοι, που λένε τα σφοντύλια. […] Άλλο η κρομμυδασκέλα, άλλο η ασκέλα. Αυτή από κάτω έχει πολλά βυζιά, σα γλυκοπατάτα είναι από κάτω, μικρούλια, ας πούμε, όπως τα δάχτυλα μου είναι από κάτω. Αυτά τα βγάζεις, τα καθαρίζεις, τα πλένεις και μετά τα κοπανάς και το ζουμί αυτό που βγάζει, αυτό το φτιάχνεις αλοιφή. Τώρα τι άλλο βάλανε μέσα δεν ξέρω, βάλανε σαπούνι, δεν ξέρω αν βάλανε και σαπούνι, καρδιοφύλλι, λάδι και κάτι άλλο πρέπει να βάζανε μέσα κι έκανε αλοιφή, ολόκληρα βάζα. Κι αυτό ηβάλαμε πάνω στην πληγή. Ό,τι είχαμε αυτό ηβάζαμε εκεί να γίνει καλά. […] Τα κάνανε κι άλλες γυναίκες, αλλά η Ανιτσώ ήτανε η τεχνήτρα, αυτή τα `φτιαχνε αυτά.</p>



<p><strong>Η:</strong> Άντρες κάνανε τέτοια;</p>



<p><strong>Σ: </strong>Ο Μαρινάκης. Παλιός, πολύ παλιός αυτός, αυτός έκανε τις γητειές αυτές που λέμε. Σε γήτευε, όπως ήταν το ξεμάτιασμα που λέμε, αυτό το λέγαμε τότες γήτεμα. Έπιανε το φουτά της γυναίκας -καλή ώρα το φουτά μου τώρα εμένα- και με τα καντούνια του φουτά έβρισκε, λέει, αν σ` έχει ματιάσει γιά άντρας, για γυναίκα, κι έλεγε τα λόγια. αλλά τι λόγια όμως έλεγε δεν ξέρω, δεν ξέρω τα λόγια. Κι άλλα έκανε αυτός, κι άλλα. Και σπυριά που βγάλαμε, κακά σπυριά τα λέγανε τότες, τα γήτευε και γινότανε καλά. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/">Μαζεύαμε την αράχνη, την καίγαμε, τη λιώναμε με το λάδι και την βάλαμε άμα χτυπούσαμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/mazeyame-tin-arachni-tin-kaigame-ti-lioname-me-to-ladi-kai-tin-valame-ama-chtypoysame/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 21:34:23 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5226</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κρασιά, αμπέλια &#038; κλαδέματα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/">Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-10.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κρασιά, αμπέλια &amp; κλαδέματα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>M:</strong> Κάτι κουρούπια μέσα που βάζαμε το κρασί. Καμιά φορά ηπατούσαμε Ηλία και κάναμε κρασί πολύ, τώρα φύγαν τ` αμπέλια ολουνώ, ολουνώ. Μόνο εγώ έχω εκειά πέρα ένα αμπέλι, εκείνο βαστάει ακόμα, έκανε σταφύλια ωραία. [&#8230;]</p>



<p><strong>Ε:</strong> Θυμάσαι στην Ποδαριά τι σταφύλια είχε; Κόκκινα, ροζακιά […].</p>



<p><strong>Η:</strong> Κάνατε και ρακή θείε; Ρακεζεύατε;</p>



<p><strong>Δ: </strong>Ναι, ναι. Ρακεζεύαμε εδώ πάνω στου Αναστάση το σπίτι. Εκεί δα ήταν τα ρακεζά κι εκεί δα βγάζαμε την τσικουδιά. Όλα, όλα τα `χαμεν τότες, τώρα… Πάνε τ` αμπέλια πάνε. […] Της Πόπης εκεί πέρα στην Ποδαριά, που λένε, το αμπέλι, ήκαμεν μέχρι 900 κιλά κρασί τ` αμπέλι εκείνο ναι, ναι, ναι, όλο. Ήταν μεγάλο αμπέλι. Τώρα είναι κλαδιά μέσα. Ξεμπελιστήκανε. […] Μακάρι να `ταν τ` αμπέλι όπως ήταν τότες. Ξέρεις πόσα χρόνια σκάβαμε; Είχα σκάψει εκεί μέσα χρόνια. Αυτά τα είχε ο παππούς και μας έπαιρνε και τα σκάβαμε. […] Είχεν εδώ πάνω στο Περγιαλίδι, ήτανε το πατητήρι και έκανε κρασί κι εκείνος, πολύ κρασί. Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες, δεκαπέντε μέρες, πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί. Να μην το πατήσεις αμέσως που θα το κόψεις από τη μάνα του, όχι, όχι. Πρέπει να το λιάσεις, τότε θα κάμεις και κρασί. Έτσι τα κάναμε εμείς. Και κάθε χρόνο κάναμε γλυκό κρασί, ναι, πολύ ωραίο κρασί. Εδώ ήτανε μια φορά, είχεν έρθει ένας γιατρός κι ένας δάσκαλος. Εκάναμε λοιπόν τραπέζι εδώ και τους βάλαμε κρασί. Αυτό είναι το κρασί, μας είπαν. Φέραμε ένα μπουκάλι στον καθένα. Αλλά ήτο ωραίο πράμα το κρασί εκείνο, πολύ ωραίο. Άμα το πατήσεις σας λέω που θα το κόψεις από τη μάνα του, το κρασί γίνεται μπρούσκο, δεν είναι γλυκό όπως άμα το λιάζεις. Το κανονίζεις, το κανονίζεις εκεί. Άμα το δεις στους 17 βαθμούς, 17 βαθμοί το πίναμε κι ήτον τι ωραίο.</p>



<p><strong>H:</strong> Και βγάζατε πολύ κρασί;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Βγάζαμε αμέ, βγάζαμε κρασί κι εμείς πολύ. Πέρα τότε στη Μεσαριά είχα κάτι ζάρες μεγάλες, βάζαν από 140 κιλά, ναι, ναι, ναι, γεμίζαμε εκεί πέρα κάργα.</p>



<p><strong>H: </strong>Όλοι εδώ πέρα πίνατε έτσι, γλεντάγατε;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Ναι, ναι, ναι, ααα, τότες πίναμε Ηλία μου, πίναμε. Ήταν τα χρόνια εκείνα, άμα `σαι μικρή ηλικία. Πήγαινα κι εγώ μετά με το θείο σου το Σταύρο και σκάβαμε στο Μοσχονά αμπέλια. Λοιπόν τότες εκείνος είχε μέσα τις γελάδες στην Καλοταρίτισσα, μέσα στις μάντρες, τέσσερα όλα τα τάιζε…&nbsp;</p>



<p><strong>Φ:</strong> Βρε το παιδί τα θέλει τ` αυτάκια του!</p>



<p><strong>Η:</strong> Όχι, όχι… Μ` αρέσουν αυτά θεία.</p>



<p><strong>Δ: </strong>Ακούς Ηλία; Βράδυ-βράδυ μου λέει, «Εγώ θα πάω μέσα να ταΐσω τις γελάδες» -είχε μια γαδάρα- «να φορτώσω κι άλλα για να φέρω εδώ.» Το μπουκάλι λοιπόν με την τσικουδιά ψημένη ήταν απάνω στον τοίχο. Μου λέει, «Τσικουδιά θα πίνεις κι ώσπου θέλεις θα σκάβεις.»&nbsp; Ήσκαβα λοιπόν να πάω να πιω ρακάκι. Ζεσταίνουμου, ούτε κρύο εκαταλάβαινα τίποτα, έσκαβα έσκαβα. Ύστερα το βράδυ όταν ήθελα να `ρτω εδώ πατούσα εδώ, βρίσκομαι εκεί. Σου λέω, τότες ήταν πολλά τ` αμπέλια εκεί δα πίσω. Τώρα τα ξεμπελίσαν κι εκεί έχουν κάτι λίγα με σύρμα φτιαγμένα εκεί. Τώρα θέλει να βάλει ο Νικήτας της Παρασκευγώς, θέλει να κάμει τώρα λέει νέο αμπέλι, για να δούμε. Να δούμε αλλά, τα κλήματα που θα βάλει τώρα Ηλία μου αργκιούν για να κινήσουν να κάνει σταφύλια, ναι. Τα λένε βουδόματα. Αλλά όταν βάλει φωκιανό, ροζακί, ασύρι τέτοια, αυτά σε τρία χρόνια κάνουν σταφύλια, αλλά πρέπει όμως να κάμει και νεράκια για να πιάσει το κλήμα, ναι, άμα δεν κάνει τέτοια, δεν πιάνει. Εμένα είναι παλαιό το αμπέλι, βαστάει ακόμα, είναι του παππού μου, ο γερο-Γιάννης, από την Καλοταρίτισσα ήταν εκείνος. Και είναι αυτό το αμπέλι στη Μεσαριά και κρατάει ακόμα. Το `χεν ο παππούς μου φυτεμένο. Εγώ τώρα το κλαδεύω κάπου 55 χρόνια το αμπέλι εκείνο, αλλά όπως το `βρα από την αρχή, έτσι είναι. Κι είχα ένα μπάρμπα εκεί δα πέρα στη Μεσαριά άμα ήτανε, του Αντώνη του Μαραγκού -δεν ηξέρω αν τον γνώρισες- του Μαραγκού ο πατέρας. Εκείνος μου `δειξε την κλάδα κι όπως μου `δειξε έτσι τα κλαδεύω και κρατάει τ` αμπέλι σας λέω 55 χρόνια, του παππού μου αμπέλι κρατάει έτσι.&nbsp;</p>



<p><strong>Η: </strong>Τους έχετε δείξει πώς να το κάνουνε; Πώς να κλαδεύουνε;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Ναι, ναι, ναι, τους έχω δείξει, γιατί έχει άλλη κλάδα αυτό, δεν είναι όπως τα άλλα. Βουδόματο αυτά, φωκιανά, κρητικά, φλάσκες τέτοια, θέλουνε να τ` αφήνεις στα τέσσερα μάτια, στα τέσσερα μάτια. Το φωκιανό και το ροζακί και στα δύο μάτια να το `φήκεις κάνει σταφύλια. Αλλά τα άλλα, αθήρια, κρητικά, τέτοια, θέλουν στα τέσσερα μάτια για να βγάλεις σταφύλια. Το βουδόματο πρέπει να το αφήσεις στα δέκα μάτια. Ναι, στα δέκα για να κάμει σταφύλι. Έτσι είναι, μου `χαν δείξει εμένα οι παλαιοί κλαδευτάδες, εκείνον παίρνανε και στον Κάμπο και τους κλάδευε τα αμπέλια, του Μαραγκού ο πατέρας ο μπάρμπα-Νικήτας, ναι, ναι. Θεός συχωρέστον. Εκείνος σου λέω μ` έδειξεν κι έτσι το κρατάω το αμπέλι.</p>



<p><strong>H:</strong> Όλο αυτό το κρασί το κρατάγατε δικό σας ή το δίνατε, το πουλάγατε;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Πουλούσαμε, πουλούσαμε κιόλας κρασί Ηλία. Ο παππούς της Πόπης το πουλούσε το κρασί, λίγο κρατούσε κάνα κουρουπάκι, το άλλο το πουλούσεν όλο. Δεν είναι πολλά χρόνια που πηγαίναμε και τα τρυούσαμε τα αμπέλια και κουβαλούσαμε τα σταφύλια εδώ πάνω με τα γαδούρια.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/">Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Κάναμε πολύ κρομμύδι, βάζαμε γαδουράκια κάτω στο Βαθύ Λιμενάρι και ερκόταν οι κακοθάνατοι να το ψωμοτρώων</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/apo-to-krommydi-ipairnan-ta-lefta-prota-apascholioymaste-me-to-kremmydi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/apo-to-krommydi-ipairnan-ta-lefta-prota-apascholioymaste-me-to-kremmydi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 14:22:38 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5182</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η καλλιέργεια του κρεμμυδιού.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apo-to-krommydi-ipairnan-ta-lefta-prota-apascholioymaste-me-to-kremmydi/">Κάναμε πολύ κρομμύδι, βάζαμε γαδουράκια κάτω στο Βαθύ Λιμενάρι και ερκόταν οι κακοθάνατοι να το ψωμοτρώων</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-22.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καλλιέργεια του κρεμμυδιού</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Από το κρομμύδι ηπαίρναν τα λεφτά πρώτα, κρομμύδι. Κάναμε πολύ κρομμύδι. Βάζαμε γαδουράκια με τους γαδάρους κάτω στο Βαθύ Λιμενάρι και ερκόταν οι κακοθάνατοι να το ψωμοτρώων, να το ψωμοτρώων. Δεν πληρώναν όπως πρέπει ναι, ναι. Από κει παίρναμε το χαρτζηλήκι μας και τυρρανία ε; Να το φυτέψεις, να το σκαλίσεις, να το ξεκαμπουνιάσεις<sup>1</sup>, να το βγάλεις ύστερα να το πλέξεις, να το φορτώνεις με τις τρεις γαδάρους, να το πηαίνεις πόσες στρατιές κάτω στο Βαθύ Λιμενάρι για να πάρεις μια πεντάρα, αφού το ψωμοτρώαν οι κακοθάνατοι. Τώρα τα κατεργήσαν, βγάλουν κάτι μόνο για τα σπίτια τους στο Μερσήνι. Απασχολιούμαστε με το κρεμμύδι, το κρεμμύδι.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>Ξεκαμπούνιασμα: το κόψιμο του άνθους του κρεμμυδιού</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apo-to-krommydi-ipairnan-ta-lefta-prota-apascholioymaste-me-to-kremmydi/">Κάναμε πολύ κρομμύδι, βάζαμε γαδουράκια κάτω στο Βαθύ Λιμενάρι και ερκόταν οι κακοθάνατοι να το ψωμοτρώων</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/apo-to-krommydi-ipairnan-ta-lefta-prota-apascholioymaste-me-to-kremmydi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 14:16:52 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5179</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι καλλιέργειες. Τα κρεμμύδια, τα καπνά</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/">Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don12-8.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι καλλιέργειες. Τα κρεμμύδια, τα καπνά</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Δημ: </strong>Οι καλλιέργειες κρατήσανε, κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του `80 τουλάχιστον, ήτανε φουλ οι καλλιέργειες. Ε, φύγαν μερικά παιδιά, μερικές οικογένειες, αλλά είχεν κόσμο. Αφού να σημειώσω ότι πολλοί είχαμε ζευγάρια που λέμε, όλοι βόδια, ένα ζευγάρι βόδια και κάναμε… 5, 6 γαϊδούρια για να αλωνεύουνε με τα βόδια. Είχαμε, κάναμε καρπούς τότες. Υπήρχαν δυο ανεμόμυλοι κι ηλέθανε το στάρι, το κριθάρι, ξέρω γω. Ζυμώναν όλοι, είχαν φούρνους και ζυμώνανε οι πιο πολλοί, κι όποιος δεν είχε φούρνο επήαινε στο γείτονα. «Να ζυμώσω, να μου αφήσεις το φούρνο, να ψήσω το ψωμί» ας πούμε. Ήφερνες κλαδιά και τα λοιπά. Είχαν κατσίκια μπόλικα, γουρουνόπουλα, κότες κι είχαν και τη θάλασσα, ψάρια μπόλικα τότες, άμα πας στη θάλασσα αμέσως ήπιανες όσα ψάρια ήθελες. Τώρα δεν έχει… Ε, περνούσαν καλά. Η κάμψη της γεωργικής δουλειάς έπεσε από το `90 και δω που πιάσαν κάτι ξηρασίες. Το `90, `91, `92, τρία χρόνια ήτο ξηρασία και σταματήσαν. Δεν μπορούσαν ο κόσμος να ζήσει πια. Έσπερνες και δεν ηθέριζες. Πρωτοβρόχια ήκανε το Νοέμβριο, Δεκέμβριο αλλά Μαρταπρίλη δεν ήβρεχε, ενώ πριν ήβρεχε και ηκάνατε τα κρομμύδια. Ήβγαλε 200 τόνους κρομμύδι και το πουλούσανε, ναι, 200 τόνους. Λοιπόν καΐκια από την Κάλυμνο, από τη Σάμο, από τη Χίο, τη Μυτιλήνη εδώ όλο φέρναν το κρομμύδι όλο εδώ μέσα. Το παίρνανε, φτηνό ήτο βέβαια, αλλά εγίνοτο το κρομμύδι, άνυδρο. Είχαν ένα εισόδημα από αυτό, είχανε ζώα, επουλούσαν αρνοερίφια, μοσχάρια, χοίρους.</p>



<p><strong>Η:</strong> Θείε ήσασταν συνενοημένοι να φυτεύετε όλοι κρεμμύδι επειδή το πουλάγατε; Γιατί όλοι φυτεύανε κρεμμύδι.</p>



<p><strong>Δημ:</strong> ‘Ολοι ναι. Ε ναι, πρώτα εφυτεύανε, λέει, και καπνά, αυτά δεν τα πρόφτασα εγώ. Αλλά ύστερι που απαγορεύτην ο καπνός εδώ στα μέρη στα νησά, γιατί ήκανε παραγωγή η Μακεδονία και η Θράκη που ενσωματώθησαν στο ελληνικό κράτος, και ησταματήξαν εδώ την καλλιέργεια των καπνών, ηθέλαν να βοηθήσουμε τους άλλους Έλληνες εκεί που είχαν παραγωγή, μεγάλη παραγωγή. Με τα καπνά ηβγάλαν λεφτά και τότες και μετά το ρίξαν στο κρομμύδι. Το κρομμύδι είδαν ότι εγινότανε, έτσι τα χωράφια που κάναν καπνοκαλλιέργειες τα κάμαν με κρομμύδια.</p>



<p><strong>Η:</strong> Α, μετά τα καπνά δηλαδή άρχισαν τα κρεμμύδια.</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Ναι, μετά. Και τα κρομμύδια βαστήξαν μέχρι τώρα, τελευταία. Τώρα δε βάλουν ούτε κρομμύδια ούτε στάρια ούτε…</p>



<p><strong>Η:</strong> Τώρα φυτεύουν δωμάτια! (γέλια)</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Και τα λιβάδια τα κάμανε δωμάτια! (γέλια)</p>



<p>&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/">Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ηκάησα και τα παπόρια και κάησα και τ` αερόπλανα. Ο ένας ησκότωσε τον άλλον</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/afoy-ypochoroysan-t-aeroplana-ipigaina-kai-vgalan-tis-traymaties-exo/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/afoy-ypochoroysan-t-aeroplana-ipigaina-kai-vgalan-tis-traymaties-exo/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 08:12:20 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1593</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο βομβαρδισμός του πλοίου, τραυματίες και νεκροί. Το πλιάτσικο στο πλοίο.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/afoy-ypochoroysan-t-aeroplana-ipigaina-kai-vgalan-tis-traymaties-exo/">Ηκάησα και τα παπόρια και κάησα και τ` αερόπλανα. Ο ένας ησκότωσε τον άλλον</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-11-ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΣ-ΠΛΟΙΟΥ-ΣΤΟΝ-ΚΕΝΤΡΟ.-Ο-ΙΤΑΛΟΣ-ΠΟΥ-ΤΟ-ΕΣΚΑΣΕ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΣΟΦΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο βομβαρδισμός του πλοίου, τραυματίες και νεκροί. Το πλιάτσικο στο πλοίο</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Εγώ τον έζησα το γερμανικό πόλεμο, εγώ με τον άντρα μου. Είμεστε δώδεκα χρονώ κι είμεστε εκεί πέρα σ` ένα χωράφι κι ήταν απέναντι… το βαπόρι δεν ήταν απέναντι, αλλά εκατεβαίναν από το… πηγαίναν τρία εγγλέζικα αερόπλανα… από την Αμοργό φαινότανε. Εμείς ηβόσκαμε εκεί πέρα με τον άντρα μου κι όλα τα `δαμε και περνούσανε, ξεκινούσανε από την Αμοργό, περνούσαν την Καλοταρίτισσα, ανεβαίναν απάνω τον Πάπα κι από κει κατεβαίναν κάτω τον Τρούλο εκεί, το ρήγμα να πάει κάτω, τρία αερόπλανα, και ρίχνανε τόσα βλήματα μες στο βαπόρι το γερμανικό και το κάψανε. Το κάψανε, τραυματίσθησαν οι αθρώποι, προλάβαν και τις πήραν μερικά κάτω στο Σταυρό, τις περιποιηθήκανε και ηπέφταν τα βλήματα κι οι αθρώποι μες στα χωράφια. Πώς δε σκοτώθηκεν καένας; Η μάνα μου ήτον εδώ κάτω κι είχε χάσει κάτι και το γύρευε κι ηπέρασε ένα βλήμα τόσο δα από πάνω της και πήγε εδώ κάτω κι έσκασε. Πώς δε σκοτωθήκανε οι αθρώποι; Είχαμεν τη βάρκα μας, τη βάρκα που ψαρεύγα τ` αδέρφια μου εκεί στον Κέδρο, και πηγαίνα και την είχανε και αφού υποχωρούσαν τ` αερόπλανα, ηπηγαίνα και βγάλαν τις τραυματίες έξω και τις φορτώσανε, τις βάλανε σε γαδούρια και τις πήγανε κάτω στο σκολειό στον Κάμπο κάτω στο Σταυρό και τις περιποιηθήκανε οι αθρώποι, αφού ήτον τραυματίες, ναι. Αλλά ήτον κι άλλα δύο εδώ κάτω στο μύλο του Ψηλού, στην άμμο στο Βαθύ Λιμενάρι και αν δεν εφεύγανε, ήθελε να κατέβουν από δω πάνω και να κάψουν το χωριό καλά-καλά, γιατί όπως κατεβαίνανε, ρίχναν τα βλήματα. Αλλά τα τραβήξανε, λέει, μέσα στα Δωδεκάνησα. Θα σας πω, εκατέβαιναν τα τρία εγγλέζικα βαπόρια γιατί ρίχνανε. Ε, ανεβήκανε λοιπό δυο Γερμανοί με οπλοπολυβόλα εκεί στον Τρούλο πιο κάτω στο ύψωμα, κι όπως κατεβαίνανε λοιπόν τ` αερόπλανα, ρίξανε βλήματα και πετύχανε το ένα. Πώς δεν έπεσε κάτω στο Σταυρό, να τον κάψει; Πήγεν από κει στα Παχυβούνια και κάηκε με τις αθρώπους τ` αερόπλανο καλά-καλά. […] Αφού ύστερι ηφοβήθησα, αφού το `καψαν το αυτό, τραβήξανε να πάνε να κάψουν και τα άλλα παπόρια που ήτανε μέσα. Κι ηκάησα, λέει, και τα παπόρια και κάησα και τ` αερόπλανα, ναι. Ο ένας ησκότωσε τον άλλον.</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Και το είδατε, θεία, εσείς αυτό, το είδατε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Το `πανε, ότι τραβήξανε, λέει, μέσα να γλιτώσουν τα παπόρια, αλλά δεν τη γλιτώσανε […]. Αφού ρίξανε το αερόπλανο φύγανε… [&#8230;]. Ύστερα την άλλην ημέρα αφού ηβγάλαν τους… μας είχαν πάρει τη βάρκα μας και φέρνανε, επήγανε τις τραυματίες οι Γερμανοί, και οι Έλληνες εβοηθήσαν και τις πήγανε κάτω στο σκολειό, τις περιποιηθήκαν. Ααα και το μάθανε οι Γερμανοί κι έρκονται! Περάσαν από δω όπως τα άγρια θηρία και μας λεν` -ήρτανε απ` αλλού- και μας λέν`, λέει, «Πού είναι οι τραυματίες;» Τον αδερφό μου τον Κώστα τον ηβάραν και πήαν τον σκοτώσου, χωρίς να των πειράξει. Θηρία ήτανε! Α, των λέει ο πατέρας μου, «Τις τραυματίες τις πήρανε οι αθρώποι μας και τις πήγανε κάτω στο σκολείο, των δώσανε τροφή και φάγανε, των δώσανε ρούχα.» Ε, εν ημιλήσανε πιο. Φύγαν και ηπήαν και πραγματικώς τις είχαν περιποιηθεί και τις πήρα κι ηφύγα, ναι, ναι.</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Και με αυτό εδώ πέρα τι έγινε, πώς το πήρατε; (Εννοεί με το σίδερο που συγκρατεί το ταβάνι)</p>



<figure class="wp-block-image size-large"><img fetchpriority="high" decoding="async" width="1200" height="800" src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1-1200x800.jpg" alt="" class="wp-image-6109" srcset="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1-1200x800.jpg 1200w, https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1-640x427.jpg 640w, https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1-768x512.jpg 768w, https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1-415x277.jpg 415w, https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1-650x433.jpg 650w, https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1-250x167.jpg 250w, https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/IMG_8107-copy_Σοφία-Σιγάλα_Μεσαριά_Σπιτι_don14_don18-1.jpg 1280w" sizes="(max-width: 1200px) 100vw, 1200px" /></figure>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, αφού ήμεινε το βαπόρι… πόσα χρόνια έπλευγε εκεί κοντά, τώρα επήε και το βουλιάξανε. Εε, πήαν τ` αδέρφια μου, ηπαίρνα κάρβουνο και το πουλούσανε στη Νάξο και παίρνα πατάτες, ναι, και πήραν και το σίδερο και το φέρανε. Πώς γλιτώσαν τ΄αδέρφια μου; Τρεις μέρες, τέσσερεις, κατεβαίνανε τ` αερόπλανα, που το είχαν τραυματίσει, που είχαν φύγει οι Γερμανοί. Ήθελαν να το φαν, να το κάψου. Κατεβαίναν τ` αερόπλανα και ρίχνανε. Κι είχαμε τη βάρκα και κοντεύαν να μας σκοτώσου τ` αδέρφια μας. Πήγαν να πάρουν τη βάρκα τ` αδέρφια μου… Ναι. Τι κακόν εγί`.</p>



<p>&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/afoy-ypochoroysan-t-aeroplana-ipigaina-kai-vgalan-tis-traymaties-exo/">Ηκάησα και τα παπόρια και κάησα και τ` αερόπλανα. Ο ένας ησκότωσε τον άλλον</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/afoy-ypochoroysan-t-aeroplana-ipigaina-kai-vgalan-tis-traymaties-exo/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Νερό δεν είχαμε κι είχαμε ένα παιδί το Γιώργο να μας κουβαλάει νερό</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/nero-den-eichame-ki-eichame-ena-paidi-to-giorgo-na-mas-koyvalaei-nero/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/nero-den-eichame-ki-eichame-ena-paidi-to-giorgo-na-mas-koyvalaei-nero/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 19 May 2023 10:11:27 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1496</guid>

					<description><![CDATA[<p>Εργάτης στην ανασκαφή. Το νερό από την πηγή του Μερσηνιού.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/nero-den-eichame-ki-eichame-ena-paidi-to-giorgo-na-mas-koyvalaei-nero/">Νερό δεν είχαμε κι είχαμε ένα παιδί το Γιώργο να μας κουβαλάει νερό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don28-6-ΕΡΓΑΤΗΣ-ΣΤΗΝ-ΑΝΑΣΚΑΦΗ.-ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΦΩΤΕΙΝΗ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Εργάτης στην ανασκαφή. Το νερό από την πηγή του Μερσηνιού.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Φ:</strong> Νερό δεν είχαμε κι είχαμε ένα παιδί, το Γιώργο. Τώρα θα ζει φαντάζομαι. Θα ζει φαντάζομαι… Τότε θα `ταν 16-17 χρονώ, πανύψηλος, πελώριος. Τα πόδια του ήταν πενήντα εκατοστά και ξέρω ότι ο φύλακας του `λεγε, «Γιώργο, βρήκαμε μες στην πόρτα, του σπιτιού, τα δυο πόδια του Γιώργου ενωμένα!» Γι` αυτό ξέραμε πενήντα εκατοστά! Ο οποίος Γιώργος, η μόνη του δουλειά που τον είχαμε ως εργάτη, ήταν να μας κουβαλάει νερό. Το νερό ερχόταν απ` την Μερσίνη και υπήρχε… δεν ξέρω ακόμα αν αυτό ισχύει, ότι το νερό αυτό ερχότανε από μία πηγή απ` την Ικαρία. Το νερό ήταν πάρα πολύ ωραίο και εδώ που τα λέμε, στις Κυκλάδες για να έχεις και νερό έτσι, δεν είναι κι εύκολο. Λοιπόν κι ο Γιώργος μας έφερνε νερό. Τον φωνάζουν όλοι Γιώργαρο κι ήτανε σας λέω… ήταν &#8211; δεν ήταν 16 χρονώ, 17 μπορεί. Όχι, ήταν 18, ναι γιατί πήγε να περάσει … περιοδεύων. Και είχε έναν γάιδαρο, τα κουβάλαγε με το γάιδαρο. Δεν ήταν μουλάρι, ήταν γάιδαρος κι ανέβαινε-κατέβαινε ολημερίς, κουβαλούσε νερό. Δηλαδή, τις ώρες εργασίας του εργάτη ας πούμε, αυτός κουβαλούσε νερό. Αλλά το γάιδαρο τον είχε… ήτανε φίλος του, ήταν ο άνθρωπός του, και του μίλαγε. «Μην πας από δω θα χτυπήσεις τα πόδια σου, κάνε εκείνο» κι όταν τον σύγχιζε πολύ ο γάιδαρος, του λεγε: «Να σου δώσω δυο…», όχι σφαλιάρες… τώρα δε θυμάμαι τι τέλος πάντων. Αλλά δεν του λεγε θα σου σπάσω τα μούτρα. Του λεγε θα σου σπάσω τα μάτια. Τώρα, γιατί θα του σπαγε τα μάτια; Εμάς ήτανε [&#8230;] που τον ακούγαμε… Είχε και μια φωνή βροντερή! «Ε, θα σου σπάσω τα μάτια!» κι ανέβαινε ο Γιώργος.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/nero-den-eichame-ki-eichame-ena-paidi-to-giorgo-na-mas-koyvalaei-nero/">Νερό δεν είχαμε κι είχαμε ένα παιδί το Γιώργο να μας κουβαλάει νερό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/nero-den-eichame-ki-eichame-ena-paidi-to-giorgo-na-mas-koyvalaei-nero/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
