<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΒΑΡΚΕΣ &amp; ΨΑΡΕΜΑΤΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-tag/psaremata-varkes/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/psaremata-varkes/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Sun, 18 Jan 2026 19:03:58 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΒΑΡΚΕΣ &amp; ΨΑΡΕΜΑΤΑ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/psaremata-varkes/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 18 Jan 2026 19:02:55 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10609</guid>

					<description><![CDATA[<p>Φάρσα στην Πηγή του Μερσηνιού</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/">Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-13.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Φάρσα στην Πηγή του Μερσηνιού</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1"><b>Σοφ:</b> Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό από το Λιβάδι, το Φύκιο και την ηπήαν και την ηβάλαν΄ μες στης βρύσης τη στέρνα και την ηφορτώσαν και κρομμύδι. Αλλά αυτός που την είχε τη βάρκα ήτον από πάνω κρυμμένος κι ό,τι ηλέαν αυτοί τ΄ άκουσε και ηλέαν λέει, τώρα θα ρθει ο Περβολάρης και θα βρει τη βάρκα του φορτωμένη κρομμύδι και πώς θα την πάει κάτω, να την πάει στην Αμοργό να το πουλήσει; Και φανερώνεται, λέει, τω΄ λέει πάρτε τη βάρκα, βάλτε το βγάλτε το κρομμύδι όξω, και πάτε τη βάρκα εκεί που λέει, γιατί θα σας κάμω, θα σας κόψω μες στη μέση. Και την πήραν και την πήαν κάτω. [&#8230;] Από κάτω την ησηκώσαν τρεις τέσσερεις νομάτες, την ηφέραν απάνω στη βρύση. Κάνανε ηπράματα, ηκάναν πράματα πρώτα οι παλαιοί! Πίναν κρασά, ημεθιούσαν.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/">Ηπήαν λέει μια φορά και πήραν τη βάρκα του Περβολάρη από κάτω από το γιαλό</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ipian-leei-mia-fora-kai-piran-ti-varka-toy-pervolari-apo-kato-apo-to-gialo/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 10:01:26 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1820</guid>

					<description><![CDATA[<p>Καλοταρίτισσα Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-12-Και-του-δίνουνε-ολόκουπο-και-πάνε-στη-Μουτσούνα-Πράσινος-Σταύρος.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Καλοταρίτισσα &#8211; Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σ:</strong> Ήτανε ήτανε βαγιανή μεγαλοβδομάδα. Ήτανε ο συχωρεμένος ο Μήτσος. Πόσω χρονώ, δεκατεσσάρω χρονώ, δεκαπέντε χρονώ παλληκαρόπουλο ήτανε; Αλλά λέμε παλληκάρι, ε; […] Λοιπό` που λες μαστρο-Ηλία, εκεί στην κάμαρα που κοιμόνταν ο συγχωρεμένος ο πατέρας, μπροστά στην πόρτα ήταν ένα καμάρι από πάνω, ένα καμάρι είχανε, και κει πάνω βάζαν τα ψωμιά άμα ζυμώνα. Σηκωνόταν λοιπόν ο συγχωρεμένος κι ήβλεπε το καμάρι αδειανό κι ερχόταν Λαμπρή. «Ρε γαμώ την ψυχή του», λέει, «μέσα, Λαμπρή έρχεται. Τι θα γίνει από ζυμωτό, από αλεύρι, να ζυμώσωμε, να κάνουμε το ψητό, να κάνουμε κάνα κουλούρι τη Λαμπρή», ξέρω γω. Σκεβότα<sup>1</sup>, σκεβότα, σκεβότα τι να κάμει, τι να κάμει. Βάρκα δεν είχε, μέσο δεν είχε. Ένας γείτονάς μας λοιπό` είχε ένα βαρκί, που το έπαιρνε ο ίδιος και πήγαινε στους χάνους. Εφερειπεί αυτό το βαρκί να `τονε σαν το δικό σας, πιο μικρό. Σηκώνεται απάνω, νύχτα και κάνει την απόφαση και πάει και ξυπνάει τον συγχωρημένο τον Μήτσο, πιτσιρικάς. Του λεει, «Σήκ` απάνω.» Κι είχεν όλα-όλα του 700 δραχμές. Λέει, «Σήκ` απάνω.» Καλοσύνη, καλοσύνη βέβαια. Λέει, «Πού θα πάμε;» «Ρε σήκω απάνω που σου λέω.» Και φεύγουνε και πάν` κάτω στο Βλυχό, στην αμμουδιά. Εκεί ο γείτονάς μας είχε το βαρκί του βάλει, αυτο το χανόβαρκο, το είχε βάλει μες στο σύρμα. Το φουντάει το βαρκί, το πετάει στην θάλασσα με τον συγχωρεμένο τον Μήτσο και βάζουνε από κει τα κουπιά από μέσα από το Βλυχό. Καβαντζάρουν, καβαντζάρουν τα Σωβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά! </p>



<p><strong>Η:</strong> Με κουπιά ή με μηχανή;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Με κουπιά, με κουπιά. […]</p>



<p><strong>Η:</strong> Πανί;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Τίποτα, τίποτα. Τεσσάρι. Δυο μπρος, δυο πίσω κουπιά.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Αγάντα, αγάντα, αγάντα. «Άλα κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου καλά, κι όταν πάμε στη Μουτσούνα, θα σου πάρω και χαρβά να φας.»</p>



<p><strong>Ε</strong>: Ήλεγε του παιδιού, ήλεγε του παιδιού. </p>



<p><strong>Σ:</strong> Τότες ο χαρβάς ήτανε…</p>



<p><strong>Ε</strong>: Τότες ο χαρβάς ήτανε… πού να τον δεις τον χαρβά. Μαύρο χαβιάρι που λένε ήτον ο χαρβάς. </p>



<p><strong>Σ:</strong> Καμία φορά, αγάντα, αγάντα, αγάντα, πιάνει τις Μάκαρες. Πίσω απ` τις Μάκαρες, ξεκουράσθησα. Ήταν δα και πιο μέρα. Πάλι κουπί, πάλι κουπί και πάνε στη Μουτσούνα. Τα καταφέραν και πήαν στη Μουτσούνα  με το βαρκί. Πάνε λοιπόν, εκεί ο πατέρας μου εγνώριζε έναν που `χε τ` αλεύρια. Τότες η Μουτσούνα άκμαζε! Ήταν τα νεώρια, τα σμιρίγλια, βέβαια, το σμιρίγλι. </p>



<p><strong>Η: </strong>Τι είναι αυτό;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Πέτρα, το σμιρίγλι. Ήταν ο ονομαζόμενος ο Μιχαλούκος ο Σκληράκης. Η Μουτσούνα είπαμε, ότι ήκμαζε. Πάαιναν τα βαπόρια και φορτώναν σμιρίγλι. Κατεβαίναν από πάνω, πάνω από τα ορυχεία κατεβαίναν το σμιρίγλι, το φορτώνανε τα βαπόρια. Νεώριο. Ένας κουβάς απάνω, ένας κάτω. Λοιπό`, πάνε στο Σκληράκη το Μιχάλη. Μπακαλική, τα πάντα, χαρβάδες, μακαρόνια, μπακαλική, τα αλεύρια. Όλα-όλα τα λεφτά του παππού ήταν 700 όλα. Βγάζει το βαρκί, βγαίνει έξω, πάει στο Μιχάλη -τον εγνώριζε, γιατί πααίνανε ψάρια πέρα και πουλούσαν στη Μουτσούνα. Βαρκαριές. Κατεβαίναν οι Αξιώτες κάτω με τα μουλάρια, τότες δρόμους δεν είχε, κι είχαν τα καφάσα οι μανάβηδες και βάζαν τη γούπα και πααίναν στα χωριά. Είχε μεγάλη κίνηση η Μουτσούνα λόγω τα σμιρίγλια. Μπαίνει μέσα λοιπό`, βλεπει το αλεύρι. Ήταν λοιπόν τα αλεύρια εβδομηντάρικα τσουβάλια, οκάδες, εβδομήντα οκάδες ήταν το τσουβάλι. </p>



<p><strong>Ε:</strong> Ήταν οκάδες τότες όχι κιλά.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ήταν τα εβδομηντάρια τσουβάλια 700 δραχμές. Παίρνει το τσουβάλι ο  συχωρεμένος ο πατέρας, το στήνει όρθιο, το πάει επά στο μόλο.  Πάει ακουμπά 700 δραχμές του Μιχαλού.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Δεν του `μεινε τίποτα, για να πάρει του παιδιού ένα κομμάτι χαρβά.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Έβλεπε λοιπόν το χαρβά το παιδί και του λέει ο πατέρας, του Μιχαλού λέει, -είπαμε ότι ο χαρβάς τότες ήτον μαύρο χαβιάρι. Του λεει του Μιχαλού που λε` -τον γνώριζε ο πατέρας μου τον Μιχαλό, ήταν πολύ γνώριμοι […]. Λέει, «Μιχάλη, κόψε ένα κομμάτι χαρβά του παιδιού γιατί έτσι κι έτσι.» Λέει, «Ο χαρβάς, Βασίλη, θέλει λεφτά.» Λοιπόν ήθελε να του κόψει ένα κομμάτι…</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ένα κομματάκι του παιδιού να του φύει..</p>



<p><strong>Σ:</strong> H κελομάρα! </p>



<p><strong>E:</strong> Δεν είχε άλλα λεφτά να του πάρει.</p>



<p><strong>Σ:</strong>  Δεν είχε μία. Μένει λοιπό` ο μπάρμπα Βασίλης με το γιό του στη Μουτσούνα, το τσουβάλι τ` αλεύρι, το βαρκί.</p>



<p><strong>E:</strong> Νηστικοί.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Πού να πάει τώρα αυτός ο άνθρωπος; Η καλή του τύχη, η καλή του τύχη ήτανε τότες το Νικητούρι ο Σκοπελίτης, αυτός ήταν ψαράς. Δηλαδή ο Σκοπελίτης το Νικητούρι ήταν αδέρφια με το Σκοπελίτη το Γιώργη. Αδέρφια. Ήταν ψαράδες αυτοί. [&#8230;] Όπως καθόνταν λοιπό` κει δα στη γωνιά κι ήτον απελπισμένος, έρχεται το Νικητούρι με τη βάρκα του φορτωμένη γούπα, με την οικογένειά του, τα παιδιά του, ήταν ο γιός του ο Μήτσος, ο Γιάννης, κι ένα άλλο παιδί, ο Ηλίας, αυτούς είχε. Φέρνου λοιπό` τη γούπα, μόλις βλέπουν τον πατέρα, «Βρε Βασίλη!» του λέει. Τον εκαλέσαν, φάγανε, βράσαν, τηγανίσαν. Μετά του λέει, «Νικήτα, θέλω να πάω στη Ντονούσα.» «Ναι Βασίλη. Βάλε το αλεύρι μες στη μεγάλη βάρκα, δέσε το βαρκί πίσω από τη μεγάλη βάρκα» και βγαίνουν όξω, κάνουν το πανί, έρχονται στις Μάκαρες. Αλλά επειδής ο καιρός ήτον λίγο ατσαλωμένος, τον έφερε, λέει, μέχρι τα μισά. Τον πατέρα με το βαρκί. </p>



<p><strong>E:</strong> Ήτανε καλό, λέει, το Νικητούρι. Πολύ φιλότιμος, καλός!</p>



<p><strong>Σ:</strong> Βάλτει λοιπόν το αλεύρι μες στο βαρκί και το πάει στην Καλοταρίτισσα μες την νύχτα. Σηκώνεται το πρωί ο νοικοκύρης που είχε το βαρκί και πάει κάτω, το πρωί που έφυγε το βαρκί. Δηλαδή πήε ο πατέρας μου τη νύχτα, ηπήρε το βαρκί να πάει στη Μουτσούνα, το αλεύρι. Επήε το πρωί ο νοικοκύρης, να το πάρει να πάει στους χάνους. Έλειπε το βαρκί, έλειπε το βαρκί. Πάει απάνω, «Πω, γαμώ την ψυχήν του, μου πήραν το βαρκί μου!»</p>



<p><strong>Ε:</strong> Όλο την ψυχήν του έλεγε.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ξέρω εγώ, κι έγινεν φασαρία. Ποιος την πήρε την βάρκα. </p>



<p><strong>Ε: </strong>Νόμιζε το κλέψαν το βαρκί. Λέει το κλέψαν, ποιος το πήρε το βαρκί;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Η συχωρημένη η μάνα, ας πούμε η γιαγιά, η μάνα μου, ήξερε την υπόθεση. Ήταν ας πούμε αυτή, ήταν μια γυναίκα καλή γειτόνισσα και η μάνα μου, ας πούμε, ήτον καλή γυναίκα. </p>



<p><strong>Ε:</strong> Φιλότιμη γυναίκα η μάνα του η γιαγιά.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Αφού λοιπόν άκουγε τον Δημητράκη, άκουγεν ας πούμε το νοικοκύρη του βαρκιού και οχλαγωγούσε και μάλωνε, ξέρω γω, κι έσκουζε, πάει και της λέει της γειτόνισσας της Μαριώς, η μάνα μου: «Πε του μπάρμπα Δημήτρη να μην φωνάζει, και ο άντρας μου ο Βασίλης ηπήρε το βαρκί και ηπήε στη Μουτσούνα να φέρει αλεύρι, να ζυμώσωμε τη Λαμπρή, που δεν έχωμε ψωμί.» Μάντα δω, μάντα δω [&#8230;] Πάει λοιπόν και του λέει. «Ε, μη φωνάζεις Δημητράκη, μην φωνάζεις Δημητράκη και θα `ρθει το βαρκάκι.» «Γαμώ την ψυχή του! Ποιός μου πήρε τη βάρκα;» Αφού λοιπόν το `φερεν το αλεύρι, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου στο σπίτι, 70 οκάδες αλέυρι, γεμίζει η μάνα μου η συχωρεμένη μία λεκάνη τέτοια αλεύρι. Τότες το αλεύρι ήτονε… </p>



<p><strong>Ε:</strong> Σου λέω για τυρί το τρώαν το άσπρο ψωμί. </p>



<p><strong>Σ:</strong> Γεμίζει λοιπόν μια λεκάνη τέτοια και την πάει απάνω και της λέει… Αυτή ας πούμε η υπόθεση πόσο ήταν, ήτονε 48 ώρες, να πάει ας πούμε ο πατέρας μου στη Μουτσούνα και να `ρτει. Γεμίζει μια λεκάνη αλεύρι, την παίρνει λοιπόν, της την πάει στην κυρά Μαριώ και της λέει, «Έλα Μαρία, πάρε να κάμεις τηγάνι στο Δημητράκη.» «Μάντα δα, ίντα;» «Δεν πειράζει, δεν πειράζει.» Αφού ήρτε λοιπόν ο άντρας της, τα κατσίκια ήβοσκε, του λέει «Μάντα δα, μάντα δα, θα κάνουμε τηγανίτες που… δε` ίντα μας ήφερε η Μαρία που πήρε το βαρκί.» «Ε, γαμώ την ψυχήν του πιο καλά…»</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ήταν το βαρκί, αλλά αφού γύρισε ο παππούς, ήβαλε η γιαγιά την λεκάνη με το αλεύρι, του το πήγε, σου λέει «Πάρε και συ να κάμεις τηγανίτες, που `ναι Πάσχα ας πούμε, να κάμεις ένα ψωμί των παιδιών σου.» […] Η ανέχεια, τι είναι η ανέχεια. <strong>Σ:</strong> Αυτά είναι.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>σκεφτόταν</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Να περνάς του Μοσχονά τον κάβο και να λες, Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν΄ αράξω;</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 16:43:50 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5209</guid>

					<description><![CDATA[<p>Στα Χτένια με κουπιά και από εκεί Μουτσούνα. Παλιός τρόπος ψαρέματος καλαμαριών. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/">Να περνάς του Μοσχονά τον κάβο και να λες, Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν΄ αράξω;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-40.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Στα Χτένια με κουπιά και από εκεί Μουτσούνα</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Αρματώνανε τις βάρκες από τον Κάμπο, ο Σκοπελίτης ο Γιώργης, ο Παναγιώτης, ο Συμβολαιογράφος, ο Πρόεδρος ο αυτός, ο Τσαβαρής, και πάαιναν στα Χτένια με τα πανιά και με τα κουπιά. Σκοτώναν κολιό, γούπα. Από ‘κει επααίναν Μουτσούνα ολιόκουπο, πουλούσανε κι ερχόταν με κουπί πάλι στον Κάμπο.</p>



<p><strong>Μιχ: </strong>Κι άμα τους έπιανε κάνας καιρός;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ε, ο Θεός κι η ψυχή μας.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Μια φορά ηπήαινα πρόπερσι, είναι χρόνια πολλά, ηπηαίναμε στη Μουτσούνα με τη μαούνα, και ηγύριζα και ηκοίταζα τα Χτένια να πάνε στη Μουτσούνα κι ήλεα, <em>κοίταξε</em>, λέω, <em>ολόκληρον πέλαον!</em> Βρε αν ητύχαινε κάνα παπόρι! Με κουπιά.</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Το βαπόρι εντάξει, ο καιρός είναι το θέμα. […] Αλλά τον καιρό άμα κατέβει καμιά βοριαδέλα από πάνω…</p>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Ήταν αθρώποι αυτώ, Μιχάλη… Αυτοί Μιχάλη, οι αθρώποι που σου λέω τότες στον Κάμπο, αυτοί οι αθρώποι, ήτανε αθρώποι αποφασιστικοί, ψύχραιμοι. Αρπούσαν τις βάρκες και πηαίνανε… Ήτανε τα χρόνια ζόρικα.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Α, να βγάλω το φράγκο, μην αξιανείς τώρα που τα λεφτά είναι… Ξέρεις ίντα μου `λεε ο παππούς σου; «Κόλλα», λέει, «το σώβρακο, κόλλαε πάνω στο κρέας μας και κάναμε εεε να το ξεκολλήσωμεν.» Πάνω στον πάγκο ε;</p>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Αχ καλό μου πουλάκι μου, αχ καλό μου πουλάκι μου. […] Αντιλαμβάνεσαι; Αντιλαμβάνεσαι; Κουπί από μέσα από το Ξυλομπάτι το Καλοταριανό και να μου περνάς τους κάβους αυτούς, Μιχάλη μου, με σορόκο, με γρεγολεβαντίνα και να λες, <em>Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν` αράξω να πάω στο σπίτι μου;</em></p>



<p><strong>Μιχ:</strong> Με τον παππού μαζί ή; </p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Με το θείο το Μήτσο.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Και μου λες εμένα. Α πάνε στο Βάτο να μαζεύεις, να μαζεύεις τη γούπα και να λες… Να κατεβαίνει η βροχή και να κάνει έτσι «πβρρρ, πβρρρρρρ». Ναι, και να περνάς του Μοσχονά τον κάβο και να λες, <em>Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν` αράξω;</em></p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Το καλαμάρι λοιπόν έβλεπε ας πούμε το χάνο, έπιανεν απάνω στο χάνο</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-39.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Παλιός τρόπος ψαρέματος καλαμαριών</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Μιχ:</strong> Τα καυτερά πώς τα κάνατε, για τα καλαμάρια τότε;</p>



<p>Στάυρ: Τότε; Α. Τότε είχαμε… Είχαν ένα καλούπι κι είχαν ένα μολύβι και το χύναν λοιπόν και το κάναν ας πούμε, με συχωρείς, τόσο, τόσο μάκρος. Μάκρος. Σκέτο μολύβι. Είχαν λοιπό` βελόνες από αυτές που ράβουν οι γυναίκες, ναι, και κάτω-κάτω στο εδώ…</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Το γυρνάγανε.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Το τυλίανε… Το τυλίανε, το τυλίανε, και το εφαρμόζα`. Οι βελόνες ας πούμε αυτές είχανε προεξοχή, προεξοχή. Όχι όπως είναι τώρα αυτά τα καυτερά και με αυτά…</p>



<p><strong>Φανή: </strong>Ηπηαίνανε, Μιχάλη κι απ` όξω, ηγδέρνα` χάνο. Απ` όξω άμα πηαίνα`. Συρτή.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Πααίναμε, Μιχάλη, στους χάνους και δέναμε το χάνο απάνω σε πετονιά. Λοιπό` ο χάνος ήτανε γδαρμένος, είχε βγει το… Του ‘βγάζαν το δερμάτι κι έβγαιν` ας πούμε, έμενε το αυτό, το κρέας. Πααίναμε λοιπόν στα πουντάρια<sup>1</sup>, κάτω στο Βλυχό, πέρα στη Σπηλιά, ξέρω ‘γω. Το ρίχναμε λοιπόν κάτω. Το καλαμάρι λοιπόν έβλεπε, ας πούμε, το χάνο, έπιανεν απάνω στο χάνο. Το φέρναμε, το φέρναμε γυαλό, αυτό λοιπό` έτρωγε το χάνο. Είχαμε την απόχη, ωπ! Μέσα. Πάλι.</p>



<p><strong>Μιχ:</strong> Κι αυτά από πού τα μαθαίνατε, τους τρόπους;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ε, οι γονείς μας.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Παλαιοί, παλαιά. Αυτά είναι παλαιά, Μιχάλη. [&#8230;]</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Έκανες ένα καλούπι μια κάργα του καλαμιού. Εκεί μέσα, όπως είναι, ας πούμε, το κενό της κάργας του καλαμιού, έχυνες το μολύβι. Αυτό έμενε, ας πούμε, έβγαινε μετά.</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Καλούπι.</p>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Ναι. Αυτό, ας πούμε, έβγαινε μολύβι, μολύβι. Εδώ λοιπό` κάτω, γύρω -γύρω, γύρω -γύρω, βάζανε βελόνες. Αυτές τις βελόνες τις δέναν, ας πούμε, καλά, δεν ξέρω πώς τις επατωνιάρανε κι εδώ πάνω το τρυπούσανε. Το `καναν, ας πούμε, μια τρύπα και δέναν το σπάγγο. Και μ` αυτό… Το ασπρίζανε, το ασπρίζανε με μπογιά κι αυτό άσπριζε.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ηπήαιν` ο θείος ο συχωρεμένος στα Χτένια με το Γιώργο. Του λέει, λέ` «Για ρίξε το καυτερό επά να πιάσω κα…» Αφού ήριξε, λέει, το καυτερό, του κάνει, «Μα πέτρες έχει έβρει και δεν πατώνει το καλαμάρι, το καυτερό;»</p>



<p><strong>Λευτ: </strong>Ήταν καλαμάρια από κάτω. </p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>άκρη-άκρη</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/">Να περνάς του Μοσχονά τον κάβο και να λες, Θεέ μου, θα πάω στο Βλυχό ν΄ αράξω;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/to-kalamari-loipon-evlepe-as-poyme-to-chano-epianen-apano-sto-chano/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πηγαίνανε στις Μάκαρες και κουβαλούσε χταπόδια κοφίνια</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 15:52:31 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5206</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ψάρεμα με τη βάρκα που τη λέγαν Σούβλα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/">Πηγαίνανε στις Μάκαρες και κουβαλούσε χταπόδια κοφίνια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-8.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ψάρεμα με τη βάρκα που τη λέγαν Σούβλα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Ελ: </strong>Ο πατέρας μου ψάρευε πρώτα. Θυμάμαι στα μικρά μου χρόνια, είχαμε μια βάρκα μισάρικια, μαζί την είχανε τα δυο αδέρφια, ο πατέρας μου και του γέρο-Κώστα ο πατέρας. Την είχανε μισή-μισή και πηγαίνανε όλο με εκείνη στο ψαρεμα. Ε, μετά που γίναν τα παιδιά, μεγαλώσαν τα παιδιά της θείας της Μαρίναινας, πηγαίνανε πάλι με τον Αντώνη τον δικό μας στα ψαρέματα και απασχολότανε. Ο συγχωρεμενος ο άντρας μου μετά αγόρασε βάρκα δικιά του. Την είχανε βρει ο Μπαρμπερογιάννης στην Νάξο, την είχανε βρει στη θάλασσα και έπλευε κάπου. Από κάποιο καϊκι έφυγε, από κάποιο καράβι, ποιος ξέρει. Έτυχε να `ρτει εδώ και λέει, «έχω μία βάρκα και την πουλάω.» Τα συφωνήσανε λοιπόν με το συγχωρεμένο τον άντρα μου και την πήρε, την πήρανε. Η Σούβλα που λέγανε, αν την έχετε ακούσει καμιά φορά… Ο Μαραγκός την είχε πάρει και μετά την πήρε ο Κώστας, ο γιος του,&nbsp; στην Αμοργό, την είχεν στην Αμοργό. Ακόμα υπάρχει και την έχουνε κάνει κότερο, ήτανε τόσο γρήγορο πράγμα. Αφού πηγαίνανε στα Χτένια, πηγαίνανε και ερχότανε με τα κουπιά. Πηγαίνανε στις Μάκαρες και κουβαλούσε&nbsp; χταπόδια κοφίνια, στις Μάκαρες. Ώστε να ρθουνε από τις Μάκαρες που&nbsp; σκοτείνιαζε.&nbsp;</p>



<p><strong>Η:</strong> Με το κουπί τώρα; </p>



<p><strong>Ελ:</strong> Είχε κάνει και πανί. Είχε πάει στην Αθήνα, είχεν αγοράσει το πάνι, το `χε κόψει ο ίδιος, το `χε ράψει ο ίδιος, το `χεν μοντάρει, όλα τα `χε κάνει ο ίδιος. Και πηγαίνανε και στα Χτένια και στις Μάκαρες και φέρνανε κοφίνια. Το βράδυ θέλουν να `ρθουνε πια σκοτεινά κάτω, θε` να μπουρίσουνε με την μπουρού, γιατί αλλιώς δεν είχαμε επικοινωνία. Πότε ερχότανε, πώς, να  ξέρωμε να… Κι είχα εγώ έτοιμους τους γαϊδάρους και έβαζα πάνω τα κοφίνια και πήγαινα κάτω, εκείνοι κοπανάγανε χταπόδια και τρίβανε, ώστε να παω εγώ. Καθόμουνα κάτω, περιμέναμε και μετά τα φορτώναμε. Είχαμε ένα σύρμα όπως ήταν μεγάλη η αυλή μας πριν, είχε σύρμα έτσι σταυροειδώς, και το φορτώνανε χταπόδια όλο και ξεραινότανε κι εκείνα τα πουλούσαμε τότε. Τ` αγόραζεν ο Χρήστος ο Φαζάκος που λέμε και ο Μιχαλάκης.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/">Πηγαίνανε στις Μάκαρες και κουβαλούσε χταπόδια κοφίνια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ηπηαίναμε και ηγιαλεύαμε και ήβλεπες τις αστακούς, μαμουνούσασι</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ivlepes-tis-astakoys-anoixi-mamamoynoysasi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ivlepes-tis-astakoys-anoixi-mamamoynoysasi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 15:43:29 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5203</guid>

					<description><![CDATA[<p>Παλιός τρόπος ψαρέματος για αστακούς και σκάρους</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ivlepes-tis-astakoys-anoixi-mamamoynoysasi/">Ηπηαίναμε και ηγιαλεύαμε και ήβλεπες τις αστακούς, μαμουνούσασι</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don21-5.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Παλιός τρόπος ψαρέματος για αστακούς και σκάρους</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Γ:</strong> Πρώτα πού να δεις δίχτυ; Ηπηαίναμε και ηγιαλεύαμε και ήβλεπες τις αστακούς, μαμουνούσασι, και ηβγαίναν με τα καμάκια και τις ηκαμακιάζαμε&nbsp; και τις τρώαμε.</p>



<p><strong>Λ:</strong> Αστακούς ε;</p>



<p><strong>Γ:</strong> Αστακούς ναι. Τώρα… [&#8230;]</p>



<p><strong>Λ: </strong>Πώς τους τρώγατε τους αστακούς;</p>



<p><strong>Γ:</strong> Πιλάφι, με το ρύζι, βραστή σαλάτα είναι ωραίοι. Τώρα πού να δεις αστακό; Και να τον δεις θα τον φας πενήντα χιλιάδες… […]</p>



<p><strong>Λ:</strong> Εδώ ψαρεύατε και μέσα;</p>



<p><strong>Γ: </strong>Είχαμε ένα στρογγυλό κύκλο. Του βάλαμε λοιπό από πάνω ένα δίχτυ ψιλό. Ηδέναμε απάνω σ΄ ένα μολύβι έναν αχταπόδι.&nbsp; Ήτο λοιπό ο αστακός επάνω-κάτω. Πήγαινες το αχταπόδι από πά`, το αχταπόδι το φοβούνταν ο αστακός, ήβγαινε επά όξω, από πάνω εσύ με την απόχη. Απ! Τον ηκαμάκευγες, τον ήβαλες μες στην απόχη, ησκούντα αυτός, ηπήγαινε απ΄ την άλλη πάντα, τον έβγαζες απ΄ όξω. […]</p>



<p><strong>Μ:</strong> Αυτό με τους σκάρους πώς το κάνατε, πού ΄χατε να πιάνετε ένα σκάρο;</p>



<p><strong>Γ:</strong> Το σχάρο πάλι τον ηπιάναμε και τον ηδέναμε αρσενικό. Τον δέναμε από εδώ από το στόμα από δω και τον ητραβούσαμε λοιπό και πήαινες. Αυτός ο σχάρος ας πούμε ήβλεπε… Είχε πάρει άλλος σχάρος πέντ΄-έξι θηλυκούς και τους ηπαραμόνευγε. Ήβλεπε τον άλλο και ηθάρη ότι θα πάει να του χαλάσει τις θηλυκούς και μουντάριζε πάνω για να φάει αυτόν που ηβαστούσαμε εμείς και τον ηβγάλαμε μες στην… […].Τις κόκκινους όμως δεν τις πιάνουμε, δεν ηπηαίναν. […]</p>



<p><strong>Λ:</strong> Γιατί;</p>



<p><strong>Γ:</strong> Ε, είναι οι θηλυκοί, ας πούμε, και δεν πάει στο αρσενικό. Οι αρσενικοί κυνηγούν, ας πούμε, τα κορίτσα τους, να μην πάει ο αρσενικός να τους τα πάρει.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ivlepes-tis-astakoys-anoixi-mamamoynoysasi/">Ηπηαίναμε και ηγιαλεύαμε και ήβλεπες τις αστακούς, μαμουνούσασι</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ivlepes-tis-astakoys-anoixi-mamamoynoysasi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 14:31:38 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5138</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μεροκάματα στα μεταλλεία και οι πλάκες Μακάρων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/">Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-14.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Μεροκάματα στα μεταλλεία</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>H:</strong> Εσείς τα μεταλλεία τα θυμάστε;</p>



<p><strong>Ελ: </strong>Ναι ήμουνα παιδάκι, πολύ μικρή ήμουνα. Τα θυμάμαι τα βαγόνια που πηγαίναμε και βγαίναμε απάνω.</p>



<p><strong>Η:</strong> Δουλεύανε δηλαδή όταν ήσασταν μικρή;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Ναι, δουλεύανε, δουλεύανε. Αυτό που βγάζανε, πηγαίνανε και το ρίχνανε εκεί στο Σιδεροκάμινο, που λέμε. Εκεί πηγαίναν και τ` αδειάζανε. Ερχότανε κάποιο κάραβι κι άραζε εκεί κι από κει το φορτώνανε. Είχανε κάνει μια τσουλήθρα έτσι και πήγαινε κατευθείαν μέσα στο καράβι. Και το βαγονάκι εγώ το θυμάμαι από μέσα από τις γαλαρίες, και πέρναγε από του παππού τα χωράφια. Ακόμα φαίνεται η γραμμή. Και πηγαίναμε εμείς τα πιτσιρίκια, κατεβαίναμε που `χανε σχολάσει πια οι εργάτες και βρίσκαμε τα βαγονάκια και βγαίναμεν απάνω, τα σπρώχναν οι άλλοι για να παίζουμε.&nbsp;</p>



<p><strong>H:</strong> Οι εργάτες ήτανε Δονουσιώτες;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Ναι, ναι, όλοι από τη Δονούσα ήτανε. Οι προϊσταμένοι ήταν από την Αθήνα… τώρα πώς τις λέγανε δε θυμάμαι, πώς τις λέγανε. Τις λέγαν οι γονείς μας, πώς τους λέγανε αλλά δε θυμάμαι. Ένας λεγότανε Κώστας, Κώστας λεγότανε, μα το επίθετό του δεν μπορώ να σκεφτώ. Μάλιστα είχε γίνει ένα περιστατικό με κείνον. Είχε χηρέψει η Μαυροειδή, της Ευγενίας η μάνα, είχε χηρέψει τον πρώτο της άντρα που `χε πάρει και ήταν πολύ ωραία κοπέλα τότε που πέθανεν ο άντρας της, ήτανε πάρα πολύ ωραία και αυτός την ήθελε, αλλά αυτή δεν ήθελε να κάνει τέτοια. Είχεν ένα αγόρι με κείνον τον άντρα, αλλά κείνο πέθανε. Κοιμότανε με μια θεία… Μαρία, της Σταυρούλας και του παππού του Ηλία αδερφή ήτανε, και ήτανε φυματικιά, και το παιδί κοιμότανε μαζί της, το `χε παρέα και το κόλλησε. Τότες έβραζε η φυματίωση. Ώστε να την πάρουνε χαμπάρι, ότι εκείνη είναι φυματικιά… και κόλλησε το αγοράκι και πέθανε. Το θυμάμαι εγώ το αγοράκι, το θυμάμαι λίγο που πήγαινε στο σχολείο, ήταν ένα ωραίο αγοράκι… Λοιπόν, και πήε λοιπόν τη νύχτα και της εχτύπησεν αυτός, και λέει, «Ποιος είναι;» Λέει, «Καλλιόπη εγώ είμαι.» Λέει, «Ποιος;» Λέει, «Άνοιξε θα με δεις.» Εκείνη καμώθη πως ήτανε μέσα ο παππούς ο Ηλίας, ο αδελφός της, και δε σηκώθηκε ν` ανοίξει, μόνο φώναξε δυνατά, «Ηλία, για σήκω να δεις, ποιος είναι που χτυπά την πόρτα;» Ακούει αυτός μέσα, «Ηλία σήκω να δεις ποιος είναι που χτυπάει την πόρτα», έγινε λαγός, έφυγε. Αυτά, ας πούμε, θυμάμαι από τους γονείς μου, που λέγανε αυτές τις περιπτώσεις. Αυτόν θυμάμαι στο μεταλλείο, ήτανε επιστάτης του μεταλλείου, αυτόν τον Κώστα. […]&nbsp;</p>



<p><strong>H:</strong> Υπάρχει τώρα κάποιος που να δούλευε στα μεταλλεία που είναι εδώ πέρα στο νησί;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Μπα, δεν υπάρχει κανένας, δεν υπάρχει κανένας. Τότε που δουλεύαν τα μεταλλεία, εγώ ήμουνα παιδάκι και όλοι αυτοί που δουλεύανε ήτανε μεγάλοι, έχουνε φύγει όλοι. Το μόνο που θυμάμαι, θυμάμαι που μετά βγάζανε μια άσπρη πέτρα, τον άτσαχα που λέμε, και εκείνο το δουλεύανε πίσω στην Καλοταρίτισσα κοντά. Τώρα εκείνο πώς το κουβαλάγανε, δε θυμάμαι. Και δούλευε κι ο πατέρας μου, όπου βρίσκανε μεροκάματα οι άντρες τότε του νησιού όλοι, πηγαίνανε και εδούλευε. Και αφού ακούγαμε λοιπό πως μαζεύανε άτσαχα, είχαμε λοιπό καλαθάκια κι άμα ανεβαίναμε από τον Κάμπο σκορπούσαμε στο δρόμο και τα γεμίζαμε τα καλαθάκια μας άσπρη πέτρα, πως θα την πουλήσωμε κι εμείς. (γέλια) Πως θα πουλήσωμε την άσπρη πέτρα. Αλλά από αυτούς δε ζει κανένας, κανένας, κανένας.</p>



<p><strong>Κ: </strong>Θυμάστε πότε κλείσαν τα μεταλλεία και πώς είχανε κλείσει;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Α, και να θυμάμαι ποια χρονολογία, είναι… Πριν τον πόλεμο πάντως ηκλείσανε. Με τον πόλεμο κλείσανε, το `40 κλείσανε, γιατί, σου λέω, ήτανε οι Βαλάτουδες που ήταν εδώ που δουλεύανε -να τώρα σκέφτηκα πως ήταν κι οι Βαλάτουδες στα μεταλλεία- και τότε κηρύχτηκεν ο πόλεμος.&nbsp;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Λόγω του πολέμου κλείσανε ή δεν είχε πια να βγάλει από μέσα;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Λόγω του πολέμου κλείσανε. Τώρα είχεν δεν είχεν, δε θα `χε πια πολύ γιατί τα `χανε εξαντλήσει πια, λίγο πράγμα βγάζανε.</p>



<p><strong>Η:</strong> Από πότε λειτουργούσαν αυτά; Πότε ξεκίνησαν;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Δεν ξέρω από πότε ξεκινήσανε τα μεταλλεία, πάντως εγώ σαν παιδάκι που γνώρισα, οι γαλαρίες ήτανε βαθιές, πηγαίναν πια… Δούλευεν ο πατέρας μου και πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια, όταν φεύγαμε από το σχολείο. Παίρναμε το δρόμο απ` την Παναγία και πηγαίναμε μέσα κει και μπαίναμε μέσα, για να δούμε… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες, πηγαίνες μέσα-μέσα τότε. Ήτανε καθαρό, γιατί το καθαρίζαν για να βγάζουν το υλικό. Κανένας δεν υπάρχει που να δούλεψε στα μεταλλεία τότε. Όλοι ήτανε μεγάλοι άνθρωποι, εγώ ήμουνα παιδάκι. Αυτοί που δουλεύανε πριν το `40, το `35 φερ`ειπείν, το `35 δουλεύανε, δε ζει κανένας, δε ζει κανένας, όλοι έχουνε…</p>



<p><strong>Η:</strong> Και περάσαν όλοι από τα μεταλλεία;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Οι άντρες του νησιού βέβαια, όλοι. Κι απ` την Καλοταρίτισσα ερχότανε κι απ` τον Κάμπο, όσοι άντρες ήτανε τότε υπήρχανε, ερχότανε κι από δω απ` το Μερσήνι, απ` τη Μεσαριά, όλοι. Όλοι δουλεύαν στα μεταλλεία, γιατί… Οι Μυλωνάδες οι δυο δεν ξέρω αν πηγαίνανε, επειδή είχαν το μύλο. Αυτοί δεν ξέρω αν δουλεύανε, αλλιώς οι υπόλοιποι όλοι δουλεύανε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Οι Δονουσώτες οι πιο πολλοί πηγαίνανε στις Μάκαρες τότε που βγάζαν την πλάκα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-15.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα μεταλλεία των Μακάρων και οι πλάκες Μακάρων</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Ελ: </strong>Οι Δονουσώτες οι πιο πολλοί πηγαίνανε στις Μάκαρες τότε που βγάζαν την πλάκα. Ήταν ο Αριστείδης τότε εκεί προϊστάμενος, απ` την Αθήνα βέβαια, και ένας άλλος που τον λέγανε Θηραίο στο επίθετο, ήταν τ` αφεντικό στις Μάκαρες. Κι ερχόταν και από τα Κουφονήσια. Απ` τα Κουφονήσια είχε και στις Μάκαρες εργάτες, αλλά κι οι Δονουσώτες πηγαίναν οι πιο πολλοί.</p>



<p><strong>Η: </strong>Και βγάζανε πλάκα από τις Μάκαρες;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Πλάκα, ναι, πλάκα. Όχι βέβαια, δεν ήτανε καλή πλάκα, γι` αυτό και τη σταματήσανε, δεν την εξαναδουλέψανε. Δεν είχε πολύ πέραση, ήταν μαλακιά, πολύ μαλακιά ήτανε. [&#8230;] Εμάς η αυλή μας πριν, η παλιά αυλή, ήτανε γύρω-γύρω όλη με πλάκα αυτή των Μακάρων. Πέρα στης πεθεράς μου εκεί απ` έξω νομίζω πως υπήρχεν ακόμα καμιά. […] Εμάς από την αυλή την επήραν, άμα φύγαμε εμείς από δω το `62 που έφυγα γω. Η αυλή μου, όλος ο τοίχος γύρω-γύρω ήταν με αυτές τις πλάκες στρωμένη. Τις επήραν και τις εκάνανε… Καλοταριανοί μου `πανε ότι τις επήρανε και τις εκάνανε κουλούρες. Κάνανε τρύπα στη μέση και την κάνανε κουλούρα για το παραγάδι. Άμα τους έμπλεκε το παραγάδι, βάζαν αυτό πάνω σε χοντρή πετονιά και το σύρνανε και το ξέμπλεκε το βάρος εκείνο, το τράβαγε και το ξέμπλεκε το παραγάδι, έκοβε τ` αγκίστρια δηλαδή. Και τις είχανε πάρει όλες από δω.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/">Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πιάναμε το τεσσάρι, που λέμε, δυο μπροστά στην πλώρη κι ένας στα πρυμνιά, και την πας τη βάρκα σφαίρα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/thymamai-oti-pianame-to-tessari-poy-leme-de-s-epiane-oyte-me-michani/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/thymamai-oti-pianame-to-tessari-poy-leme-de-s-epiane-oyte-me-michani/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 18 May 2023 07:38:09 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1428</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ψάρεμα με τη βάρκα «Άφοβος»</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/thymamai-oti-pianame-to-tessari-poy-leme-de-s-epiane-oyte-me-michani/">Πιάναμε το τεσσάρι, που λέμε, δυο μπροστά στην πλώρη κι ένας στα πρυμνιά, και την πας τη βάρκα σφαίρα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don12-14-Ο-Άφοβος-το-λέγαν-τη-βάρκα-του.-ΣΚΟΠΕΛΙΤΗΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ψάρεμα με τη βάρκα «Άφοβος»</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Δημ:</strong> Ε, βάρκες υπήρχαν πάντοτε. Όλοι είχαν βάρκες και βαρκάκια και μικρά για χάνους και… Αλλά είχεν τότες τέσσερεις μεγάλες βάρκες, με τρεις άντρες πλήρωμα μέσα, ο Γιώργος ο Σκοπελίτης, ο Τσαβαρής, ήτον κάτι Πράσινοι, κάτι άλλοι. Είχα δουλέψει εγώ με τις βάρκες του Παναγιώτη του Στεφανή, αυτός ο Βενετσάνος, πηαίναμε στις Μάκαρες, στα Χτένια, είχα 2-3 χρόνια, πήαινα κι εγώ με το Γιώργο το Σκοπελίτη, βοηθός. Ο «Άφοβος» λέγαν τη βάρκα του. Θυμάμαι ότι πιάναμε το τεσσάρι που λέμε, δε σ` έπιανε ούτε με μηχανή. Πιάνει δυο μπροστά στην πλώρη, τα πλωριά, κι ένας στα πρυμνιά και την πας τη βάρκα σφαίρα. Με κουπιά ναι. Είχε και πανιά αμέ, άμα φύσα. Βέβαια πρέπει να είναι μπονάτσα για να πάρεις (τα κουπιά), αλλά το πανί ήτον μέσα, ήτανε και αντένα και ταμπουράκι. Είχε τσατάλες<sup>1</sup> στις πάντες που λέμε, ήταν τα δέτια, διχάλια, απ` τη μια μπάντα το αλμπουράκι που ανοίγει κι απ` την άλλη η αντένα.  Ήτανε τσακολέβες<sup>2</sup>, τσακολέβες. Κατσαφόρα λένε το σκοινάκι κείνο που δένεις… και άμα φυσά μελτέμι βάλαμε το πανί. Είχε και μικρόν πανί και μεγάλο. `Μα `τον έτσι λειψυδρία βάλαμε το μεγάλο πανί, `μα `τονε αέρας ήβαλον το μικρό πανί. Πήαινες στις Μάκαρες, στη Μουτσούνα, ό,τι ψάρια πιάναμε τα πηαίναμε στη Μουτσούνα. Κει ήτον οι Ναξιώτες, βλέπανε, τ` αγοράζανε, πηαίναν στα χωριά, τα πουλούσανε. Ε, βάρκες οπωσδήποτε είχανε όλοι και πριν το 1880, που ήρθεν ο παππούς μου και είχεν μια καλή βάρκα, ο Παντελιός, και πριν υπήρχαν βάρκες, ψαρεύανε, είχεν εδώ ψαράδες. Καλοταρίτισσα ο Νικόλας του Μαστρογιώργη που λένε, ο Βασίλης, είχανε βάρκες, κι εδώ είχανε. Ε, δεν ήτον επεχταμένη η αλιεία, αλλά ηπηαίναν και πιάναν ψάρια για δική τους χρήση, χάνους προπαντός που έχει μπόλικους το νησί.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>διχαλωτά ξύλα</li>



<li>σακολέβες, βάρκες με πανιά τραπεζοειδούς σχήματος</li>
</ol>



<p>&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/thymamai-oti-pianame-to-tessari-poy-leme-de-s-epiane-oyte-me-michani/">Πιάναμε το τεσσάρι, που λέμε, δυο μπροστά στην πλώρη κι ένας στα πρυμνιά, και την πας τη βάρκα σφαίρα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/thymamai-oti-pianame-to-tessari-poy-leme-de-s-epiane-oyte-me-michani/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Εμείς με το Γραμματικό ψαρεύαμε χάνους και τον είδαμε τον πνιγμένο</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/i-aneyresi-toy-pnigmenoy-germanoy/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/i-aneyresi-toy-pnigmenoy-germanoy/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 May 2023 08:45:52 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1327</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η ανεύρεση του πνιγμένου Γερμανού. Πώς τον ξέθαψαν για να του πάρουν τα ρούχα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/i-aneyresi-toy-pnigmenoy-germanoy/">Εμείς με το Γραμματικό ψαρεύαμε χάνους και τον είδαμε τον πνιγμένο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don13-6-Η-ΑΝΕΥΡΕΣΗ-ΤΟΥ-ΠΝΙΓΜΕΝΟΥ-ΚΑΙ-ΤΟ-ΞΕΘΑΨΙΜΟ-ΓΙΑ-ΝΑ-ΤΟΥ-ΠΑΡΟΥΝ-ΤΑ-ΡΟΥΧΑ.ΜΑΡΚΟΥΛΗΣ-ΣΤΕΦΑΝΟΣ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading"><br>Η ανεύρεση του πνιγμένου Γερμανού. Πώς τον ξέθαψαν για να του πάρουν τα ρούχα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Στ:</strong>&nbsp; Α, εντωμεταξύ ήταν κι ένας πνιγμένος, του ναυτικού Γερμανός. Μάλιστα εμείς με το Γραμματικό ψαρεύαμε χάνους και τον είδαμε τον πνιγμένο. Ακριβώς πού `ναι τώρα ο Κέντρος, ήτον ο μύλος, ακριβώς εκεί ήτανε. Και μάλιστα μου λέει ο Γραμματικός «Πώς θα τον (πάρουμε), πώς θα φύγωμε;» «Θα τον ρυμουλκήσωμε και θα τον πάμε απέναντι και θα `ρθεις (ύστερα να φέρεις) τον παπά και τη δασκάλα και το δάσκαλο για να τον θάψωμε.» Και τον θάψαμε στο Λιμεναράκι πιο κάτω, ήτο το Σιδεροκάμινο, ακριβώς από κάτω τον θάψαμε. Πήγε ο παππούς του Τσίφτη και τον ξέθαψε κι έβαλε τα ρούχα του και πάει ο προπάππους και του λέει «Αυτό που έκανες είναι τυμβωρυχία. Επιτρέπεται να πας να τον ξεθάψεις και να φοράς τα ρούχα του και να κυκλοφορείς; Ντροπή σου.»&nbsp;</p>



<p><strong>Η:</strong> Και γιατί φόρεσε τα ρούχα του;</p>



<p><strong>Στ:</strong> Έτσι, τα `βαλε τα ρούχα του. Ήταν ένα παιδί δεκαοχτώ χρονώ ήταν, μάλιστα είχε και το δαχτυλίδι, του `χε βγει [&#8230;], ήμουνα στη σκηνή εγώ με το Γραμματικό [&#8230;]. Αυτός φοβήθηκε. «Άστον», λέει. Πώς να τον αφήσωμε; Αφού ο άνθρωπος… ήθελε να τον πάμε, να δω, να βρω, να ειδοποιήσουμε τις αρχές. Με δική μου ψυχραιμία ήρθε η δασκάλα, ο προπάππους, ο παπάς, κι έγινε η… τον θάψαμε. Κι ήρθε την άλλη μέρα και τον ξέθαψε αυτός και φόραγε τα ρούχα του και του είπε ο πατέρας του, λέει «Ντροπή σου, να μην ξανακυκλοφορήσεις, μην ξανακυκλοφορήσεις. Δεν ντρέπεσαι», του λέει, «να φοράς του νεκρού τα ρούχα;»</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/i-aneyresi-toy-pnigmenoy-germanoy/">Εμείς με το Γραμματικό ψαρεύαμε χάνους και τον είδαμε τον πνιγμένο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/i-aneyresi-toy-pnigmenoy-germanoy/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Κλέφτες τα κάναν αυτά. Kαι κάνανε τα φαντάσματα και τους κλέβγαν τα κατσίκια</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kleftes-ta-kanan-ayta-kai-kanane-ta-fantasmata-kai-toys-klevgan-ta-katsikia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kleftes-ta-kanan-ayta-kai-kanane-ta-fantasmata-kai-toys-klevgan-ta-katsikia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 16:52:39 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1198</guid>

					<description><![CDATA[<p>Περί ανεράδων και φαντασμάτων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kleftes-ta-kanan-ayta-kai-kanane-ta-fantasmata-kai-toys-klevgan-ta-katsikia/">Κλέφτες τα κάναν αυτά. Kαι κάνανε τα φαντάσματα και τους κλέβγαν τα κατσίκια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don4-14-ΚΛΕΦΤΕΣ-ΠΟΥ-ΦΤΙΑΧΝΟΥΝ-ΙΣΤΟΡΙΕΣ-ΓΙΑ-ΝΑ-ΚΛΕΒΟΥΝ.-ΚΩΒΑΙΟΣ-ΚΩΣΤΑΣ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Περί ανεράδων και φαντασμάτων</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Η: </strong>Ιστορίες για ανεράδες ξέρετε;</p>



<p><strong>Κ:</strong> `Eν είχε μωρέ τέτοια πράγματα. Οι παλιοί μας ηφοβερίζαν και φοβούμαστε και μεις οι μικροί.</p>



<p><strong>Η:</strong> Οι παλιοί τι λέγανε γι` αυτό;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Ήλεγαν πως τις ηβλέπανε, πως ηχορεύανε πως… Αλλά αυτά είναι όλα ψέματα. Ξέρεις κάτι επιτήδειοι, ηβγαίναν τη νύχτα… Στην Αμοργό τα βγάλαν τα πιο πολλά αυτά και ντύνουντον ετσι, για να κλέβγου` και ηβλέπαν όλοι οι άλλοι, ηκλειούντο μες στα σπίτια και κλέβγαν αυτοί. Κι εδώ, κι εδώ ήρχουντο και ηκάναν αυτή τη δουλειά και πηαίναν και κλέβγαν τα κατσίκια, τα παίρναν και φεύγαν. Όχι πως υπάρχαν ανεράδες και τέτοια, αυτά είναι ψέματα. Εγώ όλα τα χρόνια μες στις Αγριλιές έχω ξωμείνει δυο-τρεις βραδιές, μες στον Άσπρον Κάβο ήμουν όλη νύχτα με τα ψαρέματα, ποτέ δεν είδα τίποτα.</p>



<p><strong>Καλ:</strong> Καμίνια να κάνουν κάρβουνα.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Κλέφτες τα κάναν αυτά. Κι εδώ ήρχουντον και κάνανε τα φαντάσματα και κλείουντον οι γέροι τότες οι παλιοί, όχι στον καιρό τον δικό μας, παλιοί, και πηαίναν και τους κλέβγαν τα κατσίκια. Όχι πως υπήρχαν, αυτά είναι παραμύθια.</p>



<p><strong>Η: </strong>Αλλά τα πιστεύανε τότε.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Ε, τα πιστεύγαν γιατί τις είχανε… Ε κι εμείς οι μικροί ηπηαίναμε τότε στα σπίτια του Νικητιού, ηπηαίναμε, ήτον οι γέροι όλοι αυτοί και αρχίζανε, είδαμεν το ένα, είδαμεν το άλλο, όλο ψέματα. Εγώ γύριζα όλη νύχτα, όλη μέρα, δεν είδα ποτέ μου τίποτα. Τότες που ηπέθανε η συγχωρημένη η Τασία, σε δυο μέρες ήταν και το βαπόρι. Όλοι οι σκοτωμένοι εκεί, είχανε βγει απάνω στις Πλάκες κι ηπήαινα για μουγκριά τη νύχτα. Ηκάθομου ίσα με τις έντεκα, δώδεκα η ώρα και μετά ήρχουμου. Είχαμε έναν σκύλο και ησφύρουν από κει, για να περάσω το νεκροταφείον, ήτο δυο μέρες &#8211; τρεις η συγχωρημένη η Τασία πεθαμένη &#8211; να πώς γίνουντο τα φαντάσματα &#8211; και ήκουσα το σκύλο που γάβγισεν εδώ. Αυτός με επήρε χαμπάρι και όπως ηκατέβηκα στην άμμο πέρα στην Πέρα Πάντα, είχα τα παντζάκια μου απάνω για να μη βρέχουνται κει που ηκάθομου. Νιώθω ένα πράμα, απ! Και κολλά στο πόδι μου, κάνω έτσι, δεν ήβλεπα τίποτα, ήτο χαμηλά, αυτό ήπαιζε χάμου.</p>



<p><strong>Καλ:</strong> Ο σκύλος.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Προχωρώ ακόμα πέντε-έξι βήματα, ήρτα εδώ κοντά στη μέση της άμμους, τσαπ! Κολλά πάλι στο πόδι μου. Γυρίζω, δε βλέπω τίποτα. Αυτός ήρχουντο και ημυρίζουντο κι ήπεφτε χάμω, ήτο και μικρό σκυλί άσπρο, ήτον ένα με την άμμο. Αφού ήρτα δα εκεί στο ρυάκα, ξαναγυρίζει και το `νιωθα καλά και κόλλησε και γυρίζω πίσω και βλέπω το σκύλο.&nbsp;</p>



<p><strong>Μ:</strong> Φοβηθήκατε;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Στην αρχή να σου πω ηνετρίχιασα, έτσι την ώρα που… αυτό, και γύρισα και δεν είδα τίποτα. <em>Η συγχωρεμένη,</em> λέω, <em>η Τασία είναι και ήρτεν και μ` έπιασε από το πόδι.</em> Αλλά δεν… Να, έτσι γίνουντο τα φαντάσματα, οι παλιοί&#8230;.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kleftes-ta-kanan-ayta-kai-kanane-ta-fantasmata-kai-toys-klevgan-ta-katsikia/">Κλέφτες τα κάναν αυτά. Kαι κάνανε τα φαντάσματα και τους κλέβγαν τα κατσίκια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kleftes-ta-kanan-ayta-kai-kanane-ta-fantasmata-kai-toys-klevgan-ta-katsikia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
