Φασαρία με Χιώτες στο καφενείο

Σταύρ: Εκείνος ο Μαραγκός μια φορά έπιασε μια, με συχωρείς, μια μανέλα που λιάζαν το κρομμύδι και δεν ξέρω πόσους Χιώτες, με το θείο σου τον Κώστα που βγήκαν έξω, επήγανε στο μαγαζί του Νικήτα. Το μαγαζί το ‘χεν ο, του Νικήτα ο πατέρας, το Αντωνάκι που λένε. Και πήγαν, ήταν του Σταυρού και πήγαν κάτι κοριτσόπουλα, φορούσαν λοιπόν κάτι ξέρω ‘γω και οι μάγκες οι Κουφονησώ… οι Χιώτες και ‘θέλαν να κάνουν το κομμάτι τους. Κι αγριεύει ο Μαυρόκωστας, Μαυροκώστας ηλέαν, ο Μαύρος…

Φανή: Ο Κώστας ο Μαύρος.

Σταύρ: Μπράβο. Τον ηλέαν και μπράβο και αραπάκι, επειδή ήταν μαύρος. Μιχάλη μου και πιάνει μια μανέλα του κρομμυδιού που ηλιάζαν το κρομμύδι. Μανέλα σε παρακαλώ, ξύλο.

Φανή: Ξύλο, ξύλο.

Λευτ: Αααα.

Φανή: Μανέλα το λέαμε.

Σταύρ: Μιχάλη, δεν ηξέρω πόσοι Χιώτες ήταν εκεί στα περίχωρα μες στο μαγαζί και πήανε σωρό και πέσανε, πήανε μες στα καϊκια. Ναι, πήαν κάτι κοπέλες εδώ και φορούσαν λοιπόν κάτι ξέρω ‘γω και πήαν λοιπόν οι γριές και ‘κάναν τα μαγκάκια. Εεεε ε και να σε ‘χω μάνα.

Φανή: Θέλαν να τους πετάξουν στη θάλασσα. Στη θάλασσα να τους πετάξει ο Μαραγκός και ο θείος σου ο Κώστας αυτός τώρα που είναι, είναι χάψαλος ο κακόμοιρος.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ