<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Μάκαρες | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-country/makares/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-country/makares/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Fri, 03 May 2024 08:31:57 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>Μάκαρες | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-country/makares/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 10:01:26 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1820</guid>

					<description><![CDATA[<p>Καλοταρίτισσα Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-12-Και-του-δίνουνε-ολόκουπο-και-πάνε-στη-Μουτσούνα-Πράσινος-Σταύρος.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Καλοταρίτισσα &#8211; Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σ:</strong> Ήτανε ήτανε βαγιανή μεγαλοβδομάδα. Ήτανε ο συχωρεμένος ο Μήτσος. Πόσω χρονώ, δεκατεσσάρω χρονώ, δεκαπέντε χρονώ παλληκαρόπουλο ήτανε; Αλλά λέμε παλληκάρι, ε; […] Λοιπό` που λες μαστρο-Ηλία, εκεί στην κάμαρα που κοιμόνταν ο συγχωρεμένος ο πατέρας, μπροστά στην πόρτα ήταν ένα καμάρι από πάνω, ένα καμάρι είχανε, και κει πάνω βάζαν τα ψωμιά άμα ζυμώνα. Σηκωνόταν λοιπόν ο συγχωρεμένος κι ήβλεπε το καμάρι αδειανό κι ερχόταν Λαμπρή. «Ρε γαμώ την ψυχή του», λέει, «μέσα, Λαμπρή έρχεται. Τι θα γίνει από ζυμωτό, από αλεύρι, να ζυμώσωμε, να κάνουμε το ψητό, να κάνουμε κάνα κουλούρι τη Λαμπρή», ξέρω γω. Σκεβότα<sup>1</sup>, σκεβότα, σκεβότα τι να κάμει, τι να κάμει. Βάρκα δεν είχε, μέσο δεν είχε. Ένας γείτονάς μας λοιπό` είχε ένα βαρκί, που το έπαιρνε ο ίδιος και πήγαινε στους χάνους. Εφερειπεί αυτό το βαρκί να `τονε σαν το δικό σας, πιο μικρό. Σηκώνεται απάνω, νύχτα και κάνει την απόφαση και πάει και ξυπνάει τον συγχωρημένο τον Μήτσο, πιτσιρικάς. Του λεει, «Σήκ` απάνω.» Κι είχεν όλα-όλα του 700 δραχμές. Λέει, «Σήκ` απάνω.» Καλοσύνη, καλοσύνη βέβαια. Λέει, «Πού θα πάμε;» «Ρε σήκω απάνω που σου λέω.» Και φεύγουνε και πάν` κάτω στο Βλυχό, στην αμμουδιά. Εκεί ο γείτονάς μας είχε το βαρκί του βάλει, αυτο το χανόβαρκο, το είχε βάλει μες στο σύρμα. Το φουντάει το βαρκί, το πετάει στην θάλασσα με τον συγχωρεμένο τον Μήτσο και βάζουνε από κει τα κουπιά από μέσα από το Βλυχό. Καβαντζάρουν, καβαντζάρουν τα Σωβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά! </p>



<p><strong>Η:</strong> Με κουπιά ή με μηχανή;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Με κουπιά, με κουπιά. […]</p>



<p><strong>Η:</strong> Πανί;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Τίποτα, τίποτα. Τεσσάρι. Δυο μπρος, δυο πίσω κουπιά.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Αγάντα, αγάντα, αγάντα. «Άλα κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου καλά, κι όταν πάμε στη Μουτσούνα, θα σου πάρω και χαρβά να φας.»</p>



<p><strong>Ε</strong>: Ήλεγε του παιδιού, ήλεγε του παιδιού. </p>



<p><strong>Σ:</strong> Τότες ο χαρβάς ήτανε…</p>



<p><strong>Ε</strong>: Τότες ο χαρβάς ήτανε… πού να τον δεις τον χαρβά. Μαύρο χαβιάρι που λένε ήτον ο χαρβάς. </p>



<p><strong>Σ:</strong> Καμία φορά, αγάντα, αγάντα, αγάντα, πιάνει τις Μάκαρες. Πίσω απ` τις Μάκαρες, ξεκουράσθησα. Ήταν δα και πιο μέρα. Πάλι κουπί, πάλι κουπί και πάνε στη Μουτσούνα. Τα καταφέραν και πήαν στη Μουτσούνα  με το βαρκί. Πάνε λοιπόν, εκεί ο πατέρας μου εγνώριζε έναν που `χε τ` αλεύρια. Τότες η Μουτσούνα άκμαζε! Ήταν τα νεώρια, τα σμιρίγλια, βέβαια, το σμιρίγλι. </p>



<p><strong>Η: </strong>Τι είναι αυτό;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Πέτρα, το σμιρίγλι. Ήταν ο ονομαζόμενος ο Μιχαλούκος ο Σκληράκης. Η Μουτσούνα είπαμε, ότι ήκμαζε. Πάαιναν τα βαπόρια και φορτώναν σμιρίγλι. Κατεβαίναν από πάνω, πάνω από τα ορυχεία κατεβαίναν το σμιρίγλι, το φορτώνανε τα βαπόρια. Νεώριο. Ένας κουβάς απάνω, ένας κάτω. Λοιπό`, πάνε στο Σκληράκη το Μιχάλη. Μπακαλική, τα πάντα, χαρβάδες, μακαρόνια, μπακαλική, τα αλεύρια. Όλα-όλα τα λεφτά του παππού ήταν 700 όλα. Βγάζει το βαρκί, βγαίνει έξω, πάει στο Μιχάλη -τον εγνώριζε, γιατί πααίνανε ψάρια πέρα και πουλούσαν στη Μουτσούνα. Βαρκαριές. Κατεβαίναν οι Αξιώτες κάτω με τα μουλάρια, τότες δρόμους δεν είχε, κι είχαν τα καφάσα οι μανάβηδες και βάζαν τη γούπα και πααίναν στα χωριά. Είχε μεγάλη κίνηση η Μουτσούνα λόγω τα σμιρίγλια. Μπαίνει μέσα λοιπό`, βλεπει το αλεύρι. Ήταν λοιπόν τα αλεύρια εβδομηντάρικα τσουβάλια, οκάδες, εβδομήντα οκάδες ήταν το τσουβάλι. </p>



<p><strong>Ε:</strong> Ήταν οκάδες τότες όχι κιλά.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ήταν τα εβδομηντάρια τσουβάλια 700 δραχμές. Παίρνει το τσουβάλι ο  συχωρεμένος ο πατέρας, το στήνει όρθιο, το πάει επά στο μόλο.  Πάει ακουμπά 700 δραχμές του Μιχαλού.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Δεν του `μεινε τίποτα, για να πάρει του παιδιού ένα κομμάτι χαρβά.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Έβλεπε λοιπόν το χαρβά το παιδί και του λέει ο πατέρας, του Μιχαλού λέει, -είπαμε ότι ο χαρβάς τότες ήτον μαύρο χαβιάρι. Του λεει του Μιχαλού που λε` -τον γνώριζε ο πατέρας μου τον Μιχαλό, ήταν πολύ γνώριμοι […]. Λέει, «Μιχάλη, κόψε ένα κομμάτι χαρβά του παιδιού γιατί έτσι κι έτσι.» Λέει, «Ο χαρβάς, Βασίλη, θέλει λεφτά.» Λοιπόν ήθελε να του κόψει ένα κομμάτι…</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ένα κομματάκι του παιδιού να του φύει..</p>



<p><strong>Σ:</strong> H κελομάρα! </p>



<p><strong>E:</strong> Δεν είχε άλλα λεφτά να του πάρει.</p>



<p><strong>Σ:</strong>  Δεν είχε μία. Μένει λοιπό` ο μπάρμπα Βασίλης με το γιό του στη Μουτσούνα, το τσουβάλι τ` αλεύρι, το βαρκί.</p>



<p><strong>E:</strong> Νηστικοί.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Πού να πάει τώρα αυτός ο άνθρωπος; Η καλή του τύχη, η καλή του τύχη ήτανε τότες το Νικητούρι ο Σκοπελίτης, αυτός ήταν ψαράς. Δηλαδή ο Σκοπελίτης το Νικητούρι ήταν αδέρφια με το Σκοπελίτη το Γιώργη. Αδέρφια. Ήταν ψαράδες αυτοί. [&#8230;] Όπως καθόνταν λοιπό` κει δα στη γωνιά κι ήτον απελπισμένος, έρχεται το Νικητούρι με τη βάρκα του φορτωμένη γούπα, με την οικογένειά του, τα παιδιά του, ήταν ο γιός του ο Μήτσος, ο Γιάννης, κι ένα άλλο παιδί, ο Ηλίας, αυτούς είχε. Φέρνου λοιπό` τη γούπα, μόλις βλέπουν τον πατέρα, «Βρε Βασίλη!» του λέει. Τον εκαλέσαν, φάγανε, βράσαν, τηγανίσαν. Μετά του λέει, «Νικήτα, θέλω να πάω στη Ντονούσα.» «Ναι Βασίλη. Βάλε το αλεύρι μες στη μεγάλη βάρκα, δέσε το βαρκί πίσω από τη μεγάλη βάρκα» και βγαίνουν όξω, κάνουν το πανί, έρχονται στις Μάκαρες. Αλλά επειδής ο καιρός ήτον λίγο ατσαλωμένος, τον έφερε, λέει, μέχρι τα μισά. Τον πατέρα με το βαρκί. </p>



<p><strong>E:</strong> Ήτανε καλό, λέει, το Νικητούρι. Πολύ φιλότιμος, καλός!</p>



<p><strong>Σ:</strong> Βάλτει λοιπόν το αλεύρι μες στο βαρκί και το πάει στην Καλοταρίτισσα μες την νύχτα. Σηκώνεται το πρωί ο νοικοκύρης που είχε το βαρκί και πάει κάτω, το πρωί που έφυγε το βαρκί. Δηλαδή πήε ο πατέρας μου τη νύχτα, ηπήρε το βαρκί να πάει στη Μουτσούνα, το αλεύρι. Επήε το πρωί ο νοικοκύρης, να το πάρει να πάει στους χάνους. Έλειπε το βαρκί, έλειπε το βαρκί. Πάει απάνω, «Πω, γαμώ την ψυχήν του, μου πήραν το βαρκί μου!»</p>



<p><strong>Ε:</strong> Όλο την ψυχήν του έλεγε.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ξέρω εγώ, κι έγινεν φασαρία. Ποιος την πήρε την βάρκα. </p>



<p><strong>Ε: </strong>Νόμιζε το κλέψαν το βαρκί. Λέει το κλέψαν, ποιος το πήρε το βαρκί;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Η συχωρημένη η μάνα, ας πούμε η γιαγιά, η μάνα μου, ήξερε την υπόθεση. Ήταν ας πούμε αυτή, ήταν μια γυναίκα καλή γειτόνισσα και η μάνα μου, ας πούμε, ήτον καλή γυναίκα. </p>



<p><strong>Ε:</strong> Φιλότιμη γυναίκα η μάνα του η γιαγιά.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Αφού λοιπόν άκουγε τον Δημητράκη, άκουγεν ας πούμε το νοικοκύρη του βαρκιού και οχλαγωγούσε και μάλωνε, ξέρω γω, κι έσκουζε, πάει και της λέει της γειτόνισσας της Μαριώς, η μάνα μου: «Πε του μπάρμπα Δημήτρη να μην φωνάζει, και ο άντρας μου ο Βασίλης ηπήρε το βαρκί και ηπήε στη Μουτσούνα να φέρει αλεύρι, να ζυμώσωμε τη Λαμπρή, που δεν έχωμε ψωμί.» Μάντα δω, μάντα δω [&#8230;] Πάει λοιπόν και του λέει. «Ε, μη φωνάζεις Δημητράκη, μην φωνάζεις Δημητράκη και θα `ρθει το βαρκάκι.» «Γαμώ την ψυχή του! Ποιός μου πήρε τη βάρκα;» Αφού λοιπόν το `φερεν το αλεύρι, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου στο σπίτι, 70 οκάδες αλέυρι, γεμίζει η μάνα μου η συχωρεμένη μία λεκάνη τέτοια αλεύρι. Τότες το αλεύρι ήτονε… </p>



<p><strong>Ε:</strong> Σου λέω για τυρί το τρώαν το άσπρο ψωμί. </p>



<p><strong>Σ:</strong> Γεμίζει λοιπόν μια λεκάνη τέτοια και την πάει απάνω και της λέει… Αυτή ας πούμε η υπόθεση πόσο ήταν, ήτονε 48 ώρες, να πάει ας πούμε ο πατέρας μου στη Μουτσούνα και να `ρτει. Γεμίζει μια λεκάνη αλεύρι, την παίρνει λοιπόν, της την πάει στην κυρά Μαριώ και της λέει, «Έλα Μαρία, πάρε να κάμεις τηγάνι στο Δημητράκη.» «Μάντα δα, ίντα;» «Δεν πειράζει, δεν πειράζει.» Αφού ήρτε λοιπόν ο άντρας της, τα κατσίκια ήβοσκε, του λέει «Μάντα δα, μάντα δα, θα κάνουμε τηγανίτες που… δε` ίντα μας ήφερε η Μαρία που πήρε το βαρκί.» «Ε, γαμώ την ψυχήν του πιο καλά…»</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ήταν το βαρκί, αλλά αφού γύρισε ο παππούς, ήβαλε η γιαγιά την λεκάνη με το αλεύρι, του το πήγε, σου λέει «Πάρε και συ να κάμεις τηγανίτες, που `ναι Πάσχα ας πούμε, να κάμεις ένα ψωμί των παιδιών σου.» […] Η ανέχεια, τι είναι η ανέχεια. <strong>Σ:</strong> Αυτά είναι.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>σκεφτόταν</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πηγαίνανε στις Μάκαρες και κουβαλούσε χταπόδια κοφίνια</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 15:52:31 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5206</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ψάρεμα με τη βάρκα που τη λέγαν Σούβλα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/">Πηγαίνανε στις Μάκαρες και κουβαλούσε χταπόδια κοφίνια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-8.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ψάρεμα με τη βάρκα που τη λέγαν Σούβλα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Ελ: </strong>Ο πατέρας μου ψάρευε πρώτα. Θυμάμαι στα μικρά μου χρόνια, είχαμε μια βάρκα μισάρικια, μαζί την είχανε τα δυο αδέρφια, ο πατέρας μου και του γέρο-Κώστα ο πατέρας. Την είχανε μισή-μισή και πηγαίνανε όλο με εκείνη στο ψαρεμα. Ε, μετά που γίναν τα παιδιά, μεγαλώσαν τα παιδιά της θείας της Μαρίναινας, πηγαίνανε πάλι με τον Αντώνη τον δικό μας στα ψαρέματα και απασχολότανε. Ο συγχωρεμενος ο άντρας μου μετά αγόρασε βάρκα δικιά του. Την είχανε βρει ο Μπαρμπερογιάννης στην Νάξο, την είχανε βρει στη θάλασσα και έπλευε κάπου. Από κάποιο καϊκι έφυγε, από κάποιο καράβι, ποιος ξέρει. Έτυχε να `ρτει εδώ και λέει, «έχω μία βάρκα και την πουλάω.» Τα συφωνήσανε λοιπόν με το συγχωρεμένο τον άντρα μου και την πήρε, την πήρανε. Η Σούβλα που λέγανε, αν την έχετε ακούσει καμιά φορά… Ο Μαραγκός την είχε πάρει και μετά την πήρε ο Κώστας, ο γιος του,&nbsp; στην Αμοργό, την είχεν στην Αμοργό. Ακόμα υπάρχει και την έχουνε κάνει κότερο, ήτανε τόσο γρήγορο πράγμα. Αφού πηγαίνανε στα Χτένια, πηγαίνανε και ερχότανε με τα κουπιά. Πηγαίνανε στις Μάκαρες και κουβαλούσε&nbsp; χταπόδια κοφίνια, στις Μάκαρες. Ώστε να ρθουνε από τις Μάκαρες που&nbsp; σκοτείνιαζε.&nbsp;</p>



<p><strong>Η:</strong> Με το κουπί τώρα; </p>



<p><strong>Ελ:</strong> Είχε κάνει και πανί. Είχε πάει στην Αθήνα, είχεν αγοράσει το πάνι, το `χε κόψει ο ίδιος, το `χε ράψει ο ίδιος, το `χεν μοντάρει, όλα τα `χε κάνει ο ίδιος. Και πηγαίνανε και στα Χτένια και στις Μάκαρες και φέρνανε κοφίνια. Το βράδυ θέλουν να `ρθουνε πια σκοτεινά κάτω, θε` να μπουρίσουνε με την μπουρού, γιατί αλλιώς δεν είχαμε επικοινωνία. Πότε ερχότανε, πώς, να  ξέρωμε να… Κι είχα εγώ έτοιμους τους γαϊδάρους και έβαζα πάνω τα κοφίνια και πήγαινα κάτω, εκείνοι κοπανάγανε χταπόδια και τρίβανε, ώστε να παω εγώ. Καθόμουνα κάτω, περιμέναμε και μετά τα φορτώναμε. Είχαμε ένα σύρμα όπως ήταν μεγάλη η αυλή μας πριν, είχε σύρμα έτσι σταυροειδώς, και το φορτώνανε χταπόδια όλο και ξεραινότανε κι εκείνα τα πουλούσαμε τότε. Τ` αγόραζεν ο Χρήστος ο Φαζάκος που λέμε και ο Μιχαλάκης.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/">Πηγαίνανε στις Μάκαρες και κουβαλούσε χταπόδια κοφίνια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ήταν οι γαλαρίες αυτές και ηδουλεύαν εκεί κόσμος, ήτονε καλά</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/itan-oi-galaries-aytes-kai-idoyleyan-ekei-kosmos-itone-kala/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/itan-oi-galaries-aytes-kai-idoyleyan-ekei-kosmos-itone-kala/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 19:59:36 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5129</guid>

					<description><![CDATA[<p>Τα μεταλλεία της Δονούσας και των Μακάρων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/itan-oi-galaries-aytes-kai-idoyleyan-ekei-kosmos-itone-kala/">Ήταν οι γαλαρίες αυτές και ηδουλεύαν εκεί κόσμος, ήτονε καλά</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don12-9.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα μεταλλεία της Δονούσας και των Μακάρων</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Η:</strong> Θείε εσείς για τα μεταλλεία τι ξέρετε;</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Έχω ακούσει ότι υπήρχαν και τα μεταλλεία εκεί και δουλεύανε και μερικοί ντόπιοι εκεί. Στον Κέντρο ήτανε, σε κάτι γαλαρίες.</p>



<p><strong>Η:</strong> Ζούσατε εσείς όταν… `28 γεννηθήκατε, υπήρχαν ακόμα τα μεταλλεία.<strong>Δημ:</strong> Ναι, υπήρχανε, μέχρι το `39 υπήρχανε, και μετά μπήκεν ο πόλεμος και… Θυμούμαι εγώ που πήαινε ο κόσμος και δουλεύαν εκεί, ήμουν 11 χρονώ. Δεν ξέρω κι εγώ τώρα πώς ήτον τα μεταλλεία, ήταν κρατικά ή… . Αυτοί που είχαν έρτει, τα αφεντικά ας πούμε, ήτονε ξένοι, μάλλον ήτονε Αθηναίοι κι ήταν κι ένας Γερμανός. […] Κάπου ανήκανε αλλά δεν το `χουμε ερευνήσει αυτό το θέμα κι έπρεπε να το ερευνήσωμε, ας πούμε. Μόνο ο Κώστας αυτός εδώ θα ξέρει κάτι, γιατί ήτον και μες στα χωράφια του εκεί στον Κέντρο, αυτουνού ήτον τα χωράφια όλα. Των Κωβαίωδων και του Πράσινου, του Πράσινου του Ψεύτη εδώ. Ήταν οι γαλαρίες αυτές και ηδουλεύαν εκεί κόσμος, ήτονε καλά. Γιατί και πριν αυτά υπήρχεν κι άλλο ένα νταμάρι στις Μάκαρες που βγάλαν μάρμαρο, πλάκες, [&#8230;] ξέρω γω τι και πηαίναν και κει και δούλευαν οι από δω. Ήταν κάτι αφεντικά κι από κει από την Αθήνα, ένας Αριστείδης, ένας Γιάγκος. Το θυμάμαι αυτό γιατί με `παιρνε και μένα ο πατέρας μου στις Μάκαρες για να μαζεύω αλάτι τα καλοκαίρια. Ήμουν παιδί, ήμουνα σχολειό, το `35, `36, `37 ας πούμε, αλλά ηπήαινα εγώ στην αλατσαριά, που λέμε, κι μάζευα ένα καλάθι αλάτι κάθε μέρα και το `φερνα κάτω. Άμα ερχόμασταν το Σαββάτο, έρχουντον εδώ όλοι, ήτον καμιά τριανταριά-σαράντα εργάτες με δυο λατίνες, ήταν οι βάρκες μεγάλες, πααίναν και παίρναν τους ανθρώπους άμα ήταν καλός καιρός, και τη Δευτέρα πάλι το πρωί πηαίναν πέρα. Από κει πηαίναν οι βάρκες στη Μουτσούνα και φέρνανε τροφές, ψωμιά, είχε φούρνο στη Μουτσούνα, πηαίναν εκεί. Είχανε χτίσει εκεί μια σαράδα σπίτια, έτσι πρόχειρα, με μάρμαρα, και είχε καθένας ένα σπιτάκι. […] Είχε έτσι παραπάνω ένα μεγάλο κτίριο που ήτονε σιδηρουργείο, κει στομώναν τα εργαλεία.</p>



<p>&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/itan-oi-galaries-aytes-kai-idoyleyan-ekei-kosmos-itone-kala/">Ήταν οι γαλαρίες αυτές και ηδουλεύαν εκεί κόσμος, ήτονε καλά</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/itan-oi-galaries-aytes-kai-idoyleyan-ekei-kosmos-itone-kala/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Το μεταλλείο ήταν από το `12. Ήβγαλε τσίγκο, μολύβι, χαλκό, ήβγαλε και ασήμι</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/to-metalleio-itan-apo-to-%ce%8412-ivgale-tsigko-molyvi-chalko-ivgale-kai-asimi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/to-metalleio-itan-apo-to-%ce%8412-ivgale-tsigko-molyvi-chalko-ivgale-kai-asimi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 18:06:36 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5132</guid>

					<description><![CDATA[<p>Τα μέταλλα που έβγαζε το μεταλλείο της Δονούσας</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-metalleio-itan-apo-to-%ce%8412-ivgale-tsigko-molyvi-chalko-ivgale-kai-asimi/">Το μεταλλείο ήταν από το `12. Ήβγαλε τσίγκο, μολύβι, χαλκό, ήβγαλε και ασήμι</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don4-2.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα μέταλλα που έβγαζε το μεταλλείο της Δονούσας</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Κ</strong>: Τότες είχε δύσκολα τα χρόνια, είχε όμως δουλειές. Είχε μεταλλείον εδώ.&nbsp;</p>



<p><strong>Η:</strong> Δουλεύατε στο Μεταλλείο που ήταν εδώ πάνω; […] Θείε, πείτε μου για το μεταλλείο αυτό, πώς ήτανε;</p>



<p><strong>Κ: </strong>Ε, τώρα τελευταία που ηδουλεύγαμεν εμείς, δεν ηβγάλανε μεταλλείο. Πηαίνανε για να το` βρουνε, αλλά τα παλιά χρόνια είχε πολύ. Ηδουλεύγα` οι γυναίκες, άντρες, όλοι. Ηκάνα` διαλογή, ήτον ο πατέρας σας εκεί. Ήξερε το μεταλλείο ποιο είναι το καλό, ποιο είναι το σκάρτο και οδηγούσε και τις είχεν εκεί εργάτριες όλες τις…</p>



<p><strong>Η:</strong> Και τι έβγαζε; Τι μέταλλο έβγαζε;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Ήβγαλε τσίγκο, μολύβι, χαλκό, ήβγαλε και ασήμι ένα ποσοστό εικοσιπέντε τα εκατό ήβγαλε. […]</p>



<p><strong>Η:</strong> Και αυτό, θείε, πότε έκλεισε; Πότε έκλεισε το μεταλλείο αυτό;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Αυτό ήταν από το `12.</p>



<p><strong>Η:</strong> Το `12 άνοιξε… Κι έκλεισε;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Το `38 με τον πόλεμο.</p>



<p><strong>Η:</strong> Αυτό, θείε, ποιος το είχε, το μεταλλείο αυτό;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Μια εταιρεία. Τώρα τελευταία που ηδουλεύαμεν εμείς ήταν ένας Γερμανός.</p>



<p><strong>Η:</strong> Και δουλεύανε Δονουσιώτες ή ερχόντουσαν και από άλλα νησιά;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Από την Κύμην είχανε φέρει καμιά τριανταριά εργάτες τότε κι ηδουλεύανε, γιατί ξέραν από μεταλλεία. Ύστερις ημάθανε εδώ οι ντόπιοι. Στις Μάκαρες πάλι ηβγάλανε πλάκα, μαρθετόπλακα για μονώσεις απάνω τα… Πήαιναν στην Αθήνα, το κόβγαν ένα… τρεις-τέσερις φορές σαν το σπίτι, το ανοίγανε, ξεμπαζώνα` από πάνω και βρίσκαν το καλό, και κόβγαν τέτοιους πάγκους, όπως είναι το μπάρι, τόσο. Πιο χαμηλούς, 50 πόντοι ήτανε. Κόβγαν, ανοίγανε τρύπες μια εδώ, μια εκεί, άλλη εκεί, και βάλαν σφήνες μετά κι ήφευγεν ο πάγκος αυτός κι ηρχόταν εδώ και τον ηχωρίζανε. Καθόμαστ` ύστερι με τα πιργιόνια και τις ησκίζαμεν τις πλάκες. Ήρταν τα καΐκια, τα φορτώνανε και πηαίναν στην Αθήνα. Δουλεύγαμε πολλά χρόνια. Πήαινε βάθος, μέχρι που ήθελε να βρει στην θάλασσα, πηαίνανε.</p>



<p><strong>Η:</strong> Δουλεύατε και εδώ και στις Μάκαρες;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Πρώτα ηδουλεύγαμε στις Μάκαρες. Εδώ ηδουλεύγαμε από το `35 μέχρι το `38. Τότες που ηδουλεύγαν που ηβγάζαν το πολύ μεταλλείο δεν… Ήμουνα πιτσιρίκος.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-metalleio-itan-apo-to-%ce%8412-ivgale-tsigko-molyvi-chalko-ivgale-kai-asimi/">Το μεταλλείο ήταν από το `12. Ήβγαλε τσίγκο, μολύβι, χαλκό, ήβγαλε και ασήμι</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/to-metalleio-itan-apo-to-%ce%8412-ivgale-tsigko-molyvi-chalko-ivgale-kai-asimi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 14:31:38 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5138</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μεροκάματα στα μεταλλεία και οι πλάκες Μακάρων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/">Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-14.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Μεροκάματα στα μεταλλεία</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>H:</strong> Εσείς τα μεταλλεία τα θυμάστε;</p>



<p><strong>Ελ: </strong>Ναι ήμουνα παιδάκι, πολύ μικρή ήμουνα. Τα θυμάμαι τα βαγόνια που πηγαίναμε και βγαίναμε απάνω.</p>



<p><strong>Η:</strong> Δουλεύανε δηλαδή όταν ήσασταν μικρή;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Ναι, δουλεύανε, δουλεύανε. Αυτό που βγάζανε, πηγαίνανε και το ρίχνανε εκεί στο Σιδεροκάμινο, που λέμε. Εκεί πηγαίναν και τ` αδειάζανε. Ερχότανε κάποιο κάραβι κι άραζε εκεί κι από κει το φορτώνανε. Είχανε κάνει μια τσουλήθρα έτσι και πήγαινε κατευθείαν μέσα στο καράβι. Και το βαγονάκι εγώ το θυμάμαι από μέσα από τις γαλαρίες, και πέρναγε από του παππού τα χωράφια. Ακόμα φαίνεται η γραμμή. Και πηγαίναμε εμείς τα πιτσιρίκια, κατεβαίναμε που `χανε σχολάσει πια οι εργάτες και βρίσκαμε τα βαγονάκια και βγαίναμεν απάνω, τα σπρώχναν οι άλλοι για να παίζουμε.&nbsp;</p>



<p><strong>H:</strong> Οι εργάτες ήτανε Δονουσιώτες;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Ναι, ναι, όλοι από τη Δονούσα ήτανε. Οι προϊσταμένοι ήταν από την Αθήνα… τώρα πώς τις λέγανε δε θυμάμαι, πώς τις λέγανε. Τις λέγαν οι γονείς μας, πώς τους λέγανε αλλά δε θυμάμαι. Ένας λεγότανε Κώστας, Κώστας λεγότανε, μα το επίθετό του δεν μπορώ να σκεφτώ. Μάλιστα είχε γίνει ένα περιστατικό με κείνον. Είχε χηρέψει η Μαυροειδή, της Ευγενίας η μάνα, είχε χηρέψει τον πρώτο της άντρα που `χε πάρει και ήταν πολύ ωραία κοπέλα τότε που πέθανεν ο άντρας της, ήτανε πάρα πολύ ωραία και αυτός την ήθελε, αλλά αυτή δεν ήθελε να κάνει τέτοια. Είχεν ένα αγόρι με κείνον τον άντρα, αλλά κείνο πέθανε. Κοιμότανε με μια θεία… Μαρία, της Σταυρούλας και του παππού του Ηλία αδερφή ήτανε, και ήτανε φυματικιά, και το παιδί κοιμότανε μαζί της, το `χε παρέα και το κόλλησε. Τότες έβραζε η φυματίωση. Ώστε να την πάρουνε χαμπάρι, ότι εκείνη είναι φυματικιά… και κόλλησε το αγοράκι και πέθανε. Το θυμάμαι εγώ το αγοράκι, το θυμάμαι λίγο που πήγαινε στο σχολείο, ήταν ένα ωραίο αγοράκι… Λοιπόν, και πήε λοιπόν τη νύχτα και της εχτύπησεν αυτός, και λέει, «Ποιος είναι;» Λέει, «Καλλιόπη εγώ είμαι.» Λέει, «Ποιος;» Λέει, «Άνοιξε θα με δεις.» Εκείνη καμώθη πως ήτανε μέσα ο παππούς ο Ηλίας, ο αδελφός της, και δε σηκώθηκε ν` ανοίξει, μόνο φώναξε δυνατά, «Ηλία, για σήκω να δεις, ποιος είναι που χτυπά την πόρτα;» Ακούει αυτός μέσα, «Ηλία σήκω να δεις ποιος είναι που χτυπάει την πόρτα», έγινε λαγός, έφυγε. Αυτά, ας πούμε, θυμάμαι από τους γονείς μου, που λέγανε αυτές τις περιπτώσεις. Αυτόν θυμάμαι στο μεταλλείο, ήτανε επιστάτης του μεταλλείου, αυτόν τον Κώστα. […]&nbsp;</p>



<p><strong>H:</strong> Υπάρχει τώρα κάποιος που να δούλευε στα μεταλλεία που είναι εδώ πέρα στο νησί;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Μπα, δεν υπάρχει κανένας, δεν υπάρχει κανένας. Τότε που δουλεύαν τα μεταλλεία, εγώ ήμουνα παιδάκι και όλοι αυτοί που δουλεύανε ήτανε μεγάλοι, έχουνε φύγει όλοι. Το μόνο που θυμάμαι, θυμάμαι που μετά βγάζανε μια άσπρη πέτρα, τον άτσαχα που λέμε, και εκείνο το δουλεύανε πίσω στην Καλοταρίτισσα κοντά. Τώρα εκείνο πώς το κουβαλάγανε, δε θυμάμαι. Και δούλευε κι ο πατέρας μου, όπου βρίσκανε μεροκάματα οι άντρες τότε του νησιού όλοι, πηγαίνανε και εδούλευε. Και αφού ακούγαμε λοιπό πως μαζεύανε άτσαχα, είχαμε λοιπό καλαθάκια κι άμα ανεβαίναμε από τον Κάμπο σκορπούσαμε στο δρόμο και τα γεμίζαμε τα καλαθάκια μας άσπρη πέτρα, πως θα την πουλήσωμε κι εμείς. (γέλια) Πως θα πουλήσωμε την άσπρη πέτρα. Αλλά από αυτούς δε ζει κανένας, κανένας, κανένας.</p>



<p><strong>Κ: </strong>Θυμάστε πότε κλείσαν τα μεταλλεία και πώς είχανε κλείσει;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Α, και να θυμάμαι ποια χρονολογία, είναι… Πριν τον πόλεμο πάντως ηκλείσανε. Με τον πόλεμο κλείσανε, το `40 κλείσανε, γιατί, σου λέω, ήτανε οι Βαλάτουδες που ήταν εδώ που δουλεύανε -να τώρα σκέφτηκα πως ήταν κι οι Βαλάτουδες στα μεταλλεία- και τότε κηρύχτηκεν ο πόλεμος.&nbsp;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Λόγω του πολέμου κλείσανε ή δεν είχε πια να βγάλει από μέσα;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Λόγω του πολέμου κλείσανε. Τώρα είχεν δεν είχεν, δε θα `χε πια πολύ γιατί τα `χανε εξαντλήσει πια, λίγο πράγμα βγάζανε.</p>



<p><strong>Η:</strong> Από πότε λειτουργούσαν αυτά; Πότε ξεκίνησαν;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Δεν ξέρω από πότε ξεκινήσανε τα μεταλλεία, πάντως εγώ σαν παιδάκι που γνώρισα, οι γαλαρίες ήτανε βαθιές, πηγαίναν πια… Δούλευεν ο πατέρας μου και πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια, όταν φεύγαμε από το σχολείο. Παίρναμε το δρόμο απ` την Παναγία και πηγαίναμε μέσα κει και μπαίναμε μέσα, για να δούμε… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες, πηγαίνες μέσα-μέσα τότε. Ήτανε καθαρό, γιατί το καθαρίζαν για να βγάζουν το υλικό. Κανένας δεν υπάρχει που να δούλεψε στα μεταλλεία τότε. Όλοι ήτανε μεγάλοι άνθρωποι, εγώ ήμουνα παιδάκι. Αυτοί που δουλεύανε πριν το `40, το `35 φερ`ειπείν, το `35 δουλεύανε, δε ζει κανένας, δε ζει κανένας, όλοι έχουνε…</p>



<p><strong>Η:</strong> Και περάσαν όλοι από τα μεταλλεία;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Οι άντρες του νησιού βέβαια, όλοι. Κι απ` την Καλοταρίτισσα ερχότανε κι απ` τον Κάμπο, όσοι άντρες ήτανε τότε υπήρχανε, ερχότανε κι από δω απ` το Μερσήνι, απ` τη Μεσαριά, όλοι. Όλοι δουλεύαν στα μεταλλεία, γιατί… Οι Μυλωνάδες οι δυο δεν ξέρω αν πηγαίνανε, επειδή είχαν το μύλο. Αυτοί δεν ξέρω αν δουλεύανε, αλλιώς οι υπόλοιποι όλοι δουλεύανε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Οι Δονουσώτες οι πιο πολλοί πηγαίνανε στις Μάκαρες τότε που βγάζαν την πλάκα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-15.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα μεταλλεία των Μακάρων και οι πλάκες Μακάρων</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Ελ: </strong>Οι Δονουσώτες οι πιο πολλοί πηγαίνανε στις Μάκαρες τότε που βγάζαν την πλάκα. Ήταν ο Αριστείδης τότε εκεί προϊστάμενος, απ` την Αθήνα βέβαια, και ένας άλλος που τον λέγανε Θηραίο στο επίθετο, ήταν τ` αφεντικό στις Μάκαρες. Κι ερχόταν και από τα Κουφονήσια. Απ` τα Κουφονήσια είχε και στις Μάκαρες εργάτες, αλλά κι οι Δονουσώτες πηγαίναν οι πιο πολλοί.</p>



<p><strong>Η: </strong>Και βγάζανε πλάκα από τις Μάκαρες;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Πλάκα, ναι, πλάκα. Όχι βέβαια, δεν ήτανε καλή πλάκα, γι` αυτό και τη σταματήσανε, δεν την εξαναδουλέψανε. Δεν είχε πολύ πέραση, ήταν μαλακιά, πολύ μαλακιά ήτανε. [&#8230;] Εμάς η αυλή μας πριν, η παλιά αυλή, ήτανε γύρω-γύρω όλη με πλάκα αυτή των Μακάρων. Πέρα στης πεθεράς μου εκεί απ` έξω νομίζω πως υπήρχεν ακόμα καμιά. […] Εμάς από την αυλή την επήραν, άμα φύγαμε εμείς από δω το `62 που έφυγα γω. Η αυλή μου, όλος ο τοίχος γύρω-γύρω ήταν με αυτές τις πλάκες στρωμένη. Τις επήραν και τις εκάνανε… Καλοταριανοί μου `πανε ότι τις επήρανε και τις εκάνανε κουλούρες. Κάνανε τρύπα στη μέση και την κάνανε κουλούρα για το παραγάδι. Άμα τους έμπλεκε το παραγάδι, βάζαν αυτό πάνω σε χοντρή πετονιά και το σύρνανε και το ξέμπλεκε το βάρος εκείνο, το τράβαγε και το ξέμπλεκε το παραγάδι, έκοβε τ` αγκίστρια δηλαδή. Και τις είχανε πάρει όλες από δω.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/">Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 24 May 2023 08:04:37 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1677</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες για φαντάσματα στο Σπήλιο και για νεράιδες στη βρύση</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/">Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-21-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για φαντάσματα στο Σπήλιο</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Ελ:</strong> Κι εδώ στο Σπήλιο πάλι λέγανε πως… Φοβούμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, που `ρχομαστε από το σχολείο. Τώρα, μας τα λέγανε για να μας φοβίζουνε, για να `ρχόμαστε νωρίς; Γιατί παίζαμε στο δρόμο και ερχόμαστε όλο νύχτα, νύχτα. Άμα περνούσαμε, άμα δεν είμαστε και διπλάρικα μαζί, φοβούμαστε βέβαια, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα, «κου-κου, κου-κου» ακούγαμε. Καμιά φορά ήμουνα το πιο μικρό του σχολείου, άμα ανεβαίναμε -τα άλλα όλα ήταν μεγάλα αγόρια και τρέχανε- ε, εγώ πήγαινα σιγά-σιγά σαν το… και σκοτεινιαζόμουνα, ερχόμουνα νύχτα και τ` άκουγα λοιπό που φωνάζανε και έλεγα λοιπό μόνη μου τώρα, για να παρηγοριέμαι, <em>κουκουβάγια μωρέ είναι, τώρα τι φοβάμαι;</em> Μονολογούσα εγώ κι έλεγα <em>κουκουβάγια είναι μωρέ τώρα, τι φοβάμαι, αφού είναι κουκουβάγια και κάνει «κου-κου», τι να φοβάμαι;</em> Και παρηγοριόμουνα μόνη μου.&nbsp;</p>



<p><strong>Κ: </strong>Θυμάστε τι λέγαν για το Σπήλιο, για το συγκεκριμένο μέρος εκεί; […]</p>



<p><strong>Eλ:</strong> Λέγαν πως εκεί μέσα είναι το μέρος και καλά πιο δύσκολο το μέρος εκείνο, πως έχει φαντάσματα. Εγώ δεν έχω δει. Το μόνο που έχω ακούσει και δεν το `πε ψέματα βέβαια, δεν ξέρω ακριβώς πώς βρέθηκε, ήτανε… Όταν σκοτώθηκε της γριάς Πλυτώ ο πρώτος της άντρας, έπεσε ένας τοίχος και τον πέτρωσε εκεί δα μέσα, όχι στο Σπήλιο, πιο πέρα, στο άλλο που `ναι η ελιά. […] Εκεί ήταν, μέσα στα χωράφια αυτά σκοτώθηκε ο άντρας της. Έκατσε κάτω από τον τοίχο να κολατσίσει και τον είχε ξεσκάψει κι εκεί ξεκόλλησεν από πάνω ο τοίχος και τον ησκότωσεν από κάτω. Ψάχναν, τον ηγυρεύανε, δεν τον ευρίσκανε πουθενά. Και λέγανε τέλος πάντων, πως είχε φαντάξει, ακούγανε διάφορες φωνές. Δηλαδή εκείνη την ημέρα όχι δεν ακούσαν τίποτα. Το μόνο που μας έλεγεν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι ήτανε στο περιβόλι και πήγεν ο πεθερός του και τον εγύρευε στο περιβόλι. Αφού τον εγυρεύανε, μήπως είναι στο περιβόλι, μήπως είναι στη Μεσαριά; Ψάχνανε, τον γυρεύγανε. Ήμουνα μικρό παιδάκι εγώ τότε. Και άκουσε, λέει, από πάνω που έβηξε, γιατί από κάτω είναι το δικό μας περιβόλι, από πάνω αμέσως είναι δικιά του η τραφιά. Και λέει, λοιπόν, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, «Άκου, ο Δημήτρης» -Δημήτρη τον λέγανε και κείνο- «Άκου, ο Δημήτρης που βήχει από πάνω. Πού τον εγύρευεν ο πεθερός του και δεν τον ευρίσκανε;» Αλλά δεν εμίλησε, λέει, από πάνω φαίνεται θα `τανε και ίσως τον ευρήκανε και δεν ακουγόταν και τίποτα. Άκουσε, λέει, που έβηξε. Λοιπόν είχε φύγει ο Βαγγέλης από την Καλοταρίτισσα […], εδουλεύανε στις Μάκαρες κι ερχότανε τα Σάββατα, τις έφερνεν εδώ ο ίδιος ο επιστάτης, είχε μια βάρκα μεγάλη και τους έφερνεν εδώ τα σαββατοκύριακα, να πλυθούνε, να δουν τους δικούς τους, και προπάντων να πλύνουν και τα ρούχα τους. Και σηκώθηκε λοιπό` αυτός ο Βαγγέλης -ήτανε παλληκαρόπουλο και δούλευεν εις τις Μάκαρες κι αυτός- σηκώθηκε λοιπόν της αυγής για να φύγει […] για να προλάβει τη βάρκα που θα `φευγε και φεύγαν και πρωί-πρωί.  Του λέει ο πατέρας του… -σηκώθηκε νύχτα σκοτεινά- «Μήπως δουλιαστείς<sup>1</sup> να `ρθω κι εγώ μαζί σου;» Ο γέρος δε φοβότανε, αλλά ο μικρός… λέει, «Μπα, πού να `ρχεσαι μαζί μου τέτοιαν ώρα», λέει, «θα πάω.» Λέει, «Αν φοβάσαι να `ρθω γω μαζί σου.» Λέει, «Όχι, όχι, δε φοβάμαι.» Επήρεν τα ρούχα του αυτός κι έφυγε, μόλις επήγεν εκεί δα στην ελιά που σου λέω, ακριβώς είναι μια φίδα από κάτω. Όπως πήγε να περνάει αυτός, όλο και με το φόβο φαίνεται, βλέπει ένα μαύρο γάτο και πηδάει μες στα πόδια του και χύνεται κάτω προς τα κάτω. Αυτό ξεράθηκε το παιδί από το φόβο του. Γιατί πήδηξε με φόρα από πάνω από τον τοίχο και κατέβηκε μες στο δρόμο και πήρε κάτω τη ρεματιά. Και αυτό φοβήθηκε πολύ και πήγε λοιπό στον Κάμπο κι ήτανε άσπρο, λέει, όπως τον τοίχο. Του λέει, «Γιατί είσαι έτσι τρομαγμένος;»  Λέει, «Άστα τώρα.» Δεν ήθελε να πει τίποτα, αλλά μετά τον ξαναρωτήσανε. Του λέει ο Αριστείδης, αυτός που `χε τη βάρκα, λέει, «Γιατί είσαι έτσι; Είσαι κίτρινος», του λέει, «όπως το λεμόνι.» Του λέει, «Κάτι μου `τυχε στο δρόμο, που κατέβαινα νύχτα και κόντεψα να μείνω μες στο δρόμο.» Κι άμα `ρτεν απάνω τα `λεγε στους γονείς του, πως αυτό του `τυχε. Άλλη φορά πάλι, τις ίδιες μέρες εκείνες, κοιμότανε στ `αλώνια τότε, αλωνεύαμε, ήταν η εποχή των αλωνιών. Και κοιμότανε οι αθρώποι όλοι, ο πατέρας μου, της Σοφίας ο πατέρας, ο θείος μου ο Νικόλας, αυτός που σκοτώθηκε, στ` αλώνια κοιμόταν όλοι. Όλο το καλοκαίρι κοιμότανε στ` αλώνια, δεν ερχόταν στο σπίτι. Μία για να λυχνίσουνε, μία πως τους άρεσε και πιο καλά έξω καλοκαίρι που ήτανε, να μη ζεσταίνονται στα σπίτια, είχαν πάρει τα ρούχα τους και κοιμότανε στ` αλώνι. Στάχυα είχε κάτω και ήτανε μαλακά… Και θυμάμαι που `λεγεν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι κείνο το βράδυ, κείνη τη βραδιά, άκουσε μία σφυριά από το πίσω μέρος, εδώ που πηγαίνετε εσείς για να αντικρύσετε πώς είναι η ρεματιά, άκουσε μία σφυριά μες στη ρεματιά, που λέει, «Εγώ όσο χρονώ είμαι δεν είχα φοβηθεί ποτέ μου κι άκουσα μία σφυριά που επήγε ο αντίλαλος μέχρι κάτω. Εγώ», λέει, «δεν είχα φοβηθεί ποτέ και άκουσα αυτή τη σφυριά και εκείνο το βράδυ», λέει, «φοβήθηκα.»</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Άκουγα κι εγώ σαν παιδί πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-20-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>K:</strong> Σχετικά με θρύλους που λένε διάφορα για τη βρύση, για το νερό κι όλα αυτά, έχετε ακούσει;&nbsp;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Α, τ` άκουγα κι εγώ σαν παιδί, […] πως υπήρχανε νεράιδες εις τη Βρύση και κλαίγαν τα μωρά.&nbsp;</p>



<p><strong>K:</strong> Εγώ θυμάμαι που μας λέγανε ότι όποιος είναι να πάει βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί […] να κρατάς μαζί σου ένα κομμάτι ψωμί. Έχετε ακούσει την ιστορία τι συμβόλιζε αυτό το ψωμί;</p>



<p><strong>Ελ: </strong>Επειδή, πώς το βάζει ο παπάς που σε κοινωνάει, τον σίτο, τον οίνο και το έλαιο… Το ψωμί είχε τη δύναμη και δε σε πλησίαζε, λέει, το ξωτικό, έτσι μας λέγαν κι εμάς. Άμα βγαίναμε βράδυ έξω, λέει κράτα… -εμείς τα παιδιά βέβαια δεν πηγαίναμε πουθενά, αλλά άμα πήγαινε ο πατέρας μου που σηκωνότανε να πάνε στα ψαρέματα τη νύχτα, είτε απ` έξω είτε…-&nbsp; βάλε κι ένα κομματάκι ψωμί μαζί μες στη τσέπη σου. […] Ένα κομματάκι ψωμί. Γιατί το ψωμί είναι σταυρωμένο και δεν κάνει ούτε να το πατάμε ούτε να το πετάμε.</p>



<p><strong>Η:</strong> Κι εδώ για τη Βρύση τι λέγανε;&nbsp;</p>



<p><strong>Ελ: </strong>Μας λέγαν ότι υπήρχανε, λέει, νεράιδες εις τη Βρύση και είχαν ακούσει, λέει, κάποιοι, δεν ξέρω, ότι είχαν τα μωρά τους. Πηγαίναν και πλέναν τα ρούχα τους, λέει, στη Βρύση και τ` ακούγαν που κλαίγανε τα παιδιά. Αυτά θα `ταν φαντασίες. Μια κουκουβάγια να φώναζε τη νύχτα και λέγαν πως είναι τα παιδιά της νεράιδας. Οπότε δεν το πίστεψα βέβαια. Ε, καλά σαν παιδιά μας φοβίζανε και φοβόμασταν να πάμε, αλλά εγώ πολλές φορές που άντεχα και πήγαινα κάτω και πελεμούσα και σκοτεινιαζόμουνα και `ρχοτανε η συχωρεμένη η γριά Πλυτώ εδώ κάτω, έβλεπεν πως δεν είχα ανεβεί απάνω κι έλεγεν της Ειρήνης, «Βρε συ, αυτή η Ελευθερία λες να `παθε τίποτα και δεν έχει ανεβεί ακόμα;» Και κατέβαινε η κακομοίρα κάτω και με γύρευε. Μου `λεγε, λοιπόν, η Ειρήνη, «`ε δουλιέσ`<sup>2</sup> τέτοια ώρα που κάθεσαι κάτω;» Λέω, «Τι να δουλιώ;» «Δεν πάω», μου λέει, «τέτοια ώρα εγώ στη Βρύση, που να μου δίνουνε τι.» Δεν το σκέφτηκα ποτέ να φοβηθώ, σκοτεινά που να `ναι κάτω. Μια φορά εδώ, μόλις στρίβουμε, που `ναι η ταμπέλα «Βρύση» και «Λιβάδι», που `ναι η ταμπέλα ακριβώς, το από κάτω τραφάκι το `χεν ο γέρο Κώστας απάνω και το `χανε όλο αγκιναριές. Τότε όλα  ετούτα τα περγαλίδια ήταν γεμάτα αγκιναριές. Ξέρεις πόση αγκινάρα έβγαζε εδώ; Τα περγαλίδια όλα μόνο αγκιναριές είχε, δεν είχε φραγκοσυκιές καθόλου, ούτε μία, μόνο αγκιναριές είχαμε. Και είχαμε λοιπό μεγαλώσει πια και του λέω… -ήταν ένα βράδυ πια σκοτεινά κι είχεν έρθει κάτω για να βεγγερίσωμε- και του λέω, «Εν κόβεις τις αγκινάρες σου μόνο θα ξεποχιάσουνε, που `ναι κάτω στο Γύρισμα;» Το λέγαμε Γύρισμα επειδή πήγαινε το ένα έτσι και τ` άλλο αλλιώς. Λέει, «Μπα, αφού δεν τις τρώει κανένας.» Λέω «Κρίμασι.» «Ε, δεν πας να τις κόψεις;»  Λέω «Να πάω τώρα;» Μου λέει, «Άμα είσαι άξια να πας τώρα, χαλάλι σου. Πήαινε κόψε τις.» Λέω, «Θα πάω.» Μου λέει, «Δεν το πιστεύω.» Ήταν σκοτεινά πια. Μωρέ πήγα εγώ και γέμισα ένα καλάθι μέχρι απάνω. Λέω, τι να φοβάμαι τις νεράιδες που λένε, πώς κλαίνε στη Βρύση;</p>



<p><strong>Η: </strong>Οι άλλοι δεν πηγαίνανε δηλαδή;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Δεν πηγαίνανε.</p>



<p><strong>Κ: </strong>Δεν πάνε εύκολα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>φοβηθείς</em></li>



<li><em>δεν φοβάσαι</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/">Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Άμα δουλεύγαμε στις Μάκαρες, το Σαββάτο που ηρχούμαστε, παίρναμε τον Ηλία και μας ήπαιζε όλη νύχτα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 12:00:00 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1650</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο Μπαρμπα Λιας ο βιολιτζής. Γλέντια μετά τη δουλειά. Κρασιά.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/">Άμα δουλεύγαμε στις Μάκαρες, το Σαββάτο που ηρχούμαστε, παίρναμε τον Ηλία και μας ήπαιζε όλη νύχτα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don4-6-ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΑ-ΓΛΕΝΤΙΑ-ΜΕΤΑ-ΤΗ-ΔΟΥΛΕΙΑ-ΣΤΙΣ-ΜΑΚΑΡΕΣ.-ΚΡΑΣΙΑ.-ΚΩΒΑΙΟΣ-ΚΩΣΤΑΣ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο Μπαρμπα Λιας ο βιολιτζής. Γλέντια μετά τη δουλειά. Κρασιά</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Κ:</strong> Μπόλικα κρασά, ηπίναμε, ηγλεντούσαμε, χορεύγαμε.</p>



<p><strong>Η:</strong> Κάνατε γλέντια;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Είχαμε το συγχωρημένο τον Ηλίαν εκεί πέρα κι ήπαιζε το βιολί.</p>



<p><strong>Καλ:</strong> Γυρίζαν τα χωριά.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Κάθε Κυριακή είχαμε γλέντι, κάθε Κυριακή.</p>



<p><strong>Η:</strong> Και πού μαζευόσασταν, το γλέντι πού γινότανε;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Εδώ… πού ΄ναι το χτίριον αυτό του Τσαβαρή το μεγάλο; Από κάτω. Ήτανε μαγαζί τότες, τώρα το πούλησεν… Κάθε Κυριακή γλέντι. Όλοι, παιδιά και γέροι, όχι μόνο οι νεαροί. Άμα δουλεύγαμε στις Μάκαρες, το βράδυ το Σαββάτο που ηρχούμαστε, παίρναμε τον Ηλία και τον είχαμεν εκεί και μας ήπαιζε όλη νύχτα, οι νεαροί, καμιά εικοσαριά παιδιά στην ηλικία σου.</p>



<p><strong>Η: </strong>Αυτά όλα τώρα πριν τον πόλεμο ή μετά τον πόλεμο?</p>



<p><strong>Κ:</strong> Πριν τον πόλεμο. […]</p>



<p><strong>Η:</strong> Μετά πώς ήτανε; </p>



<p><strong>Κ:</strong> Και με τον πόλεμο ηπίναμε, ηγλεντούσαμε. Παίρναμε από τη Σαντορίνη κρασά πολλά. Μα είχεν εδώ κρασί πολύ, ο Μοσχονάς ήκαμε τόνους, εδώ ήτον όλο αμπέλια. Δύσκολα χρόνια, αλλά ήτον ωραία. Δεν το βάλαμε κάτω και με την Κατοχή. Δυο ζάρες εκατονεικοσάρες κρασίν είχαμε από τη Σαντορίνη. Μόλις ηδειάζαν, τις ηγεμίζαμε.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/">Άμα δουλεύγαμε στις Μάκαρες, το Σαββάτο που ηρχούμαστε, παίρναμε τον Ηλία και μας ήπαιζε όλη νύχτα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πήαινε κι έκανε τους τσιμεντόλιθου και μετά τις ηκουβάλει με τη βάρκα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/piaine-ki-ekane-toys-tsimentolithoy-kai-meta-tis-ikoyvalei-me-ti-varka/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/piaine-ki-ekane-toys-tsimentolithoy-kai-meta-tis-ikoyvalei-me-ti-varka/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 19 May 2023 09:57:13 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1491</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο σύζυγος χτίστης, ο βοηθός του ο Γιώργαρος και η κατασκευή τσιμεντόλιθων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/piaine-ki-ekane-toys-tsimentolithoy-kai-meta-tis-ikoyvalei-me-ti-varka/">Πήαινε κι έκανε τους τσιμεντόλιθου και μετά τις ηκουβάλει με τη βάρκα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don15-2-ΒΟΗΘΟΣ-ΤΟΥ-ΨΗΛΟΥ.-ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ-ΤΣΙΜΕΝΤΟΛΙΘΩΝ.-ΜΑΡΚΟΥΛΗ-ΕΙΡΗΝΗ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο σύζυγος χτίστης, ο βοηθός του ο Γιώργαρος και η κατασκευή τσιμεντόλιθων</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Ειρ:</strong> Ο άντρας μου ήτανε χτίστης, ήχτιζε, ησοβάτιζε. Αυτό το σπίτι το `χει εκείνος χτισμένο, τούτο από πίσω που `ναι η άλλη μου κόρη και κάθεται η Βάσω, ναι. Όλα εκεί πέρα, στην Πέρα Γειτονιά όλα αυτά, τα `χε χτισμένα. </p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Και είχε δουλειές εδώ και έχτιζε;</p>



<p><strong>Ειρ:</strong> Και είχε δουλειές εδώ και είχεν να σκολάσει κουρασμένος να `ρτει στη Μεσαριά  να φάει, να κοιμηθεί και πάλι το πρωί… Με τα πόδια ε; Ούτε δρόμο είχε. </p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Αυτό το σπίτι το είχε χτίσει μόνος του; </p>



<p><strong>Ειρ:</strong> Μόνος του, ηκουβάλει, είχε βάρκα μεγάλη, πήαινε στο από κει, στο Βαθύ Λιμενάρι, αν ξέρεις, που `ναι ο μύλος ο κάτω, από κάτω που `ναι ένα λιμανάκι. Πήαινε κι έκανε τους τσιμεντόλιθου και μετά τις ηκουβάλει με τη βάρκα εκεί πέρα από κάτω από το <em>Σκατζόχοιρο</em><sup>1</sup>. Ύστερι με τα γαϊδουράκια τις ήφερνε επά και τα `χτιζε. Είχε κάνει κόπο, κόπο που δεν ηλέγουντο. Ε, ύστερι, πάει.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Με τα χέρια χτίζαν όλοι τότε ε;</p>



<p><strong>Ειρ:</strong> Όλα, όλα με τα χέρια.</p>



<p><strong>Δήμ:</strong> Κι ο Γιώργαρος βοηθός.</p>



<p><strong>Ειρ:</strong> Ήτον και ο Γιώργαρος βοηθός.</p>



<p><strong>Δήμ:</strong> Ήταν ο βοηθός του πατέρα μου. E ναι, μαζί χτίζανε. </p>



<p><strong>Ειρ:</strong> Τώρα αυτός ο κακόμοιρος είναι στη Νιο, τον έχει ο παπάς, είναι λέει πιασμένος, ούτε βήμα παίρνει. Είχε κάνει κόπους κι αυτός, πολλούς κόπους, τώρα τα πληρώνει. Ο Γιώργαρος. </p>



<p><strong>Δήμ: </strong>Ο Γιώργαρος ήταν ο μεταφορέας του νησιού παλιά, δεν ξέρω αν το θυμάσαι εσύ.</p>



<p><strong>Ηλ: </strong>Θυμάμαι, πώς δε θυμάμαι.</p>



<p>(Σε αυτό το σημείο μιλάνε και οι δύο μαζί. Η μεταγραφή γίνεται σαν να μιλάνε ξεχωριστά).</p>



<p><strong>Δήμ:</strong> Ψυγεία, κουζίνες, τα σήκωνε στην πλάτη και τα πήγαινε στα σπίτια. Δεν υπήρχαν δρόμοι ούτε αυτοκίνητα τότε. Όποιος έφερνε πράγματα έπαιρνε το Γιώργαρο και του τα κουβαλούσε.</p>



<p><strong>Ειρ:</strong> Είχε δυο γαϊδουράκια και ηκουβάλει τα σκουπίδια. Ύστερι ήρχουντον το παπόρι, όποιοι ήρχουντον τον ηξέρανε και τον ηπαίρνανε και των ηκουβάλειν τα πράγματά του. Τι να κάμουμε; Να, το μηχάνημα αυτό που `κανε ο συχωρεμένος τις τσιμεντόλιθους είναι εκεί πάνω.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Πώς τους έκανε;</p>



<p><strong>Δήμ:</strong> Είχε ένα καλούπι και έβαζε το τσιμέντο μέσα, χαλίκι, τσιμέντο, δεν ξέρω, και άμμο βάζανε λογικά, ναι, έφτιαχνε το χαρμάνι αυτό δηλαδή, και το `βαζε εκεί μέσα και το είχε το καλούπι και βγαίναν οι τσιμεντόλιθοι.</p>



<p><strong>Ειρ:</strong> Ναι, μόλις ήθελε να καταλάβει ότι είχε μπήξει το υλικό, είχεν κάνει ένα μέρος τόσο, πρέπει να `ναι ίσιο το μέρος, για να τις βγάλεις τις τσιμεντόλιθους, γιατί `εν ημπορεί να `ναι οι τσιμεντόλιθοι στραβοί… να πας να χτίσεις, δεν ημπορεί. Και είχεν κάνει λοιπόν, επήαινα γω, όλοι είχαν περάσει από τα χέρια μου, αυτό το σπίτι, της Βάσως, ετούτο. Τις ήκανε εκείνος, τις ηκουβάλει κάτω-κάτω στο μόλο, πήαινα εγώ με το γάδαρο, τις ηκουβάλου κάτω-κάτω, είχεν το Γιώργαρο… τσι βάλαν μες στη βάρκα, τις ηφέρναν κάτω.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Α, με τη βάρκα.</p>



<p><strong>Ειρ: </strong>Με τη βάρκα.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Με κουπιά ε; Ή με μηχανή; </p>



<p><strong>Ειρ:</strong> Είχε μηχανή, είχε μηχανή. Τώρα είναι το εργαλείο εκεί πάνω.</p>



<p><strong>Δήμ:</strong> Στις Μάκαρες πήγαινε κι έφερνε άμμο, χαλίκι.</p>



<p><strong>Ειρ:</strong> Ηπήαινε στην Καλοταρίτισσα, στο Λιβάδι…</p>



<p><strong>Δήμ:</strong> Θυμάμαι εγώ πολλές φορές μ’ έπαιρνε μαζί του ο πατέρας μου, για να του κρατάω τα τσουβάλια, να βάζει το χαλίκι και την άμμο μέσα.</p>



<p><strong>Ειρ:</strong> Στο Βαθύ Λιμενάρι, στον Κέντρο. Στο Βαθύ Λιμενάρι τις είχε βγάλει όλους, όλους τους έβγαζε εκεί κάτω και πήαινα εγώ, ηβόσκιζα τα κατσά μου το πρωί, τα `βαλα μες στο ρέμα, ηπήαινα κάτω με το γάδαρο, πήαινα φαΐ και όλοι που ήτο έτοιμοι για ν’ αυτό, τις ήβαλα στο γάδαρο και πήαινα κάτω.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>μαγαζί στον Σταυρό</li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/piaine-ki-ekane-toys-tsimentolithoy-kai-meta-tis-ikoyvalei-me-ti-varka/">Πήαινε κι έκανε τους τσιμεντόλιθου και μετά τις ηκουβάλει με τη βάρκα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/piaine-ki-ekane-toys-tsimentolithoy-kai-meta-tis-ikoyvalei-me-ti-varka/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πιάναμε το τεσσάρι, που λέμε, δυο μπροστά στην πλώρη κι ένας στα πρυμνιά, και την πας τη βάρκα σφαίρα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/thymamai-oti-pianame-to-tessari-poy-leme-de-s-epiane-oyte-me-michani/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/thymamai-oti-pianame-to-tessari-poy-leme-de-s-epiane-oyte-me-michani/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 18 May 2023 07:38:09 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1428</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ψάρεμα με τη βάρκα «Άφοβος»</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/thymamai-oti-pianame-to-tessari-poy-leme-de-s-epiane-oyte-me-michani/">Πιάναμε το τεσσάρι, που λέμε, δυο μπροστά στην πλώρη κι ένας στα πρυμνιά, και την πας τη βάρκα σφαίρα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don12-14-Ο-Άφοβος-το-λέγαν-τη-βάρκα-του.-ΣΚΟΠΕΛΙΤΗΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ψάρεμα με τη βάρκα «Άφοβος»</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Δημ:</strong> Ε, βάρκες υπήρχαν πάντοτε. Όλοι είχαν βάρκες και βαρκάκια και μικρά για χάνους και… Αλλά είχεν τότες τέσσερεις μεγάλες βάρκες, με τρεις άντρες πλήρωμα μέσα, ο Γιώργος ο Σκοπελίτης, ο Τσαβαρής, ήτον κάτι Πράσινοι, κάτι άλλοι. Είχα δουλέψει εγώ με τις βάρκες του Παναγιώτη του Στεφανή, αυτός ο Βενετσάνος, πηαίναμε στις Μάκαρες, στα Χτένια, είχα 2-3 χρόνια, πήαινα κι εγώ με το Γιώργο το Σκοπελίτη, βοηθός. Ο «Άφοβος» λέγαν τη βάρκα του. Θυμάμαι ότι πιάναμε το τεσσάρι που λέμε, δε σ` έπιανε ούτε με μηχανή. Πιάνει δυο μπροστά στην πλώρη, τα πλωριά, κι ένας στα πρυμνιά και την πας τη βάρκα σφαίρα. Με κουπιά ναι. Είχε και πανιά αμέ, άμα φύσα. Βέβαια πρέπει να είναι μπονάτσα για να πάρεις (τα κουπιά), αλλά το πανί ήτον μέσα, ήτανε και αντένα και ταμπουράκι. Είχε τσατάλες<sup>1</sup> στις πάντες που λέμε, ήταν τα δέτια, διχάλια, απ` τη μια μπάντα το αλμπουράκι που ανοίγει κι απ` την άλλη η αντένα.  Ήτανε τσακολέβες<sup>2</sup>, τσακολέβες. Κατσαφόρα λένε το σκοινάκι κείνο που δένεις… και άμα φυσά μελτέμι βάλαμε το πανί. Είχε και μικρόν πανί και μεγάλο. `Μα `τον έτσι λειψυδρία βάλαμε το μεγάλο πανί, `μα `τονε αέρας ήβαλον το μικρό πανί. Πήαινες στις Μάκαρες, στη Μουτσούνα, ό,τι ψάρια πιάναμε τα πηαίναμε στη Μουτσούνα. Κει ήτον οι Ναξιώτες, βλέπανε, τ` αγοράζανε, πηαίναν στα χωριά, τα πουλούσανε. Ε, βάρκες οπωσδήποτε είχανε όλοι και πριν το 1880, που ήρθεν ο παππούς μου και είχεν μια καλή βάρκα, ο Παντελιός, και πριν υπήρχαν βάρκες, ψαρεύανε, είχεν εδώ ψαράδες. Καλοταρίτισσα ο Νικόλας του Μαστρογιώργη που λένε, ο Βασίλης, είχανε βάρκες, κι εδώ είχανε. Ε, δεν ήτον επεχταμένη η αλιεία, αλλά ηπηαίναν και πιάναν ψάρια για δική τους χρήση, χάνους προπαντός που έχει μπόλικους το νησί.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>διχαλωτά ξύλα</li>



<li>σακολέβες, βάρκες με πανιά τραπεζοειδούς σχήματος</li>
</ol>



<p>&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/thymamai-oti-pianame-to-tessari-poy-leme-de-s-epiane-oyte-me-michani/">Πιάναμε το τεσσάρι, που λέμε, δυο μπροστά στην πλώρη κι ένας στα πρυμνιά, και την πας τη βάρκα σφαίρα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/thymamai-oti-pianame-to-tessari-poy-leme-de-s-epiane-oyte-me-michani/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Εκεί τώρα τα φυλάουνε τα αρχαία αυτά. Τα μαζέψασιν όλα και τα πάνε εκεί και τα κολλήσανε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ekei-soy-leei-iton-i-proteyoysa-ayta-ta-stoichoionoyne/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ekei-soy-leei-iton-i-proteyoysa-ayta-ta-stoichoionoyne/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 May 2023 07:06:02 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1148</guid>

					<description><![CDATA[<p>Τα «κουκλάκια» και τα αρχαία που έβρισκαν στα χωράφια</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ekei-soy-leei-iton-i-proteyoysa-ayta-ta-stoichoionoyne/">Εκεί τώρα τα φυλάουνε τα αρχαία αυτά. Τα μαζέψασιν όλα και τα πάνε εκεί και τα κολλήσανε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don9-12_εκεί-σου-λέει-ήτον-η-πρωτεύουσα.-Αυτά-τα-στοιχοιώνουνε.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα «κουκλάκια» και τα αρχαία που έβρισκαν στα χωράφια</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Κ: </strong>Για τις δουλειές που είπατε τώρα στα αρχαία, είχαν ασχοληθεί όλοι εδώ; Πώς είχε γίνει; Πώς τα `χανε βρει…  πήρανε εργάτες από τα χωριά; Πώς είχε γίνει;</p>



<p><strong>Σ:</strong> […] Ήρτε να πούμε τώρα, `εν ηξέρω, μηχανικός ήρτε; Και κοίταξε να πούμε τα μέρη αυτά και θα `βρεν κάτι εκεί; Είπανε ότι βρήκανε κάποια κούκλα, να πούμε, ηβρήκανε εκεί κι από κει λοιπό ηβάλανε πια να πούμε και ήρτανε και&#8230; Ε, βρήκανε πολλά, βρήκανε πολλά. Τώρα αυτά τα φυλάουνε.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Κι από δω είχανε φύγει άνθρωποι και δούλευαν εκεί; </p>



<p><strong>Σ:</strong> Αμέ, όλον το νησίν ηδούλευγε, δεν υπάρχαν βλέπεις δουλειές και ηναγκάζουντον ο κόσμος και πάαινε.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Εκεί τι κάνανε; Σκάψιμο;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ε, σκάβγανε να πούμε [&#8230;]. Μάλιστα ηβρήκανε νομίζω μία μάνα και είχεν το παιδί μες στην αγκάλην της, μες στην αγκάλην της και ήτον τα οστά του παιδιού, το κεφαλάκι και της μάνας. Τον καιρό που γίνηκεν ο σεισμός. Εκεί σου λέει πρώτα τον παλαιό καιρό, εκεί σου λέει, ήτον η πρωτεύουσα, εκεί και με τους σεισμούς… Αφού σου λένε ότι οι Μάκαρες κι η Ντονούσα ήτον το ένα κι χωρίσανε. Καλοταρίτισσα, το Σκουλονήσι αυτά όλα… </p>



<p><strong>Η:</strong> Θεία αυτά τα αρχαία με εκείνη τη γυναίκα με το μωρό πού ήτανε;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Αυτοί ήτανε, να πούμε, κάτοικοι να πούμεν εκεί και με το σεισμόν που ηγίνηκε είχεν… κουλουγύρισεν να πούμε και μείναν εκεί.</p>



<p><strong>Η: </strong>Και πού βρέθηκε αυτό; Σε πιο μέρος στη Δονούσα;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Εκεί κάτω να πούμε ήτονε, εκείνον όλο εκείνο ήτονε πρώτα να πούμε όπως στον Κάμπο, την Καλοταρίτισσα έτσι ήτον και κει. Και με το πανωγύρισμα, τις ηπανωγύρισε και βρήκανε πολλά, να πούμεν, εκεί.</p>



<p><strong>Κ: </strong>Εκεί στο Βαθύ Λιμενάρι λέτε τώρα; Σε αυτό το σημείο;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ναι, ναι. Εκεί τώρα τα φυλάουνε τα αρχαία αυτά. Τα μαζέψασιν όλα και τα πάνε να πούμε εκεί και τα κολλήσανε, βρήκανε να πούμε αρχαία κουρούπια, πολλά εβρήκανε.</p>



<p><strong>Κ</strong>: Πού τα πήγαν τα… ;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Αυτά τα πηαίνουν εκεί στο… πώς λέγεται αυτό δα; Που παν και πηαίνουν και τα βλέπουνε;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Στο μουσείο. […]</p>



<p><strong>Σ:</strong> Στο μουσείον εκεί. Εκεί τα πηαίναν, τα νεώσασι να πούμε, που `τανε πετρωμένα και σπάσανε, διάφορα. Παλαιά πράματα αυτά, σου λέω, από τα χρόνια σου λέει εκείνα. Και γι` αυτόν τον λόγο τώρα ηβάλανε τώρα και φύλακα και φυλάει. Γιάντα τώρα θα πελεμήσεις οικόπεδο για να χτίσεις, πρέπει να `ρθουσι να κοιτάζουνε. […] Και σου λένε πρώτα, τον παλαιόν καιρό να πούμε, ε τον παλαιόν καιρό… Εκεί που `τον πέρα οι κάτοικοι που ζευγαρίζαν ακόμα τώρα να πούμε, του Νικήτα, να πούμε, του Τσίφτη ο πατέρας, τα αδέρφια να πούμε που ηκάνανε ζευγάρι, βρίσκανε, λέει, τις κούκλες εκεί που κάνανε ζευγάρι και τα δίναν των παιδιώ και παίζανε. Δεν το ξέραν, να πούμε, πως ήταν τέτοια, κατάλαβες; […] Ενώ όμως σήμερι άμα τα βρίκεις αυτά, έχουν μεγάλην αξία, μεγάλην αξία. Ο παππούς σου μια φορά κάτω στο Λιβάδι […] ήτανε κάτι κάτι σταύλοι, τα `χα κι εγώ ακουστά […], ήβρε, λέει, δυο τσουκάλια. […] Και ήτο γεμάτο το ένα κάρβουνο και τ` άλλο καραβόλους. Δεν ήτο της τύχης του. Λέει, λοιπόν, «Τέτοια τύχη», λέει, «είσαι;» Με συχωρείτε και κατουρεί μέσα. «Να», λέει, «τέτοια είσαι η τύχις μου;» Άλλη φορά πάλι η νανά μου τα `χε βρει σκαμμένα πέρα εκεί στις όχτους, εκεί που `τον τα σπίτια τα παλιά, να πούμε, από κάτω στο πλευρόν εκεί ήβρεν κι εκείνη ένα τσουκάλι καραβόλους. Δεν ήτον της τύχης της κι εκείνης. Εάν ήτον άλλος κι ήταν της τύχης του […]. Αυτά τα στοιχειώνουνε, αυτά τα στοιχειώνουνε.. Αν πας τώρα λένε λόγια. Εάν είναι, να πούμε, πει για σε σκοινί, για ξέρω γω, γίνεται σκοινί. Λέει δέναν σκοινίν εκεί, εκεί γίνουνται λεφτά. Μας έλεεν ο πατέρας μου μια φορά, που ήτανε, λέει, στην Αμοργό νομίζω&#8230; Ήτο, λέει, ένας και τα `βρε, δεν ήτον όμως λεφτά. Είχε, λέει ένα φίλο και του λέει, «Βρε φίλε, πάμε στο τάδε μέρος;» «Ίντα πά` να κάνουμε;» «Πάμε έτσι για περίπατο.» Ε, αφού πήασι λοιπό, […] ήβρε ένα σκοινί εκεί και το σκοινί γίνουντο λεφτά. Του λέει, «Γι` αυτό βρε σε `θελα. Δεν ήτον», λέει, «εμένα της τύχης μου, γι `αυτό σε `θελα, αν εσένα ήτον της τύχης σου, να τα βρούμε.» Κατάλαβες τι γίνεται;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ekei-soy-leei-iton-i-proteyoysa-ayta-ta-stoichoionoyne/">Εκεί τώρα τα φυλάουνε τα αρχαία αυτά. Τα μαζέψασιν όλα και τα πάνε εκεί και τα κολλήσανε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ekei-soy-leei-iton-i-proteyoysa-ayta-ta-stoichoionoyne/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
