<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Μεσαριά | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-country/mesaria/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-country/mesaria/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Sun, 18 Jan 2026 19:13:42 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.1</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>Μεσαριά | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-country/mesaria/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 18 Jan 2026 19:13:42 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=10612</guid>

					<description><![CDATA[<p>Φάρσα στο πηγάδι της Μεσαριάς</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/">Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"> </p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-20.mp3" controls="controls"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Φάρσα στο πηγάδι της Μεσαριάς</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="p1 wp-block-paragraph"><b>Σοφ:</b> Μια φορά είχε πάει η Βαγγελιώ η νύφη μου με το Δημητράκη να ντρετσάρουν το μύλο και ηκατεβήκανε κάτω<span class="Apple-converted-space">  </span>στο πηγάδι να πιουν νερό. Κι ήτον ο άντρας μου με τον Ψηλό στο Μερσήνι και τις είδαν που κατεβαίναν από το μύλο, ήτο σκοτεινά, και του λέει ο Ψηλός λέ΄, πάμε να των κάνωμε τον αράπη. Και κατεβαίνουν από πάνω και όπως ηπηαίναν κάτω στο νερό οι δικοί μας, των ηρίχναν πέτρες<span class="Apple-converted-space">  </span>και ηκάμναν και τον αράπη. Η Βαγγελιώ η νύφη μου ήθελε να πιει νερό και της λέει ο Δημητράκης λέει, έλα να σου ανέσυρον. Βάστα Δημητράκη μου γιατί ΄ναι<span class="Apple-converted-space">  </span>οι βαρκόλακοι από πάνω! Αυτοί οι δικοί μας είχαν πέσει μέσα στο χωράφι και κυλιούντον απ΄ τα γέλια. Ύστερι θαρρώ πως ηπεράσανε εδώ και τον ηδώκανε. Βρε κακούργοι, λέει, κοντεύγετε να με πεθάνετε. Κάναν αστεία πρώτα, ηκάναν.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/">Των ηρίχναν πέτρες και ηκάμναν και τον αράπη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ton-irichnan-petres-kai-ikamnan-kai-ton-arapi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 10 Nov 2023 11:31:31 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2442</guid>

					<description><![CDATA[<p>Εύθυμες και πένθιμες ρίμες. Το ποίημα της Αγίας Σοφίας.  Στίχοι από παλιά κάλαντα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/">Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-12.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Εύθυμες και πένθιμες ρίμες</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Επήγαινα στη Μεσσαριά κι εκεί στα σκαλοπάτια[?] [&#8230;] κι εκεί που με ποτίσανε τριώ λογιώ φαρμάκια. [&#8230;] Επήγαινα στη Μεσσαριά για ν΄αποχαιρετίσω και πάντιξέ [?] μου ο χάροντας και μου ΄πε στρέψε πίσω. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Αυτά τα βγάζετε τώρα ή τα ΄χετε ακούσει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όχι από μικρός μικρός.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Τα ΄χω βγάλει από&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ε από 30 από 20. [&#8230;] Ναι ο ίδιος τα ΄χει σχεδιάσει [&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Για θυμηθείτε κι άλλες τώρα που πήρατε φόρα! [&#8230;] </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Άκουκεν πως θα κατεβώ στο μαυρισμένον Άδη, που ΄ναι ψηλός σαν εγκρεμός βαθύς σαν το πηγάδι. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ν:</strong> Ο Κώστας του Σταύρου έλεγε τι ΄ναι στο Σοχωράκι&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Α τότες ημαλώναν απάνω που κανε το θέρος εκείνο στο Σιχωράκι. Ήταν ο μακαρίτης ο Στέλιος πήαινε θέριζε και ηπήαν οι άλλοι και ημαλούσαν, πάνω τσακωθήκανε. Ήρτεν από Καλοταρίτισσα η Πετσετάκενα κι εκείνε κι ήταν ο Κώστας του Σταύρου κάτω στο περβόλι, ανέβειν πέρα στο σπίτι του και ήκουσειν και φωνάζειν, βρε παιδιά τι ΄ναι στο Σιχωράκι; Αμέσως η Ζαρανιά τον ήκουσεν κι λέει ο Κώστας του Σταύρου φώναζε τι ΄ναι στο Σοχωράκι,  του Σμαραγδιού το σώβρακο εσχίστηνε λιγάκι. [ed]  </p>



<p class="wp-block-paragraph">Ήτονε μια φορά εκεί πάνω, είχανε ένα χωράφι, το ΄χανε δώσει εδώ. Ήτονε μια της Πετσετάκενας εκεινής, είχε παντρευτεί του Περιβολάρη ο γιος ο Στέλιος. Του ΄χανε δώσει ένα χωράφι εδώ πάνω, το ΄χε λοιπό σπύρει. Αφού δεν ξέρω δυο τρία χρόνια τέσσερα ήτανε παντρεμένοι και πόθανε μετά, αυτή τη λέαν Καλλιόπη. Πόθανε την πήγαν στην Αμοργό, πόθανε. Ήταν το χωράφι, ήρτεν ο Μάης, μπήκαν να το θερίζου. Ήταν η Ζαρανιά αντίκρυ και ήρταν από πίσω και τους κάναν μπόλεμο και τους λέει η Ζαρανιά, ακούσετε να σας ειπώ εις στις οχτώ του Μάη, τα στάχυα που θερίζανε ποιος θα τα πρωτοπάρει; Στου γέρου Κώστα τις σπηλιές μέσα σ΄αυτή την πόλη, δίχως μπαρούτι και φωτιά ησκοτωθήκαν όλοι. Ο Περβολάρης έτρεχεν να πιάσει μια μαγκούρα μ΄όλα τα γεροντάματα εγώ θα κάμω γιούρα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Αυτή, Ποπάκι μου, τη ρίμα [&#8230;] να της πεις στη μαμά σου, πως την ήλεεν πες η νονά σου. Η νονά σου πες τις ήβγαλεν αυτές. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H: </strong>Αυτά τα βγάζατε με μιας; [&#8230;] Τα τραγουδάγατε κιόλας;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ναι ναι ναι ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Όχι, έτσι τα σκέβγουντο και τα βγάλανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>M: </strong>Αυτή έβγαζεν πολλά εκείνη δα η γυναίκα. Ήτανε του Ζαράνη η γυναίκα ήκουεν αυτή, Σοφία εδώ πάνω, του γέρου Νικητιού κόρη ήτανε. [ed] Ήβγαλε που λες καμπόσα και στο τέλος τους είπε Σοφία η ποιήτρια καταγωγή Σιγάλα αφήστε με παρακαλώ να τραγουδώ μεγάλα. Η Ζαρανιά έβγαλε τα ποιήματα. Είχε βγάλει πολλά. Αφού τα ΄στειλε να τα τυπογράψουνε τότες [&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Κι ο συχωρεμένος ο Νικόλας [&#8230;] κι εκείνος είχε πολλά βγαλμένα στη μάνα του την κακομοίρα. [&#8230;] Τα ΄χε γράψει όλα τα τραγούδια, αλλά τα βρανε οι συγγενείς και του τα κάψανε. Όλα αυτά τα τραγούδια που τα ΄χε. [&#8230;] Τόσο λυπητερές ρίμες όπου είχε πεθάνει η μάνα του η κακομοίρα, που τις ήβγαλε, της έβγαλε ας πούμε τραγουδάκια ο κακόμοιρος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Αφού ετοιμαζόσουνα ν΄αφήσεις τη ζωή σου, γιατί δε μου το έλεγες να ΄ρθω κι εγώ μαζί σου; [&#8230;] Οι αλήθειες γίναν ψέμματα τα ψέμματα αλήθειες, έφυγες μητερούλα μου και πίσω πια δεν ήρθες. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Και γιατί πέθανε ας πούμε η κακομοίρα κι ήμεινε μονάχος, [&#8230;] της ήβγαλε ας πούμε ποιηματάκια. Σου λέω πάκα, πάκα χαρτιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ναι ναι είχε γράψει κόλλες πολλές πολλές ο Νικόλας, αλλά δεν υπήρχε να τις πάρω τις κόλλες που θελα να τις διαβάσω, μόνο τις ηπήραν, τα κάψανε, τι τα κάμανε. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Εκείνος (αναφέρεται στον άντρα της) ήτανε σου λεώ με τη γυναίκαν που έχει τη μαμά σου βαφτίσει και τον είχε ξεφτέρι κάμει σε όλα. Όλα και σε ποιήματα και σε αυτά τα κάλαντα και τα πάντα, γιατί τα λεεν εκείνη και τον είχε κοπέλι εκεί και τον ησπούδαζε. </p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Έπεσα και κοιμήθηκα κι είδα στο όνειρό μου, να χτίσω την Αγιά Σοφιά να ΄ρθώ στο λογισμό μου</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-14-Της-Αγίας-Σοφίας-το-ποίημα.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Το ποίημα της Αγίας Σοφίας</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Της  Αγιά Σοφιάς το ποίημα που ε&#8217;ιχε ο συχωρεμένος [ch-].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Αλλά πώς ξεκινάει; Δεν μπορώ να το σκεφτώ. [&#8230;] 23 μερόνυχτα ήμουνα στο κρεββάτι ούτε φαί ούτε καφέ στο στόμα μου να βάλω και τότες απελπίστηκα πως ήρθε να πεθάνω. Έπεσα και κοιμήθηκα κι είδα στο όνειρό μου, να χτίσω την Αγιά Σοφιά να ΄ρθώ στο λογισμό μου. Την εκκλησία έχτισα με το καμπαναρίο της, έχει και το σπιτάκι της και το προαύλιό της. Παρακαλώ σας βρε παιδιά να τη φωτολογάτε, πάτε να τη θυμιάζετε, να μην την εξεχνάτε. Γιατί είναι μάνα που πονεί, κοιτάζει ένα ένα, που ανεστήνει τους νεκρούς, ανέστησε και μένα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Θεός συχωρέστον εκεί δα που είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Έτσι ακόμα είναι κάνα στιχάκι μόν΄ το ξεχνώ πως το λέει το τελευταίο. [&#8230;] Η Αγιά Σοφιά μ΄ανέστησε κι οι τρεις τις θυγατέρες. Η μια είναι η Πίστη, η Ζωή κι άλλη η Αγάπη, γι΄αυτό τους έχει κι ο Θεός μες σε χρυσό παλάτι. Έτσι είναι το τέλος, μέχρι εκεί. [&#8230;] Το διάβαζε ένας καθηγητής πέρα και λέει ααα αυτός ο άνθρωπος, λέει, ήταν ποιητής.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Ήγιασεν, λέει, που το ΄χει βγάλει λέει αυτό το αυτό.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Ηπόπαμεν τ΄αφέντη μας, του μπέη του λεβέντη μας </h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-15.-Κάλαντα.-Τα-λέαν-ας-πούμε-στα-παλιά-χρόνια.-Πράσινος-Δημήτρης.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Στίχοι από παλιά κάλαντα</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ηπόπαμεν τ΄αφέντη μας, του μπέη του λεβέντη μας, να πούμεν της κυράς μας της καλονοικοκυράς μας, κυρά ψηλή κυρά λιγνή κυρά καμαροκρίδα, που ΄χεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος, κύρα μου όταν στολιστείς και βάλεις τα καλά σου πως τρελαίνει η ομορφιά σου. Αν έχεις κόρη έμορφη γραμματικός τη θέλει, αν είναι και γραμματικός πολλά προικιά γυρεύει. Θέλει αμπέλια τρίγυρτα κι αμπέλια τριγυμένα, θέλεικε και την θάλασσαν μ΄όλα της τα καράβια. Αλλά ξεχνάω την αρχή μωρέ, πώς είναι η αρχή του αυτή δα. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτό που μας είπατε θείε ήταν [&#8230;] κάλαντα; Το προηγούμενο που δε θυμόσαστε την αρχή [&#8230;] Είναι κάλαντα αυτά που τα λέγατε τα Χριστούγεννα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Ναι ναι κάλαντα είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Ναι ναι ναι ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Κάλαντα. Τα λέαν ας πούμε στα παλιά χρόνια ας πούμε εδώ. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Όλοι οι αθρώποι του χωριού ήτανε. Θυμάμαι εγώ τον Περβολάρη, το γέρο Περιβολάρη, εγώ ήμουν δώδεκα χρονώ΄, δώδεκα χρονώ και όλοι λοιπόν οι αθρώποι οι χωριανοί&#8230; Πήγαινεν αυτός εμπροστά και τα ΄λεγε κι ακολουθούσαν όλοι και τα λέγανε τα κάλαντα αυτά που σας είπα στο πρώτο. Όλα γύρω γύρω στο χωριό στα σπίτια απ΄ έξω ναι ναι ναι. Είναι πολλά αλλά σε λέω έχω ξεχάσει την αρχή του πως αρχινάει εκείνο, αυτό που σας ηπρωτόπα. Ναι είναι πολλά και τα κάλαντα. Θέλει ώρα να τα σκεφτώ, γιατί είναι σου λέω πολλά χρόνια που τα παρατήσαμε. Αφού ΄μουν δώδεκα χρονώ που τα λέγαν αυτά, τα λέγαμεν τότες.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/">Επήγαινα στη Μεσαριά για ν`αποχαιρετήσω και `πάντηξέ μου ο χάροντας και μου `πε στρέψε πίσω</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/epigaina-sti-messaria-gia-napochairetiso-kai-pantixe-moy-o-charontas-kai-moy-pe-strepse-piso/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Κάναμε πολύ καρπό, κριθάρι, σιτάρι, φάβα, ζυμώναμε, κάναμε το ψωμί. Δεν περιμέναμε ούτε από Νάξο ούτε από Αμοργό να μας φέρουν</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Nov 2023 09:54:12 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5432</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η ζωή και οι δουλειές στη Μεσαριά. Ζευγάρισμα χωραφιών και μελίσσια.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/">Κάναμε πολύ καρπό, κριθάρι, σιτάρι, φάβα, ζυμώναμε, κάναμε το ψωμί. Δεν περιμέναμε ούτε από Νάξο ούτε από Αμοργό να μας φέρουν</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-2.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η ζωή και οι δουλειές στη Μεσαριά. Ζευγάρισμα χωραφιών και μελίσσια</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Τότε πώς κάνατε εκεί πέρα πώς περνάγατε θείε; (Στη Μεσαριά)</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Περνάγαμε Ηλία ωραία, ωραία εκεί τα χρόνια εκείνα, ήταν άλλα χρόνια και περνούσαμε πολύ ωραία ναι. [&#8230;] Είχαμε τα τα χωράφια, είχαμε τα ζώα, αυτά πολεμούσαμε, αμπέλια ΄κεί χαμε αρκετά αυτά [&#8230;] και περνούσαμε μ΄ αυτά. Τότες δε&#8230; Ήταν οι μύλοι, κάναμε τον καρπό, ζυμώναμε το ψωμί, δεν ηπεριμέναμε για ν΄ αγοράζουμε ψωμί τίποτα. Ναι ναι ναι αυτά αυτά. Ηπερνούσαμε σας λέω ωραία εκεί πέρα. Από ΄κεί δα επήγα στρατιώτης, απ΄ τη Μεσαριά ναι ναι ναι ναι. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Εγώ ξέρεις τι ήταν η δουλειά μου, αλλά τώρα γέρασα και πιάστηκα; Εγώ ζευγάριζα, ήμουν ζευγάς μαζί με τον άντρα μου. [ed]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Μέχρι πότε ζευγαρώνατε εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> [&#8230;] Από τώρα πιάνουν τα ζευγάρια Ηλία μου&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Μέχρι το μέχρι το Μάρτη. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Εμείς η πρώτη μας δουλειά αυτή την εποχή&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Θα σπείρωμε τώρα κριθάρi&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E: </strong>Πιάναμε το άλετρο&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Θα βάλουμε το φάβα, τώρα τα σπέρνωμε. Μετά λοιπο ζευγαρίζαμε, τότες βάζαμε κρεμμύδια πολλά και τα βάζαμε από τα μισά του Γενάρη και πέρα. Ύστερα πάλι ζευγαρίζαμε τα υπόλοιπα χωράφια, τα κάναμε συσάμι, φασόλια, τέτοια. [&#8230;] Το Μαρταπρίλη τότες γίνονται αυτά. [&#8230;] Αυτά κάναμεν εμείς τότες που ήμουνα στη Μεσαριά, Ηλία ναι. [&#8230;] Κάναμε ρεβύθια οουυυ! Ρεβύθια, φασόλια, συσάμι τέτοια πολλά ηκάναμε μέσα στα χωράφια. [&#8230;] Είχεν ο πατέρας μου περιουσία μεγάλη πέρα στη Μεσσαριά ναι ναι και σπέρναμε πολλά σας λέω και κάναμε. Συσάμια γεμίζαμε τσουβάλια μεγάλα. Τα γεμίζαμε συσάμι, ναι. Τότες σας λέω περνούσαμε [&#8230;] κι είχαμε Ηλία και καμιά δεκαριά μελίσσα, μέλισσες. [&#8230;] και κάναμε λοιπόν με το συσαμάκι συσαμόμελο. [&#8230;] Βγάλαμε μέλι πολύ μέλι. Πουλούσαμε και παίρναμε και λάδι με το μέλι ναι. Τώρα ξεκιώσαν[?] παιδί μου οι μέλισσες, δεν έχωμε μελίσσα τώρα. Εκεί κάτω στον Κάμπο νομίζω πως έχουνε. [&#8230;] Μελίσσα πολλά! Βγάζαμε μέλια! Πήγαμε μια φορά εκεί πέρα που ΄τανε μια μέλισσα, γεμίσαμε ένα ντενεκέ μεγάλο ντενεκέ και μια σύχλα από μία μέλισσα ναι τόσο πολύ.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Αξέχαστο θα μείνει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Γεμάτο το κυψέλη μέχρι εμπρός, μέχρι εμπρός γεμάτο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Το ΄χε επά πάνω ο συγχωρεμένος ο Χρήστος [&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Είχεν έρθει ο Χρήστος εδώ πάνω και [ch-], του κυρ Νίκου ο πατέρας [&#8230;]. Εκείνος ήρθε και μας ητρίγουσεν εκεί πέρα και βγάζαμε μέλια. [&#8230;] Πολλά Ηλία μου τότε, πολλά! Αυτά είχαμε εκείνα τα χρόνια Ηλία μου και περνούσαμε και κάναμε, σου λέω, καρπό κάναμε πολύ καρπό εμείς, κριθάρι, σιτάρι, φάβα πολύ. [&#8230;] Ήταν οι μύλοι και μας ηλέθαν τον καρπό και ζυμώναμε, ζυμώναμε, κάναμε το ψωμί. Δεν περιμέναμε ούτε από Νάξο ούτε από Αμοργό να μας φέρουν. Το σιτάρι κάνει ωραίο ψωμάκι, ωραίο παξιμάδι ναι. Και ζυμώναμε σας λέω και&#8230; Περάσαμε τη ζωή εκεί πέρα ωραία, αλλά τώρα σου λέω, Ηλία μου, για να πάω, δεν κάνω.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/">Κάναμε πολύ καρπό, κριθάρι, σιτάρι, φάβα, ζυμώναμε, κάναμε το ψωμί. Δεν περιμέναμε ούτε από Νάξο ούτε από Αμοργό να μας φέρουν</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 21:34:23 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5226</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κρασιά, αμπέλια &#038; κλαδέματα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/">Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-10.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κρασιά, αμπέλια &amp; κλαδέματα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>M:</strong> Κάτι κουρούπια μέσα που βάζαμε το κρασί. Καμιά φορά ηπατούσαμε Ηλία και κάναμε κρασί πολύ, τώρα φύγαν τ` αμπέλια ολουνώ, ολουνώ. Μόνο εγώ έχω εκειά πέρα ένα αμπέλι, εκείνο βαστάει ακόμα, έκανε σταφύλια ωραία. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Θυμάσαι στην Ποδαριά τι σταφύλια είχε; Κόκκινα, ροζακιά […].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Κάνατε και ρακή θείε; Ρακεζεύατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Ναι, ναι. Ρακεζεύαμε εδώ πάνω στου Αναστάση το σπίτι. Εκεί δα ήταν τα ρακεζά κι εκεί δα βγάζαμε την τσικουδιά. Όλα, όλα τα `χαμεν τότες, τώρα… Πάνε τ` αμπέλια πάνε. […] Της Πόπης εκεί πέρα στην Ποδαριά, που λένε, το αμπέλι, ήκαμεν μέχρι 900 κιλά κρασί τ` αμπέλι εκείνο ναι, ναι, ναι, όλο. Ήταν μεγάλο αμπέλι. Τώρα είναι κλαδιά μέσα. Ξεμπελιστήκανε. […] Μακάρι να `ταν τ` αμπέλι όπως ήταν τότες. Ξέρεις πόσα χρόνια σκάβαμε; Είχα σκάψει εκεί μέσα χρόνια. Αυτά τα είχε ο παππούς και μας έπαιρνε και τα σκάβαμε. […] Είχεν εδώ πάνω στο Περγιαλίδι, ήτανε το πατητήρι και έκανε κρασί κι εκείνος, πολύ κρασί. Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες, δεκαπέντε μέρες, πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί. Να μην το πατήσεις αμέσως που θα το κόψεις από τη μάνα του, όχι, όχι. Πρέπει να το λιάσεις, τότε θα κάμεις και κρασί. Έτσι τα κάναμε εμείς. Και κάθε χρόνο κάναμε γλυκό κρασί, ναι, πολύ ωραίο κρασί. Εδώ ήτανε μια φορά, είχεν έρθει ένας γιατρός κι ένας δάσκαλος. Εκάναμε λοιπόν τραπέζι εδώ και τους βάλαμε κρασί. Αυτό είναι το κρασί, μας είπαν. Φέραμε ένα μπουκάλι στον καθένα. Αλλά ήτο ωραίο πράμα το κρασί εκείνο, πολύ ωραίο. Άμα το πατήσεις σας λέω που θα το κόψεις από τη μάνα του, το κρασί γίνεται μπρούσκο, δεν είναι γλυκό όπως άμα το λιάζεις. Το κανονίζεις, το κανονίζεις εκεί. Άμα το δεις στους 17 βαθμούς, 17 βαθμοί το πίναμε κι ήτον τι ωραίο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Και βγάζατε πολύ κρασί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Βγάζαμε αμέ, βγάζαμε κρασί κι εμείς πολύ. Πέρα τότε στη Μεσαριά είχα κάτι ζάρες μεγάλες, βάζαν από 140 κιλά, ναι, ναι, ναι, γεμίζαμε εκεί πέρα κάργα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H: </strong>Όλοι εδώ πέρα πίνατε έτσι, γλεντάγατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ναι, ναι, ναι, ααα, τότες πίναμε Ηλία μου, πίναμε. Ήταν τα χρόνια εκείνα, άμα `σαι μικρή ηλικία. Πήγαινα κι εγώ μετά με το θείο σου το Σταύρο και σκάβαμε στο Μοσχονά αμπέλια. Λοιπόν τότες εκείνος είχε μέσα τις γελάδες στην Καλοταρίτισσα, μέσα στις μάντρες, τέσσερα όλα τα τάιζε…&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Φ:</strong> Βρε το παιδί τα θέλει τ` αυτάκια του!</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Όχι, όχι… Μ` αρέσουν αυτά θεία.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Ακούς Ηλία; Βράδυ-βράδυ μου λέει, «Εγώ θα πάω μέσα να ταΐσω τις γελάδες» -είχε μια γαδάρα- «να φορτώσω κι άλλα για να φέρω εδώ.» Το μπουκάλι λοιπόν με την τσικουδιά ψημένη ήταν απάνω στον τοίχο. Μου λέει, «Τσικουδιά θα πίνεις κι ώσπου θέλεις θα σκάβεις.»&nbsp; Ήσκαβα λοιπόν να πάω να πιω ρακάκι. Ζεσταίνουμου, ούτε κρύο εκαταλάβαινα τίποτα, έσκαβα έσκαβα. Ύστερα το βράδυ όταν ήθελα να `ρτω εδώ πατούσα εδώ, βρίσκομαι εκεί. Σου λέω, τότες ήταν πολλά τ` αμπέλια εκεί δα πίσω. Τώρα τα ξεμπελίσαν κι εκεί έχουν κάτι λίγα με σύρμα φτιαγμένα εκεί. Τώρα θέλει να βάλει ο Νικήτας της Παρασκευγώς, θέλει να κάμει τώρα λέει νέο αμπέλι, για να δούμε. Να δούμε αλλά, τα κλήματα που θα βάλει τώρα Ηλία μου αργκιούν για να κινήσουν να κάνει σταφύλια, ναι. Τα λένε βουδόματα. Αλλά όταν βάλει φωκιανό, ροζακί, ασύρι τέτοια, αυτά σε τρία χρόνια κάνουν σταφύλια, αλλά πρέπει όμως να κάμει και νεράκια για να πιάσει το κλήμα, ναι, άμα δεν κάνει τέτοια, δεν πιάνει. Εμένα είναι παλαιό το αμπέλι, βαστάει ακόμα, είναι του παππού μου, ο γερο-Γιάννης, από την Καλοταρίτισσα ήταν εκείνος. Και είναι αυτό το αμπέλι στη Μεσαριά και κρατάει ακόμα. Το `χεν ο παππούς μου φυτεμένο. Εγώ τώρα το κλαδεύω κάπου 55 χρόνια το αμπέλι εκείνο, αλλά όπως το `βρα από την αρχή, έτσι είναι. Κι είχα ένα μπάρμπα εκεί δα πέρα στη Μεσαριά άμα ήτανε, του Αντώνη του Μαραγκού -δεν ηξέρω αν τον γνώρισες- του Μαραγκού ο πατέρας. Εκείνος μου `δειξε την κλάδα κι όπως μου `δειξε έτσι τα κλαδεύω και κρατάει τ` αμπέλι σας λέω 55 χρόνια, του παππού μου αμπέλι κρατάει έτσι.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Τους έχετε δείξει πώς να το κάνουνε; Πώς να κλαδεύουνε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ναι, ναι, ναι, τους έχω δείξει, γιατί έχει άλλη κλάδα αυτό, δεν είναι όπως τα άλλα. Βουδόματο αυτά, φωκιανά, κρητικά, φλάσκες τέτοια, θέλουνε να τ` αφήνεις στα τέσσερα μάτια, στα τέσσερα μάτια. Το φωκιανό και το ροζακί και στα δύο μάτια να το `φήκεις κάνει σταφύλια. Αλλά τα άλλα, αθήρια, κρητικά, τέτοια, θέλουν στα τέσσερα μάτια για να βγάλεις σταφύλια. Το βουδόματο πρέπει να το αφήσεις στα δέκα μάτια. Ναι, στα δέκα για να κάμει σταφύλι. Έτσι είναι, μου `χαν δείξει εμένα οι παλαιοί κλαδευτάδες, εκείνον παίρνανε και στον Κάμπο και τους κλάδευε τα αμπέλια, του Μαραγκού ο πατέρας ο μπάρμπα-Νικήτας, ναι, ναι. Θεός συχωρέστον. Εκείνος σου λέω μ` έδειξεν κι έτσι το κρατάω το αμπέλι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Όλο αυτό το κρασί το κρατάγατε δικό σας ή το δίνατε, το πουλάγατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Πουλούσαμε, πουλούσαμε κιόλας κρασί Ηλία. Ο παππούς της Πόπης το πουλούσε το κρασί, λίγο κρατούσε κάνα κουρουπάκι, το άλλο το πουλούσεν όλο. Δεν είναι πολλά χρόνια που πηγαίναμε και τα τρυούσαμε τα αμπέλια και κουβαλούσαμε τα σταφύλια εδώ πάνω με τα γαδούρια.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/">Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 15:32:57 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5100</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι πρώτοι κάτοικοι της Δονούσας. Η πρώτη εκκλησία του Σταυρού, η καταστροφή της και η κατασκευή της δεύτερης.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/">Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don12-4.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι πρώτοι κάτοικοι της Δονούσας. Η πρώτη εκκλησία του Σταυρού</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Θείε ξέρετε εσείς πότε πρωτοκατοικήθηκε η Δονούσα; Πότε ήτανε οι πρώτοι κάτοικοι που ήρθανε εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Ξέρω. Οι πρώτοι κάτοικοι ήρθανε μετά την Επανάσταση, Επανάσταση του 1821, βάστηξε 10 χρόνια και τότες ο πόλεμος, το 1830 που έγινε ανεξάρτητο κράτος πια η Ελλάδα, ε, μικρή Ελλάδα ήτον τότες, η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα και οι Κυκλάδες. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Στη Δονούσα ποιοι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι, από πού ήρθανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι. Γιατί στην απαρχή του πολέμου, που λέμε, και πριν, πρέπει να `τον το νησί ακατοίκητο, δεν είχε κατοίκους, γιατί υπήρχαν οι πειρατές που λυμαίνοντo τη Μεσόγειο και το Αιγαίο εδώ και… δεν ηφήναν τίποτι και όλος ο κόσμος επήαινε στην Αμοργό. Πάνω στη Xώρα μάλιστα, γιατί τα Κατάπολα έχω ακούσει πως ήτον έρημα, κι η Γιάλη. Πάνω στη Χώρα είχεν κι ένα κάστρο και εκεί μαζεύουντο άμα φαίνουντο κάνα πειρατικό που `ρχοντο μες στο λιμάνι. Μετά που `γινε η ελευθερία εδώ να, ειδοποίησαν οι αρχές, ποιος θέλει να πάει στη Δονούσα να καταλάβει τα μέρη εκείνα. [&#8230;] Δεν είχε χωράφια τότες εδώ κι ήρθαν καμιά δεκαριά οικογένειες από την  αρχή: οι Κωβαίοι, Πράσινοι, Μαρκουλήδες και Σιγαλαίοι και Ρούσσοι, αυτούς ξέρω που ήταν οικογένειες. [&#8230;] Ηπήανε, όπως καταλαβαίνω… εδώ ήτον τρεις-τέσσερεις, κατοίκησαν εδώ στον Κάμπο που λέμε, στο Σταυρό, άλλοι δυο-τρεις στη Μεσσαριά, τρεις και στην Καλοταρίτισσα κι άλλοι τρεις στο Μερσήνι, έτσι πιάσανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και γιατί σκορπιστήκανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ: </strong>Για να πιάσουν τα πράματα, τα χωράφια. Γιατί είχε χωράφια καλά. Και τα πήρανε, τα πιάσαν εκεί. Ε, μαζεύουντο, εδώ ήτον πάντοτε η έδρα, είχε εκκλησία, κοινότητα δεν είχε εδώ αλλά… Είχανε την εκκλησία, ηκάμαν το Σταυρό από την αρχή και κατεβαίνουνταν Κυριακή και λειτουργούντο εδώ αυτοί οι ανθρώποι. Ε, σιγά-σιγά ήρταν κι άλλοι. Μετά ήρθαν και μέσα απ` τη Σύμη οι Σκοπελίτες, οι Τσαβαρίδες. Άλλοι από την Ύδρα, από τη Νάξο ε, και ημαζέψαν καμιά πενηνταριά οικογένειες.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτοί από τη Σύμη πώς ήρθαν εδώ; Γιατί ήρθανε Δονούσα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Αυτοί ήτονε ναυτικοί, σφουγγαράδες και ψαράδες. Ε, γύριζαν τα νησιά όπως γυρίζουν και τώρα. Ε, έβγαιναν κι εδώ στα καφενεία, είδανε τον κόσμο, είδανε τις κοπέλες τότες, τες αρέσανε, ε, τα φτιάξανε και παντρεύτησαν εδώ και μείναν εδώ. Ο γερο-Συμιακός, που λένε, ο παππούς μου κι ο γέρο-Παντελιός Τσαβαρής, αυτοί ήτανε. Μείναν εδώ, ήκαμαν οικογένειες -και μεγάλες οικογένειες, από δέκα παιδιά και πάνω. Αυτοί φέραν όμως και πολύ χρήμα πάνω στο νησί, χρήμα και… είχαν κίνηση καλή. Από αυτούς ηνοίξαν μαγαζιά, τα πρώτα εστιατόρια κάνα-δυο τ` ανοίξαν αυτοί, τα παιδιά τους δηλαδή. Ναι, ηκάμαν την εκκλησία, οικοδομήσαν την εκκλησία ο παππούς μου.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Κατέβηκε ο κατακλυσμός τα σάρωσε όλα, πήρε και την εκκλησία, πήρε και την εικόνα του Σταυρού</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don25-4.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καταστροφή της πρώτης εκκλησίας του Σταυρού. Η κατασκευή της δεύτερης</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Στην αρχή είχανε κάμει ένα μικρό εκκλησάκι εδώ, το Σταυρό, οι παλιοί εκείνοι οι ντόπιοι του περασμένου αιώνα, του 1850 ξέρω γω. Το οποίο εκκλησάκι ηκατέβει ένας κατακλυσμός -το ΄χαν εδώ μέσα στον Κάμπο χτίσει, δεν το ΄χανε επάνω στις παρυφές του λόφου, μόν΄ το ΄χανε κάτω εκεί που ΄ναι τα Περγαλίδια, που λέμε. Κατέβηκε ο κατακλυσμός, τα σάρωσε όλα αυτά και τα πήγε στη θάλασσα, πήρε και την εκκλησία, την ηβούλιαξε, πήρε και την εικόνα του Σταυρού.  [&#8230;] Οι πέτρες είναι ακόμα εκεί δα. Στο μίνι μάρκετ δίπλα είναι, υπάρχουν τα θεμέλια ακόμα της εκκλησιάς εκείνης. Την εικόνα τη βρήκανε στην Αμοργό, στην Κάτω Μεριά που λέμε εκεί, κάτι βοσκοί ξέρω γω τσοπαναραίοι, και την πήραν την εικόνα όπως είναι από τα βράχια εκεί δα και ηπήανε στο χωριό απάνω στο Βρούτση ξέρω γώ, που ήταν οι παπάδες, κάτι παπάδες που ήρχουντο κι εδώ, γιατί εμείς δεν είχαμε παπά. Κατά διαστήματα έστελνε ο δεσπότης έναν παπά για να λειτουργήσει. [&#8230;] Όπως και τώρα τελευταία πριν μια δεκαπενταετία το πάθαμε και επί των ημερών μας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Τι δεν είχε εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Ηπέθανε ο παπάς που είχαμε το ενενήντα. Μέχρι το ενενήντα πέντε και τα λοιπά δεν είχαμε παπά, ήστελνε [&#8230;] όλοι αυτοί ο μητροπολίτης της Θήρας. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Έστειλε η μητρόπολη παπά άλλονε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ:</strong> Δεν είχε μόνιμο, αλλά υποχρέωσε τους παπάδες της Αμοργού [&#8230;] και των Κουφονησίων να ΄ρχονται κάθε δεκαπέντε μέρες ένας εδώ [&#8230;] να λειτουργεί κι ήρχουντο.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Γ: Τώρα έχει μόνιμο;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Δ: Ε ναι έχωμε τώρα μόνιμο εντάξει. Λοιπόν, την εικόνα την εβρήκανε, την εγνώρισαν πως ήταν του Σταυρού και μας την ηφέραν πίσω και συγκεντρώθει πάλι ο κόσμος εδώ κι είπανε να κάμουνε άλλη εκκλησία. Κάματει που ΄ναι τώρα η τωρινή εκκλησία κάμαν μπροστά εκεί ένα άλλο εκκλησάκι [&#8230;]. Λειτουργούσε αρκετά χρόνια. Εντωμεταξύ ησκέφτησαν πάλι οι ίδιοι οι κάτοικοι, ότι το εκκλησάκι αυτό είναι μικρό, πάλι δεν επαρκεί για τον κόσμο, γιατί ο κόσμος, όχι πως ήτον πολλοί, ήτον διακόσια, τρακόσια άτομα [&#8230;]. Πρώτα ήτον πενήντα, εξήντα, εκατό ξέρω ΄γώ. Άμα ΄ναι διακόσοι τρακόσοι τι να πάρει; [&#8230;] Δεν τους παίρνει, κάθουντο απ΄όξω στην αυλή οι πιο πολλοί. Κι έγινε αυτή το χίλια εννιακόσια δύο γράφει η εκκλησία πάνω [&#8230;], επί τον καιρό που ήτον ο παππούς μου επίτροπος, Δημήτριος Σκοπελίτης, το γράφει απάνω. Κι έγινε ανακαίνιση εκείνης της εκκλησίας κι έγινε αυτή η εκκλησία που υπάρχει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ:</strong> Μάλιστα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ: </strong>Τώρα αυτή η εκκλησία για ΄μας είναι ό,τι πρέπει. Και υπάρχει αυτή η εκκλησία κι ο κόσμος βολεύεται. Έρχεται απ΄ τα χωριά, είχαν και τα χωριά κόσμο ηκατεβαίνα΄ όλοι εδώ [&#8230;]. Μετά ηγίνησαν κάτι εκκλησάκια εκεί στο Μερσίνι ένα και στην Καλοταρίτισσα άλλο ένα τα οποία λειτουργούν  μόνο στην εορτήν τους [&#8230;] της Αγιά Σοφιάς και του Αγίου Γεωργίου.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/">Από την Αμοργό ήρθανε οι πρώτοι κάτοικοι εκείνοι</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/apo-tin-amorgo-irthane-oi-protoi-katoikoi-ekeinoi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 14:31:38 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5138</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μεροκάματα στα μεταλλεία και οι πλάκες Μακάρων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/">Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-14.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Μεροκάματα στα μεταλλεία</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Εσείς τα μεταλλεία τα θυμάστε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Ναι ήμουνα παιδάκι, πολύ μικρή ήμουνα. Τα θυμάμαι τα βαγόνια που πηγαίναμε και βγαίναμε απάνω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Δουλεύανε δηλαδή όταν ήσασταν μικρή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Ναι, δουλεύανε, δουλεύανε. Αυτό που βγάζανε, πηγαίνανε και το ρίχνανε εκεί στο Σιδεροκάμινο, που λέμε. Εκεί πηγαίναν και τ` αδειάζανε. Ερχότανε κάποιο κάραβι κι άραζε εκεί κι από κει το φορτώνανε. Είχανε κάνει μια τσουλήθρα έτσι και πήγαινε κατευθείαν μέσα στο καράβι. Και το βαγονάκι εγώ το θυμάμαι από μέσα από τις γαλαρίες, και πέρναγε από του παππού τα χωράφια. Ακόμα φαίνεται η γραμμή. Και πηγαίναμε εμείς τα πιτσιρίκια, κατεβαίναμε που `χανε σχολάσει πια οι εργάτες και βρίσκαμε τα βαγονάκια και βγαίναμεν απάνω, τα σπρώχναν οι άλλοι για να παίζουμε.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Οι εργάτες ήτανε Δονουσιώτες;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Ναι, ναι, όλοι από τη Δονούσα ήτανε. Οι προϊσταμένοι ήταν από την Αθήνα… τώρα πώς τις λέγανε δε θυμάμαι, πώς τις λέγανε. Τις λέγαν οι γονείς μας, πώς τους λέγανε αλλά δε θυμάμαι. Ένας λεγότανε Κώστας, Κώστας λεγότανε, μα το επίθετό του δεν μπορώ να σκεφτώ. Μάλιστα είχε γίνει ένα περιστατικό με κείνον. Είχε χηρέψει η Μαυροειδή, της Ευγενίας η μάνα, είχε χηρέψει τον πρώτο της άντρα που `χε πάρει και ήταν πολύ ωραία κοπέλα τότε που πέθανεν ο άντρας της, ήτανε πάρα πολύ ωραία και αυτός την ήθελε, αλλά αυτή δεν ήθελε να κάνει τέτοια. Είχεν ένα αγόρι με κείνον τον άντρα, αλλά κείνο πέθανε. Κοιμότανε με μια θεία… Μαρία, της Σταυρούλας και του παππού του Ηλία αδερφή ήτανε, και ήτανε φυματικιά, και το παιδί κοιμότανε μαζί της, το `χε παρέα και το κόλλησε. Τότες έβραζε η φυματίωση. Ώστε να την πάρουνε χαμπάρι, ότι εκείνη είναι φυματικιά… και κόλλησε το αγοράκι και πέθανε. Το θυμάμαι εγώ το αγοράκι, το θυμάμαι λίγο που πήγαινε στο σχολείο, ήταν ένα ωραίο αγοράκι… Λοιπόν, και πήε λοιπόν τη νύχτα και της εχτύπησεν αυτός, και λέει, «Ποιος είναι;» Λέει, «Καλλιόπη εγώ είμαι.» Λέει, «Ποιος;» Λέει, «Άνοιξε θα με δεις.» Εκείνη καμώθη πως ήτανε μέσα ο παππούς ο Ηλίας, ο αδελφός της, και δε σηκώθηκε ν` ανοίξει, μόνο φώναξε δυνατά, «Ηλία, για σήκω να δεις, ποιος είναι που χτυπά την πόρτα;» Ακούει αυτός μέσα, «Ηλία σήκω να δεις ποιος είναι που χτυπάει την πόρτα», έγινε λαγός, έφυγε. Αυτά, ας πούμε, θυμάμαι από τους γονείς μου, που λέγανε αυτές τις περιπτώσεις. Αυτόν θυμάμαι στο μεταλλείο, ήτανε επιστάτης του μεταλλείου, αυτόν τον Κώστα. […]&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Υπάρχει τώρα κάποιος που να δούλευε στα μεταλλεία που είναι εδώ πέρα στο νησί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Μπα, δεν υπάρχει κανένας, δεν υπάρχει κανένας. Τότε που δουλεύαν τα μεταλλεία, εγώ ήμουνα παιδάκι και όλοι αυτοί που δουλεύανε ήτανε μεγάλοι, έχουνε φύγει όλοι. Το μόνο που θυμάμαι, θυμάμαι που μετά βγάζανε μια άσπρη πέτρα, τον άτσαχα που λέμε, και εκείνο το δουλεύανε πίσω στην Καλοταρίτισσα κοντά. Τώρα εκείνο πώς το κουβαλάγανε, δε θυμάμαι. Και δούλευε κι ο πατέρας μου, όπου βρίσκανε μεροκάματα οι άντρες τότε του νησιού όλοι, πηγαίνανε και εδούλευε. Και αφού ακούγαμε λοιπό πως μαζεύανε άτσαχα, είχαμε λοιπό καλαθάκια κι άμα ανεβαίναμε από τον Κάμπο σκορπούσαμε στο δρόμο και τα γεμίζαμε τα καλαθάκια μας άσπρη πέτρα, πως θα την πουλήσωμε κι εμείς. (γέλια) Πως θα πουλήσωμε την άσπρη πέτρα. Αλλά από αυτούς δε ζει κανένας, κανένας, κανένας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ: </strong>Θυμάστε πότε κλείσαν τα μεταλλεία και πώς είχανε κλείσει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Α, και να θυμάμαι ποια χρονολογία, είναι… Πριν τον πόλεμο πάντως ηκλείσανε. Με τον πόλεμο κλείσανε, το `40 κλείσανε, γιατί, σου λέω, ήτανε οι Βαλάτουδες που ήταν εδώ που δουλεύανε -να τώρα σκέφτηκα πως ήταν κι οι Βαλάτουδες στα μεταλλεία- και τότε κηρύχτηκεν ο πόλεμος.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Λόγω του πολέμου κλείσανε ή δεν είχε πια να βγάλει από μέσα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Λόγω του πολέμου κλείσανε. Τώρα είχεν δεν είχεν, δε θα `χε πια πολύ γιατί τα `χανε εξαντλήσει πια, λίγο πράγμα βγάζανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Από πότε λειτουργούσαν αυτά; Πότε ξεκίνησαν;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Δεν ξέρω από πότε ξεκινήσανε τα μεταλλεία, πάντως εγώ σαν παιδάκι που γνώρισα, οι γαλαρίες ήτανε βαθιές, πηγαίναν πια… Δούλευεν ο πατέρας μου και πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια, όταν φεύγαμε από το σχολείο. Παίρναμε το δρόμο απ` την Παναγία και πηγαίναμε μέσα κει και μπαίναμε μέσα, για να δούμε… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες, πηγαίνες μέσα-μέσα τότε. Ήτανε καθαρό, γιατί το καθαρίζαν για να βγάζουν το υλικό. Κανένας δεν υπάρχει που να δούλεψε στα μεταλλεία τότε. Όλοι ήτανε μεγάλοι άνθρωποι, εγώ ήμουνα παιδάκι. Αυτοί που δουλεύανε πριν το `40, το `35 φερ`ειπείν, το `35 δουλεύανε, δε ζει κανένας, δε ζει κανένας, όλοι έχουνε…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και περάσαν όλοι από τα μεταλλεία;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Οι άντρες του νησιού βέβαια, όλοι. Κι απ` την Καλοταρίτισσα ερχότανε κι απ` τον Κάμπο, όσοι άντρες ήτανε τότε υπήρχανε, ερχότανε κι από δω απ` το Μερσήνι, απ` τη Μεσαριά, όλοι. Όλοι δουλεύαν στα μεταλλεία, γιατί… Οι Μυλωνάδες οι δυο δεν ξέρω αν πηγαίνανε, επειδή είχαν το μύλο. Αυτοί δεν ξέρω αν δουλεύανε, αλλιώς οι υπόλοιποι όλοι δουλεύανε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Οι Δονουσώτες οι πιο πολλοί πηγαίνανε στις Μάκαρες τότε που βγάζαν την πλάκα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-15.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα μεταλλεία των Μακάρων και οι πλάκες Μακάρων</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Οι Δονουσώτες οι πιο πολλοί πηγαίνανε στις Μάκαρες τότε που βγάζαν την πλάκα. Ήταν ο Αριστείδης τότε εκεί προϊστάμενος, απ` την Αθήνα βέβαια, και ένας άλλος που τον λέγανε Θηραίο στο επίθετο, ήταν τ` αφεντικό στις Μάκαρες. Κι ερχόταν και από τα Κουφονήσια. Απ` τα Κουφονήσια είχε και στις Μάκαρες εργάτες, αλλά κι οι Δονουσώτες πηγαίναν οι πιο πολλοί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Και βγάζανε πλάκα από τις Μάκαρες;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Πλάκα, ναι, πλάκα. Όχι βέβαια, δεν ήτανε καλή πλάκα, γι` αυτό και τη σταματήσανε, δεν την εξαναδουλέψανε. Δεν είχε πολύ πέραση, ήταν μαλακιά, πολύ μαλακιά ήτανε. [&#8230;] Εμάς η αυλή μας πριν, η παλιά αυλή, ήτανε γύρω-γύρω όλη με πλάκα αυτή των Μακάρων. Πέρα στης πεθεράς μου εκεί απ` έξω νομίζω πως υπήρχεν ακόμα καμιά. […] Εμάς από την αυλή την επήραν, άμα φύγαμε εμείς από δω το `62 που έφυγα γω. Η αυλή μου, όλος ο τοίχος γύρω-γύρω ήταν με αυτές τις πλάκες στρωμένη. Τις επήραν και τις εκάνανε… Καλοταριανοί μου `πανε ότι τις επήρανε και τις εκάνανε κουλούρες. Κάνανε τρύπα στη μέση και την κάνανε κουλούρα για το παραγάδι. Άμα τους έμπλεκε το παραγάδι, βάζαν αυτό πάνω σε χοντρή πετονιά και το σύρνανε και το ξέμπλεκε το βάρος εκείνο, το τράβαγε και το ξέμπλεκε το παραγάδι, έκοβε τ` αγκίστρια δηλαδή. Και τις είχανε πάρει όλες από δω.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/">Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Από κάτω είναι τρύπα εκεί πέρα και δεν ξέρεις πού πάει</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/apo-kato-einai-trypa-ekei-pera-kai-den-xereis-poy-paei/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/apo-kato-einai-trypa-ekei-pera-kai-den-xereis-poy-paei/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 12:32:44 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2447</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το έδαφος κάτω από το Μερσήνι</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apo-kato-einai-trypa-ekei-pera-kai-den-xereis-poy-paei/">Από κάτω είναι τρύπα εκεί πέρα και δεν ξέρεις πού πάει</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don53-26-Από-κάτω-είναι-τρύπα-εκεί-πέρα-και-δεν-ξέρεις-πού-πάει.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Το έδαφος κάτω από το Μερσήνι</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Είναι το Μερσήνι[&#8230;], είναι όλα κούφια από κάτω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κατ:</strong> Γιατί[&#8230;] σε &#8216;μας ειδικά που έχωμε το νεροχύτη στην κουζίνα, από τότε ήτανε χάος. Δηλαδή ρίχνανε πέτρα, δεν ακουγότανε που πήγαινε. Είχαμε νεροχύτη και αποχέτευση δηλαδή απ&#8217; τον καιρό εκείνο, δεν ξέρωμε. Κι εκεί που &#8216;χε ανοίξει ο πατέρας μου, ήθελε να κάνει πατητήρι για τα κρασί, πήγε λέει να βγάλει πέτρα και παραλίγο να τον τραβήξει μέσα αέρας, χάος. Και πρόφτασα, λέει, και έριξα πάλι την πέτρα, όπως πήγα να τη σηκώσω κι έμεινε έτσι και όλο τότε είχα το φόβο αυτό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Από κάτω αυτά έχουνε αέρια[&#8230;].</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κατ: </strong>Είναι κουφό το μέρος και τώρα που, πριν πόσα χρόνια, δέκα χρόνια που έκανε η Λευτερία το ανώι που έχτισε, που φύγανε μηχάνημα, τωρινά μηχανήματα και δεν μπορούσανε να βρούνε θεμέλιο να αυτό. Ανοίξανε και χάος, λέει, από κάτω.[&#8230;] Είναι κουφά τα μέρη και δεν μπορούσανε να βρούνε στέρεο μέρος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Τα πρώτα σπίτια που μπαίνουμε στο Μερσήνι μέσα, πού &#8216;ναι τα, που μένουν οι μουγγές ακριβώς από πάνω. Εκεί που &#8216;ναι μια συκιά εκεί χάμω, ένα περγαλίδι που &#8216;χουνε, από κάτω είναι τρύπα εκεί πέρα και δεν ξέρεις πού πάει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Και μας λέγαν, ότι τα νερά τα πολλά σταματήσανε μετά το σεισμό.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κατ:</strong> Ε, όχι δεν[&#8230;]. Τουλάχιστον εγώ δε θυμάμαι τα&#8230; Ο σεισμός έγινε το πενηνταπέντε, ήμουνα έξι χρονών&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ: </strong>Όχι, όχι νερά&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κατ:</strong> Σ&#8217; ένα χρόνο φύγαμε. Νερά τα θυμάμαι εγώ στη Μεσαριά ελιές(?). Πηγάδια από &#8216;κεί στο[???]. Τρέχανε νερά, μέχρι και βατράχια θυμάμαι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ:</strong> Από ανομβρία επί τω πλείστω, από ανομβρία.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κατ:</strong> Μάλιστα λέω της μαμάς, μήπως, λέω, στη φαντασία μου τα θυμάμαι τα βατράχια; Όχι, μου λέει, γιατί υπήρχανε νερά. Αλλά τώρα&#8230; Πηγάδια κι αυτά πάρα πολλά το Μερσήνι. Τώρα πώς έχει μείνει η πηγή αυτή;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δημ: </strong>Από ανομβρία χαθήκαν τα νερά τα περισσότερα.&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apo-kato-einai-trypa-ekei-pera-kai-den-xereis-poy-paei/">Από κάτω είναι τρύπα εκεί πέρα και δεν ξέρεις πού πάει</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/apo-kato-einai-trypa-ekei-pera-kai-den-xereis-poy-paei/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 10:46:10 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2418</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η καταγωγή του πατέρα και η σχέση του με το μύλο. Ιστορίες από το μύλο και η καταστροφή του από την κακοκαιρία. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/">Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-5-Αυτός-ο-μύλος-μας-έζησε.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καταγωγή του πατέρα. Ιστορίες από το μύλο</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Ο πατέρας σας από πού ήτανε?</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Από ΄δώ. Ήτον αδέρφια με του Ψηλού τον πατέρα, με τον παππού σας. Τρία αδέρφια ΄ναι. Ήτον κι άλλος, Γιαννης, στην Αθήνα ο θείος ο Γιάννης ναι, ναι. Και μια μοναχοκόρη είχανε και ήταν στην Αμοργό παντρεμένη, πέθανε κι αυτή, όλοι πεθάνανε οι κακόμοιροι όλοι.[&#8230;] Δε γεράσαν ας πούμε όπως πρέπει όλοι, δε γεράσανε ναι, ναι. Μας τον ήφαεν ο μύλος. Η έγνοια του μύλου τον ήφαε. Να σηκώνεται, να πηαίνει τη νύχτα, να ντρετσάρει το μύλο. Έπρεπε να το δένει και δεν τον έδενε. Ύστερη που τον επήρεν ο Δημητράκης ο αδερφός μου τον ξαρτάρωνε που λένε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Εσάς ο πατέρας σας ήταν ο μυλωνάς;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Σοφ: Ναι. Ναι, ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Εσείς δουλεύατε στο μύλο; Πηγαίνατε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ: </strong>Όχι, πού να&#8230; Μια φορά που το ράβγαμεν από πάνω το&#8230; τον ηξεντένωσε, τον ηχάλασεν ο καιρός, τις αντένες όλα κι ύστερη[ch-] τον ηράβαμε με χόρτο [ch-]. Πόσες φορές του τον έριξε κάτω το μύλο! Πόσες φορές! Μια φορά ήτον ο Μιχάλης ο αδερφός μου εδώ, γιατί αυτός ήτον πολύ έμπειρος και ήρτε, αυτόν ήτον οργή θεού, είμαστε εδώ και κατεβαίνει ένα φίρμα βοριάς, τις σήκωνε τις πέτρες απάνω και παίρνει ο ξάδερφός μου ο Νικόλας δρόμο που ΄τον κατήφορος και πάει στον κάτω μύλο, τον ηπρόλαβε, τον ηντρετσάρισε. Ο Μιχάλης ώστε να πάει πέρα, ότι που πήεν απ΄ έξω, ήρτε ένα φίρμα και τον ηκατέβασε τις αντένες όλες κάτω. Ο Μιχάλης λοιπόν ήτο [ch-], τον ηκοίταζε και πιο καλά που δεν ήμπε το κακόμοιρο μέσα να κατέβει κανένα ξύλον, όπως ήρθε με τη φόρα ο αγέρας, να το σκοτώσει. Και ήταν ο πατέρας μου εδώ ΄π΄ έξω και κάνει, τύφλα Μιχάλη. Ο Μιχάλης [ch-].  Του ήρτε μετά, του λέει, ήντα ΄καμες τώρα Μιχάλη; Ε, ώστε να μπω μέσα να σκοτωθώ, πιο καλά να βουλήσει ο μύλος. Ύστερη το φτιάξανε πάλι, το φτιάξανε. Αλλά κακοχτισμένος, κακοχτισμένος αυτός που τον, που τον είχε. Τον είχαν απ΄ το Μεσήνι, τον είχεν αγοράσει ο πατέρας μου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Πότε τον είχαν φτιάξει το μύλο αυτόν;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σ:</strong> Ε πολλά χρόνια, πριν γεννηθώ εγώ. Ε μα αυτός ο μύλος μας έζησε, γιατί με την Κατοχή όλοι πείνάσανε, εμείς δεν ηπεινάσαμε. Αλλά ήδωμνεν ο πατέρας μου αλεύρι στις φτωχούς. Ήρτεν ένα καϊκι στο Λιβάδι κι ανέβηκεν ένας και του λέει, έλα καλέ μου άνθρωπε και βάλε μου μια χουφτιά αλεύρι να κάνω μια πίτα να φάω που πεινώ. Κι ήπιασε και του ΄βαλε. Ήδωνε, ήδωνε στις φτωχούς. Τραβήξαμε, τραβήξαμε. Ύστερα που πήγαν στρατιώτες τα παιδιά&#8230; Δε, δε, δε. Λεφτά δεν ηβγαίναν τότες.</p>

<p>&nbsp;</p>
<h1>Ο μύλος λέει γίνεται, το παιδί δε γίνεται</h1>
<p>&nbsp;</p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-21-Ο-μύλος-λέει-γίνεται-το-παιδί-δε-γίνεται.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Δουλειά στο μύλο. Η σχέση του πατέρα με το μύλο. Κακοκαιρία</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ο πατέρας μου ο κακόμοιρος[ed] ήτανε απάνω σ&#8217; ένα τέτοιο κρεβάτι κι είχεν ανοίξει την πόρτα και κοίταζε το μύλο, μέχρι που ξεψύχησε[&#8230;] Να το βλέπει, να το βλέπει, να το βλέπει. Όλη νύχτα εγνοιαζότα&#8217; όταν είναι κακοκαιρία, όλη νύχτα δεν κοιμότανε. Του &#8216;λεε η μάνα μου: Βρε κοιμήσου και δε θα πάθει τίποτι ο μύλος. Γιάντα δεν τον ξαταρώνεις(?); &#8216;Εν ήθελε να τον ξαταρώνει.[&#8230;] Και μια μέρα επήγεν ο αδερφός μου ο Μιχάλης δέκα η ώρα το πρωί να τον τρετσάρει(?), γιατί κατέβηκε&#8230; Αυτό ήταν οργή Θεού! Κατέβηκε ένας βοριάς, ένα φου ηβάστηξε μια ώρα κι έπειτα κατά, κατασαλάγιασε και παίρνει δρόμο ο ξάδερφός μου ο Νικόλας και πάει στον κάτω μύλο. Εκείνο ήτον κατήφορο, τον ηπρόλαβε το μύλο. Ο αδερφός μου ο Μιχάλης ήτον μακρυά, πήγε, αυτός ήταν και γουστόζικος κι αφού λοιπό&#8217; είδε το&#8230; Αφού ηπήγεν απ&#8217; έξω από το μύλο, έρχεται ένα φίρμα(?) και κατεβάζει τις αντένες, το ξόνι(?) και τω&#8217; δώνει μια και κατεβαίνουν όλα κάτω. Ο Μιχάλης λοιπό&#8217; δεν έπιανε στενοχώρια. Σταύρωσε τα χέρια του απ&#8217; όξω κι έστεκε τον ηξάντι[?]. Βγαίνει ο πατέρας μου και του κά και κάνει λέ&#8217;, τύφλα Μιχάλη! Ε, [ch-] η μάνα, δεν κοιτάζεις, λέει, που δεν ηπήε το παιδί μέσα, να ξεφύει, λέει, καένα ξύλο, εκεί που τον ηκατέβασε, λέει, το μύλο να πάει να το σκοτώσει. Μα θα γνοιαστούμε, λέει, το μύλο; Ο μύλος, λέει, γίνεται, το παιδί δε γίνεται. Ναι κι ήρτεν εδώ ο Μιχάλης ούτε[???]. Αφού δεν μπορούσα, λέει, πατέρα να πάω μέσα,πώς ήθελες να πάω; Να πάω να σκοτωθώ; Ε, &#8216;εν του ξαναμίλησε. Ο κάτω μύλος τον ηπρόλαβεν ο ξάδερφός μου και τον&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ηλ: </strong>Μετά τον ξαναφτιάχνατε όμως; Τον χαλούσε ο καιρός&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ένα φίρμα! Τον ηξαναφτιάξαμε. Δηλαδή οργή Θεού ήτανε. Ηλίχνιζε τη θάλασσα και την πέτα πάνω[&#8230;]. Ούτε μισή ώρα δεν ηβάστηξε, ε ναι. Ένας αγέρας όπου έβρισκεν άθρωπο θα τον ησκότωνε και ήτον οργή Θεού, οργή Θεού ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Εδώ το πιάνει πολύ ο αέρας; Γιατί πάνω στο Μερσήνι φυσάει πολύ αέρας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Μυλωναριό σου λένε. Παντού πιάνει[&#8230;]. Μυλωναριό λέει.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα: </strong>Τι είναι αυτό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ε, δηλαδή &#8216;κει που &#8216;ν&#8217; ο μύλος, μυλωναριό το λέγανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Λάρα:</strong> Τον τόπο;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Όχι, το μέρος που ήτον ο μύλος.[&#8230;] Ο πατέρας μου εγέρασε πριν την ώρα του με το μύλο, γιατί μόνο μόνο να φυσούσε κακοκαιρία τη νύχτα, είχεν αυτή την έγνοια, θα μου σπάσει το μύλο, θα μου σπάσει το μύλο.</p>

<p>&nbsp;</p>
<h1>Ήπεσεν αστροπελέκι και τον ήκαψεν</h1>
<p>&nbsp;</p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-19-Ήπεσεν-αστροπελέκι-και-τον-ήκαψεν.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η καταστροφή του μύλου</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και το μύλο μέχρι πότε το λειτουργούσε ο πατέρας σας;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Σοφ:</strong> Ύστερι που γέρασε τον ηπήρεν ο Δημητράκης, ο Δημητράκης, αλλά τον είχανε κακοχτισμένο, κάθε χρόνο βουλούσε μια πάντα. Ύστερα βαργίστησε (?) το Δημητράκη, δεν τον ηξαρταρώναν να μην το σπάσει ο αγέρας. [&#8230;] Ήτον μες στο βοριά, ήρχουντον νοτιάς του ΄δωνε και κατέβαζε όλες τις αντένες κάτω. Πρέπει να το δένεις. Και ύστερα βουλούσε, τον ήχτιζε από τη μια πάντα, τον ήχτιζε καλά δυο φορές ο συχωρεμένος ο πατέρας μου [&#8230;]. Πέρασαν πολλά χρόνια, δυο τρία χρόνια, ήπεσεν αστροπελέκι και τον ήκαψε, καιγόταν τρεις μέρες, τρεις μέρες με τα ξώνια όλα μέσα, είναι ξυλία. Ναι, ναι ήκαψε. Και ήλεα, ε και να ζούσε ο πατέρας μου να το δει να καίεται. Ήθελε να πάει μια ώρα πιο μπροστά. Το όνειρό του ήτο΄ να κοιτάζει το μύλο. Πόσες φορές με κακοσύνη μες στη νύχτα έφευγε να πάει πέρα να τον τρετσάρει.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/">Η έγνοια του μύλου τον ήφαε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/aytos-o-mylos-mas-ezise/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Έφτιαχνε τα εργαλεία, αξίνες, τα δικέλια, τσάπες όλα, ήταν ο γύφτος του νησιού</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 08:03:45 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2388</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο επισκευαστής εργαλείων στη Μεσαριά, ο «Γύφτος»</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/">Έφτιαχνε τα εργαλεία, αξίνες, τα δικέλια, τσάπες όλα, ήταν ο γύφτος του νησιού</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/00-Στόμωνε-έκανε-γύφτικες-δουλειές-δηλαδή.-Ελευθερία-Σιγάλα-don3-11.mp3"></audio></figure>



<h5 class="wp-block-heading">&nbsp;</h5>



<h5 class="wp-block-heading">Ο επισκευαστής εργαλείων στη Μεσαριά, ο «Γύφτος»</h5>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Γύφτο ποιον λέγανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Του Αναστάση τον πατέρα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Γιατί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Στόμωνε, έκανε γύφτικες δουλειές δηλαδή. Έφτιαχνε τα εργαλεία, όλα τα εργαλεία που σκάβανε εδώ, αξίνες, τα δικέλια, τσάπες όλα, ήταν ο γύφτος του νησιού. Είχεν πολλή δουλειά, γιατί είχε τόσους νοικοκυρούς, πάρα πολλούς νοικοκυρούς, και τώρα εκείνα τα χρόνια δεν τους πληρώνανε με το κομμάτι, τους δώνανε από δυο γκαζοντενεκέδες καρπό, κριθάρι, σταρομίγαδο, όχι δηλαδή… ούτε κριθάρι-κριθάρι, ανακατωστά σταρομίγαδο<sup>1</sup>. Τους δίναν από δυο ντενεκέδες το κάθε σπίτι, ο κάθε νοικοκύρης. Ένα ο πατέρας μου, ένα ο θείος μου ο Βαγγέλης, ένα ο Νικόλας, ένα ο Μαρίνος, ήταν τόσα αδέρφια εδώ στη γειτονιά, ένα ο πεθερός μου. Ό,τι είχανε να πάνε να στομώνει, αφού κάνανε δουλειές αγροτικές, είχαν εργαλεία και πήγαιναν και στομώναν.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>ανάμεικτο σιτάρι και κριθάρι</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/">Έφτιαχνε τα εργαλεία, αξίνες, τα δικέλια, τσάπες όλα, ήταν ο γύφτος του νησιού</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 24 May 2023 08:04:37 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1677</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες για φαντάσματα στο Σπήλιο και για νεράιδες στη βρύση</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/">Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-21-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για φαντάσματα στο Σπήλιο</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Κι εδώ στο Σπήλιο πάλι λέγανε πως… Φοβούμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, που `ρχομαστε από το σχολείο. Τώρα, μας τα λέγανε για να μας φοβίζουνε, για να `ρχόμαστε νωρίς; Γιατί παίζαμε στο δρόμο και ερχόμαστε όλο νύχτα, νύχτα. Άμα περνούσαμε, άμα δεν είμαστε και διπλάρικα μαζί, φοβούμαστε βέβαια, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα, «κου-κου, κου-κου» ακούγαμε. Καμιά φορά ήμουνα το πιο μικρό του σχολείου, άμα ανεβαίναμε -τα άλλα όλα ήταν μεγάλα αγόρια και τρέχανε- ε, εγώ πήγαινα σιγά-σιγά σαν το… και σκοτεινιαζόμουνα, ερχόμουνα νύχτα και τ` άκουγα λοιπό που φωνάζανε και έλεγα λοιπό μόνη μου τώρα, για να παρηγοριέμαι, <em>κουκουβάγια μωρέ είναι, τώρα τι φοβάμαι;</em> Μονολογούσα εγώ κι έλεγα <em>κουκουβάγια είναι μωρέ τώρα, τι φοβάμαι, αφού είναι κουκουβάγια και κάνει «κου-κου», τι να φοβάμαι;</em> Και παρηγοριόμουνα μόνη μου.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ: </strong>Θυμάστε τι λέγαν για το Σπήλιο, για το συγκεκριμένο μέρος εκεί; […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Eλ:</strong> Λέγαν πως εκεί μέσα είναι το μέρος και καλά πιο δύσκολο το μέρος εκείνο, πως έχει φαντάσματα. Εγώ δεν έχω δει. Το μόνο που έχω ακούσει και δεν το `πε ψέματα βέβαια, δεν ξέρω ακριβώς πώς βρέθηκε, ήτανε… Όταν σκοτώθηκε της γριάς Πλυτώ ο πρώτος της άντρας, έπεσε ένας τοίχος και τον πέτρωσε εκεί δα μέσα, όχι στο Σπήλιο, πιο πέρα, στο άλλο που `ναι η ελιά. […] Εκεί ήταν, μέσα στα χωράφια αυτά σκοτώθηκε ο άντρας της. Έκατσε κάτω από τον τοίχο να κολατσίσει και τον είχε ξεσκάψει κι εκεί ξεκόλλησεν από πάνω ο τοίχος και τον ησκότωσεν από κάτω. Ψάχναν, τον ηγυρεύανε, δεν τον ευρίσκανε πουθενά. Και λέγανε τέλος πάντων, πως είχε φαντάξει, ακούγανε διάφορες φωνές. Δηλαδή εκείνη την ημέρα όχι δεν ακούσαν τίποτα. Το μόνο που μας έλεγεν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι ήτανε στο περιβόλι και πήγεν ο πεθερός του και τον εγύρευε στο περιβόλι. Αφού τον εγυρεύανε, μήπως είναι στο περιβόλι, μήπως είναι στη Μεσαριά; Ψάχνανε, τον γυρεύγανε. Ήμουνα μικρό παιδάκι εγώ τότε. Και άκουσε, λέει, από πάνω που έβηξε, γιατί από κάτω είναι το δικό μας περιβόλι, από πάνω αμέσως είναι δικιά του η τραφιά. Και λέει, λοιπόν, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, «Άκου, ο Δημήτρης» -Δημήτρη τον λέγανε και κείνο- «Άκου, ο Δημήτρης που βήχει από πάνω. Πού τον εγύρευεν ο πεθερός του και δεν τον ευρίσκανε;» Αλλά δεν εμίλησε, λέει, από πάνω φαίνεται θα `τανε και ίσως τον ευρήκανε και δεν ακουγόταν και τίποτα. Άκουσε, λέει, που έβηξε. Λοιπόν είχε φύγει ο Βαγγέλης από την Καλοταρίτισσα […], εδουλεύανε στις Μάκαρες κι ερχότανε τα Σάββατα, τις έφερνεν εδώ ο ίδιος ο επιστάτης, είχε μια βάρκα μεγάλη και τους έφερνεν εδώ τα σαββατοκύριακα, να πλυθούνε, να δουν τους δικούς τους, και προπάντων να πλύνουν και τα ρούχα τους. Και σηκώθηκε λοιπό` αυτός ο Βαγγέλης -ήτανε παλληκαρόπουλο και δούλευεν εις τις Μάκαρες κι αυτός- σηκώθηκε λοιπόν της αυγής για να φύγει […] για να προλάβει τη βάρκα που θα `φευγε και φεύγαν και πρωί-πρωί.  Του λέει ο πατέρας του… -σηκώθηκε νύχτα σκοτεινά- «Μήπως δουλιαστείς<sup>1</sup> να `ρθω κι εγώ μαζί σου;» Ο γέρος δε φοβότανε, αλλά ο μικρός… λέει, «Μπα, πού να `ρχεσαι μαζί μου τέτοιαν ώρα», λέει, «θα πάω.» Λέει, «Αν φοβάσαι να `ρθω γω μαζί σου.» Λέει, «Όχι, όχι, δε φοβάμαι.» Επήρεν τα ρούχα του αυτός κι έφυγε, μόλις επήγεν εκεί δα στην ελιά που σου λέω, ακριβώς είναι μια φίδα από κάτω. Όπως πήγε να περνάει αυτός, όλο και με το φόβο φαίνεται, βλέπει ένα μαύρο γάτο και πηδάει μες στα πόδια του και χύνεται κάτω προς τα κάτω. Αυτό ξεράθηκε το παιδί από το φόβο του. Γιατί πήδηξε με φόρα από πάνω από τον τοίχο και κατέβηκε μες στο δρόμο και πήρε κάτω τη ρεματιά. Και αυτό φοβήθηκε πολύ και πήγε λοιπό στον Κάμπο κι ήτανε άσπρο, λέει, όπως τον τοίχο. Του λέει, «Γιατί είσαι έτσι τρομαγμένος;»  Λέει, «Άστα τώρα.» Δεν ήθελε να πει τίποτα, αλλά μετά τον ξαναρωτήσανε. Του λέει ο Αριστείδης, αυτός που `χε τη βάρκα, λέει, «Γιατί είσαι έτσι; Είσαι κίτρινος», του λέει, «όπως το λεμόνι.» Του λέει, «Κάτι μου `τυχε στο δρόμο, που κατέβαινα νύχτα και κόντεψα να μείνω μες στο δρόμο.» Κι άμα `ρτεν απάνω τα `λεγε στους γονείς του, πως αυτό του `τυχε. Άλλη φορά πάλι, τις ίδιες μέρες εκείνες, κοιμότανε στ `αλώνια τότε, αλωνεύαμε, ήταν η εποχή των αλωνιών. Και κοιμότανε οι αθρώποι όλοι, ο πατέρας μου, της Σοφίας ο πατέρας, ο θείος μου ο Νικόλας, αυτός που σκοτώθηκε, στ` αλώνια κοιμόταν όλοι. Όλο το καλοκαίρι κοιμότανε στ` αλώνια, δεν ερχόταν στο σπίτι. Μία για να λυχνίσουνε, μία πως τους άρεσε και πιο καλά έξω καλοκαίρι που ήτανε, να μη ζεσταίνονται στα σπίτια, είχαν πάρει τα ρούχα τους και κοιμότανε στ` αλώνι. Στάχυα είχε κάτω και ήτανε μαλακά… Και θυμάμαι που `λεγεν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι κείνο το βράδυ, κείνη τη βραδιά, άκουσε μία σφυριά από το πίσω μέρος, εδώ που πηγαίνετε εσείς για να αντικρύσετε πώς είναι η ρεματιά, άκουσε μία σφυριά μες στη ρεματιά, που λέει, «Εγώ όσο χρονώ είμαι δεν είχα φοβηθεί ποτέ μου κι άκουσα μία σφυριά που επήγε ο αντίλαλος μέχρι κάτω. Εγώ», λέει, «δεν είχα φοβηθεί ποτέ και άκουσα αυτή τη σφυριά και εκείνο το βράδυ», λέει, «φοβήθηκα.»</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Άκουγα κι εγώ σαν παιδί πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-20-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Σχετικά με θρύλους που λένε διάφορα για τη βρύση, για το νερό κι όλα αυτά, έχετε ακούσει;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Α, τ` άκουγα κι εγώ σαν παιδί, […] πως υπήρχανε νεράιδες εις τη Βρύση και κλαίγαν τα μωρά.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Εγώ θυμάμαι που μας λέγανε ότι όποιος είναι να πάει βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί […] να κρατάς μαζί σου ένα κομμάτι ψωμί. Έχετε ακούσει την ιστορία τι συμβόλιζε αυτό το ψωμί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Επειδή, πώς το βάζει ο παπάς που σε κοινωνάει, τον σίτο, τον οίνο και το έλαιο… Το ψωμί είχε τη δύναμη και δε σε πλησίαζε, λέει, το ξωτικό, έτσι μας λέγαν κι εμάς. Άμα βγαίναμε βράδυ έξω, λέει κράτα… -εμείς τα παιδιά βέβαια δεν πηγαίναμε πουθενά, αλλά άμα πήγαινε ο πατέρας μου που σηκωνότανε να πάνε στα ψαρέματα τη νύχτα, είτε απ` έξω είτε…-&nbsp; βάλε κι ένα κομματάκι ψωμί μαζί μες στη τσέπη σου. […] Ένα κομματάκι ψωμί. Γιατί το ψωμί είναι σταυρωμένο και δεν κάνει ούτε να το πατάμε ούτε να το πετάμε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Κι εδώ για τη Βρύση τι λέγανε;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Μας λέγαν ότι υπήρχανε, λέει, νεράιδες εις τη Βρύση και είχαν ακούσει, λέει, κάποιοι, δεν ξέρω, ότι είχαν τα μωρά τους. Πηγαίναν και πλέναν τα ρούχα τους, λέει, στη Βρύση και τ` ακούγαν που κλαίγανε τα παιδιά. Αυτά θα `ταν φαντασίες. Μια κουκουβάγια να φώναζε τη νύχτα και λέγαν πως είναι τα παιδιά της νεράιδας. Οπότε δεν το πίστεψα βέβαια. Ε, καλά σαν παιδιά μας φοβίζανε και φοβόμασταν να πάμε, αλλά εγώ πολλές φορές που άντεχα και πήγαινα κάτω και πελεμούσα και σκοτεινιαζόμουνα και `ρχοτανε η συχωρεμένη η γριά Πλυτώ εδώ κάτω, έβλεπεν πως δεν είχα ανεβεί απάνω κι έλεγεν της Ειρήνης, «Βρε συ, αυτή η Ελευθερία λες να `παθε τίποτα και δεν έχει ανεβεί ακόμα;» Και κατέβαινε η κακομοίρα κάτω και με γύρευε. Μου `λεγε, λοιπόν, η Ειρήνη, «`ε δουλιέσ`<sup>2</sup> τέτοια ώρα που κάθεσαι κάτω;» Λέω, «Τι να δουλιώ;» «Δεν πάω», μου λέει, «τέτοια ώρα εγώ στη Βρύση, που να μου δίνουνε τι.» Δεν το σκέφτηκα ποτέ να φοβηθώ, σκοτεινά που να `ναι κάτω. Μια φορά εδώ, μόλις στρίβουμε, που `ναι η ταμπέλα «Βρύση» και «Λιβάδι», που `ναι η ταμπέλα ακριβώς, το από κάτω τραφάκι το `χεν ο γέρο Κώστας απάνω και το `χανε όλο αγκιναριές. Τότε όλα  ετούτα τα περγαλίδια ήταν γεμάτα αγκιναριές. Ξέρεις πόση αγκινάρα έβγαζε εδώ; Τα περγαλίδια όλα μόνο αγκιναριές είχε, δεν είχε φραγκοσυκιές καθόλου, ούτε μία, μόνο αγκιναριές είχαμε. Και είχαμε λοιπό μεγαλώσει πια και του λέω… -ήταν ένα βράδυ πια σκοτεινά κι είχεν έρθει κάτω για να βεγγερίσωμε- και του λέω, «Εν κόβεις τις αγκινάρες σου μόνο θα ξεποχιάσουνε, που `ναι κάτω στο Γύρισμα;» Το λέγαμε Γύρισμα επειδή πήγαινε το ένα έτσι και τ` άλλο αλλιώς. Λέει, «Μπα, αφού δεν τις τρώει κανένας.» Λέω «Κρίμασι.» «Ε, δεν πας να τις κόψεις;»  Λέω «Να πάω τώρα;» Μου λέει, «Άμα είσαι άξια να πας τώρα, χαλάλι σου. Πήαινε κόψε τις.» Λέω, «Θα πάω.» Μου λέει, «Δεν το πιστεύω.» Ήταν σκοτεινά πια. Μωρέ πήγα εγώ και γέμισα ένα καλάθι μέχρι απάνω. Λέω, τι να φοβάμαι τις νεράιδες που λένε, πώς κλαίνε στη Βρύση;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Οι άλλοι δεν πηγαίνανε δηλαδή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Δεν πηγαίνανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ: </strong>Δεν πάνε εύκολα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>φοβηθείς</em></li>



<li><em>δεν φοβάσαι</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/">Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
