<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Ελευθερία Σιγάλα | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-curator/eleytheria-sigala/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-curator/eleytheria-sigala/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Wed, 10 Apr 2024 15:39:49 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.1</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>Ελευθερία Σιγάλα | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-curator/eleytheria-sigala/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 11 Nov 2023 09:04:35 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5662</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κανόνες ποτίσματος στα περιβόλια. Η δίκη στην πηγή. Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/">Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-19.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κανόνες ποτίσματος στα περιβόλια. Η δίκη στην πηγή.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K: </strong>Ο καθένας είχε το χωράφι του κάτω στα περιβόλια. Τη διανομή του ποιος θα ποτίζει, ποια οικογένεια θα ποτίζει πότε, ξέρετε, έχετε ακούσει ιστορία πώς έχει γίνει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Είχα ακούσει τον πατέρα μου βέβαια, ότι είχανε κανονίσει τα πάνω περιβόλια -τα κάτω δεν υπήρχανε, τα κάτω περιβόλια, από την κάτω στέρνα τη μεγάλη που είναι ο πλάτανος και κάτω, ήτον ναι μεν, αλλά αμπέλια, τέτοια, δεν ήτανε περιβόλια, δεν ήταν ποτιστικά, ήτανε μόνο η Βρύση απάνω. Μετά που μεγαλώσαν και παιδιά αυτώνω που τα `χανε, τα χτίσανε λοιπόν και τα ημερέψανε, να τα κάνουνε ποτιστικά. Είχαν λοιπον κανονίσει την Κυριακή να μην ανοίγεται η Βρύση απάνω καθόλου για να μαζεύεται το νερό να πάει στην κάτω. Να τρέχει όλη μέρα, να γεμίζει η κάτω στέρνα την Κυριακή και επειδή ήταν το περιβόλι πιο μεγάλο και πιο μακριά από όλα, ήπαιρνε πάντα της Δευτέρας το νερό ο πεθερός μου και την Παρασκευή το μοιράζανε μαζί με το Ζαράνη. Ήπαιρνε ο ένας, πότιζε πρώτα, και μετά το `παιρνεν από πάνω ο Ζαράνης. Ποτίζαμε κι εμείς εκεί κάτω και γι` αυτό τα θυμάμαι. Μετά, αφού πλήθυνε πια το κάτω περιβόλι, αποφασίσανε να μην ανοίγει απάνω η στέρνα καθόλου. Τότε είχεν πολλά νερά. Λοιπόν κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου, του πατέρα μου ο πατέρας, με τον γερο-Νικητιό νομίζω, με της Ζαράναινας τον πατέρα, για το νερό. Ένα στερνάκι που `ναι πάνω από τη Βρύση ήτανε του Μαρκάκη, αυτός που `τανε αδερφός του παππού μου, και το νερό δεν το `φηνε, λέει, να κατεβαίνει κάτω, το κράταγε μόνο και πότιζε το δικό του. Ο παππούς μου όμως του λέει, ότι εφόσον το χειμώνα πάει μέσα στη στέρνα τη δημόσια, πρέπει να μας αφήνεις και μας το καλοκαίρι απόνερο, να κατεβαίνει μέσα στη στέρνα, να φτάνει, να ποτίζωμε τα περιβόλια. Πήγανε μέχρι και δικαστήριο. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση και δίκασε. Στη Βρύση ήρθε, δυο φορές το φέραν το δικαστήριο και δίκασε, για να δούνε επιτόπου πώς είναι τα πράματα. Του λένε, λοιπό, «Το χειμώνα όταν χειμωνιάσει, το νερό πού το πας;» του `πανε του Μαρκάκη. Λέει, «Εκατεβαίνει μέσα στη στέρνα ετούτη, που `ναι στη Βρύση.» Λέει, «Τότε θα το κρατάς και το χειμώνα, θα το βάλεις μες στην τραφιά σου, θα το γυρίσεις μεσα στο δικό σου. Εφόσον δεν το αφήνεις το καλοκαίρι να έχει δικαίωμα να πάρουνε κι οι υπόλοιποι, θα το κρατάς και το χειμώνα. Μπορείς;» Λέει, «Όχι.» «-Ε, τότε λοιπό θα αφήνεις το απόνερο μόλις ποτίσεις. Θα ποτίζεις μόνο μία τραφιά αυτή που `ναι εκεί δα κάτω-κάτω, και μετά θα το γυρίζεις μες στη στέρνα τη δημόσια.» Και τότε […] χωρίσανε και τις ημέρες. Εμάς ποτίζωμε το δικό μας το περιβόλι, εμένα, του Βαγγέλη απάνω και αυτό που είναι εδώ στη Βρύση της εκκλησίας, και αυτό που είναι από πάνω από του Αναστάση που το `χει η Σοφία, ποτίζωμε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο. Ξέρω και τις ώρες. Αφήνανε τη μεσημεριανή στερνιά, γιατί περιμένανε, αν δεν πηγαίνανε όλα τα ζώα να πιούνε νερό, κατσίκια που `χανε όλοι, τα γελάδια, τα γαϊδούρια, όλα να πάνε στη Βρύση να πιούνε νερό. Έπρεπε να μείνει η στέρνα, να γεμίσει, για να πιουν τα ζώα πρώτα και μετά ν` ανοίξουνε τη Βρύση, τη στέρνα. Κι επειδή ήτανε το περιβόλι μας πιο μακριά και ήθελε πολύ νερό, παίρναμε τη μεσημεριανή στερνιά πάντα. Εγώ τον εθυμάμαι τον Γραπουσανό που το `χε το περιβόλι αυτό και καθότανε στη Βρύση, είχε μια παγκάδα και καθόταν και περίμενε να πιούνε, ένας-ένας τα κτήματα που πηγαίναν κάτω, αν είχε πάει και το τελευταίο, για να ανοίξει, να πάει να ποτίσει.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Άκουγα κι εγώ σαν παιδί πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-20-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Σχετικά με θρύλους που λένε διάφορα για τη βρύση, για το νερό κι όλ΄αυτά, έχετε ακούσει;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Α, άκουγα κι εγώ σαν παιδί, [&#8230;] πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Εγώ θυμάμαι που μας λέγανε ότι όποιος είναι να πάει βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί [&#8230;] το να κρατάς μαζί σου ένα κομμάτι ψωμί. [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ελ: Επειδή πώς το βάζει ο παπάς που σε κοινωνάει, το σίτο, τον οίνο και το έλαιο&#8230; Το ψωμί είχε τη δύναμη και δε σε πλησίζε, λέει, το ξωτικό, έτσι μας λέγαν κι εμας. Άμα βγαίναμε βράδυ έξω, λέει κράτα&#8230; Εμείς τα παιδιά βέβαια δεν πηγαίναμε πουθενά, αλλά άμα πήγαινε ο πατέρας μου που σηκωνότανε να πάνε στα ψαρέματα τη νύχτα είτε απ ΄έξω είτε&#8230; Βάλε κι ένα κομματάκι ψωμί μαζί μες στη τσέπη σου. [&#8230;] Ένα κομματάκι ψωμί. Γιατί το ψωμί είναι σταυρωμένο και δεν κάνει ούτε να το πατάμε ούτε να το πετάμε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Κι εδώ για τη βρύση τι λέγανε;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Μας λέγαν, ότι υπήρχανε λέει νεράιδες εις τη βρύση και είχαν ακούσει λέει κάποιοι δεν ξέρω, ότι είχαν τα μωρά τους. Πηγαίναν και πλέναν τα ρούχα τους στη βρύση και τ΄ακούγαν που κλαίγανε τα παιδιά. Αυτά θα ΄ταν φαντασίες. Μια κουκουβάγια να φώναζε τη νύχτα και λέγαν πως είναι τα παιδιά της νεράιδας. Όποτε δεν το πίστεψα βέβαια. Ε, καλά σαν παιδιά μας φοβίζανε και φοβόμασταν να πάμε, αλλά εγώ πολλές φορές [&#8230;] που άντεχα και πήγαινα κάτω και πελεμούσα και σκοτεινιαζόμουνα και ΄ρχοτανε η συχωρεμένη η γριά Πλυτώ εδώ κάτω [&#8230;] κι έλεγεν της Ειρήνης, βρε συ αυτή η Ελευθερία λες να παθε τίποτα και δεν έχει ανεβεί ακόμα; Και κατέβαινε η κακομοίρα κάτω και με γύρευε. Μου λεγε, λοιπόν, η Ειρήνη, ε δουλειές[?] τέτοια ώρα που κάθεσαι κάτω; Λέω, τι να δουλώ[?]; Δεν πάω μου λέει&nbsp; τέτοια ώρα εγώ στη βρύση, που να μου δίνουνε τι. [&#8230;] Δεν το σκέφτηκα ποτέ να φοβηθώ, σκοτεινά που να ΄ναι κάτω. Μια φορά [&#8230;] μόλις στρίβουμε, που ΄ναι η ταμπέλα βρύση και Λιβάδι, που ΄ναι η ταμπέλα ακριβώς,&nbsp; το από κάτω τραφάκι το ΄χεν ο γέρο Κώστας απάνω και το ΄χανε όλο αγκιναριές. Τότε όλα&nbsp; ετούτα τα περγαλίδια ήταν γεμάτα αγκιναριές. Ξέρεις πόση αγγινάρα έβγαζε εδώ; Τα περγαλίδια όλα μόνο αγκιναριές είχε, [&#8230;] δεν είχε φραγκοσυκιές καθόλου ούτε μία, μόνο αγκιναριές είχαμε. Και είχαμε μεγαλώσει πια και του λέω&#8230; Ήταν ένα βράδυ πια σκοτεινά κι είχεν έρθει κάτω για να βεγγερίσωμε και του λέω, δεν κόβεις τις αγκινάρες σου μόνο θα ξεποχιάσουνε, που ΄ναι κάτω στο Γυρισμα; Το λέγαμε Γύρισμα επειδή πήγαινε το ένα έτσι και τ΄αλλο αλλιώς. Λέει, μπα αφού δεν τις τρώει κανένας. Λέω κρίμασι.&nbsp; Ε, δεν πας να τις κόψεις;&nbsp; Λέω να πάω τώρα; Μου λέει, άμα είσαι άξια να πας τώρα, μου λέει χαλάλι σου. Πήαινε κόψε τις. Λέω, θα πάω. Μου λέει, δεν το πιστεύω. Ήταν σκοτεινά πια. Μωρε πήγα εγώ και γέμισα ένα καλάθι μέχρι απάνω. Λέω, τι να φοβάμαι τις νεράιδες που λένε, πώς κλαίνε στη βρύση;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Οι άλλοι δεν πηγαίνανε δηλαδή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Δεν πηγαίνανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Δεν πάνε εύκολα.&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/">Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μια φορά μ` είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 09:53:04 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5233</guid>

					<description><![CDATA[<p>Λόγια ξεματιάσματος. Ξεμάτιασμα με μαντήλι.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/">Μια φορά μ` είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-23.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Λόγια ξεματιάσματος. Ξεμάτιασμα με μαντήλι</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H: </strong>Κανένας πρακτικός γιατρός υπήρχε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Πρακτικός όχι. Πρακτικός που `βγαζε δόντια ήταν αυτός ο Μαρινάκης, που σου λέω, έβγαζε μόνο δόντια. Αλλά και σε, έτσι, πρακτικά, τα κατάφερνε σε όλα. Κι η πεθερά μου. Η πεθερά μου και κείνη έτσι πρακτικά έκανε πολλά. Ο Μαρινάκης ξεμάτιαζε και άμα βγάζανε σπυριά έτσι, που `τανε άσχημα σπυριά, τα γήτευε που λέγανε, τους έλεγε λόγια. Και στο ξεμάτιασμα και τα θυμάμαι και τα λόγια εκείνα που μας έλεγε. Μας έλεγε στο ξεμάτιασμα και μας εμέτραγε με το… Άμα `τανε άντρας τον εμέτραγε με το ζωστήρα του κι άμα ήτανε γυναίκα με το μαντήλι του κεφαλιού. Μια φορά μ`είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια, δεν μου τα `χε πει πολλές φορές. Έλεγε, «Πρώτη χέρα, καλή χέρα του Δεσπότη, του Χριστού, της κυράς της Παναγίας, Άγιοι Ανάργυροι θαυματουργοί. Αγία Αναστασία φαρμακολύτρια τους πόνους σκορπάς και τα κακά διαμπλάζεις<sup>1</sup>. Η κυρά η Παναγιά ελούστηκε, εχτενίστηκε, στον άγιο θρόνο της πάτησε και πέρασε ο Αγάς και την είδε και την εφθαλμόκοψε» -δηλαδή την εμάτιασε, την εφθαλμόκοψε. «Ο γιος της την αρώτησε, τι έχεις μάνα μου, τι έχεις μητέρα μου, τι έχεις βασίλισσα του κόσμου και ούτε τρως, ούτε πίνεις, ούτε το σταυρό σου κάνεις; Θαυμάζομαί σε γιε μου που τα κρυφά ξέρεις και τα φανερά δε γνωρίζεις. Λούστηκα, χτενίστηκα, στον άγιο μου θρόνο κάθισα, πέρασε ο Αγάς και με είδε και μου φθαλμόκοψε και ούτε τρώω, ούτε πίνω, ούτε το σταυρό μου κάνω.» Και ο γιος της της είπε, «Ε, και δε βρέθηκεν άνθρωπος εικοσίνυχος και πενταδάχτυλος, να σε σταυρώσει τρεις φορές, να πει, πάτερ ημών μία, πάτερ ημών δύο, πάτερ ημών τρεις, πάτερ ημών τέσσερεις, πάτερ ημών πέντε, πάτερ ημών έξι, πάτερ ημών εφτά, πάτερ ημών οχτώ, πάτερ ημών εννιά. Δέξου γης το βάρος του και δώστου τις δυνάμεις του.» Αυτό είναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Και πώς λέγατε με το μαντήλι ότι το έκανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Εκείνος βαστούσε και το μαντήλι και σε σταύρωνε. Έπαιρνε το μαντήλι του κεφαλιού μας και όπως το μέτραγε από το μεσαίο δάχτυλο, το `κανε έτσι στην άκρη και την άλλη άκρη την έφερνε εδώ στον άγκωνα κι έδενε έναν κόμπο. Έδενε έναν κόμπο, για να ξέρει πόσο μάκρος ήτανε το δάχτυλο. Το `παιρνεν από το μεσαίο δάχτυλο και το `φερνε στον αγκωνιού του κι έδενε τον κόμπο. Και μετά αφού σε σταύρωνε με το ίδιο το μαντήλι το `κανε και σε σταύρωνε, αυτές τις φορές που έλεγε, αν ήτανε από άντρα το μάτιασμα, κόντυνε ο κόμπος κι ερχόταν εδώ πάνω στον κόμπο, κι άμα `τον από γυναίκα ερχόταν εδώ στη μέση. Και το θυμάμαι εγώ, τότε ήμουνα μικρούλα. Παντρεμένη ήμουνα, μα ήμουνα εικοσιτριώ χρονώ, εικοσιδύο χρονώ, κάτι τέτοιο ήμουνα και ερχόμουν από την Αθήνα, είχα πάει στην Αθήνα για κάποια δουλειά και βγήκα στον Κάμπο και ήτανε ένας εκεί στο… Είχα μπει μες στη μαούνα κι έδωσα ένα πήδο απ`τη μαούνα και πήγα έξω στο μώλο και μου λέει αυτός, «Βρε συ, θέριεψες», λέει, «που πήγες εις την Αθήνα.» Έρχομαι στο σπίτι, αρρωσταίνω, γέμισε το στόμα μου σπυριά μέσα, έγινα να. Ούτε έτρωγα, ούτε έπινα, ήμουνα σε αθλία κατάσταση. Και μου λέει ο συχωρεμένος ο άντρας μου, να πάω να φωνάξω το Μαρίνο -ήτανε κουμπάροι. Λέω, «Τι να μου κάνει;» Μου λέει, «Εσένα σ`έχουνε ματιάσει.» Τέλος πάντων πήγε και τον φώναξε και ήρθε. Μου λέει «Δώσε μου το μαντήλι του κεφαλιού σου.» Και το πήρε και με σταύρωσε και μου λέει, «Σε έχουνε ματιάσει και είναι και άντρας, αυτός που σε έχει ματιάσει.» Πράγματι σου λέω αυτός που ήτανε στο μουράγιο ήταν άντρας και μου λέει, «Συ θέριεψες», μου λέει «και πηδάς από πάνω από την μαούνα και κατεβαίνεις κάτω.» [&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Και αυτό που λέγατε ότι μετρούσε τη ζώνη;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Άμα ήτανε άντρας έπαιρνε τη ζωστήραν του, στη γυναίκα έπαιρνε το μαντήλι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Έπαιρνε τη ζωστήρα του ματιασμένου του άντρα και την έβαζε στο δικό του χέρι ή στου…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong>&nbsp; Όχι την έβαζε, τη μέτραγε εκείνος εις το δικό του χέρι και έκανε πάλι εκεί πέρα, πώς τον σημάδευε, κάπως τον σημάδευε, δεν ξέρω. Εμένα μου `κανε με το μαντήλι μου και είδα που έδεσε κόμπο. Στων αντρών δεν ξέρω τι σημάδι έκανε και όταν κόνταινε και πήγαινε αλλού το σημάδι, άμα ερχόταν απάνω στον κόμπο λέει ήτανε άντρας, και άμα ερχότανε εδώ στη μέση ήτανε γυναίκα. […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Εσείς ξεματιάζετε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>E:</strong> Αυτό μοναχά που ξέρω, δεν ξέρω άλλα. Ξεμάτιασμα ήξερε η πεθερά μου, αλλά το πήρε μαζί της. Πόσα της κάναμε να μας το πει. Εκείνη ξεμάτιαζε με το λάδι. Και ήξερε, δηλαδή ξεμάτιαζε πραγματικά, ξεμάτιαζε. Θυμάμαι μια φορά ήταν ο Μιχάλης άμα τον είχα μικρό, όπου τον έβγαζα να τον πάει, γιατί ήτανε παχουλό παιδί, ε, τα παιδάκια τα πιάνει πιο εύκολα το μάτι, όλη μέρα τον εξεσταύρωνε με το λάδι όμως. Έσταζε το λάδι μέσα στο νερό, του `λεγε τα λόγια κι έσταζε μια σταγόνα λάδι και όταν ήταν μάτι, σκόρπαγε και δε φαινότανε τίποτα. Δε μένει τίποτα. Όταν έλεγε λοιπόν τα λόγια, τα `λεγε τρεις φορές πρέπει να τα πει, στην τρίτη φορά στο τέλος σταμάταγεν η σταγόνα, χωρίς να σκορπιστεί, έμενε ακέραια. Αλλά τα λόγια δε μας τα `πε, δεν ήθελε να μας τα πει. Μου λέει, «Αν σου τα πω δε θα πιάνει πια ύστερα, εγώ όταν θα ξεματιάζω, πρέπει να τα μάθεις από άντρα.» Η γυναίκα πρέπει να τα μάθει από άντρα και ο άντρας πάλι από γυναίκα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>σκορπίζεις</li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/">Μια φορά μ` είχε ξεματιάσει εμένα και μου `χε μείνει. Τα θυμόμουνα τα λόγια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/mia-fora-m%ce%84eiche-xematiasei-emena-kai-moy-%ce%84che-meinei-ta-thymomoyna-ta-logia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πηγαίνανε στις Μάκαρες και κουβαλούσε χταπόδια κοφίνια</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 15:52:31 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5206</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ψάρεμα με τη βάρκα που τη λέγαν Σούβλα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/">Πηγαίνανε στις Μάκαρες και κουβαλούσε χταπόδια κοφίνια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-8.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ψάρεμα με τη βάρκα που τη λέγαν Σούβλα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Ο πατέρας μου ψάρευε πρώτα. Θυμάμαι στα μικρά μου χρόνια, είχαμε μια βάρκα μισάρικια, μαζί την είχανε τα δυο αδέρφια, ο πατέρας μου και του γέρο-Κώστα ο πατέρας. Την είχανε μισή-μισή και πηγαίνανε όλο με εκείνη στο ψαρεμα. Ε, μετά που γίναν τα παιδιά, μεγαλώσαν τα παιδιά της θείας της Μαρίναινας, πηγαίνανε πάλι με τον Αντώνη τον δικό μας στα ψαρέματα και απασχολότανε. Ο συγχωρεμενος ο άντρας μου μετά αγόρασε βάρκα δικιά του. Την είχανε βρει ο Μπαρμπερογιάννης στην Νάξο, την είχανε βρει στη θάλασσα και έπλευε κάπου. Από κάποιο καϊκι έφυγε, από κάποιο καράβι, ποιος ξέρει. Έτυχε να `ρτει εδώ και λέει, «έχω μία βάρκα και την πουλάω.» Τα συφωνήσανε λοιπόν με το συγχωρεμένο τον άντρα μου και την πήρε, την πήρανε. Η Σούβλα που λέγανε, αν την έχετε ακούσει καμιά φορά… Ο Μαραγκός την είχε πάρει και μετά την πήρε ο Κώστας, ο γιος του,&nbsp; στην Αμοργό, την είχεν στην Αμοργό. Ακόμα υπάρχει και την έχουνε κάνει κότερο, ήτανε τόσο γρήγορο πράγμα. Αφού πηγαίνανε στα Χτένια, πηγαίνανε και ερχότανε με τα κουπιά. Πηγαίνανε στις Μάκαρες και κουβαλούσε&nbsp; χταπόδια κοφίνια, στις Μάκαρες. Ώστε να ρθουνε από τις Μάκαρες που&nbsp; σκοτείνιαζε.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Με το κουπί τώρα; </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Είχε κάνει και πανί. Είχε πάει στην Αθήνα, είχεν αγοράσει το πάνι, το `χε κόψει ο ίδιος, το `χε ράψει ο ίδιος, το `χεν μοντάρει, όλα τα `χε κάνει ο ίδιος. Και πηγαίνανε και στα Χτένια και στις Μάκαρες και φέρνανε κοφίνια. Το βράδυ θέλουν να `ρθουνε πια σκοτεινά κάτω, θε` να μπουρίσουνε με την μπουρού, γιατί αλλιώς δεν είχαμε επικοινωνία. Πότε ερχότανε, πώς, να  ξέρωμε να… Κι είχα εγώ έτοιμους τους γαϊδάρους και έβαζα πάνω τα κοφίνια και πήγαινα κάτω, εκείνοι κοπανάγανε χταπόδια και τρίβανε, ώστε να παω εγώ. Καθόμουνα κάτω, περιμέναμε και μετά τα φορτώναμε. Είχαμε ένα σύρμα όπως ήταν μεγάλη η αυλή μας πριν, είχε σύρμα έτσι σταυροειδώς, και το φορτώνανε χταπόδια όλο και ξεραινότανε κι εκείνα τα πουλούσαμε τότε. Τ` αγόραζεν ο Χρήστος ο Φαζάκος που λέμε και ο Μιχαλάκης.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/">Πηγαίνανε στις Μάκαρες και κουβαλούσε χταπόδια κοφίνια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/pigainane-stis-makares-kai-koyvaloyse-chtapodia-kofinia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ήτανε λαθραία τα καπνά</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/itane-lathraia-ta-kapna/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/itane-lathraia-ta-kapna/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 13:04:02 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5163</guid>

					<description><![CDATA[<p>Τα καπνά</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/itane-lathraia-ta-kapna/">Ήτανε λαθραία τα καπνά</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-7.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα καπνά</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Τα καπνά τα πουλάγατε ή τα είχατε…;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε:</strong> Μπα τα κάνανε για το… Άμα έκανε κανένας πολύ… λαθραία όμως ήτανε, ήτανε λαθραία τα καπνά. Αν ηπουλούσανε το πουλούσανε λαθραίο. Αλλά τα αξιοποιούσε ο πατέρας μου, ήθελε δώδεκα οκάδες το χρόνο. Οκάδες καπνού και ο καπνός ξέρεις πόσο ελαφρό πράμα είναι. Για να κάμεις λοιπόν δώδεκα οκάδες, καταλαβαίνεις τι μπούγιες κάνεις και ήθελε δώδεκα οκάδες για να περάσει τον χρόνο.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/itane-lathraia-ta-kapna/">Ήτανε λαθραία τα καπνά</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/itane-lathraia-ta-kapna/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 14:31:38 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5138</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μεροκάματα στα μεταλλεία και οι πλάκες Μακάρων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/">Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-14.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Μεροκάματα στα μεταλλεία</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Εσείς τα μεταλλεία τα θυμάστε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Ναι ήμουνα παιδάκι, πολύ μικρή ήμουνα. Τα θυμάμαι τα βαγόνια που πηγαίναμε και βγαίναμε απάνω.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Δουλεύανε δηλαδή όταν ήσασταν μικρή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Ναι, δουλεύανε, δουλεύανε. Αυτό που βγάζανε, πηγαίνανε και το ρίχνανε εκεί στο Σιδεροκάμινο, που λέμε. Εκεί πηγαίναν και τ` αδειάζανε. Ερχότανε κάποιο κάραβι κι άραζε εκεί κι από κει το φορτώνανε. Είχανε κάνει μια τσουλήθρα έτσι και πήγαινε κατευθείαν μέσα στο καράβι. Και το βαγονάκι εγώ το θυμάμαι από μέσα από τις γαλαρίες, και πέρναγε από του παππού τα χωράφια. Ακόμα φαίνεται η γραμμή. Και πηγαίναμε εμείς τα πιτσιρίκια, κατεβαίναμε που `χανε σχολάσει πια οι εργάτες και βρίσκαμε τα βαγονάκια και βγαίναμεν απάνω, τα σπρώχναν οι άλλοι για να παίζουμε.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Οι εργάτες ήτανε Δονουσιώτες;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Ναι, ναι, όλοι από τη Δονούσα ήτανε. Οι προϊσταμένοι ήταν από την Αθήνα… τώρα πώς τις λέγανε δε θυμάμαι, πώς τις λέγανε. Τις λέγαν οι γονείς μας, πώς τους λέγανε αλλά δε θυμάμαι. Ένας λεγότανε Κώστας, Κώστας λεγότανε, μα το επίθετό του δεν μπορώ να σκεφτώ. Μάλιστα είχε γίνει ένα περιστατικό με κείνον. Είχε χηρέψει η Μαυροειδή, της Ευγενίας η μάνα, είχε χηρέψει τον πρώτο της άντρα που `χε πάρει και ήταν πολύ ωραία κοπέλα τότε που πέθανεν ο άντρας της, ήτανε πάρα πολύ ωραία και αυτός την ήθελε, αλλά αυτή δεν ήθελε να κάνει τέτοια. Είχεν ένα αγόρι με κείνον τον άντρα, αλλά κείνο πέθανε. Κοιμότανε με μια θεία… Μαρία, της Σταυρούλας και του παππού του Ηλία αδερφή ήτανε, και ήτανε φυματικιά, και το παιδί κοιμότανε μαζί της, το `χε παρέα και το κόλλησε. Τότες έβραζε η φυματίωση. Ώστε να την πάρουνε χαμπάρι, ότι εκείνη είναι φυματικιά… και κόλλησε το αγοράκι και πέθανε. Το θυμάμαι εγώ το αγοράκι, το θυμάμαι λίγο που πήγαινε στο σχολείο, ήταν ένα ωραίο αγοράκι… Λοιπόν, και πήε λοιπόν τη νύχτα και της εχτύπησεν αυτός, και λέει, «Ποιος είναι;» Λέει, «Καλλιόπη εγώ είμαι.» Λέει, «Ποιος;» Λέει, «Άνοιξε θα με δεις.» Εκείνη καμώθη πως ήτανε μέσα ο παππούς ο Ηλίας, ο αδελφός της, και δε σηκώθηκε ν` ανοίξει, μόνο φώναξε δυνατά, «Ηλία, για σήκω να δεις, ποιος είναι που χτυπά την πόρτα;» Ακούει αυτός μέσα, «Ηλία σήκω να δεις ποιος είναι που χτυπάει την πόρτα», έγινε λαγός, έφυγε. Αυτά, ας πούμε, θυμάμαι από τους γονείς μου, που λέγανε αυτές τις περιπτώσεις. Αυτόν θυμάμαι στο μεταλλείο, ήτανε επιστάτης του μεταλλείου, αυτόν τον Κώστα. […]&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Υπάρχει τώρα κάποιος που να δούλευε στα μεταλλεία που είναι εδώ πέρα στο νησί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Μπα, δεν υπάρχει κανένας, δεν υπάρχει κανένας. Τότε που δουλεύαν τα μεταλλεία, εγώ ήμουνα παιδάκι και όλοι αυτοί που δουλεύανε ήτανε μεγάλοι, έχουνε φύγει όλοι. Το μόνο που θυμάμαι, θυμάμαι που μετά βγάζανε μια άσπρη πέτρα, τον άτσαχα που λέμε, και εκείνο το δουλεύανε πίσω στην Καλοταρίτισσα κοντά. Τώρα εκείνο πώς το κουβαλάγανε, δε θυμάμαι. Και δούλευε κι ο πατέρας μου, όπου βρίσκανε μεροκάματα οι άντρες τότε του νησιού όλοι, πηγαίνανε και εδούλευε. Και αφού ακούγαμε λοιπό πως μαζεύανε άτσαχα, είχαμε λοιπό καλαθάκια κι άμα ανεβαίναμε από τον Κάμπο σκορπούσαμε στο δρόμο και τα γεμίζαμε τα καλαθάκια μας άσπρη πέτρα, πως θα την πουλήσωμε κι εμείς. (γέλια) Πως θα πουλήσωμε την άσπρη πέτρα. Αλλά από αυτούς δε ζει κανένας, κανένας, κανένας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ: </strong>Θυμάστε πότε κλείσαν τα μεταλλεία και πώς είχανε κλείσει;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Α, και να θυμάμαι ποια χρονολογία, είναι… Πριν τον πόλεμο πάντως ηκλείσανε. Με τον πόλεμο κλείσανε, το `40 κλείσανε, γιατί, σου λέω, ήτανε οι Βαλάτουδες που ήταν εδώ που δουλεύανε -να τώρα σκέφτηκα πως ήταν κι οι Βαλάτουδες στα μεταλλεία- και τότε κηρύχτηκεν ο πόλεμος.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ:</strong> Λόγω του πολέμου κλείσανε ή δεν είχε πια να βγάλει από μέσα;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Λόγω του πολέμου κλείσανε. Τώρα είχεν δεν είχεν, δε θα `χε πια πολύ γιατί τα `χανε εξαντλήσει πια, λίγο πράγμα βγάζανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Από πότε λειτουργούσαν αυτά; Πότε ξεκίνησαν;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Δεν ξέρω από πότε ξεκινήσανε τα μεταλλεία, πάντως εγώ σαν παιδάκι που γνώρισα, οι γαλαρίες ήτανε βαθιές, πηγαίναν πια… Δούλευεν ο πατέρας μου και πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια, όταν φεύγαμε από το σχολείο. Παίρναμε το δρόμο απ` την Παναγία και πηγαίναμε μέσα κει και μπαίναμε μέσα, για να δούμε… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες, πηγαίνες μέσα-μέσα τότε. Ήτανε καθαρό, γιατί το καθαρίζαν για να βγάζουν το υλικό. Κανένας δεν υπάρχει που να δούλεψε στα μεταλλεία τότε. Όλοι ήτανε μεγάλοι άνθρωποι, εγώ ήμουνα παιδάκι. Αυτοί που δουλεύανε πριν το `40, το `35 φερ`ειπείν, το `35 δουλεύανε, δε ζει κανένας, δε ζει κανένας, όλοι έχουνε…</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Και περάσαν όλοι από τα μεταλλεία;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Οι άντρες του νησιού βέβαια, όλοι. Κι απ` την Καλοταρίτισσα ερχότανε κι απ` τον Κάμπο, όσοι άντρες ήτανε τότε υπήρχανε, ερχότανε κι από δω απ` το Μερσήνι, απ` τη Μεσαριά, όλοι. Όλοι δουλεύαν στα μεταλλεία, γιατί… Οι Μυλωνάδες οι δυο δεν ξέρω αν πηγαίνανε, επειδή είχαν το μύλο. Αυτοί δεν ξέρω αν δουλεύανε, αλλιώς οι υπόλοιποι όλοι δουλεύανε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Οι Δονουσώτες οι πιο πολλοί πηγαίνανε στις Μάκαρες τότε που βγάζαν την πλάκα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-15.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα μεταλλεία των Μακάρων και οι πλάκες Μακάρων</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Οι Δονουσώτες οι πιο πολλοί πηγαίνανε στις Μάκαρες τότε που βγάζαν την πλάκα. Ήταν ο Αριστείδης τότε εκεί προϊστάμενος, απ` την Αθήνα βέβαια, και ένας άλλος που τον λέγανε Θηραίο στο επίθετο, ήταν τ` αφεντικό στις Μάκαρες. Κι ερχόταν και από τα Κουφονήσια. Απ` τα Κουφονήσια είχε και στις Μάκαρες εργάτες, αλλά κι οι Δονουσώτες πηγαίναν οι πιο πολλοί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Και βγάζανε πλάκα από τις Μάκαρες;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Πλάκα, ναι, πλάκα. Όχι βέβαια, δεν ήτανε καλή πλάκα, γι` αυτό και τη σταματήσανε, δεν την εξαναδουλέψανε. Δεν είχε πολύ πέραση, ήταν μαλακιά, πολύ μαλακιά ήτανε. [&#8230;] Εμάς η αυλή μας πριν, η παλιά αυλή, ήτανε γύρω-γύρω όλη με πλάκα αυτή των Μακάρων. Πέρα στης πεθεράς μου εκεί απ` έξω νομίζω πως υπήρχεν ακόμα καμιά. […] Εμάς από την αυλή την επήραν, άμα φύγαμε εμείς από δω το `62 που έφυγα γω. Η αυλή μου, όλος ο τοίχος γύρω-γύρω ήταν με αυτές τις πλάκες στρωμένη. Τις επήραν και τις εκάνανε… Καλοταριανοί μου `πανε ότι τις επήρανε και τις εκάνανε κουλούρες. Κάνανε τρύπα στη μέση και την κάνανε κουλούρα για το παραγάδι. Άμα τους έμπλεκε το παραγάδι, βάζαν αυτό πάνω σε χοντρή πετονιά και το σύρνανε και το ξέμπλεκε το βάρος εκείνο, το τράβαγε και το ξέμπλεκε το παραγάδι, έκοβε τ` αγκίστρια δηλαδή. Και τις είχανε πάρει όλες από δω.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/">Πηγαίναμε σαν παιδιά από περιέργεια και μπαίναμε μέσα… Ήταν βαθιές οι γαλαρίες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/pigainame-san-paidia-apo-periergeia-kai-mpainame-mesa-itan-vathies-oi-galaries/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μόλις ήπεφτε πέτρα το ξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 11:55:39 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2430</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι ξερολιθιές</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/">Μόλις ήπεφτε πέτρα το ξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-18-Μόλις-ήπεφτε-πέτρα-το-ξαναχτίζανε.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι ξερολιθιές</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Και θεία, όλες αυτές τις ξερολιθιές, τις τραφιές που κρατάνε τα χωράφια, αυτές τις χτίζατε εσείς ή υπήρχε κάποιος που τις έχτιζε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Όλοι εδώ οι παλιοί, ο πατέρας μου, ο πατέρας της Σοφίας, ο θείος μου ο Νικόλας του Βαγγέλη ο πατέρας, πάνω, του Χρήστου ο πατέρας, ο νονός μου ο Αντώνης της Ειρήνης ο πατέρας, όλοι χτίζανε τους τοίχους τους. Ετούτες τις ξερολιθιές, τα τραφάκια, τα χτίζαν οι ίδιοι, δεν ηπαίρνανε ποτέ μάστορα. Όχι, κανένας. Ήτανε μαντρωμένα τα χωράφια, το μαντρώνανε γύρω-γύρω, όπως είναι πέρα κει στ` αλώνι. Τώρα έχουνε πέσει. Αλλιώς ποτέ δεν αφήνανε, που υπήρχαν αυτοί οι παλιοί όλοι, μόλις ήπεφτε πέτρα, το ξαναχτίζανε, δεν το αφήνανε να ισοπεδωθεί.&nbsp; Και βάζαμε τα ζώα μέσα στο χωράφι. Εμείς πίσω τα χωράφια, κει που είναι συκιές μαντρωμένες, αν πηγατε μέχρι εκεί πίσω, ο Μιχάλης πλήρωσεν τον Αντώνη απάνω κι έφερε σύρματα και τις εμαντρώσαμε τις συκιές, πριν δεν είχαμε σύκο να φάμε, τα τρώγαν τα ζώα, τα κατσίκια, δεν αφήνανε… Το χωράφι που το `χαμεν εμείς ήτανε ολόκληρο έξι στρέμματα χωράφι, ήταν μαντρωμένο και βάζαμε τα ζώα μέσα. Αφού θέλει να τελειώσουμε τα σπαρτά ή καλοκαιρινά, αν είχαμε σπείρει ή κρεμμύδι, οτιδήποτε, τα βάζαμε μέσα, τα κλείναμε και δεν ηβγαίνανε πια έξω. Πηγαίναμε τα παίρναμε, τα ποτίζαμε και τα ξαναβάζαμε πάλι μέσα στο χωράφι, δεν ηβγαίναν έξω. Γι` αυτό φαίνονται οι πέτρες αυτές, αλλά τώρα έχουνε πέσει. Ο δρόμος που πάει μέχρι πίσω σ` ένα ορισμένο σημείο, ήτανε χτισμένος μέχρι πίσω-πίσω. Όλα ήταν μαντρωμένα. Κάθε ένας είχε το δικόν του μαντρωμένο. Ο παππούς σου […] είχεν αρκετές κατσίκες και τις επήγαινε και τις εμαντρίζε, δε βαριότανε, είχε χτίσει&nbsp; απέραντο μέρος. Εκείνος ο τοίχος που έχει μαντρωμένο, το έχεις προσέξει πόσο είναι; [&#8230;] Εγώ έχω περάσει και τώρα, από τη Σκοινούσα με το καράβι που βλέπω τις τοίχους, όλα τα χωράφια είναι κλεισμένα, αλλού με σύρμα κι αλλού με τοίχους.</p>



<p class="wp-block-paragraph">[&#8230;]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Αυτά τώρα θεία τα φτιάχνανε οι δικοί σας προτού γεννηθείτε; Δηλαδή είναι πολύ παλιό χτίσιμο;<br><br><strong>Ελ:</strong> Ναι, παλιά χτισίματα, πριν γεννηθώ εγώ, τα `χανε χτίσει οι πιο παλιοί. Ε, απλώς κι οι δικοί μας χτίσαν ακόμα και τα μαντρώσανε και τα διατηρούσαν κιόλα, αν έπεφτε μια πέτρα από κατσίκι να βγει απάνω ή από κάτι να πέσει να γκρεμίσει ο τοίχος, τον εξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη, για να περνούνε τα ζώα, να μην μποδίζονται.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/">Μόλις ήπεφτε πέτρα το ξαναχτίζανε. Τώρα άμα δούνε μιά πέτρα πεσμένη, δίνουν μια κλωτσιά και πέφτει και η άλλη</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/molis-ipefte-petra-to-xanachtizane/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Έφτιαχνε τα εργαλεία, αξίνες, τα δικέλια, τσάπες όλα, ήταν ο γύφτος του νησιού</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 01 Sep 2023 08:03:45 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=2388</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο επισκευαστής εργαλείων στη Μεσαριά, ο «Γύφτος»</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/">Έφτιαχνε τα εργαλεία, αξίνες, τα δικέλια, τσάπες όλα, ήταν ο γύφτος του νησιού</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/00-Στόμωνε-έκανε-γύφτικες-δουλειές-δηλαδή.-Ελευθερία-Σιγάλα-don3-11.mp3"></audio></figure>



<h5 class="wp-block-heading">&nbsp;</h5>



<h5 class="wp-block-heading">Ο επισκευαστής εργαλείων στη Μεσαριά, ο «Γύφτος»</h5>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Γύφτο ποιον λέγανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Του Αναστάση τον πατέρα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Γιατί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Στόμωνε, έκανε γύφτικες δουλειές δηλαδή. Έφτιαχνε τα εργαλεία, όλα τα εργαλεία που σκάβανε εδώ, αξίνες, τα δικέλια, τσάπες όλα, ήταν ο γύφτος του νησιού. Είχεν πολλή δουλειά, γιατί είχε τόσους νοικοκυρούς, πάρα πολλούς νοικοκυρούς, και τώρα εκείνα τα χρόνια δεν τους πληρώνανε με το κομμάτι, τους δώνανε από δυο γκαζοντενεκέδες καρπό, κριθάρι, σταρομίγαδο, όχι δηλαδή… ούτε κριθάρι-κριθάρι, ανακατωστά σταρομίγαδο<sup>1</sup>. Τους δίναν από δυο ντενεκέδες το κάθε σπίτι, ο κάθε νοικοκύρης. Ένα ο πατέρας μου, ένα ο θείος μου ο Βαγγέλης, ένα ο Νικόλας, ένα ο Μαρίνος, ήταν τόσα αδέρφια εδώ στη γειτονιά, ένα ο πεθερός μου. Ό,τι είχανε να πάνε να στομώνει, αφού κάνανε δουλειές αγροτικές, είχαν εργαλεία και πήγαιναν και στομώναν.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>ανάμεικτο σιτάρι και κριθάρι</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/">Έφτιαχνε τα εργαλεία, αξίνες, τα δικέλια, τσάπες όλα, ήταν ο γύφτος του νησιού</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/stomone-ekane-gyftikes-doyleies-diladi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 24 May 2023 08:04:37 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1677</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες για φαντάσματα στο Σπήλιο και για νεράιδες στη βρύση</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/">Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-21-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για φαντάσματα στο Σπήλιο</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Κι εδώ στο Σπήλιο πάλι λέγανε πως… Φοβούμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, που `ρχομαστε από το σχολείο. Τώρα, μας τα λέγανε για να μας φοβίζουνε, για να `ρχόμαστε νωρίς; Γιατί παίζαμε στο δρόμο και ερχόμαστε όλο νύχτα, νύχτα. Άμα περνούσαμε, άμα δεν είμαστε και διπλάρικα μαζί, φοβούμαστε βέβαια, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα, «κου-κου, κου-κου» ακούγαμε. Καμιά φορά ήμουνα το πιο μικρό του σχολείου, άμα ανεβαίναμε -τα άλλα όλα ήταν μεγάλα αγόρια και τρέχανε- ε, εγώ πήγαινα σιγά-σιγά σαν το… και σκοτεινιαζόμουνα, ερχόμουνα νύχτα και τ` άκουγα λοιπό που φωνάζανε και έλεγα λοιπό μόνη μου τώρα, για να παρηγοριέμαι, <em>κουκουβάγια μωρέ είναι, τώρα τι φοβάμαι;</em> Μονολογούσα εγώ κι έλεγα <em>κουκουβάγια είναι μωρέ τώρα, τι φοβάμαι, αφού είναι κουκουβάγια και κάνει «κου-κου», τι να φοβάμαι;</em> Και παρηγοριόμουνα μόνη μου.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ: </strong>Θυμάστε τι λέγαν για το Σπήλιο, για το συγκεκριμένο μέρος εκεί; […]</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Eλ:</strong> Λέγαν πως εκεί μέσα είναι το μέρος και καλά πιο δύσκολο το μέρος εκείνο, πως έχει φαντάσματα. Εγώ δεν έχω δει. Το μόνο που έχω ακούσει και δεν το `πε ψέματα βέβαια, δεν ξέρω ακριβώς πώς βρέθηκε, ήτανε… Όταν σκοτώθηκε της γριάς Πλυτώ ο πρώτος της άντρας, έπεσε ένας τοίχος και τον πέτρωσε εκεί δα μέσα, όχι στο Σπήλιο, πιο πέρα, στο άλλο που `ναι η ελιά. […] Εκεί ήταν, μέσα στα χωράφια αυτά σκοτώθηκε ο άντρας της. Έκατσε κάτω από τον τοίχο να κολατσίσει και τον είχε ξεσκάψει κι εκεί ξεκόλλησεν από πάνω ο τοίχος και τον ησκότωσεν από κάτω. Ψάχναν, τον ηγυρεύανε, δεν τον ευρίσκανε πουθενά. Και λέγανε τέλος πάντων, πως είχε φαντάξει, ακούγανε διάφορες φωνές. Δηλαδή εκείνη την ημέρα όχι δεν ακούσαν τίποτα. Το μόνο που μας έλεγεν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι ήτανε στο περιβόλι και πήγεν ο πεθερός του και τον εγύρευε στο περιβόλι. Αφού τον εγυρεύανε, μήπως είναι στο περιβόλι, μήπως είναι στη Μεσαριά; Ψάχνανε, τον γυρεύγανε. Ήμουνα μικρό παιδάκι εγώ τότε. Και άκουσε, λέει, από πάνω που έβηξε, γιατί από κάτω είναι το δικό μας περιβόλι, από πάνω αμέσως είναι δικιά του η τραφιά. Και λέει, λοιπόν, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, «Άκου, ο Δημήτρης» -Δημήτρη τον λέγανε και κείνο- «Άκου, ο Δημήτρης που βήχει από πάνω. Πού τον εγύρευεν ο πεθερός του και δεν τον ευρίσκανε;» Αλλά δεν εμίλησε, λέει, από πάνω φαίνεται θα `τανε και ίσως τον ευρήκανε και δεν ακουγόταν και τίποτα. Άκουσε, λέει, που έβηξε. Λοιπόν είχε φύγει ο Βαγγέλης από την Καλοταρίτισσα […], εδουλεύανε στις Μάκαρες κι ερχότανε τα Σάββατα, τις έφερνεν εδώ ο ίδιος ο επιστάτης, είχε μια βάρκα μεγάλη και τους έφερνεν εδώ τα σαββατοκύριακα, να πλυθούνε, να δουν τους δικούς τους, και προπάντων να πλύνουν και τα ρούχα τους. Και σηκώθηκε λοιπό` αυτός ο Βαγγέλης -ήτανε παλληκαρόπουλο και δούλευεν εις τις Μάκαρες κι αυτός- σηκώθηκε λοιπόν της αυγής για να φύγει […] για να προλάβει τη βάρκα που θα `φευγε και φεύγαν και πρωί-πρωί.  Του λέει ο πατέρας του… -σηκώθηκε νύχτα σκοτεινά- «Μήπως δουλιαστείς<sup>1</sup> να `ρθω κι εγώ μαζί σου;» Ο γέρος δε φοβότανε, αλλά ο μικρός… λέει, «Μπα, πού να `ρχεσαι μαζί μου τέτοιαν ώρα», λέει, «θα πάω.» Λέει, «Αν φοβάσαι να `ρθω γω μαζί σου.» Λέει, «Όχι, όχι, δε φοβάμαι.» Επήρεν τα ρούχα του αυτός κι έφυγε, μόλις επήγεν εκεί δα στην ελιά που σου λέω, ακριβώς είναι μια φίδα από κάτω. Όπως πήγε να περνάει αυτός, όλο και με το φόβο φαίνεται, βλέπει ένα μαύρο γάτο και πηδάει μες στα πόδια του και χύνεται κάτω προς τα κάτω. Αυτό ξεράθηκε το παιδί από το φόβο του. Γιατί πήδηξε με φόρα από πάνω από τον τοίχο και κατέβηκε μες στο δρόμο και πήρε κάτω τη ρεματιά. Και αυτό φοβήθηκε πολύ και πήγε λοιπό στον Κάμπο κι ήτανε άσπρο, λέει, όπως τον τοίχο. Του λέει, «Γιατί είσαι έτσι τρομαγμένος;»  Λέει, «Άστα τώρα.» Δεν ήθελε να πει τίποτα, αλλά μετά τον ξαναρωτήσανε. Του λέει ο Αριστείδης, αυτός που `χε τη βάρκα, λέει, «Γιατί είσαι έτσι; Είσαι κίτρινος», του λέει, «όπως το λεμόνι.» Του λέει, «Κάτι μου `τυχε στο δρόμο, που κατέβαινα νύχτα και κόντεψα να μείνω μες στο δρόμο.» Κι άμα `ρτεν απάνω τα `λεγε στους γονείς του, πως αυτό του `τυχε. Άλλη φορά πάλι, τις ίδιες μέρες εκείνες, κοιμότανε στ `αλώνια τότε, αλωνεύαμε, ήταν η εποχή των αλωνιών. Και κοιμότανε οι αθρώποι όλοι, ο πατέρας μου, της Σοφίας ο πατέρας, ο θείος μου ο Νικόλας, αυτός που σκοτώθηκε, στ` αλώνια κοιμόταν όλοι. Όλο το καλοκαίρι κοιμότανε στ` αλώνια, δεν ερχόταν στο σπίτι. Μία για να λυχνίσουνε, μία πως τους άρεσε και πιο καλά έξω καλοκαίρι που ήτανε, να μη ζεσταίνονται στα σπίτια, είχαν πάρει τα ρούχα τους και κοιμότανε στ` αλώνι. Στάχυα είχε κάτω και ήτανε μαλακά… Και θυμάμαι που `λεγεν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι κείνο το βράδυ, κείνη τη βραδιά, άκουσε μία σφυριά από το πίσω μέρος, εδώ που πηγαίνετε εσείς για να αντικρύσετε πώς είναι η ρεματιά, άκουσε μία σφυριά μες στη ρεματιά, που λέει, «Εγώ όσο χρονώ είμαι δεν είχα φοβηθεί ποτέ μου κι άκουσα μία σφυριά που επήγε ο αντίλαλος μέχρι κάτω. Εγώ», λέει, «δεν είχα φοβηθεί ποτέ και άκουσα αυτή τη σφυριά και εκείνο το βράδυ», λέει, «φοβήθηκα.»</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Άκουγα κι εγώ σαν παιδί πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-20-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Σχετικά με θρύλους που λένε διάφορα για τη βρύση, για το νερό κι όλα αυτά, έχετε ακούσει;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Α, τ` άκουγα κι εγώ σαν παιδί, […] πως υπήρχανε νεράιδες εις τη Βρύση και κλαίγαν τα μωρά.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>K:</strong> Εγώ θυμάμαι που μας λέγανε ότι όποιος είναι να πάει βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί […] να κρατάς μαζί σου ένα κομμάτι ψωμί. Έχετε ακούσει την ιστορία τι συμβόλιζε αυτό το ψωμί;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Επειδή, πώς το βάζει ο παπάς που σε κοινωνάει, τον σίτο, τον οίνο και το έλαιο… Το ψωμί είχε τη δύναμη και δε σε πλησίαζε, λέει, το ξωτικό, έτσι μας λέγαν κι εμάς. Άμα βγαίναμε βράδυ έξω, λέει κράτα… -εμείς τα παιδιά βέβαια δεν πηγαίναμε πουθενά, αλλά άμα πήγαινε ο πατέρας μου που σηκωνότανε να πάνε στα ψαρέματα τη νύχτα, είτε απ` έξω είτε…-&nbsp; βάλε κι ένα κομματάκι ψωμί μαζί μες στη τσέπη σου. […] Ένα κομματάκι ψωμί. Γιατί το ψωμί είναι σταυρωμένο και δεν κάνει ούτε να το πατάμε ούτε να το πετάμε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Κι εδώ για τη Βρύση τι λέγανε;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ: </strong>Μας λέγαν ότι υπήρχανε, λέει, νεράιδες εις τη Βρύση και είχαν ακούσει, λέει, κάποιοι, δεν ξέρω, ότι είχαν τα μωρά τους. Πηγαίναν και πλέναν τα ρούχα τους, λέει, στη Βρύση και τ` ακούγαν που κλαίγανε τα παιδιά. Αυτά θα `ταν φαντασίες. Μια κουκουβάγια να φώναζε τη νύχτα και λέγαν πως είναι τα παιδιά της νεράιδας. Οπότε δεν το πίστεψα βέβαια. Ε, καλά σαν παιδιά μας φοβίζανε και φοβόμασταν να πάμε, αλλά εγώ πολλές φορές που άντεχα και πήγαινα κάτω και πελεμούσα και σκοτεινιαζόμουνα και `ρχοτανε η συχωρεμένη η γριά Πλυτώ εδώ κάτω, έβλεπεν πως δεν είχα ανεβεί απάνω κι έλεγεν της Ειρήνης, «Βρε συ, αυτή η Ελευθερία λες να `παθε τίποτα και δεν έχει ανεβεί ακόμα;» Και κατέβαινε η κακομοίρα κάτω και με γύρευε. Μου `λεγε, λοιπόν, η Ειρήνη, «`ε δουλιέσ`<sup>2</sup> τέτοια ώρα που κάθεσαι κάτω;» Λέω, «Τι να δουλιώ;» «Δεν πάω», μου λέει, «τέτοια ώρα εγώ στη Βρύση, που να μου δίνουνε τι.» Δεν το σκέφτηκα ποτέ να φοβηθώ, σκοτεινά που να `ναι κάτω. Μια φορά εδώ, μόλις στρίβουμε, που `ναι η ταμπέλα «Βρύση» και «Λιβάδι», που `ναι η ταμπέλα ακριβώς, το από κάτω τραφάκι το `χεν ο γέρο Κώστας απάνω και το `χανε όλο αγκιναριές. Τότε όλα  ετούτα τα περγαλίδια ήταν γεμάτα αγκιναριές. Ξέρεις πόση αγκινάρα έβγαζε εδώ; Τα περγαλίδια όλα μόνο αγκιναριές είχε, δεν είχε φραγκοσυκιές καθόλου, ούτε μία, μόνο αγκιναριές είχαμε. Και είχαμε λοιπό μεγαλώσει πια και του λέω… -ήταν ένα βράδυ πια σκοτεινά κι είχεν έρθει κάτω για να βεγγερίσωμε- και του λέω, «Εν κόβεις τις αγκινάρες σου μόνο θα ξεποχιάσουνε, που `ναι κάτω στο Γύρισμα;» Το λέγαμε Γύρισμα επειδή πήγαινε το ένα έτσι και τ` άλλο αλλιώς. Λέει, «Μπα, αφού δεν τις τρώει κανένας.» Λέω «Κρίμασι.» «Ε, δεν πας να τις κόψεις;»  Λέω «Να πάω τώρα;» Μου λέει, «Άμα είσαι άξια να πας τώρα, χαλάλι σου. Πήαινε κόψε τις.» Λέω, «Θα πάω.» Μου λέει, «Δεν το πιστεύω.» Ήταν σκοτεινά πια. Μωρέ πήγα εγώ και γέμισα ένα καλάθι μέχρι απάνω. Λέω, τι να φοβάμαι τις νεράιδες που λένε, πώς κλαίνε στη Βρύση;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η: </strong>Οι άλλοι δεν πηγαίνανε δηλαδή;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Δεν πηγαίνανε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Κ: </strong>Δεν πάνε εύκολα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>φοβηθείς</em></li>



<li><em>δεν φοβάσαι</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/">Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ο νόμος ήτανε στα 10 να σου πάρει 1, αλλά αυτοί δεν κοιτάζανε, έφτανε να το βλέπει να είναι παχύ και μικρό και το &#8216;παιρνε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-epi-katochis-o-nikolaras/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-epi-katochis-o-nikolaras/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 May 2023 13:04:18 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1349</guid>

					<description><![CDATA[<p>Επίταξη επί Κατοχής</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-epi-katochis-o-nikolaras/">Ο νόμος ήτανε στα 10 να σου πάρει 1, αλλά αυτοί δεν κοιτάζανε, έφτανε να το βλέπει να είναι παχύ και μικρό και το &#8216;παιρνε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-13-ΕΠΙΤΑΞΗ-ΝΙΚΟΛΑΡΑΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Επίταξη επί Κατοχής</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Είχε έρθει στρατός εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Όχι, ερχόταν απ` τη Γιάλη ερχότανε… Υπαγόμαστε στη Γιάλη και από τη Γιάλη ερχότανε. Ερχότανε και από άλλα μέρη, αλλά δε ζητούσανε, δεν παίρνανε με το έτσι θέλω. Απ` τη Γιάλη ερχότανε και κάνανε επίταξη εδώ. Απ` τη Γιάλη ερχότανε οι Ιταλοί. Τους ήφερνε ο Νικολάρας τότε, αυτός που `τανε στη Γιάλη. Ένας άλλος από τα Κατάπολα, του Μανώλη του παπά που λένε, συγγενής σας ήτανε ο Μανώλης. Ναι, η γιαγιά η Καλλιόπη είναι καμωμένη για την μάνα του Βαγγέλη, αυτού που σου λέω από τα Κατάπολα. Μαρία τη λέγανε αυτή που ήταν στα Κατάπολα, που την είχεν πάρει ο Μανώλης, ο Μανώλης του παπά. Ήταν του παπά υιός και τον λέγαν «ο Μανώλης του παπά», είχεν πάρει την αδερφή του παππού σου του δασκάλου, του γερο-δασκάλου. […] Εκεί ήταν ένας γιος του κι ήφερνεν απάνω τους Ιταλούς, ο Βαγγέλης και ο Νικολάρας απ` τη Γιάλη. Και ερχόταν εδώ και κάνανε επίταξη, ό,τι βρίσκανε. Θυμάμαι μοσχάρια παίρνανε, μα κατσίκια βρίσκανε. Εμείς είχαμε δυο-τρία… Ο νόμος ήτανε στα δέκα να σου πάρει ένα, αλλά αυτοί δεν κοιτάζανε, έφτανε να του αρέσει, να το βλέπει, να είναι παχύ και μικρό και το `παιρνε. Ο Νικολάρας τα `κανε, δεν τα κάνανε οι Ιταλοί, η αλήθεια ότι τα πολλά τα `κανε ο Νικολάρας. Θυμάμαι είχαμε τρεις-τέσσερεις κατσίκες και είχε αγοράσει η μάνα μου ένα μικρό κατσικάκι από την αδερφή της Σοφίας, είχανε φέρει καλά μαρτίνικα δηλαδή από την Αμοργό και κάνανε δίδυμα, ήτανε καλά. Η μάνα μου είχε μηχανή και έραβε, έκανε τη μοδίστρα εδώ, ολουνού του νησιού έραβε. Και της έραψε λοιπό ρούχα και της λέει, «Θέλω να μου δώσεις ένα κατσικάκι απ` τις καλές σου τις κατσίκες, για να κάμω κι εγώ ένα κατσικάκι.» Ήρθανε λοιπόν από την Αμοργό οι Ιταλοί μαζί με τον Νικολάρα, λέει, «Θέλω να δω τα κατσίκια σου, Ειρήνη», ενώ την ήξερε, γιατί πήγαινε στην Αμοργό και του μάζευεν ελιές. «Τι να πάρεις», του λέει, «βρε Νικόλα, εγώ έχω τρεις-τέσσερεις κατσίκες, είναι όλα μέσα στη μάντρα.» Λέει, «Θέλω να τα δω.» Μπαίνει μέσα λοιπό, το βλέπει αυτό, λέει, «Θέλω να πάρω ετούτο.» Του λέει, «Ρε Νικόλα, είσαι με τα καλά σου, αυτό το έχω αγοράσει για να κάνω κι εγώ μια κατσίκα, πάρε απ`τα άλλα.» Λέει, «Τι θα κάμω απ` τ` άλλα, κόκκαλα; Αυτό είναι παχύ θα το πάρω.» Το πήρε. Με τους Ιταλούς συνεργαζότανε και είχε κάψει κόσμο εδώ, είχε κάψει ο Νικολάρας κόσμο… Αφού όλοι, θυμάμαι, τότε που λέγανε, «Πού θα πάνε, δε θα φύγουνε οι Ιταλοί; Η πρώτη η τουφεκιά θα είναι του Νικολάρα.» Αλλά τελικά δεν τον ηπείραξε κανένας.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-epi-katochis-o-nikolaras/">Ο νόμος ήτανε στα 10 να σου πάρει 1, αλλά αυτοί δεν κοιτάζανε, έφτανε να το βλέπει να είναι παχύ και μικρό και το &#8216;παιρνε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/epitaxi-epi-katochis-o-nikolaras/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ξέρεις πόσα πράματα δίνανε για να πάρουνε ένα πιάτο στάρι; Ερχότανε με βάρκες και πουλάγανε των κοριτσιών τις προίκες</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/diatrofi-epi-katochis-kai-antallages-me-alla-nisia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/diatrofi-epi-katochis-kai-antallages-me-alla-nisia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 May 2023 12:56:58 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1345</guid>

					<description><![CDATA[<p>Διατροφή επί Κατοχής και ανταλλαγές με άλλα νησιά</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/diatrofi-epi-katochis-kai-antallages-me-alla-nisia/">Ξέρεις πόσα πράματα δίνανε για να πάρουνε ένα πιάτο στάρι; Ερχότανε με βάρκες και πουλάγανε των κοριτσιών τις προίκες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-12-ΔΙΑΤΡΟΦΗ-ΚΑΙ-ΑΝΤΑΛΛΑΓΕΣ-ΜΕ-ΓΥΡΩ-ΝΗΣΙΑ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Διατροφή επί Κατοχής και ανταλλαγές με άλλα νησιά</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>H:</strong> Με τον πόλεμο ήσασταν εδώ;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Ναι.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Μείνατε στη Δονούσα αυτά τα χρόνια;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Εδώ, ναι, εδώ.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η:</strong> Τότε πώς ήτανε;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ελ:</strong> Με χόρτα, μόνο με χόρτα, τίποτ` άλλο. Ό,τι βγάζαμε -γιατί τα σπέρναμε τα χωράφια, σπέρναμε και κουκιά, ρεβύθια, φακές, φασόλια, πατάτες βάζαμε. Το σπόρο τον αφήναμε πάντα και κάναμε, αλλά δε μας επαρκούσε να περάσουμεν όλο το χρόνο. Το μόνο που μας λείφτηκε πολύ ήτανε το λάδι και το ψωμί, το λάδι και το ψωμί. Τα άλλα όλα κάναμε. Κάναμε σουσάμια, κάναμε μέλια, κάναμε φακές όπως σας λέω, φασόλια, κουκιά, ρεβύθια, σπέρναμεν από όλα, βγάζαμε γλυκοπατάτα πολύ. Ε, κουτσοπερνάγαμεν από τροφές ένα ορισμένο διάστημα, αλλά τι γινότανε; Πεινούσανε, είχε πολλή δυστυχία μέσα τα Δωδεκάνησα από τη Λέρο, απ` την Πάτμο, απ` τη Νάξο, κι ερχότανε αυτοί με βάρκες και πουλάγανε των κοριτσιών τις προίκες. Και μεις είχαμε υστέρηση, ας πούμε, από παπούτσια, από ρούχα, από ορισμένα πράματα κι αναγκαζόμαστε να δώσουμε… Ένα πιάτο στάρι, ένα πιάτο στάρι λέει, να μας βάλετε, να πάρετε… ξέρεις πόσα πράματα δίνανε για να πάρουνε ένα πιάτο στάρι; Και εκείνο μας λειβότανε ύστερα, γιατί ερχότανε πολλοί. Άλλους τους λυπόσουνα, άλλους τις είχανε ανάγκη. Είχαμεν ανάγκη να πάρουμε κι εμείς, απ` τη Νάξο παίρνανε ρούχα, και από τα Δωσεκάνησα. Ρούχα, πολλά ρούχα, σεντόνια, κουβέρτες, των κοριτσιώ άπιαστα, άθιχτα και τα δίνανε για κομμάτι ψωμί, που λένε. Κι έτσι λοιπό μείναμε κι εμείς στο τέλος χωρίς φαΐ, γιατί δίναμε το ψωμί, δίναμε τον καρπό, επί τω πλείστω καρπό δίναμε.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/diatrofi-epi-katochis-kai-antallages-me-alla-nisia/">Ξέρεις πόσα πράματα δίνανε για να πάρουνε ένα πιάτο στάρι; Ερχότανε με βάρκες και πουλάγανε των κοριτσιών τις προίκες</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/diatrofi-epi-katochis-kai-antallages-me-alla-nisia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
