<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΚΡΑΣΙ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-tag/krasi/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/krasi/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Fri, 03 May 2024 09:21:11 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΚΡΑΣΙ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/krasi/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Κρέατα δεν αγοράζαμε, τυρί δεν αγοράζαμε, τίποτα, όλα τα ΄χαμε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Nov 2023 09:45:11 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5429</guid>

					<description><![CDATA[<p>Γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/">Κρέατα δεν αγοράζαμε, τυρί δεν αγοράζαμε, τίποτα, όλα τα ΄χαμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don4-4.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Η:</strong> Πώς ζούσατε εδώ πέρα; […]</p>



<p><strong>Κ: </strong>Πώς ζούσαμε; Οι καλλιέργειες που κάναμε στα χωράφια. Όλα τα χωράφια τα σπέρναμε σιτάρι, κριθάρι. Δεν αγοράζαμε αλεύρια. Κάτι λίγοι που δεν είχαν πολλά χωράφια αγοράζανε, αλλιώς εμείς τα σπέρναμεν όλα. Τώρα δεν κάνουν ούτε ντομάτα να φάνε. […]</p>



<p><strong>Η: </strong>Κρεμμύδια βγάζατε κι εσείς;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Κρεμμύδια βγάζαμε δυο, τρεις χιλιάδες οκάδες. Ο παππούς σου ήβγαλεν έξι, εφτά χιλιάδες οκάδες. Είχαμεν τα ζώα, είχαμεν τα κατσίκια, είχαμεν όλα αυτά. Κρέατα δεν αγοράζαμε, τυρί δεν αγοράζαμε, τίποτα, όλα τα `χαμε. Ε, μόνο κανά μακαρόνι, ρύζι, τέτοια.</p>



<p><strong>Η: </strong>Αυτά από πού τα αγοράζατε; Υπήρχε κάποιο μαγαζί εδώ;&nbsp;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Είχε μαγαζί, είχε. Πήαινε στη Νάξο, ηφόρτωνε μια βάρκα, την ήφερνε και πούλειν εδώ, ο Μιχαλάκης. Κρασά είχεν πολλά, είχεν αμπέλια. Πάρε παράδειγμα από του παππού σου επίσω. Είχε 15 μεροκάματα αμπέλια και τώρα έχει μία ρίζα στον Κέντρο έ;&nbsp;</p>



<p><strong>Μ:</strong> Ούτε μία.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Δεκαπέντε μεροκάματα ηκάναμε εκεί από το πρωί μέχρι το βασίλεμα του ήλιου. Έξι, εφτά εργάτες. Εμείς δεν ηκαθόμαστε στο μαγαζί απάνω στις παγκάδες, αλλά μόνο την Κυριακή, κι εκείνη άμα `τον καλοσύνη ήμαστε στο ψάρεμα. Δεν είχε μαγαζά και τέτοια, μόνο τη σκόλη. Τότες που λες δεν ηγυαλίζαμεν παγκάδες. Το πρωί ήθελε να σηκωθούμε από την αυγή στο χωράφι, να σπείρωμε, μετά να τα φυτέψωμε τα κρεμμύδια, να τα σκαλίσωμε, να τα βγάλωμε.&nbsp;</p>



<p><strong>Καλ:</strong> Τυρρανίες. Πρώτα ήτονε τυρρανίες. Από τη νύχτα.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Το καλοκαίρι να πάμε στα χωράφια να τα ξυλοκόψωμε, να τα ετοιμάξωμε, να `ναι έτοιμα τον Οκτώβρη, να τα σπείρωμε. Και ζούσαμεν από πάνω από το νησί, δεν αγοράζαμε ψωμιά και αλεύρια. Πατάτες ηβγάλαμε μια στοίβα. Δεν μας ήμεινε καιρός με το θέρος και κάναμε μία στοίβα ίσα με κει πάνω μες στο σπίτι, για να τις τακτοποιήσωμε μετά.</p>



<p><strong>Μ: </strong>Μοναστήρια τα σπίτια.&nbsp;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Ε, ο συχωρεμένος ο πατέρας σου είχανε 100 κεφάλια κατσίκια. Τυριά, κρέατα, χοίρους ηκάναμε κι εμείς αφού ηπαντρεύτημε. Τώρα λίγα χρόνια είναι που δεν ηκάναμε χοίρο. Κάναμε ένα χοίρο 100, 120 οκάδες, τον ηπαστώναμε, άλλο καβουρμά, και περνούσαμεν όλον το χειμώνα. Τότες ήμαστεν και παιδιά, ητρώαμεν ό,τι είναι.</p>



<p><strong>Μ:</strong> Τώρα τα χοιρινά απαγορεύγονται…</p>



<p>&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/">Κρέατα δεν αγοράζαμε, τυρί δεν αγοράζαμε, τίποτα, όλα τα ΄χαμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kreata-den-agorazame-tyri-den-agorazame-tipota-ola-ta-%ce%84chame/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 21:34:23 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5226</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κρασιά, αμπέλια &#038; κλαδέματα</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/">Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-10.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κρασιά, αμπέλια &amp; κλαδέματα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>M:</strong> Κάτι κουρούπια μέσα που βάζαμε το κρασί. Καμιά φορά ηπατούσαμε Ηλία και κάναμε κρασί πολύ, τώρα φύγαν τ` αμπέλια ολουνώ, ολουνώ. Μόνο εγώ έχω εκειά πέρα ένα αμπέλι, εκείνο βαστάει ακόμα, έκανε σταφύλια ωραία. [&#8230;]</p>



<p><strong>Ε:</strong> Θυμάσαι στην Ποδαριά τι σταφύλια είχε; Κόκκινα, ροζακιά […].</p>



<p><strong>Η:</strong> Κάνατε και ρακή θείε; Ρακεζεύατε;</p>



<p><strong>Δ: </strong>Ναι, ναι. Ρακεζεύαμε εδώ πάνω στου Αναστάση το σπίτι. Εκεί δα ήταν τα ρακεζά κι εκεί δα βγάζαμε την τσικουδιά. Όλα, όλα τα `χαμεν τότες, τώρα… Πάνε τ` αμπέλια πάνε. […] Της Πόπης εκεί πέρα στην Ποδαριά, που λένε, το αμπέλι, ήκαμεν μέχρι 900 κιλά κρασί τ` αμπέλι εκείνο ναι, ναι, ναι, όλο. Ήταν μεγάλο αμπέλι. Τώρα είναι κλαδιά μέσα. Ξεμπελιστήκανε. […] Μακάρι να `ταν τ` αμπέλι όπως ήταν τότες. Ξέρεις πόσα χρόνια σκάβαμε; Είχα σκάψει εκεί μέσα χρόνια. Αυτά τα είχε ο παππούς και μας έπαιρνε και τα σκάβαμε. […] Είχεν εδώ πάνω στο Περγιαλίδι, ήτανε το πατητήρι και έκανε κρασί κι εκείνος, πολύ κρασί. Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες, δεκαπέντε μέρες, πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί. Να μην το πατήσεις αμέσως που θα το κόψεις από τη μάνα του, όχι, όχι. Πρέπει να το λιάσεις, τότε θα κάμεις και κρασί. Έτσι τα κάναμε εμείς. Και κάθε χρόνο κάναμε γλυκό κρασί, ναι, πολύ ωραίο κρασί. Εδώ ήτανε μια φορά, είχεν έρθει ένας γιατρός κι ένας δάσκαλος. Εκάναμε λοιπόν τραπέζι εδώ και τους βάλαμε κρασί. Αυτό είναι το κρασί, μας είπαν. Φέραμε ένα μπουκάλι στον καθένα. Αλλά ήτο ωραίο πράμα το κρασί εκείνο, πολύ ωραίο. Άμα το πατήσεις σας λέω που θα το κόψεις από τη μάνα του, το κρασί γίνεται μπρούσκο, δεν είναι γλυκό όπως άμα το λιάζεις. Το κανονίζεις, το κανονίζεις εκεί. Άμα το δεις στους 17 βαθμούς, 17 βαθμοί το πίναμε κι ήτον τι ωραίο.</p>



<p><strong>H:</strong> Και βγάζατε πολύ κρασί;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Βγάζαμε αμέ, βγάζαμε κρασί κι εμείς πολύ. Πέρα τότε στη Μεσαριά είχα κάτι ζάρες μεγάλες, βάζαν από 140 κιλά, ναι, ναι, ναι, γεμίζαμε εκεί πέρα κάργα.</p>



<p><strong>H: </strong>Όλοι εδώ πέρα πίνατε έτσι, γλεντάγατε;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Ναι, ναι, ναι, ααα, τότες πίναμε Ηλία μου, πίναμε. Ήταν τα χρόνια εκείνα, άμα `σαι μικρή ηλικία. Πήγαινα κι εγώ μετά με το θείο σου το Σταύρο και σκάβαμε στο Μοσχονά αμπέλια. Λοιπόν τότες εκείνος είχε μέσα τις γελάδες στην Καλοταρίτισσα, μέσα στις μάντρες, τέσσερα όλα τα τάιζε…&nbsp;</p>



<p><strong>Φ:</strong> Βρε το παιδί τα θέλει τ` αυτάκια του!</p>



<p><strong>Η:</strong> Όχι, όχι… Μ` αρέσουν αυτά θεία.</p>



<p><strong>Δ: </strong>Ακούς Ηλία; Βράδυ-βράδυ μου λέει, «Εγώ θα πάω μέσα να ταΐσω τις γελάδες» -είχε μια γαδάρα- «να φορτώσω κι άλλα για να φέρω εδώ.» Το μπουκάλι λοιπόν με την τσικουδιά ψημένη ήταν απάνω στον τοίχο. Μου λέει, «Τσικουδιά θα πίνεις κι ώσπου θέλεις θα σκάβεις.»&nbsp; Ήσκαβα λοιπόν να πάω να πιω ρακάκι. Ζεσταίνουμου, ούτε κρύο εκαταλάβαινα τίποτα, έσκαβα έσκαβα. Ύστερα το βράδυ όταν ήθελα να `ρτω εδώ πατούσα εδώ, βρίσκομαι εκεί. Σου λέω, τότες ήταν πολλά τ` αμπέλια εκεί δα πίσω. Τώρα τα ξεμπελίσαν κι εκεί έχουν κάτι λίγα με σύρμα φτιαγμένα εκεί. Τώρα θέλει να βάλει ο Νικήτας της Παρασκευγώς, θέλει να κάμει τώρα λέει νέο αμπέλι, για να δούμε. Να δούμε αλλά, τα κλήματα που θα βάλει τώρα Ηλία μου αργκιούν για να κινήσουν να κάνει σταφύλια, ναι. Τα λένε βουδόματα. Αλλά όταν βάλει φωκιανό, ροζακί, ασύρι τέτοια, αυτά σε τρία χρόνια κάνουν σταφύλια, αλλά πρέπει όμως να κάμει και νεράκια για να πιάσει το κλήμα, ναι, άμα δεν κάνει τέτοια, δεν πιάνει. Εμένα είναι παλαιό το αμπέλι, βαστάει ακόμα, είναι του παππού μου, ο γερο-Γιάννης, από την Καλοταρίτισσα ήταν εκείνος. Και είναι αυτό το αμπέλι στη Μεσαριά και κρατάει ακόμα. Το `χεν ο παππούς μου φυτεμένο. Εγώ τώρα το κλαδεύω κάπου 55 χρόνια το αμπέλι εκείνο, αλλά όπως το `βρα από την αρχή, έτσι είναι. Κι είχα ένα μπάρμπα εκεί δα πέρα στη Μεσαριά άμα ήτανε, του Αντώνη του Μαραγκού -δεν ηξέρω αν τον γνώρισες- του Μαραγκού ο πατέρας. Εκείνος μου `δειξε την κλάδα κι όπως μου `δειξε έτσι τα κλαδεύω και κρατάει τ` αμπέλι σας λέω 55 χρόνια, του παππού μου αμπέλι κρατάει έτσι.&nbsp;</p>



<p><strong>Η: </strong>Τους έχετε δείξει πώς να το κάνουνε; Πώς να κλαδεύουνε;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Ναι, ναι, ναι, τους έχω δείξει, γιατί έχει άλλη κλάδα αυτό, δεν είναι όπως τα άλλα. Βουδόματο αυτά, φωκιανά, κρητικά, φλάσκες τέτοια, θέλουνε να τ` αφήνεις στα τέσσερα μάτια, στα τέσσερα μάτια. Το φωκιανό και το ροζακί και στα δύο μάτια να το `φήκεις κάνει σταφύλια. Αλλά τα άλλα, αθήρια, κρητικά, τέτοια, θέλουν στα τέσσερα μάτια για να βγάλεις σταφύλια. Το βουδόματο πρέπει να το αφήσεις στα δέκα μάτια. Ναι, στα δέκα για να κάμει σταφύλι. Έτσι είναι, μου `χαν δείξει εμένα οι παλαιοί κλαδευτάδες, εκείνον παίρνανε και στον Κάμπο και τους κλάδευε τα αμπέλια, του Μαραγκού ο πατέρας ο μπάρμπα-Νικήτας, ναι, ναι. Θεός συχωρέστον. Εκείνος σου λέω μ` έδειξεν κι έτσι το κρατάω το αμπέλι.</p>



<p><strong>H:</strong> Όλο αυτό το κρασί το κρατάγατε δικό σας ή το δίνατε, το πουλάγατε;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Πουλούσαμε, πουλούσαμε κιόλας κρασί Ηλία. Ο παππούς της Πόπης το πουλούσε το κρασί, λίγο κρατούσε κάνα κουρουπάκι, το άλλο το πουλούσεν όλο. Δεν είναι πολλά χρόνια που πηγαίναμε και τα τρυούσαμε τα αμπέλια και κουβαλούσαμε τα σταφύλια εδώ πάνω με τα γαδούρια.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/">Άμα το λιάσεις το σταφύλι και τ` αφήσεις δύο βδομάδες πάντα θα κάμεις γλυκό κρασί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ama-to-liaseis-to-stafyli-kai-tafiseis-dyo-vdomades-dekapente-meres-panta-tha-kameis-glyko-krasi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>`Ρχούμαστε τη νύχτα με τα φανάρια μες στα χωράφια, να πλέξωμε το κρομμύδι, να `ναι έτοιμο το πρωί</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/rchoymaste-ti-nychta-me-ta-fanaria-mes-sta-chorafia-na-plexome-to-krommydi-na-nai-etoimo-to-proi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/rchoymaste-ti-nychta-me-ta-fanaria-mes-sta-chorafia-na-plexome-to-krommydi-na-nai-etoimo-to-proi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 13:13:59 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5170</guid>

					<description><![CDATA[<p>Καλλιέργειες επί Κατοχής. Τα κρεμμύδια. Τα καπνά</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/rchoymaste-ti-nychta-me-ta-fanaria-mes-sta-chorafia-na-plexome-to-krommydi-na-nai-etoimo-to-proi/">`Ρχούμαστε τη νύχτα με τα φανάρια μες στα χωράφια, να πλέξωμε το κρομμύδι, να `ναι έτοιμο το πρωί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don10-3.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Καλλιέργειες επί Κατοχής. Τα κρεμμύδια. Τα καπνά</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Φ:</strong> Εμείς στην Κατοχή […] ήταν τα χτήματα, τα χωράφια, κρομμύδια, σπαρμένα, φάβατα, καλοκαιρινά, ό,τι διαόλους […]. Όλα αυτά που βλέπεις εδώ, όλα αυτά, κείνα από δω, από κει, όλα αυτά Ηλία μου καλλιεργούντο. Κρομμύδια, καλοκαιρινά, φασολορόδετο, σπαρμένα, σιτάρια, κριθάρια όλα αυτά που βλέπεις, όλος αυτός ο κολοσσός που βλέπεις, εκτός ο Μοσχονάς, εκτός ο Μοσχονάς. Όλα αυτά Ηλία μου ηκαλλιεργούντο, όλα περνούσαν από τα χέρια μου. Να θερίσωμε, να βοτανίσωμε, ν` αλωνέψωμε, να σκαλίσωμε τα κρομμύδια, να τα βγάλωμε, να τα πλέξωμε, να τα πάμε στο μπαρκάρισμα. Ιστορία. […] Τα κρομμύδια, ήρχουντο Χιώτες, ήρχουντο Σαμιώτες, ήρχουντο διαόλοι. […] Εκείνο που βλέπεις εκεί πάνω&nbsp; σαν περγαλιδάκι, αυτό το `χανε βάλει αμπέλι. Εκεί μες στο αμπέλι έχω το σταφύλι μου, έχω το κρασί μου, έχω το ένα… […] Όλοι, ηδουλεύγαμε όλοι. Α! γαμώ το κέρατό σου μωρή, ε μωρή, ανεράδα (απευθυνόμενη στην κατσίκα)! Όλοι, από μικρά. Εγώ […] έξι χρονώ ήμουνα και ήβοσκα κατσίκια και ηβοτάνιζα και με `χανε και κρομμύδια, σκαλίσματα, φυτέματα, διαόλους. Τη νύχτα ηπεριμέναν τα καΐκια εδώ κάτω να μπαρκάρουν το κρομμύδι και `ρχούμαστε τη νύχτα με τα φανάρια μες στα χωράφια, να πλέξωμε, να `ναι έτοιμο το πρωί, να το κουβαλήσωμε.&nbsp;</p>



<p><strong>Η:</strong> Είχε και καπνά πολλά;</p>



<p><strong>Φ:</strong> Τα καπνά δεν τα πρόλαβα εγώ.</p>



<p><strong>Η:</strong> Τα καπνά πότε ήταν δηλαδή;</p>



<p><strong>Φ:</strong> Αφού ήτονε στης μάνας μου την παιδική ηλικία, εν τα πρόλαβα εγώ. Άμα εγώ ενιστόρησα ας πούμε κρεμμύδια, κρομμύδια. Όλα αυτά που βλέπεις, αυτό, ετούτα όλα, φυτεύουντο κρομμύδια.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/rchoymaste-ti-nychta-me-ta-fanaria-mes-sta-chorafia-na-plexome-to-krommydi-na-nai-etoimo-to-proi/">`Ρχούμαστε τη νύχτα με τα φανάρια μες στα χωράφια, να πλέξωμε το κρομμύδι, να `ναι έτοιμο το πρωί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/rchoymaste-ti-nychta-me-ta-fanaria-mes-sta-chorafia-na-plexome-to-krommydi-na-nai-etoimo-to-proi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Άμα δουλεύγαμε στις Μάκαρες, το Σαββάτο που ηρχούμαστε, παίρναμε τον Ηλία και μας ήπαιζε όλη νύχτα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 12:00:00 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1650</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο Μπαρμπα Λιας ο βιολιτζής. Γλέντια μετά τη δουλειά. Κρασιά.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/">Άμα δουλεύγαμε στις Μάκαρες, το Σαββάτο που ηρχούμαστε, παίρναμε τον Ηλία και μας ήπαιζε όλη νύχτα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don4-6-ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΑ-ΓΛΕΝΤΙΑ-ΜΕΤΑ-ΤΗ-ΔΟΥΛΕΙΑ-ΣΤΙΣ-ΜΑΚΑΡΕΣ.-ΚΡΑΣΙΑ.-ΚΩΒΑΙΟΣ-ΚΩΣΤΑΣ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ο Μπαρμπα Λιας ο βιολιτζής. Γλέντια μετά τη δουλειά. Κρασιά</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Κ:</strong> Μπόλικα κρασά, ηπίναμε, ηγλεντούσαμε, χορεύγαμε.</p>



<p><strong>Η:</strong> Κάνατε γλέντια;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Είχαμε το συγχωρημένο τον Ηλίαν εκεί πέρα κι ήπαιζε το βιολί.</p>



<p><strong>Καλ:</strong> Γυρίζαν τα χωριά.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Κάθε Κυριακή είχαμε γλέντι, κάθε Κυριακή.</p>



<p><strong>Η:</strong> Και πού μαζευόσασταν, το γλέντι πού γινότανε;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Εδώ… πού ΄ναι το χτίριον αυτό του Τσαβαρή το μεγάλο; Από κάτω. Ήτανε μαγαζί τότες, τώρα το πούλησεν… Κάθε Κυριακή γλέντι. Όλοι, παιδιά και γέροι, όχι μόνο οι νεαροί. Άμα δουλεύγαμε στις Μάκαρες, το βράδυ το Σαββάτο που ηρχούμαστε, παίρναμε τον Ηλία και τον είχαμεν εκεί και μας ήπαιζε όλη νύχτα, οι νεαροί, καμιά εικοσαριά παιδιά στην ηλικία σου.</p>



<p><strong>Η: </strong>Αυτά όλα τώρα πριν τον πόλεμο ή μετά τον πόλεμο?</p>



<p><strong>Κ:</strong> Πριν τον πόλεμο. […]</p>



<p><strong>Η:</strong> Μετά πώς ήτανε; </p>



<p><strong>Κ:</strong> Και με τον πόλεμο ηπίναμε, ηγλεντούσαμε. Παίρναμε από τη Σαντορίνη κρασά πολλά. Μα είχεν εδώ κρασί πολύ, ο Μοσχονάς ήκαμε τόνους, εδώ ήτον όλο αμπέλια. Δύσκολα χρόνια, αλλά ήτον ωραία. Δεν το βάλαμε κάτω και με την Κατοχή. Δυο ζάρες εκατονεικοσάρες κρασίν είχαμε από τη Σαντορίνη. Μόλις ηδειάζαν, τις ηγεμίζαμε.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/">Άμα δουλεύγαμε στις Μάκαρες, το Σαββάτο που ηρχούμαστε, παίρναμε τον Ηλία και μας ήπαιζε όλη νύχτα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ama-doyleygame-stis-makares-to-savvato-poy-irchoymaste-pairname-ton-ilia-kai-mas-ipaize-oli-nychta/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Σηλυβριανό είναι ένας ωραίος χορός που το χορεύουνε δυο άντρες αντικρυστά</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/sylivriano-einai-enas-oraios-choros-poy-to-choreyoyne-dyo-antres-antikrysta/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/sylivriano-einai-enas-oraios-choros-poy-to-choreyoyne-dyo-antres-antikrysta/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 11:50:44 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1647</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι χοροί των πανηγυριών. Γλέντια στον καφενέ. Η λειτουργία του ως γραφείο της Κοινότητας και χώρος για τον ασύρματο.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/sylivriano-einai-enas-oraios-choros-poy-to-choreyoyne-dyo-antres-antikrysta/">Σηλυβριανό είναι ένας ωραίος χορός που το χορεύουνε δυο άντρες αντικρυστά</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don25-12-ΟΙ-ΧΟΡΟΙ-ΤΩΝ-ΠΑΝΗΓΥΡΙΩΝ.-ΣΚΟΠΕΛΙΤΗΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι χοροί των πανηγυριών</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Γ:</strong> Ο κόσμος γνωριζόταν στα πανηγύρια και τέτοια όπως γινόταν και σ` άλλα μέρη;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Βεβαίως! Με τα πανηγύρια, και ηχορεύαμε κιόλας.</p>



<p><strong>Γ: </strong>Ε, με τι χορεύατε; Για να δούμε τώρα.</p>



<p><strong>Δ: </strong>Με τα βιολιά λέμε.</p>



<p><strong>Γ:</strong> Ναι, τι χορούς; Συρτά, μπάλους…</p>



<p><strong>Δ:</strong> Πρώτα-πρώτα ηδίναμε συρτό, σηλυβριανό, μετά πολίτικο, σαμιώτικο, συριανό, σούστα και τα λοιπά. Μετά μπάλο, καλαματιανό. Και όλα αυτά τα χορευτικά τα χορεύαμε.</p>



<p><strong>Γ:</strong> Το σηλυβριανό ποιο είναι;</p>



<p><strong>Δ: </strong>Σηλυβριανό είναι ένας ωραίος χορός, που το χορεύουνε δυο άντρες στην αρχή που θα σηκωθούνε, αντικρυστά που λένε.</p>



<p><strong>Γ:</strong> Α, αντικρυστός είναι;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Ναι αντικρυστός στα δύο, οι άντρες μόνο.</p>



<p><strong>Γ:</strong> Για ν` ακούσω.</p>



<p><strong>Δ:</strong> Κάνουν αυτή τη φιγούρα, μετά σταματάνε, σταματούν τα όργανα και μετά θα μπεις στον κύριο χορό. Θα σηκώσουν τις γυναίκες, αυτός που `ναι μπροστά ο αρχηγός.</p>



<p><strong>Γ:</strong> Πάλι αντικρυστά;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Όχι, συρτό. Τώρα μπαίνουμε στο συρτό, το πολίτικο πρώτα. Πολίτικος λέγεται ο πρώτος συρτός. Ένα ωραίος συρτός. Τρεις-τέσσερεις γυναίκες, πέντε, δύο, όσες γουστάρεις να σηκώσεις και να πάρεις είκοσι βόρτες στον πολίτικο, το φέρνεις στο σαμιώτικο, το συρτό που λέμε τα τραγούδια τα ερωτικά, ξέρω γω. Μετά λέμε ένα άλλο, συριανό το λέμε, πάλι συρτό. Συνεχίζεις εκεί, όλους να τους χορέψεις και να τις φέρεις εμπρός και πίσω που λέμε τις γυναίκες, για να πει ο τραγουδιστής τραγούδι και σ` αυτές, στις υπόλοιπες. Και τελευταία μπαίνει μια σούστα μέσα, ξέρεις…</p>



<p><strong>Γ:</strong> Το ξέρω… Αυτό είναι κρητικό όμως.&nbsp;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Όχι, έχουμε δωδεκανήσιες σούστες ωραίες πολύ, δεν είναι μόνο κρητικά. Από τη Σύμη ήρταν οι σούστες… Και μετά μπαίνεις στον μπάλο, ανοιχτό αντικρυστό κι αυτό. Ε, ύστερι κάνα καλαματιανό, καλαματιανό ηχορεύαμε κι εμείς εδώ, καλαματιανά αργίτικα. «Σαν πας στην Καλαμάτα και `ρθεις με το καλό, φέρε μου ένα μαντήλι να δέσω στο λαιμό» και τα λοιπά. Μέχρι και ζεμπέκικα ηχορεύανε. Λίγα ζεμπέκικα ηχορεύανε, κάτι μικρασιάτικα.&nbsp;</p>



<p><strong>Δεσπ:</strong> Τσιφτετέλια χορεύατε;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Ε, το κουτσοσυνοδεύαν, το  τσιφτετέλι, ε&#8230; Λίγο απ` όλα, ηχορεύαν το τσιφτετέλι, ναι.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Το κέντρο του γλεντιού ήτονε ο καφενές</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don12-11-ΚΑΘΕ-ΚΥΡΙΑΚΗ-ΓΛΕΝΤΙ-ΣΤΟΝ-ΚΑΦΕΝΕ.-ΣΚΟΠΕΛΙΤΗΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Γλέντια στον καφενέ. Η λειτουργία του ως γραφείο της Κοινότητας και χώρος για τον ασύρματο</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Η:</strong> Στον καφενέ θείε γλεντούσατε;</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Εκεί ήτονε… Το κέντρο του γλεντιού ήτονε ο καφενές.&nbsp;</p>



<p><strong>Κ:</strong> Ο καφενές πού ήτανε;</p>



<p><strong>Δημ: </strong>Αυτό που είναι εκεί μπροστά στου Τσαβαρή το σπίτι. Εκεί στης Λίτσας μπροστά, που είναι ένα κτίριο ωραίο. Εκείνο ήτο δικό μου. Μου το `χε γράψει ο παππούς γι` αυτό και…</p>



<p><strong>Η:</strong> Εσείς τον είχατε τον καφενέ;</p>



<p><strong>Δημ</strong>: Εγώ. Ε, εκεί γλεντούσαμε κάθε Κυριακή, τότες είμαστε νεαροί, δεν είμαστε εικοσάρηδες, γιατί είχα… Τα αδέρφια μου παίζαν βιολιά κι εγώ λαούτο και βιολιά κι ένας κουνιάδος μου εδώ κι αυτός. Εγώ είχα το μαγαζί και πήαινα στη Νάξο και κουβάλου ποτά και γλυκά και διάφορα κρασά. Δούλευα καλά δηλαδή, εγώ απ` όλους τους νεαρούς είχα λεφτά, το μαγαζί πάντα βγάλει λεφτά. Αλλά το αποκορύφωμα ήτον του Σταυρού κάθε χρόνο. Ήρχουντο απ` το Κουφονήσι όπως έρχουνται έτσι δα… Βιολιά και λαούτα. Εκεί γίνουντο το πανηγύρι το μεγάλο, μετά την εκκλησιά, όπως γίνεται (σε) κάποια πανήγυρια, μετά πηαίναμεν απάνω. Φώτα δεν είχαμε καλά, είχα όμως εγώ ένα λουξ και το `ναβα και μαζευόμαστε εκεί. Παίζαμε μέχρι τα ξημερώματα. Και του Άη Νικήτα ηγλεντούσαμε, γιατί είχε Νικήτουδες εδώ, τρεις μέρες. Μόνο την Αγιά Σοφιά δεν ήταν ακόμα χτισμένη και δεν ηπηαίναμε. Μετά που ηχτίστην κι αυτή ήκαναν κι εκεί πανηγύρι στην Αγιά Σοφιά, που πάει μέχρι τώρα, το τηρούμε. Αλλά εδώ που λες ήτανε ο καφενές. Κατεβαίναν οι χωριανοί όλοι, [&#8230;] ηχορεύαν κιόλας, τραγουδούσανε. Όλοι κάθε Κυριακή. Μα είχε και νέους, καμιά πενηνταριά νέοι και νέες είμαστε. Βέβαια, είχε κόσμο, ήταν εδώ γλεντζέδες όλοι. Αλλά ο καφενές, που λες, έβγαλε ιστορία μεγάλη. Μετά του `δωκα του Ηλία που παντρεύτηκε το `78 μέχρι το `80, τον ηπούλησε. Τον ηπούλησε, τον πήρε μια Φλώρα από την Αθήνα, του Τσαβαρή. Μετά τα γλέντια ητραβήξαν κάτω πια, τα πανηγύρια, στα κάτω μαγαζιά. Γιατί πρώτα υπήρχαν αλλά δεν ηπήαινε ο κόσμος εκεί. Λέω μαγαζιά τα μαγαζιά του Σκοπελίτη του Γιώργη, είναι μετά τ` Αντωνακιού εκεί του Τσίφτη -το λέγαν τ` Αντωνάκι- ήταν ο πατέρα του, αυτός το `χε, ο Μαραγκός, ο Χρήστος. Ε, όλοι τις ημέρες εκείνες όλοι κουτσοδουλεύανε, αλλά βιολιά δεν… Πηαίναν και φέρναν κάποτε κι άλλα βιολιά, δες τώρα, τακίμι που λένε, και παίζαν κάτω στου θείου του Γιώργη του Σκοπελίτη. Αλλά τελευταία τα παρατούσαν κι ήρχουντο απάνω όλοι μετά τα μεσάνυχτα.</p>



<p><strong>Η: </strong>Α, ερχόντουσαν μετά σε σας;</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Ε, να, δεν ηπήαινε κόσμος, τι να πάει; Κάτι Ναξώτες ήρχουντο εκεί, είχαν μάθει τον καφενέ που `ταν εκεί, τ` Αντωνακιού&#8230;</p>



<p><strong>Η: </strong>Και φτιάχνατε κρασί και ρακή ακόμα όπως τώρα ε;</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Ναι ηφτιάχναμε, αλλά εγώ ήπαιρνα, γιατί θέλαμε ποσότητες, από τη Σαντορίνη, βαρέλια ολόκληρα, ογδοντάρια, κατοστάρια, εκατονεικοσάρια. Είχα μια σειρά βαρέλια διάφορα νούμερα κρασί μαύρο, μπρούσκο, γλυκό, ροζέ, ημίγλυκο, νυχτέρι, βέβαια. Ποτά είχα ούζα, κίτρα, τσέρι, μπανάνες, τα `παιρνα από τον Προμπονά απ` τη Νάξο. Είχα πάει κι ηγνώριστεμ` εκεί και του άρεσα και με τροφοδότησε αυτός ποτά. Ήτο κι ένας άλλος Τσαμίνης, αλλά εγώ επροτίμησα τον Προμπονά. Το πήρε του συγχωρεμένου ο γιος του τωρα ακόμα ο Τάκης και το `χει ακόμα το μαγαζί στη Νάξο. Αυτός έχει βιοτεχνία και βγάνει κρασιά, ρακές και κίτρα και γλυκά. Τον περασμένο μήνα ήμουν στη Νάξο επήα από κει, έχω πάρει καμιά δεκαριά μπουκάλια&#8230;</p>



<p><strong>Η:</strong> Και μέχρι πότε τον είχατε τον καφενέ;</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Εγώ τον είχα καμιά εικοσαριά χρόνια απ` το `68, `70. Μετά που έγινα πια γραμματικός, ηπροχώρησα, εκεί σταμάτησα γιατί αρχίνησε η δουλειά του γραφείου να ανεβαίνει και παράτησα τα μαγαζιά.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Το συνέχισε να το έχει κάποιος άλλος ή έκλεισε μετά όταν το αφήσατε εσείς;</p>



<p><strong>Δημ: </strong>Το `κλεισα. Έκλεισε γιατί ηνοίξαν κάτω άλλοι, 3-4 μαγαζιά στην παραλία, ενώ πρώτα δεν υπήρχαν αυτά, υπήρχαν αλλά ήταν έτσι καφενειάκια δεν… Το `κλεισα που λες. Εκεί είχα πάει και τον ασύρματο, δέκα χρόνια που ηδούλευα ασύρματο, και παραπάνω, τον είχα κει. Ήταν δικό μου το κτίριο, έκανα τον ασυρματιστή δεν ηπληρώναμε ενοίκιο, να νοικιάσωμε κάποιο σπίτι, να το βάλωμε τον ασύρματο μέσα. Α, λέω να τον πάρω. Τον είχα και γραφείο της κοινότητας τα πρώτα χρόνια εκεί. Εκεί κάναμε συνεδριάσεις, ώσπου να κάμουμεν το γραφείο αυτό που κάμαμε το `62. Το `62 εχτίστην το γραφείο. Το χτίσαν κάτι Ναξιώτες οι οποίοι είχαν πάρει το σχολείο τότες με δημοπρασία, το απέκτησαν Ναξώτες. Εκείνη τη χρονιά είχαμε κάνει πιστώσεις για το γραφείο και το χτίσαν αυτοί.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/sylivriano-einai-enas-oraios-choros-poy-to-choreyoyne-dyo-antres-antikrysta/">Σηλυβριανό είναι ένας ωραίος χορός που το χορεύουνε δυο άντρες αντικρυστά</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/sylivriano-einai-enas-oraios-choros-poy-to-choreyoyne-dyo-antres-antikrysta/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Και πρώτα έβλεπες φτώχεια και γλέντια</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 11:01:32 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1639</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι οικογένειες της Μεσαριάς. Ο λυράρης. Τα γλέντια. Η μαμή.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/">Και πρώτα έβλεπες φτώχεια και γλέντια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don24-2-ΓΛΕΝΤΙΑ-ΣΤΗ-ΜΕΣΑΡΙΑ.-ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ-ΧΩΡΙΟΥ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι οικογένειες της Μεσαριάς. Ο λυράρης. Τα γλέντια. Η μαμή</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Β: </strong>Εδώ στη Μεσαριά τότε θείε πόσοι άνθρωποι ήτανε;</p>



<p><strong>Ψ:</strong> Εδώ στη Μεσσαριά ήμασταν πενήντα παιδιά, και εφτά οικογένειες, εφτά αντρόγυνα να πούμε. Εμείς ήμαστεν η πιο μικρή οικογένεια, πέντε παιδιά. Κάτω εκεί ήταν η γυναίκα μου, εκεί κάτω κάτι σπιτάκια. Η γυναίκα μου είχε δεκατρία παιδιά και άλλα δεκατρία του Μαραγκού ο πατέρας. Εικοσιέξι, δυο σπίτια.</p>



<p><strong>Γ:</strong> Πώς τα γένναγε τώρα;</p>



<p><strong>Λ: </strong>Είχε μαμή;</p>



<p><strong>Ψ:</strong> Με τίποτα. Μια μαμή και καθότανε […] στου Ζαλί πίσω. Από κει πηγαίναν τα μεσάνυχτα, όταν πιάναν οι πόνοι τη γυναίκα, τη φέρνανε. Πότε χάνανε το δρόμο και δεν μπορούσαν να `ρτουνε. Δεκατρία και δεκατρία εικοσιέξι δυο γυναίκες γεννήσανε.</p>



<p><strong>Γ:</strong> Πω, πω, στρατός!</p>



<p><strong>Ψ:</strong> Ναι ναι. Πενήντα παιδιά είμαστεν εμείς εδώ. Ο θείος μας ο Γιωργάκης, εδώ του Γιώργαρου ο πατέρας, έπαιζε λύρα. Κι ερχόταν εδώ, μαζευόταν εδώ το χειμώνα και σαράντα παιδιά, σαρανταπέντε, μαζευόταν εδώ, πού να χωρέσουν μέσα;&nbsp; Άμα `ταν καλοσύνες, απ` έξω να πούμε και παίζαν τη λύρα και&nbsp; χορεύγαμε δω. Παιδιά τώρα…</p>



<p><strong>Β:</strong> Πού παίζανε;</p>



<p><strong>Ψ:</strong> Εδώ παίζανε. Να, εδώ ήτον ένα… Μπάρι το λέμε εκείνο, κει πάνω καθότανε και παίζανε κι εδώ χορεύγανε.</p>



<p><strong>Γ:</strong> Πώς το λέγαν εδώ;</p>



<p><strong>Ψ: </strong>Μπάρι. Που `ναι σαν καναπές. Εκεί είχαμε ένα μεγάλο μπάρι, πήγαινε πέρα-πέρα και βάζαμε μέσα σιτάρια, κριθάρια, σαν αποθήκη. Το κρατήσαμε αυτό, τ` άλλο το διαλύσαμε και το κάψαμε. Ήταν και παλιό. Αυτό το `χωμ` έτσι για ενθύμιο.&nbsp;</p>



<p><strong>Γ:</strong>&nbsp; Και μαζευόντουσαν τα παιδιά ε; Και τους έπαιζε ο παππούς λύρα τώρα.&nbsp;</p>



<p><strong>Ψ:</strong> Απέναντι εκεί στο μύλο ήτανε μια οικογένεια επτά άτομα. Πέντε παιδιά, έξι παιδιά και δυο οχτώ.&nbsp; Και κάνουμε κι άλλα δυο σπίτια καμιά δεκαπενταριά παιδιά. Εννιά εδώ ο μπάρμπας μου κι εμείς πέντε, δεκατρία, να πούμε δεκατέσσερα. Εδώ πάνω ήτανε δεκατρία και άλλα πέντε ο άλλος δίπλα ο Νικολάκης. Αφού σου λέω είμαστε πενήντα παιδιά.</p>



<p><strong>Γ:</strong> Και τώρα κανείς.</p>



<p><strong>Ψ:</strong> Και τώρα ένα γατάκι υπάρχει εδώ πέρα &#8211; δεν υπάρχει… Εγώ έρχομαι πότε πότε.</p>



<p><strong>Γ:</strong> Αυτό. Και τι τραγούδια λέγανε; Τι τραγούδια τους έλεγε ο παππούς; [&#8230;]</p>



<p><strong>Ψ:</strong> Και πρώτα έβλεπες φτώχεια και γλέντια. Την Απόκρεα γινόταν την Τυρινή εδώ φερειπείν ο χορός και μαζευόταν όλο το νησί. Την Κρεατινή στο Μερσήνι. Την Τυρινή στην Καλοταρίτισσα και την πρώτη Κυριακήν, ας πούμε, κάτω στο χωριό, στο Σταυρό εκεί πέρα. Κάθε χρόνο μαζευόταν όλος ο κόσμος. Με τα ταγάρια τους, με μεζέδες, με μυστήρια, με αυτά, κρασιά τότες μπόλικα, πολλά κρασιά. Έκανε κρασιά στην Καλοταρίτισσα κάτω χιλιάδες οκάδες, τώρα δεν έχει ούτε σταφύλι να φάμε.&nbsp;</p>



<p><strong>Γ:</strong> Και χορεύανε.</p>



<p><strong>Ψ:</strong> Και μεθιούσανε και κάναν και καυγάδες.</p>



<p>(γέλια)</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/">Και πρώτα έβλεπες φτώχεια και γλέντια</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kai-prota-evlepes-ftocheia-kai-glentia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 May 2023 10:18:55 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1624</guid>

					<description><![CDATA[<p>Αποκριάτικα γλέντια και Δονουσιώτες βιολιτζήδες. Γάμοι στα σπίτια. Η Τρουλιανή που μέθυσε και τραγούδησε. Προξενιά από την Αμοργό. Προξενιό από το ίδιο χωριό για λόγους πρακτικούς. Κρασιά και μεθύσια</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/">Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-9-Αποκριάτικο-γλέντι.-Δονουσιώτες-βιολιτζήδες-Σιγάλα-Σοφία-.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Αποκριάτικα γλέντια και Δονουσιώτες βιολιτζήδες</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Ηλ:</strong> Χορεύατε εσείς;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Στα νιάτα μου! Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία. Μια φορά κατεβήκαμε στον Κάμπο κι ήτον ο αδερφός μου ο Δημητράκης, είχε γούστο, ήτον μεγά… παντρεμένος, ήμεστε όλοι, και ντυθήκαμε μασκάροι και πήγαμε στ(ου) Ηλία το Σκοπελίτη εδώ που καθότανε, και έπαιζε το καλύτερο βιολί και μας έπαιξε, όπως είμαστε μασκάροι, μες στο αλώνιν του και χορέψαμε!</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Στο αλώνι εκεί;</p>



<p><strong>Σοφ: </strong>Ναι, ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Νύχτα ή μέρα ήτανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, ήτο βράδυ, νύχτα πήγαμε κάτω, νύχτα πηγαίναμε μασκάροι για να μη μας γνωρίζου`.</p>



<p><strong>Λάρα</strong>: Τι ντυθήκατε; Τι φορούσατε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Φορούσαμε μάσκες εδώ, να μη μας βλέπου. Μόνο τα μάτια μας εβλέπα. Πήγε στη Λαμπαδάκαινα ο αδερφός μου και της λέει, λέει… Του λέει… -είχε ντυθεί σαν αστυνομικός- και του λέει, «Αστυνομικός είσαι ή από δω είσαι;» Λε` «Στραβομάρα έχεις να με δεις πως είμαι…» (γέλια). Κάμα γέλια, ήκαμα γέλια. Πηγαίναμε στο Μερσήνι, γύριζεν ο κόσμος, ήταν πολύ ωραία. Αλλά ο Ηλίας ο Σκοπελίτης ήπαιζε ωραίο βιολί, έπαιζε όλες τις… Σε γάμους, σε όλα έπαιζε… Πολύ ωραία ήτανε.</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Κι εδώ και στο Μερσήνι δεν ήταν ένας που έπαιζε βιολί; </p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ο Γιωργάκης του Περβολάρη, ναι, ήπαιζε. Αυτός έβγαζε και ωραία τραγούδια, πολύ ωραία.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Τους ηπαντρεύγαν στα χωριά πρώτα, έτσι ήτον το έθιμο των παλαιών</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-17.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Γάμοι στα σπίτια. Η Τρουλιανή που μέθυσε και τραγούδησε</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Η: </strong>Εσάς ο γάμος σας πού έγινε;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Εδώ. Εδώ μας ηπαντρέψαν.</p>



<p><strong>Η: </strong>Στο σπίτι;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ναι.</p>



<p><strong>Η:</strong> Όχι στην εκκλησία;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Όχι. Ήρθεν ο παπάς εδώ, μας ηπάντρεψε. Ήτον οι γέροι, πού να παν` κάτω νύχτα […] και του Ρηνιού του Ψηλού απάνω στο σπίτι ήγινε, ναι, ναι, απάνω στο σπίτι. Και του Δημητράκη, ναι, και του Δημητράκη. Τους ηπαντρεύγαν στα χωριά πρώτα, τους ηπαντρεύγαν στα χωριά. […] Έτσι ήτον το έθιμο των παλαιών. Τώρα παν` στην εκκλησία.&nbsp;</p>



<p><strong>Η:</strong> Πείτε μου για το γάμο στο σπίτι […].</p>



<p><strong>Σ:</strong> Τους ηπαντρεύγαν πρώτα και στην Καλοταρίτισσα, ηπήαινε ο παπάς πίσω και στο Μερσήνι&nbsp; και παντού.&nbsp;</p>



<p><strong>Η: </strong>Ο κόσμος ερχότανε σπίτι; </p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Οι συγγενείς ηρχούτανε, εμείς δεν ηκάμαμε, ας πούμε, γλέντι. Εκεί που κάνα`, στην Καλοταρίτισσα στη Φανής το γάμο, ηκάμαν γλέντι, ήτον πολύ ωραία. Πήαν κι φέρα` τον Ηλία το Σκοπελίτην πίσω, ήπαιξε. Είχαμε την Καλλιώ την Τρουλιανή, δε θα ξεχάσω τα γέλια που κάμαμε. Μέθυσε και σηκώθηκε και τραγούδει. Ε, Χριστέ μου γέλια τα κάμαμε, αλλά ύστερι το πήρεν ο άντρας της χαμπάρι από τον Τρούλο, ότι γελούσαν οι Καλοταριανοί και ξέρεις ίντα ήκαμε; Αφού ηπήε λέει στον Τρούλο της λέει, «Μωρή ίντα πήγες κι ήκαμες», γιατί ήτον ηκακόχερος, «μωρή ήντα πήγες κι ήκαμες και με `κανες ρεζίλι στην Καλοταρίτισσα;» Λέει, «Τίποτι τίποτι, ε, αστειεύτησαν εκεί τα παιδιά.» Αυτή ημέθυσεν ύστερι κι χόρευγεν και τραγούδειν και την ηπήραν ύστερι και την ηπήγαν στον Τρούλο και την είδεν ο άντρας της, του κακοφάνη και ίντα κάνει; Ήτον τότες οι νάρκες που ηπλεύγαν εδώ. Κάτι από πολέμους ξέρω γω, και ξεγελά τις Καλοταριανούς και τω λέει, «εδώ κάτω στον Κέντρο είναι μια νάρκα» ήτο, κάτι είπαν πως ήπλευγε και για να τις εκδικηθεί τις Καλοταριανούς είπεν ότι πλεύγει, ας πούμε, μια νάρκα, να παν` να την πιάσουν. Γιατί τις συγκαίαν τις νάρκες ύστερι και τις κάμαν δυναμίτες. Ε, και το `πε ψέμματα και τις ήφερεν απ` την Καλοταρίτισσα για να τις εκδικηθεί. Αλλά ήτον ωραίος ο γάμος, πολύ ωραίος. Κι από τη Μεσαριά ηπήγαμε, εγώ ήμουν παράνυφη, περάσαμεν ωραία. Αλλά ο Ηλίας ήπαιζεν ο Σκοπελίτης πολύ ωραία, πάρα πολύ ωραία. Μια φορά ντυθήκαμε μασκάροι και πήαμε απ` όξω από του Ηλία του Σκοπελίτη μες στ` αλώνι και μας ήπαιξε και χορέψαμε. Ε, κακόμοιρος. Ύστερι γέρασε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Πρώτα ήτο&#8217; φτωχοί οι αθρώποι, όποιος είχε τα πιο πολλά χωράφια ήτον ο καλύτερος γαμπρός</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-15.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Προξενιά από την Αμοργό</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Λάρα:</strong> Η μαμά σας πώς ήρθε εδώ; Πού τη γνώρισε ο πατέρας σας;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Πρώτα να καταλάβεις ήτο φτωχοί οι αθρώποι και στην Αμοργό, και όποιος είχε τα πιο πολλά χωράφια ήτον ο καλύτερος γαμπρός. Ναι, και πήγε στην Αμοργό και του κάμαν το παντρολόι εκεί κάποιος.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Ο πατέρας σας από εδώ ήτανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ναι, ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Απ` τη Μεσαριά;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Είχε πάει, ναι, στην Αμοργό και τη γνώρισε. Ήτο και φτωχοί τα πεθερικά του, είχε δυο-τρεις κόρες ή τέσσερεις; Και στην Καλοταρίτισσα η Γιαλίτισσα είχε πάρει από τη Γιάλη, ναι. Η συμπετέρα μας πάλι η Πετσετάκαινα που λέγανε, από τη Χώρα της Αμοργού ήτον κι εκείνη. Ε, πάλι και ήτο μεγάλη οικογένεια και παντρεύτηκαν…</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Οι γυναίκες ήτανε συνήθως από Αμοργό;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Οι γυναίκες ήτανε, οι γυναίκες ναι, ναι.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Και ήρθε εδώ και δεν είχε, λέτε, παρέα, δεν είχε κόσμο. Δεν ήταν κι άλλες γυναίκες απ` την Αμοργό εδώ;</p>



<p><strong>Σοφ: </strong>Εδώ δεν ήτανε. Μια φορά της ήστειλεν μια αδερφή της γράμμα και της ήγραφεν και τραγουδάκια και πήγε πέρα στο χωράφι κι έπιασεν μια πέτρα, να σπάσει την κεφαλή της και ήρτε… ήτον ένας Αμοργιανός εδώ και πάει και λέει του παππού ότι, «Πες της κόρης σου μη ξαναγράψει γράμμα και γράφει τραγουδάκια, γιατί θα τη σκοτώσω εγώ.» Λέ`, «Γιατί;» «Αρώτα με», λέει, «που είδα την κόρη σου που δεν ήκανε στη Δονούσα. Αρώτα με», λέει, «τι κλάμα ήκανε.»</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Στεναχωριότανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Στεναχωριότανε. Ε, δεν είχε και, δεν είχε και πολλούς αθρώπους εδώ να κουβεντιάσει. Ο καθένας έφευγε και πήαινε στα χωράφια κι έμενε μόνη. Ε, ύστερι που έκανε τα παιδιά, έκανε τα παιδιά, ησύχασε.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Μου λέει, «Θα σε παντρέψω εδώ στη γειτονιά, να σε `χω κι εγώ κοντά μου»</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-7-Δεν-ήθελε-ο-πατέρας-μου-να-με-στείλει-σε-άλλο-χωριό-να-παντρευτώ.-Σιγάλα-Σοφία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Προξενιό από το ίδιο χωριό για λόγους πρακτικούς</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Η:</strong> Και τον άντρα σας πότε τον… Πώς γνωριστήκατε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, αφού ήταν εδώ πάνω, εδώ πάνω ήταν. `εν ήθελεν ο πατέρας μου να με στείλει σε άλλο χωριό να παντρευτώ. Δεν είχε και τις δυνάμεις να κάμει σπίτι, ούτε στον Κάμπο ούτε σε άλλο χωριό, δεν είχε. Μου λέει, «Θα σε παντρέψω εδώ στη γειτονιά, να σε `χω κι εγώ κοντά μου.»  Είχαμε τραβήξει, είχαμε τραβήξει. Ύστερι ο συχωρεμένος ο άντρας μου πήαινε κάτω στο Σταυρό κι ήκανε μεροκάματα. Τον ντενεκέ στον ώμο να ανεβαίνει στη σκάλα, να ανεβαίνεις τα υλικά. Ε, καμένα χρόνια, πόσο δύσκολα που `τανε. Τώρα όλες τις ευκολίες τις έχει ο κόσμος. […] Ήτανε δύσκολα τα χρόνια.  Όλοι οι αθρώποι μισερώθησαν εδώ. Ο Σταύρος πέρα, από τα βάρητα έπαθεν η μέση του κι ηπήεν στην Αθήνα. Τώρα δεν μπορεί να δουλέψει, δεν μπορεί να δουλέψει το κακόμοιρο.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Στα παλιά ήπιναν πολύ κρασί και μεθιούσανε</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-6-Στα-παλιά-ήπιναν-πολύ-κρασί-και-μεθιούσανε.-Σιγαλα-Σοφία.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κρασιά και μεθύσια</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Στα παλιά ηπίναν πολύ κρασί και μεθιούσανε, γυρίζαν και κάναν καντάδες.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Α, ναι; Θυμάστε καμιά καντάδα;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Μπα πού να τις θυμάμαι, δεν ήμουν γεννημένη στους παλιούς.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Μετά στα δικά σας χρόνια δε γυρνάγανε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, ήταν ο άντρας μου με το Νικήτα το Μαρκουλή. Ο Νικήτας ο Μαρκουλής, που `χει το μαγαζί, έχει πάρει την ανηψιά μου, ναι. Είμαστε και συγγενείς Μαρκουλήδες, ναι. Εδώ εκάτω ηκάθουντον ο Νικήτας. Κι ήταν λοιπό, είχαμε… τότες ηκάναμε κρασιά, κάναμε κιούπια ολόκληρα, κουρουπάκια, κι ήρχουνταν λοιπό ο Νικήτας κι έσμει` με τον άντρα μου και πίνανε και είχανε, είχαμεν και χοντρολιές, ωραίες ελιές, και τρώγανε και μεθιούσανε και γυρίζανε, ηπηαίναν μέχρι το Μερσήνι. Ύστερι που ηπαντρεύτει ο Νικήτας, του λέω, «Θεός σε πήε», λέω, «κάτω στον Κάμπο να σωθώ!» (γέλια) Μια μέρα έβρεχε, ήρταν πολλοί και πηγαίναν πέρα στο Μερσήνι και πέφταν στις δρόμους και βρεχότανε, δεν τις ήμελε. Αλλά ήταν αγαπημένοι, ήμεστε συγγενείς. Καλοί αθρώποι ήταν πρώτα. </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/">Ντυνούμεστε μασκάροι, πηγαίναμε στα χωριά, περνούσαμε πολύ ωραία</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/ntynoymeste-maskaroi-pigainame-sta-choria-pernoysame-poly-oraia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν΄ η καρουλοκλωστή</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 20 May 2023 08:27:34 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1538</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η σωστή φωτιά για τη ρακή. Το σωστό σταφύλι για ρετσίνα. Τα τρυοπάτια και τα λιοψημένα σταφύλια. Βουδιά για να σφραγίσει το καζάνι της ρακής.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/">Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν΄ η καρουλοκλωστή</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-9-Η-ΣΩΣΤΗ-ΦΩΤΙΑ-ΓΙΑ-ΡΑΚΗ.-ΠΡΑΣΙΝΟΣ-ΣΤΑΥΡΟΣ.-ΠΡΑΣΙΝΟΥ-ΦΑΝΗ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η σωστή φωτιά για τη ρακή</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Στάυρ:</strong> Της τσικουδιάς το καζάνι άμα το &#8216;χεις με ξύλα, εμείς είμαστε με τη θειά, είμαστε συνεργάτες, συνεργαζόμαστε, πρέπει το καζάνι να το φυλάεις, όταν ειν&#8217; με ξύλα. Τα ξύλα θα πάρουνε ντομάνι, θα κατατάξου [?], θα πάρουνε φουλ θα πετάξου [?]. Αυτό το πράμα πρε&#8217; να το προσέχεις, άμα σου πάρει φούντο θα σου κατέβει η ρακή νερό κι άμα &#8216;ναι με τη φωτιά τη σιγανή, η ρακή θα κατεβαίνει&#8230;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Άμα πάρει φωτιά θα βγούν, θα βγουν από το λουλά τα τσίκουδα.</p>



<p><strong>Στάυρ:</strong> Εκείνοι που ηρακεζεύανε τώρα εκεί που πήγα εκεί, ητρώαν μπριζόλες, επίνανε  το γλεντάνι [?] άναβε, μα για βάστε ρε κουμπάρε. Το &#8216;πα εγώ του θείου του Μήτσου. Του λέω, ρε συ, έτσι ρακεζεύουν, λέω; Τα ξύλα γαντάνια [?] Όταν το καζάνι, λέω, πάρει, φουλάρει το ξύλο, ξύλο είναι, ήκανε μια φου το καζάνι θα φουλάρει, θα κατέβει η ρακή νερό.</p>



<p><strong>Μιχ:</strong> Πηγαίνουν, θείε και τα βλέπουνε, δεν τ &#8216;αφήνουν&#8230;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ορίστε;</p>



<p><strong>Μιχ:</strong> Πηγαίνει μέσα και τα βλέπουνε.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Βρε &#8216;συ εγώ&#8230;</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Ο Μιχάλης έβγαλε ωραία ρακή φέτος.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ακούς Μιχαλάκη; Το καζάνι στην αρχή θέλει κανονικιά φωτιά να το&#8230;</p>



<p><strong>Μιχ:</strong> Να πάρει μπρος.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Όταν αρχίσει και κανονίζει, βάλεις χοντρό ξύλο με σιγανή φωτιά&#8230;</p>



<p><strong>Στάυρ:</strong> Θέλει τέχνη να σε χαρώ&#8230;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Να κατέβει η ρακή, άμα του δώσεις ντουμάνι&#8230;</p>



<p><strong>Στάυρ:</strong> Αυτή η τέχνη είναι [???] τέχνη, πάει τελείωσε, όχι φου και φου. Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν&#8217; η καριδοκλωστή [?].</p>



<p><strong>Μιχ:</strong> Λένε σιγά σιγά.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ναι.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Με το κάρβουνο.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Μπράβο. Θα το φουλάρεις το καζάνι να θε να κινήσει και μετά θα βγάζεις τα ξύλα, να μείνει το κάρβουνο. Όταν το δεις και χαμηλώσει, ας πούμε ξέρω &#8216;γω, θα του βάλεις λιγάκι φωτιά, ε. Αλλά όχι να μου τρως μπριζόλες, να πίνεις και το καζάνι να τρέχει ο λουλάς νερό μέσα και μετά, λέει, η αυτή η ρακή αδύνατη. Έτσι δα γίνεται η φωτιά&#8230; οι ρακές; </p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ε μου λες; </p>



<p><strong>Στάυρ: </strong>Έλα.</p>



<p><strong>Φανή: </strong>Θα καπάρλισεν [?] η φωτιά και κατέβαινε ε;</p>



<p><strong>Στάυρ:</strong> Έλα να σου πω, έτσι λέμε, λέμε. Βγαίνει η ρακή αδύνατη, μα&#8230; Το καζάνι εδώ το φυλάεις.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Αχ καμένα χρόνια.</p>



<p><strong>Μιχ:</strong> Ε μπορεί και τα τσίκουδα να ΄ταν όμως αδύνατα.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Δεν είναι τα τσίκουδα, Μιχάλη!</p>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Μπορεί τα τσίκουδα, Μιχάλη, αλλά πρέπει το καζάνι να το φυλάεις.</p>



<p><strong>Μιχ:</strong> Να το προσέχεις.</p>



<p><strong>Σταύ: </strong>Ε αμέ.  </p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Τα λιοψημένα βάρδα να μην είναι σαπισμένα</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-12-ΤΟ-ΣΩΣΤΟ-ΣΤΑΦΥΛΙ-ΓΙΑ-ΡΕΤΣΙΝΑ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Το σωστό σταφύλι για ρετσίνα</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Φανή:</strong> Ε μου &#8216;λε, ξερ&#8217; ήντα μου &#8216;λεε, Σταύρο, ο πατέρας σου ο συχωρεμένος; Πώς ηθέλα&#8217; λέει, να κάμου&#8217; ριτσίνα πάνω για τα&#8230; Αυτό. Ήρτε, λέει, ο παπά Μιχάλης και τον ηρώτηξε ο παππούς ο γέρο Δημήτρης, πώς την κάνουν τη ριτσίνα. Του &#8216;πεν, ας πούμε, να &#8216;ναι τα σταφύλια γερά, αλλά εκείνος ηνόμιζε να &#8216;ναι λίγο ξυνά (γέλια).</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Για ρετσίνι&#8230;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ηκόψαμε μου λέει, τα ΄λεεν ο θεός συχωρέστον ο πατέρας σου, από &#8216;κει, λέει, από τις Λούρους(?) κάτι σταφύλια ξινοπά. Τα πατήσαμε, τα βάλαμε στο βαρέλι.</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Πάει το σταφύλι στο διάολο.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Αφού, λέει, ηπροβάλανε στην Κλαδαριά, των ήρτε η ξινίλα. Από το σεκάρισμα(?) που &#8216;γινε γλυκάδι, σμπαράρισεν(?) το βαρέλι. Ναι, μα των είπε ηγερά, να μην είναι σαπισμένα κι εκείνοι νομίζανε να βαστιούνται λίγο στο ξινό. Το σταφύλι θέλει να ωριμάσει στη μάναν του.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ο Νικολάρας, Μιχάλη, που &#8216;ρχοντο κι έπαιρνεν τα σταφύλια απ&#8217; το Μοσκωνά, που τα &#8216;παιρνε για ρετσίνα ήλεεν ότι, το σταφύλι, ας πούμε, που είναι για ρετσίνα βάρδα να μην έχει σαπίλα. Το να ΄ναι, λέει, ψημένο από τον ήλιο, το κατεβάζεις με το νερό. Η σαπίλα, σου λέει, για ρετσίνα δεν κάνει. Το να το κάνεις, ας πούμε, κρασί και ξέρω &#8216;γω, δεν σε πειράζε, αλλά η ρετσίνα βάρδα μην έχει σαπίλα. Το να &#8216;ναι το σταφύλι ψημμένο στην επιφάνεια όπως φαίνεται, δεν το νοιάζει θα το κανονίσει με το νερό.</p>



<p><strong>Μιχ:</strong> Κάνετε ρετσίνες εδωπέρα;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Όοοοχι. Μια φορά ήρτεν ο Γραμματικός, να πάρει σταφύλια από το συχωρεμένο το Μήτσο. Λοιπό ο συχωρεμένος ο Μήτσος τα λιοψημένα δεν του τα &#8216;βαλε. Ααα, του λέει, τα λιοψημένα βάρδα να μην είναι σαπισμένα. Ο Γραμματικός ήκανε σου λέει ριτσίνα όπως&#8230;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Όπως είν&#8217; η λίρα το χρώμαν της.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Ναι.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ήκαμα κι εγώ μια φορά ένα βαρέλι, μου πέτυχε μια χαρά. Την άλλη φορά το &#8216;βαλα δε μου ξαήγινε. Άη στο διάολο λέω τώρα&#8230; Ναι.  </p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Τα ‘βαλες μες στο πατητήρι, σε μια μέρα δυο πρέπει να τα πατήσεις, για να μη σου ξινιάσου </h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-13-ΤΑ-ΤΡΙΟΠΑΤΙΑ-ΚΑΙ-ΤΑ-ΛΙΟΨΗΜΕΝΑ-ΣΤΑΦΥΛΙΑ.-ΠΡΑΣΙΝΟΣ-ΣΤΑΥΡΟΣ.-ΠΡΑΣΙΝΟΥ-ΦΑΝΗ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα τρυοπάτια και τα λιοψημένα σταφύλια</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Τα σταφύλια,Μιχάλη, θέλουν μεγάλη δουλειά.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Να τραβήξει ο ήλιος, να τραβήξει την αυτή να μείνει. Αυτά που&#8230;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Αυτά ας πούμε τα τρυοπάτια που μαζεύγαμε από μέσα στα αμπέλια, ας πούμε, τα τρυοπάτια. Τα τρυοπάτια είναι να μαζέψεις τη ρώα που θα τρυήσ&#8217;&#8230;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Κάνα σαπίμένο.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Κάνα σαπιμένα, κάτι ξέρω &#8216;γω γινομένα, τα μαζεύεις, ας πούμε, τα κάνεις τρυοπάτια. Τα &#8216;βαλες μες στο πατητήρι, σε μια μέρα δυο πρέπει να τα πατήσεις, για να μη σου ξινιάσου&#8217;. Αυτά είναι κρασί.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Και αυτά τα τρυοπάτια σου λένε, ότι σε δέκα μέρες να τα ρακεζέψεις.</p>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Ναι τα τσίκουδα.</p>



<p><strong>Φανή: </strong>Τα τσίκουδα. Το λιοψημμένο άσ&#8217; το.</p>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Το λιοψημμένο δεν το νοιάζει. Τα λιοψημμένα, Μιχάλη, τα τσίκουδα, ας πούμε λένε οι&#8230; Είχαμε ακούσει απο γονιούς μας, ότι τα βάζαν σε κουρούπια σε μέρη, τα σφραγίζα&#8217; και τα Χριστούγεννα τα ρακεζεύανε. Χριστούγεννα.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Όποτε, λέει, είχανε χρόνο.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ας πούμε να μην ξεθυμαίνει.</p>



<p><strong>Μιχ:</strong> Κι από πάνω με τι τα κλείναν τότε;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ορίστε; </p>



<p><strong>Μιχ: </strong>Από πάνω με τι τα κλείνανε;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Συκόφυλλα.</p>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Από πάνω βάζεις, βάζεις ένα μέρος και το χρήεις γύρω γύρω για να μην ξεθυμαίνει.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Βάλεις συκόφυλλα από πάνω&#8230;</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Συκόφυλλα βάζεις από πάνω.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Καένα ρούχο και άμα με κουρούπι το χρήηεις. Άμα &#8216;ναι&#8230; Εγώ που&#8230;</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Πώς θα το χρήσεις;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Με τη ζύμη αμά &#8216;ναι απ&#8217; αυτά τα κουρουπάκια&#8230;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Βάζεις και βουδιά.</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Ήντα βάλεις;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Λάσπη&#8230; και λάσπη&#8230;</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Ναι ρε παιδί μου, πώς θα το κλείσεις την τρύπα;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Έλα σε παρακαλώ γέμισε το κουρούπι.</p>



<p><strong>Φανή:</strong>Θα βάλεις μια [???] μεγάλη από πάνω.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Ναι μια [???] και βάζεις γύρω γύρω ή βουδιά ή ζύμη ή χώμα.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Αντί ζύμη έβαζε βουδιά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don16-14-Βουδιά-για-να-σφραγίσει-το-καζάνι-της-ρακής.-Σταύρος-Πράσινος.-Φανή-Πρασίνου.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Βουδιά για να σφραγίσει το καζάνι της ρακής</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Λοιπό, ο παππούς σου ο δάσκαλος της νονάς σου ο πατέρας, ήτανε άθρωπος, ας πούμε, [ch-] και ρακέζευε εκεί που, στο ρακεζό. Τα καζάνια γύρω γύρω ξέρεις πώς τα χρήουνε ε;</p>



<p><strong>Μιχ:</strong> Ναι με τη ζύμη.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Αντί τότες, αλεύρι δεν είχε και μας έλεγε ο συχωρεμένος ο πατέρας, ότι πήγαινε εκεί μέσα στις μάντρες, που &#8216;ταν τα βούδια του ο άθρωπος και μάζευε βουδιές. Ξέρεις πώς το χρήουν το καζάνι γύρω γύρω; Έβαζαν τη ζύμη. Αντί ζύμη, Μιχάλη, έβαζε βουδιά, βουδιά.</p>



<p><strong>Λευτ:</strong> Του μοσχαριού δεν είναι βρώμικο.</p>



<p><strong>Σταύρ: </strong>Λιπαρή, λιπαρή.</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Και με ασπρόχωμα και με ασπρόχωμα,</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Έβαζε, λέει, βουδιά. Πόσες φορές μου το &#8216;χε πει ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι ο γέρο δάσκαλος, ας πούμε, αντί να βάλει αλεύρι, τότε τ&#8217; αλεύρι ήταν ξέρω &#8216;γω, πήγαινε μες στις μάντρες έβρισκε φρέσκια βουδιά.</p>



<p><strong>Ηλ:</strong> Φρέσκια κιόλας;</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Έκανε λέει, έκανε χλι (γέλια), χλι, βουδιά βάλαμε βουδιά χλι, χλι (γέλια).</p>



<p><strong>Φανή:</strong> θεός συχωρέστον. Θεός συχωρέστον.</p>



<p><strong>Σταύρ:</strong> Γελούσε, γελούσε ας πούμε, κείνοι ήταν αθρώποι κωμικοί ρε, παλιοί αθρώποι&#8230; Και πάντα στο μαγαζί&#8230;</p>



<p><strong>Φανή:</strong> Καμένοι παλιοί αθρώποι.</p>



<p><strong>Σταύρ: </strong>[ch-] άμα είναι να γελάσει έκανε χλι, χλι (γέλια). Ναι.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/">Η ρακή πρέπει να κατεβαίνει όπως είν΄ η καρουλοκλωστή</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/i-raki-prepei-na-katevainei-opos-ein-i-karidoklosti/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Σε ένα σπίτι που ΄χεν κρασί, απαγορευότανε να πεις «ξίδι»</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/apagoreyotane-na-peis-se-ena-spiti-poy-chen-krasi-na-peis-xydi-apagoreyotane/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/apagoreyotane-na-peis-se-ena-spiti-poy-chen-krasi-na-peis-xydi-apagoreyotane/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 19 May 2023 13:58:25 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1505</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το γλυκάδι</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apagoreyotane-na-peis-se-ena-spiti-poy-chen-krasi-na-peis-xydi-apagoreyotane/">Σε ένα σπίτι που ΄χεν κρασί, απαγορευότανε να πεις «ξίδι»</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don26-9.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Το γλυκάδι</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σ: </strong>Το γλυκάδιν που λέμε, τότε που κάμνανε πάρα πολλά κρασιά κι εδώ, είχαν αμπέλια, απαγορευότανε να πεις, ας πούμε, σε ένα σπίτι που ΄χεν κρασί, να πεις “ξίδι”. Απαγορευότανε.</p>



<p><strong>Λ:</strong> Γιατί;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Για να μη χαλάσει το κρασί.</p>



<p><strong>Μ: </strong>Και γίνει ξίδι.</p>



<p><strong>Λ:</strong> Μην ακουστεί η λέξη ε; Και το λέγανε γλυκάδι.</p>



<p><strong>Σ: </strong>Γλυκάδι, το γλυκάδι. Ξίδι είπες; Το γλυκάδι.</p>



<p><strong>Μ:</strong> Πάει το κρασί μου ε;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Πάει το κρασί.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/apagoreyotane-na-peis-se-ena-spiti-poy-chen-krasi-na-peis-xydi-apagoreyotane/">Σε ένα σπίτι που ΄χεν κρασί, απαγορευότανε να πεις «ξίδι»</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/apagoreyotane-na-peis-se-ena-spiti-poy-chen-krasi-na-peis-xydi-apagoreyotane/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μια οκά λάδι μια οκά κριθάρι. Μια με μια που λέμε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/mia-oka-ladi-mia-oka-krithari-mia-me-mia-poy-leme/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/mia-oka-ladi-mia-oka-krithari-mia-me-mia-poy-leme/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 18 May 2023 13:18:04 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1471</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ανταλλαγές σε είδος με Σαντορινιούς, Σαμιώτες, Φουρνιώτες, Ικαριώτες και Ναξιώτες.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mia-oka-ladi-mia-oka-krithari-mia-me-mia-poy-leme/">Μια οκά λάδι μια οκά κριθάρι. Μια με μια που λέμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don25-11-ΜΙΑ-ΟΚΑ-ΛΑΔΙ-ΜΙΑ-ΟΚΑ-ΚΡΙΘΑΡΙ.-ΣΚΟΠΕΛΙΤΗΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Ανταλλαγές σε είδος με Σαντορινιούς, Σαμιώτες, Φουρνιώτες, Ικαριώτες και Ναξιώτες</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Δ:</strong> Δεν ηπεινάσαμεν εδώ, γιατί είχαν όλοι, προπαντός εμείς. Ο πατέρας μου ήτο ψαράς, και γεωργός, και χτηνοτρόφος&#8230; Ε, ηκάναμε. Βέβαια έλειπεν μερικό… το ρύζι έλειπε τότες και το λάδι, γιατί δεν ηβγάλαν λάδια εδώ, μετά ηβάλαμε […].</p>



<p><strong>Γ:</strong> Α, δεν είχατε λάδι. Ούτε για τον τόπο δηλαδή για τους ανθρώπους;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Όχι όχι… Απ` όξω τ` αγοράζαμε το λάδι πάντοτε. Απ` την Αμοργό βέβαια το παίρναμε αλλά έρχοντο οι Σαμιώτες, Ικαριώτες, Φουρνιώτες και αυτοί πεινούσαν εκεί, Ναξώτες, κι ηφέρναν λάδι. Και κρασί οι Σαντορινιοί και ηλλάζαν το λάδι, μια οκά λάδι, μια οκά κριθάρι, μια με μια που λέμε. Τόση ανάγκη είχανε τότε και λέει μια με μια. Ή μια οκά στάρι ή μια οκά κριθάρι με μια οκά λάδι. Κατάλαβες; Οι άλλοι πάλι οι Σαντορινιοί φέρναν κάτι μαούνες γεμάτες κρασί, βαρέλες! Κι ήρχουντον δω, εδώ τους ηδώνανε οι ντόπιοι, ήτονε Κατοχή λέμε, παστά ψάρια ή ξερό γουπί, κάνα κρέας ξέρω γω τι. [&#8230;] Κρασί, αυτό το νυχτέρι που λέμε, το μπρούσκο. […] Θυμάμαι που κουβάλει ο πατέρας μου, είχε πάρει καμιά διακοσαριά κιλά και κουβαλούσαμε από τη βάρκα, εκεί που ήτον αραγμένη εδώ κάτω, ηκουβαλούσαμε πέρα σπίτι του πατέρα μου… κι ηκουβαλούσαμε εγώ κι ένας αδερφός μου με τους κουβάδες […]. Κι εγώ μες στο Ρυάκα ηκάθομου κι ήπινα κάθε φορά, ώσπου μια δόση μέθυσα κι ήμεινα εκεί δα με τον κουβά και με ψάχναν. [&#8230;]</p>



<p><strong>Λ:</strong> Πόσο ήσασταν; Μικρός;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Ναι είμαι 15-16 χρονώ. Και που `ρταν και με βρήκαν εκεί και με βοηθήσανε, πήαμε στο σπίτι, αλλά ήμουν τύφλα!</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/mia-oka-ladi-mia-oka-krithari-mia-me-mia-poy-leme/">Μια οκά λάδι μια οκά κριθάρι. Μια με μια που λέμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/mia-oka-ladi-mia-oka-krithari-mia-me-mia-poy-leme/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
