<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΨΩΜΙ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<atom:link href="https://istoria.donousa.online/museum-tag/psomi/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/psomi/</link>
	<description>Περιήγηση στις μνήμες &#38; την ταυτότητα του νησιού μας</description>
	<lastBuildDate>Fri, 03 May 2024 08:31:57 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>

<image>
	<url>https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/cropped-favicon-tree-32x32.png</url>
	<title>ΨΩΜΙ | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</title>
	<link>https://istoria.donousa.online/museum-tag/psomi/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 11 Nov 2023 09:04:35 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5662</guid>

					<description><![CDATA[<p>Κανόνες ποτίσματος στα περιβόλια. Η δίκη στην πηγή. Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/">Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-19.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Κανόνες ποτίσματος στα περιβόλια. Η δίκη στην πηγή.</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>K: </strong>Ο καθένας είχε το χωράφι του κάτω στα περιβόλια. Τη διανομή του ποιος θα ποτίζει, ποια οικογένεια θα ποτίζει πότε, ξέρετε, έχετε ακούσει ιστορία πώς έχει γίνει;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Είχα ακούσει τον πατέρα μου βέβαια, ότι είχανε κανονίσει τα πάνω περιβόλια -τα κάτω δεν υπήρχανε, τα κάτω περιβόλια, από την κάτω στέρνα τη μεγάλη που είναι ο πλάτανος και κάτω, ήτον ναι μεν, αλλά αμπέλια, τέτοια, δεν ήτανε περιβόλια, δεν ήταν ποτιστικά, ήτανε μόνο η Βρύση απάνω. Μετά που μεγαλώσαν και παιδιά αυτώνω που τα `χανε, τα χτίσανε λοιπόν και τα ημερέψανε, να τα κάνουνε ποτιστικά. Είχαν λοιπον κανονίσει την Κυριακή να μην ανοίγεται η Βρύση απάνω καθόλου για να μαζεύεται το νερό να πάει στην κάτω. Να τρέχει όλη μέρα, να γεμίζει η κάτω στέρνα την Κυριακή και επειδή ήταν το περιβόλι πιο μεγάλο και πιο μακριά από όλα, ήπαιρνε πάντα της Δευτέρας το νερό ο πεθερός μου και την Παρασκευή το μοιράζανε μαζί με το Ζαράνη. Ήπαιρνε ο ένας, πότιζε πρώτα, και μετά το `παιρνεν από πάνω ο Ζαράνης. Ποτίζαμε κι εμείς εκεί κάτω και γι` αυτό τα θυμάμαι. Μετά, αφού πλήθυνε πια το κάτω περιβόλι, αποφασίσανε να μην ανοίγει απάνω η στέρνα καθόλου. Τότε είχεν πολλά νερά. Λοιπόν κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου, του πατέρα μου ο πατέρας, με τον γερο-Νικητιό νομίζω, με της Ζαράναινας τον πατέρα, για το νερό. Ένα στερνάκι που `ναι πάνω από τη Βρύση ήτανε του Μαρκάκη, αυτός που `τανε αδερφός του παππού μου, και το νερό δεν το `φηνε, λέει, να κατεβαίνει κάτω, το κράταγε μόνο και πότιζε το δικό του. Ο παππούς μου όμως του λέει, ότι εφόσον το χειμώνα πάει μέσα στη στέρνα τη δημόσια, πρέπει να μας αφήνεις και μας το καλοκαίρι απόνερο, να κατεβαίνει μέσα στη στέρνα, να φτάνει, να ποτίζωμε τα περιβόλια. Πήγανε μέχρι και δικαστήριο. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση και δίκασε. Στη Βρύση ήρθε, δυο φορές το φέραν το δικαστήριο και δίκασε, για να δούνε επιτόπου πώς είναι τα πράματα. Του λένε, λοιπό, «Το χειμώνα όταν χειμωνιάσει, το νερό πού το πας;» του `πανε του Μαρκάκη. Λέει, «Εκατεβαίνει μέσα στη στέρνα ετούτη, που `ναι στη Βρύση.» Λέει, «Τότε θα το κρατάς και το χειμώνα, θα το βάλεις μες στην τραφιά σου, θα το γυρίσεις μεσα στο δικό σου. Εφόσον δεν το αφήνεις το καλοκαίρι να έχει δικαίωμα να πάρουνε κι οι υπόλοιποι, θα το κρατάς και το χειμώνα. Μπορείς;» Λέει, «Όχι.» «-Ε, τότε λοιπό θα αφήνεις το απόνερο μόλις ποτίσεις. Θα ποτίζεις μόνο μία τραφιά αυτή που `ναι εκεί δα κάτω-κάτω, και μετά θα το γυρίζεις μες στη στέρνα τη δημόσια.» Και τότε […] χωρίσανε και τις ημέρες. Εμάς ποτίζωμε το δικό μας το περιβόλι, εμένα, του Βαγγέλη απάνω και αυτό που είναι εδώ στη Βρύση της εκκλησίας, και αυτό που είναι από πάνω από του Αναστάση που το `χει η Σοφία, ποτίζωμε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο. Ξέρω και τις ώρες. Αφήνανε τη μεσημεριανή στερνιά, γιατί περιμένανε, αν δεν πηγαίνανε όλα τα ζώα να πιούνε νερό, κατσίκια που `χανε όλοι, τα γελάδια, τα γαϊδούρια, όλα να πάνε στη Βρύση να πιούνε νερό. Έπρεπε να μείνει η στέρνα, να γεμίσει, για να πιουν τα ζώα πρώτα και μετά ν` ανοίξουνε τη Βρύση, τη στέρνα. Κι επειδή ήτανε το περιβόλι μας πιο μακριά και ήθελε πολύ νερό, παίρναμε τη μεσημεριανή στερνιά πάντα. Εγώ τον εθυμάμαι τον Γραπουσανό που το `χε το περιβόλι αυτό και καθότανε στη Βρύση, είχε μια παγκάδα και καθόταν και περίμενε να πιούνε, ένας-ένας τα κτήματα που πηγαίναν κάτω, αν είχε πάει και το τελευταίο, για να ανοίξει, να πάει να ποτίσει.</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Άκουγα κι εγώ σαν παιδί πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-20-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>K:</strong> Σχετικά με θρύλους που λένε διάφορα για τη βρύση, για το νερό κι όλ΄αυτά, έχετε ακούσει;&nbsp;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Α, άκουγα κι εγώ σαν παιδί, [&#8230;] πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά.&nbsp;</p>



<p><strong>K:</strong> Εγώ θυμάμαι που μας λέγανε ότι όποιος είναι να πάει βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί [&#8230;] το να κρατάς μαζί σου ένα κομμάτι ψωμί. [&#8230;]</p>



<p>Ελ: Επειδή πώς το βάζει ο παπάς που σε κοινωνάει, το σίτο, τον οίνο και το έλαιο&#8230; Το ψωμί είχε τη δύναμη και δε σε πλησίζε, λέει, το ξωτικό, έτσι μας λέγαν κι εμας. Άμα βγαίναμε βράδυ έξω, λέει κράτα&#8230; Εμείς τα παιδιά βέβαια δεν πηγαίναμε πουθενά, αλλά άμα πήγαινε ο πατέρας μου που σηκωνότανε να πάνε στα ψαρέματα τη νύχτα είτε απ ΄έξω είτε&#8230; Βάλε κι ένα κομματάκι ψωμί μαζί μες στη τσέπη σου. [&#8230;] Ένα κομματάκι ψωμί. Γιατί το ψωμί είναι σταυρωμένο και δεν κάνει ούτε να το πατάμε ούτε να το πετάμε.</p>



<p><strong>Η:</strong> Κι εδώ για τη βρύση τι λέγανε;&nbsp;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Μας λέγαν, ότι υπήρχανε λέει νεράιδες εις τη βρύση και είχαν ακούσει λέει κάποιοι δεν ξέρω, ότι είχαν τα μωρά τους. Πηγαίναν και πλέναν τα ρούχα τους στη βρύση και τ΄ακούγαν που κλαίγανε τα παιδιά. Αυτά θα ΄ταν φαντασίες. Μια κουκουβάγια να φώναζε τη νύχτα και λέγαν πως είναι τα παιδιά της νεράιδας. Όποτε δεν το πίστεψα βέβαια. Ε, καλά σαν παιδιά μας φοβίζανε και φοβόμασταν να πάμε, αλλά εγώ πολλές φορές [&#8230;] που άντεχα και πήγαινα κάτω και πελεμούσα και σκοτεινιαζόμουνα και ΄ρχοτανε η συχωρεμένη η γριά Πλυτώ εδώ κάτω [&#8230;] κι έλεγεν της Ειρήνης, βρε συ αυτή η Ελευθερία λες να παθε τίποτα και δεν έχει ανεβεί ακόμα; Και κατέβαινε η κακομοίρα κάτω και με γύρευε. Μου λεγε, λοιπόν, η Ειρήνη, ε δουλειές[?] τέτοια ώρα που κάθεσαι κάτω; Λέω, τι να δουλώ[?]; Δεν πάω μου λέει&nbsp; τέτοια ώρα εγώ στη βρύση, που να μου δίνουνε τι. [&#8230;] Δεν το σκέφτηκα ποτέ να φοβηθώ, σκοτεινά που να ΄ναι κάτω. Μια φορά [&#8230;] μόλις στρίβουμε, που ΄ναι η ταμπέλα βρύση και Λιβάδι, που ΄ναι η ταμπέλα ακριβώς,&nbsp; το από κάτω τραφάκι το ΄χεν ο γέρο Κώστας απάνω και το ΄χανε όλο αγκιναριές. Τότε όλα&nbsp; ετούτα τα περγαλίδια ήταν γεμάτα αγκιναριές. Ξέρεις πόση αγγινάρα έβγαζε εδώ; Τα περγαλίδια όλα μόνο αγκιναριές είχε, [&#8230;] δεν είχε φραγκοσυκιές καθόλου ούτε μία, μόνο αγκιναριές είχαμε. Και είχαμε μεγαλώσει πια και του λέω&#8230; Ήταν ένα βράδυ πια σκοτεινά κι είχεν έρθει κάτω για να βεγγερίσωμε και του λέω, δεν κόβεις τις αγκινάρες σου μόνο θα ξεποχιάσουνε, που ΄ναι κάτω στο Γυρισμα; Το λέγαμε Γύρισμα επειδή πήγαινε το ένα έτσι και τ΄αλλο αλλιώς. Λέει, μπα αφού δεν τις τρώει κανένας. Λέω κρίμασι.&nbsp; Ε, δεν πας να τις κόψεις;&nbsp; Λέω να πάω τώρα; Μου λέει, άμα είσαι άξια να πας τώρα, μου λέει χαλάλι σου. Πήαινε κόψε τις. Λέω, θα πάω. Μου λέει, δεν το πιστεύω. Ήταν σκοτεινά πια. Μωρε πήγα εγώ και γέμισα ένα καλάθι μέχρι απάνω. Λέω, τι να φοβάμαι τις νεράιδες που λένε, πώς κλαίνε στη βρύση;</p>



<p><strong>Η:</strong> Οι άλλοι δεν πηγαίνανε δηλαδή;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Δεν πηγαίνανε.</p>



<p><strong>Κ:</strong> Δεν πάνε εύκολα.&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/">Κάποτε μαλώναν, λέει, ο παππούς μου με τον γερο-Νικητιό για το νερό. Και ήρθε το δικαστήριο, λέει, στη Βρύση δυο φορές και δίκασε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eichan-loipon-kanonisei-tis-kyriakis-to-nero-na-mazeyetai-na-paei-stin-kato-ti-deytera/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Κάναμε πολύ καρπό, κριθάρι, σιτάρι, φάβα, ζυμώναμε, κάναμε το ψωμί. Δεν περιμέναμε ούτε από Νάξο ούτε από Αμοργό να μας φέρουν</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Nov 2023 09:54:12 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5432</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η ζωή και οι δουλειές στη Μεσαριά. Ζευγάρισμα χωραφιών και μελίσσια.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/">Κάναμε πολύ καρπό, κριθάρι, σιτάρι, φάβα, ζυμώναμε, κάναμε το ψωμί. Δεν περιμέναμε ούτε από Νάξο ούτε από Αμοργό να μας φέρουν</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don7-2.mp3"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η ζωή και οι δουλειές στη Μεσαριά. Ζευγάρισμα χωραφιών και μελίσσια</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Η: </strong>Τότε πώς κάνατε εκεί πέρα πώς περνάγατε θείε; (Στη Μεσαριά)</p>



<p><strong>Δ:</strong> Περνάγαμε Ηλία ωραία, ωραία εκεί τα χρόνια εκείνα, ήταν άλλα χρόνια και περνούσαμε πολύ ωραία ναι. [&#8230;] Είχαμε τα τα χωράφια, είχαμε τα ζώα, αυτά πολεμούσαμε, αμπέλια ΄κεί χαμε αρκετά αυτά [&#8230;] και περνούσαμε μ΄ αυτά. Τότες δε&#8230; Ήταν οι μύλοι, κάναμε τον καρπό, ζυμώναμε το ψωμί, δεν ηπεριμέναμε για ν΄ αγοράζουμε ψωμί τίποτα. Ναι ναι ναι αυτά αυτά. Ηπερνούσαμε σας λέω ωραία εκεί πέρα. Από ΄κεί δα επήγα στρατιώτης, απ΄ τη Μεσαριά ναι ναι ναι ναι. [ed]</p>



<p><strong>Ε:</strong> Εγώ ξέρεις τι ήταν η δουλειά μου, αλλά τώρα γέρασα και πιάστηκα; Εγώ ζευγάριζα, ήμουν ζευγάς μαζί με τον άντρα μου. [ed]</p>



<p><strong>Η:</strong> Μέχρι πότε ζευγαρώνατε εδώ;</p>



<p><strong>Ε:</strong> [&#8230;] Από τώρα πιάνουν τα ζευγάρια Ηλία μου&#8230;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Μέχρι το μέχρι το Μάρτη. [&#8230;]</p>



<p><strong>Ε:</strong> Εμείς η πρώτη μας δουλειά αυτή την εποχή&#8230;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Θα σπείρωμε τώρα κριθάρi&#8230;</p>



<p><strong>E: </strong>Πιάναμε το άλετρο&#8230;</p>



<p><strong>Δ:</strong> Θα βάλουμε το φάβα, τώρα τα σπέρνωμε. Μετά λοιπο ζευγαρίζαμε, τότες βάζαμε κρεμμύδια πολλά και τα βάζαμε από τα μισά του Γενάρη και πέρα. Ύστερα πάλι ζευγαρίζαμε τα υπόλοιπα χωράφια, τα κάναμε συσάμι, φασόλια, τέτοια. [&#8230;] Το Μαρταπρίλη τότες γίνονται αυτά. [&#8230;] Αυτά κάναμεν εμείς τότες που ήμουνα στη Μεσαριά, Ηλία ναι. [&#8230;] Κάναμε ρεβύθια οουυυ! Ρεβύθια, φασόλια, συσάμι τέτοια πολλά ηκάναμε μέσα στα χωράφια. [&#8230;] Είχεν ο πατέρας μου περιουσία μεγάλη πέρα στη Μεσσαριά ναι ναι και σπέρναμε πολλά σας λέω και κάναμε. Συσάμια γεμίζαμε τσουβάλια μεγάλα. Τα γεμίζαμε συσάμι, ναι. Τότες σας λέω περνούσαμε [&#8230;] κι είχαμε Ηλία και καμιά δεκαριά μελίσσα, μέλισσες. [&#8230;] και κάναμε λοιπόν με το συσαμάκι συσαμόμελο. [&#8230;] Βγάλαμε μέλι πολύ μέλι. Πουλούσαμε και παίρναμε και λάδι με το μέλι ναι. Τώρα ξεκιώσαν[?] παιδί μου οι μέλισσες, δεν έχωμε μελίσσα τώρα. Εκεί κάτω στον Κάμπο νομίζω πως έχουνε. [&#8230;] Μελίσσα πολλά! Βγάζαμε μέλια! Πήγαμε μια φορά εκεί πέρα που ΄τανε μια μέλισσα, γεμίσαμε ένα ντενεκέ μεγάλο ντενεκέ και μια σύχλα από μία μέλισσα ναι τόσο πολύ.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Αξέχαστο θα μείνει.</p>



<p><strong>Δ:</strong> Γεμάτο το κυψέλη μέχρι εμπρός, μέχρι εμπρός γεμάτο.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Το ΄χε επά πάνω ο συγχωρεμένος ο Χρήστος [&#8230;].</p>



<p><strong>Δ:</strong> Είχεν έρθει ο Χρήστος εδώ πάνω και [ch-], του κυρ Νίκου ο πατέρας [&#8230;]. Εκείνος ήρθε και μας ητρίγουσεν εκεί πέρα και βγάζαμε μέλια. [&#8230;] Πολλά Ηλία μου τότε, πολλά! Αυτά είχαμε εκείνα τα χρόνια Ηλία μου και περνούσαμε και κάναμε, σου λέω, καρπό κάναμε πολύ καρπό εμείς, κριθάρι, σιτάρι, φάβα πολύ. [&#8230;] Ήταν οι μύλοι και μας ηλέθαν τον καρπό και ζυμώναμε, ζυμώναμε, κάναμε το ψωμί. Δεν περιμέναμε ούτε από Νάξο ούτε από Αμοργό να μας φέρουν. Το σιτάρι κάνει ωραίο ψωμάκι, ωραίο παξιμάδι ναι. Και ζυμώναμε σας λέω και&#8230; Περάσαμε τη ζωή εκεί πέρα ωραία, αλλά τώρα σου λέω, Ηλία μου, για να πάω, δεν κάνω.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/">Κάναμε πολύ καρπό, κριθάρι, σιτάρι, φάβα, ζυμώναμε, κάναμε το ψωμί. Δεν περιμέναμε ούτε από Νάξο ούτε από Αμοργό να μας φέρουν</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/eichame-ta-chorafia-eichame-ta-zoa-ampelia-eichame-arketa-kai-pernoysame-m-ayta/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Το πήζεις το γάλα και το αφήνεις. Όταν ξινίσει το στραγγίζεις και γίνεται η ξινομυτζήθρα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/to-pizeis-to-gala-kai-to-afineis-otan-xynisei-to-straggizeis-kai-ginetai-i-xynomytzithra/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/to-pizeis-to-gala-kai-to-afineis-otan-xynisei-to-straggizeis-kai-ginetai-i-xynomytzithra/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 14:23:37 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5269</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η παρασκευή του τυριού. Το κρίθινο ψωμί</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-pizeis-to-gala-kai-to-afineis-otan-xynisei-to-straggizeis-kai-ginetai-i-xynomytzithra/">Το πήζεις το γάλα και το αφήνεις. Όταν ξινίσει το στραγγίζεις και γίνεται η ξινομυτζήθρα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don22-6.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Η παρασκευή του τυριού</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Β:</strong> Και, θεία, πόσα είδη τυριών βγάζεις;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ε, αναλόγως το γάλα, γιατί έχει μέρα που μπορεί να `χουν πιο πολύ γάλα, έχει μέρα που κάνουν πιο λίγο, δεν κάνουν όλες τις μέρες το ίδιο.</p>



<p><strong>Β: </strong>Και πόσα είδη τυριά βγάζετε δηλαδή τώρα;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Μπορεί να βγάλεις και οχτώ, μπορεί να βγάλεις και έξι, μπορεί να βγάλεις και δέκα αναλόγως.</p>



<p><strong>Β:</strong> Οχτώ αυτά τα κεφαλάκια τα μικρά ε;</p>



<p><strong>Α: </strong>Τα μεγάλα!</p>



<p><strong>Β:</strong> Και πόσα διαφορετικά είδη μπορούν να γίνουν αυτά;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Όταν κάνεις και μυζήθρα γίνονται δυο διαφορετικά.</p>



<p><strong>Β:</strong> Είναι η μυτζήθρα, και το άλλο τι είναι;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Το κεφαλοτύρι, το κεφαλοτύρι και η μυτζήθρα που κάνωμε. Αλλά δεν κάνουμε τώρα μυτζήθρα, γιατί τα αρμέγουμε βράδυ και όσο να τελειώσωμε αργούμε ν` αρμέξωμε. Κι ότα` θες να κάμεις το τυρί και μετά να κάνεις τη μυτζήθρα, πρέπει να σε `βρει τρεις η ώρα τη νύχτα. Είναι πολλές ώρες.</p>



<p><strong>Β: </strong>Έξω στο καζάνι;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Στη φωτιά για να κάνεις τη μυτζήθρα.</p>



<p><strong>Β:</strong> Κι  αυτό τι κάνεις; Βάζεις το γάλα μέσα, ανάβεις τη φωτιά και μετά το ανακατεύεις;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ε, το διονίζεις<sup>1</sup>, αυτό που `χωμε που το λέμε διόνιστρο εμείς. Το διονίζεις, το διονίζεις, έχει ένα καλάμι και μπρος στο καλάμι βάζεις μια σκουπιά από αυτές τις σκούπες ξέρεις, που `ναι από χόρτο. Και το περνάς μέσα, το τρυπάς το καλάμι από κάτω, το περνάς μέσα και αυτό το διονίζει το γάλα για να μην πιάνει κάτω, επειδής ανάβει. […] Το διονείς μέχρι να ανέβει η μυζήθρα.</p>



<p><strong>Β:</strong> Την πυτιά τη βάζεις μέσα;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Όχι δε θέλει πυτιά. Μόνο στο τυρί βάζεις πυτιά, στη μυτζήθρα όχι.</p>



<p><strong>Β: </strong>Στη μυτζήθρα το αφήνεις έτσι;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Έτσι, έτσι, έτσι ανεβαίνει. [&#8230;]</p>



<p><strong>Β:</strong> Και κάνεις τη μυτζήθρα και βγαίνει η μυτζήθρα απάνω ας πούμε και…</p>



<p><strong>Ε:</strong> Το ζντερό που βγάζεις από το τυρί, το τσίρο που λέμε εμείς, που βγάζεις απ` το τυρί, εκείνο μετά βάζεις στη φωτιά κι όταν ζεματίξει… Στη φωτιά βάζεις το δάχτυλό σου, όταν το δάχτυλο δεν το δέχεται έχει κάψει. Τότες ρίχνεις μέσα γάλα, αλλά πρέπει να ρίξεις το ανάλογο γάλα, κι όταν ρίξεις το ανάλογο γάλα, θα ρίξεις και μια φουχτιά καλή αλάτι μέσα.  </p>



<p><strong>Β:</strong> Α, βάζεις και αλάτι;</p>



<p><strong>Ε: </strong>Ε, βέβαια. Και μετά το διονίζεις που σου λέω μ` αυτό. Το διονίζεις, το διονίζεις, το διονίζεις κι εκείνο λίγο-λίγο θ` ανέβει η μυτζήθρα, Όταν ανέβει κι είναι έτοιμη τότες τραβάς τα ξύλα, λιγοστεύεις τη φωτιά. Θα λιγοστέψεις τη φωτιά καλά, κι όταν ανέβει η μυτζήθρα πια που `ναι ψημένη έτοιμη, τότες θα βγάλεις και τα κάρβουνα όλα έξω καλά καλά, θα την αφήσεις λίγο να ψηθεί και μετά τη βάζεις στο τυροβόλι.</p>



<p><strong>Β:</strong> Κι αυτό τώρα είναι ξινομυτζήθρα αυτό ή μυτζήθρα;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Όχι, όχι, μυτζήθρα.</p>



<p><strong>Β:</strong> Η ξινομυτζήθρα πώς γίνεται;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Η μυτζήθρα γίνεται από… Το πήζεις το γάλα και το αφήνεις. Πρέπει να ξινίσει, όταν ξινίσει το στραγγίζεις, το βάζεις πάλι στο τυροβόλι και γίνεται η ξινομυτζήθρα.</p>



<p><strong>Γ. </strong>Πατ: Εγώ το τσίρο δεν κατάλαβα τι είναι.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Το νερό του τυριού, του κεφαλοτυριού. Ε, θέλει τέχνη.</p>



<p><strong>Β:</strong> Στην ουσία θεία αφήνεις το γάλα ξινίζει…</p>



<p><strong>Ε: </strong>Το πήζεις το γάλα όμως, το πήζεις και θα το `φήσεις να… Το δοκιμάζεις πότε είναι έτοιμο. Μπορεί να το πήξεις σήμερα και να το αφήνεις μέχρι αύριο.</p>



<p><strong>Β:</strong> Α, το αφήνεις μία μέρα δηλαδή.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Βέβαια, για να ξινίσει, να πάρει την ξινιά, γι` αυτό λέγεται και ξινομυτζήθρα, να ξινίσει. Ε, τότε όταν θες να φας και γιαούρτι, τρως. Πριν το βάλεις στο τυροβόλι να στραγγίσει, όπως είναι με το ζουμί του, είναι ωραίο.</p>



<p><strong>Β: </strong>Και σου παίρνει ώρα όλο αυτό το πράμα ε;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ε, ναι θέλουν ώρα, όλα τα πράματα θέλουν ώρα. Συνήθως ξινομυτζήθρα τη φτιάχνουμε το καλοκαίρι πιο έπειτα. </p>



<p><strong>Β: </strong>Κι άλλη η καυτερή αυτή;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ε, η καυτερή είναι πάλι άλλο. Εκείνη τη ζυμώνεις, την αφήνεις και στραγγίζει καλά, να φύγει το νερό όλο να στεγνώσει και μετά τη ζυμώνεις και τη βάζεις σε τάπερ, σε κιούπια τις εβάλαμε παλιά, μικρά κιουπάκια, αλλά τώρα τις βάλωμε στα τάπερ , κάτι μεγάλα τάπερ που `ναι του γιαουρτιού […].</p>



<p><strong>Μπ:</strong> Με πιπεριά είναι μέσα;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Όχι […] μόνη της γίνεται.</p>



<p><strong>Μπ:</strong> Η τυροκαφτερή;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ναι, ναι, ναι, μόνη της.</p>



<p><strong>Μπ:</strong> Και πώς γίνεται έτσι πικάντικη;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Μόνη της γίνεται. Πρέπει να τη στραγγίσεις όμως να μην έχει υγρό μέσα καθόλου, γιατί όταν έχει υγρό παίρνει άσκημη μυρωδιά.</p>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 70px;" aria-hidden="true"> </div>



<h1 class="wp-block-heading">Το άσπρο ψωμί άμα βρισκότανε το τρώγανε για τυρί οι αθρώποι</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-11.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Κρίθινο ψωμί</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Ε:</strong> Παίρναμε κριθάρι, το πηγαίναμε στο μύλο εδώ απέναντι, που είναι βουλιαγμένοι τώρα οι μύλοι, και το αλέθαμε. Το περνούσαμε από τριχιά, ήμενε πάνω το πίτερο κάτω το αλεύρι και το ζυμώναμε, κρίθινο ψωμί. Αλλά τότες το `χαμε για κάτι το κρίθινο ψωμί, δεν υπήρχε άσπρο. Το άσπρο ψωμί άμα βρισκότανε το τρώγανε για τυρί οι αθρώποι, για τυρί νομίζαν πως ήταν το άσπρο.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>ανακατεύεις</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/to-pizeis-to-gala-kai-to-afineis-otan-xynisei-to-straggizeis-kai-ginetai-i-xynomytzithra/">Το πήζεις το γάλα και το αφήνεις. Όταν ξινίσει το στραγγίζεις και γίνεται η ξινομυτζήθρα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/to-pizeis-to-gala-kai-to-afineis-otan-xynisei-to-straggizeis-kai-ginetai-i-xynomytzithra/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Εμείς τρώαμε τότες το κρίθινο ψωμί και νομίζαμε πως είναι παντεσπάνι που λένε</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/emeis-to-troame-totes-kai-nomizame-pos-einai-pantespani-poy-lene/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/emeis-to-troame-totes-kai-nomizame-pos-einai-pantespani-poy-lene/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 13:56:15 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5263</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το ζύμωμα του ψωμιού</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/emeis-to-troame-totes-kai-nomizame-pos-einai-pantespani-poy-lene/">Εμείς τρώαμε τότες το κρίθινο ψωμί και νομίζαμε πως είναι παντεσπάνι που λένε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don19-11.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Το ζύμωμα του ψωμιού</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Λ:</strong> Ψωμάκι ζυμώνατε μια φορά τη βδομάδα;</p>



<p><strong>Φ:</strong> Ε, ανάλογα.</p>



<p><strong>Α:</strong> Ανάλογα την οικογένεια. Εμάς το σπίτι το δικόν μας, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου που ΄μαστε παιδιά, το καλοκαίρι λόγω ότι υπήρχανε τα φρούτα, τα διάφορα σταφύλια, φραγκόσυκα, σύκα, ντομάτες ξέρω γω, δεν τρώαν πολύ ψωμί και ζυμώναμε κάθε δέκα μέρες. Το χειμώνα που δεν υπήρχαν τα διάφορα, να φάμε κάτι άλλο τέλος πάντων, και ασχολούμαστε, να πούμε, μόνο με το ψωμί και με το φαΐ που θέλει να μαγειρέψει, κάθε οχτώ μέρες εζυμώναμε, κάθε οχτώ. Αλλά είμαστε βέβαια οχτώ άτομα μες στο σπίτι, έξι παιδιά.</p>



<p><strong>Φ: </strong>Τα ίδια είμαστε κι εμείς.</p>



<p><strong>Λ:</strong> Το ψωμί κρίθινο ήτανε;</p>



<p><strong>Α:</strong> Καταρχήν ναι, καταρχήν κρίθινο […], ε ύστερι μάθαμε το σιτάρι.</p>



<p><strong>Λ:</strong> Δεν ήτανε καλό όμως το κρίθινο τόσο ε;</p>



<p><strong>Φ:</strong> Ωραίο ήτανε […].</p>



<p><strong>Α:</strong> Καλό ήτονε.</p>



<p><strong>Φ:</strong> Ε έτσι κι έτσι. Στην Κατοχή ήτανε… […]</p>



<p><strong>Α:</strong> Εμείς το τρώαμε τότες και νομίζαμε πως είναι παντεσπάνι που λένε.<strong>Φ:</strong> Φαΐ να ήτανε!</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/emeis-to-troame-totes-kai-nomizame-pos-einai-pantespani-poy-lene/">Εμείς τρώαμε τότες το κρίθινο ψωμί και νομίζαμε πως είναι παντεσπάνι που λένε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/emeis-to-troame-totes-kai-nomizame-pos-einai-pantespani-poy-lene/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 11:54:41 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5247</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού και των παξιμαδιών. Το γεμιστό κατσικάκι και τα φαγητά του Πάσχα.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/">Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don18-4-Το-βαλα-στο-γαδουράκι-το-παξιμάδι-και-το-πήγαινα-κάτω-στα-χωριά.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">&nbsp;Το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού και των παξιμαδιών</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Θερίζαμε τότες είχαμε… Είχαμεν το μύλο εκεί πέρα το βουλισμένο, ήτον του πατέρα μου κι άλεθε σε όλο το νησί κριθάρι και σιτάρι, και ζυμώναμε σε φούρνους, ξυλόφουρνους με κλαδιά, και κάναμε το ωραιότερο ψωμί. Κριθάρι τότες, αλλά ύστερι ηφέραν τα ξενικά αλεύρια κι εγώ με τον άντρα μου, εεε είχαμε αυτό το φούρνο εδώ απ` όξω και ζυμώναμε και το κάναμε παξιμάδι και μας πληρώνανε μεροκάματο. Εδώ ζυμώναμε στο σπίτι και το `βαλα στο γαδουράκι το παξιμάδι και το πήγαινα κάτω στα χωριά. Με πλερώνανε.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Είχατε πελάτες […] ή πηγαίνατε και τα πουλάγατε κι όποιος αγόραζε;</p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Όχι, όχι. Μας φέρναν τ` αλεύρι και των το ζυμώναμε, το κάναμε παξιμάδι, πηαίναμε και ας πούμε και φραζόλες για να τρώνε, ναι, φρέσκο.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Και ήταν μεγάλα καρβέλια το ψωμί τότε: </p>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ναι, μεγάλα. Όλη νύχτα ήμουν στο πόδι! Όλη νύχτα μου φώναζεν ο άντρας μου: «Σήκω να κάνεις το προζύμι!» Κάναμε μία λεκάνη με προζύμι ν` ανέβει καλά και έπειτα ν` ανάψωμεν το ζεστό νερό, να το ρίξω στη σκάφη το προζύμι, να το ζυμώσωμε ναι, ναι. Αλλά ήπρεπε ν` ανέβει τρεις ώρες το ψωμί. Κάναμε πολύ ωραίο ψωμί και ζύμωνε κι ο αδερφός μου ο πρώτος εδώ πάνω. </p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Ε το Πάσκα κάναμε πολύ ωραία πράματα. Μοσκομύριζεν ο κόσμος!</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don14-33.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Το γεμιστό κατσικάκι και τα φαγητά του Πάσχα</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Σοφ:</strong> Ε, το Πάσκα, κάναμεν ωραία ψητά, τυρόπιτες στο φούρνο, κάναμε πολύ ωραία πράματα, γεμίζαμε το ρίφι. Νύχτα ερκότανε από την εκκλησιά, εγώ ήμεινα απάνω δεν ηπήαινα στην εκκλησιά γιατί ήθελα να μαγειρέψω να φάμε το πρωί. Ήρκουτον ο άντρας μου και πήαινε και τα γύριζε τα ψητά όλα. Βάλαμε τέσσερα πέντε αυγά μέσα στη γέμιση, βράζαμε λίγο το ρύζι, βάλαμε στο τηγάνι το συκωτάκι, δεν το βάζαμε βέβαια όλο, το κόβαμε κομματάκια κομματάκια και βάζαμε βούτυρο της κατσίκας, βάζαμε μυρωδικά, βάζαμε τέσσερα αυγά μέσα. Το συκωτάκι το περνούμεν λίγο από το τηγάνι, το ψιλοκόβαμε, το βάλαμε στη γέμιση κι έπειτα το σκίζαμε το ρίφι ας πούμε από την κοιλιά και το ράβαμε ύστερα, το ράβαμε και το αλοίβαμε βούτυρο της κατσίκας απ` έξω, με λαδόκολλες το τυλίγαμε, βάλαμε και δεντρολίβανο. Μύριζεν ας πούμε απ` έξω. Και βάζαμε λίγο νερό μέσα σε…. τότες τα λέγαμε λακανίδια, γάστρα είναι, ας πούμε, και το βάζαμε στο φούρνο και ερκότανε τη νύχτα ο άντρας μου και τα μεταγύριζε. Πρωί ήταν έτοιμα. Ψηνότανε, το βγάλαμε την άλλην ημέρα στις εννιά η ώρα, στις δέκα. Το πρωί είχαμε κάνει τη μαγειρίτσα, το ποδοκέφαλο, τ` αντεράκια τα κάναμε χαρδούμια, κάναμε σούπα και τρώγαμε. Ωραία πράγματα, ωραία. Μοσκομύριζεν ο κόσμος! Ήτον ο Ψηλός τότες εδώ, ο Δημητράκης το `φερνε κάτω για να μην ξανανάβγει το φούρνο. Ερκόταν την άλλην ημέρα και τα παίρνανε. Μοσκομύριζεν ο κόσμος!</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/">Τότες ζυμώναμε σε ξυλόφουρνους με κλαδιά και κάναμε το ωραιότερο ψωμί</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/totes-zymoname-se-xylofoyrnoys-me-kladia-kai-kaname-to-oraiotero-psomi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 08 Nov 2023 10:01:26 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1820</guid>

					<description><![CDATA[<p>Καλοταρίτισσα Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don2-12-Και-του-δίνουνε-ολόκουπο-και-πάνε-στη-Μουτσούνα-Πράσινος-Σταύρος.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Καλοταρίτισσα &#8211; Μουτσούνα με κουπιά για αλεύρι</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Σ:</strong> Ήτανε ήτανε βαγιανή μεγαλοβδομάδα. Ήτανε ο συχωρεμένος ο Μήτσος. Πόσω χρονώ, δεκατεσσάρω χρονώ, δεκαπέντε χρονώ παλληκαρόπουλο ήτανε; Αλλά λέμε παλληκάρι, ε; […] Λοιπό` που λες μαστρο-Ηλία, εκεί στην κάμαρα που κοιμόνταν ο συγχωρεμένος ο πατέρας, μπροστά στην πόρτα ήταν ένα καμάρι από πάνω, ένα καμάρι είχανε, και κει πάνω βάζαν τα ψωμιά άμα ζυμώνα. Σηκωνόταν λοιπόν ο συγχωρεμένος κι ήβλεπε το καμάρι αδειανό κι ερχόταν Λαμπρή. «Ρε γαμώ την ψυχή του», λέει, «μέσα, Λαμπρή έρχεται. Τι θα γίνει από ζυμωτό, από αλεύρι, να ζυμώσωμε, να κάνουμε το ψητό, να κάνουμε κάνα κουλούρι τη Λαμπρή», ξέρω γω. Σκεβότα<sup>1</sup>, σκεβότα, σκεβότα τι να κάμει, τι να κάμει. Βάρκα δεν είχε, μέσο δεν είχε. Ένας γείτονάς μας λοιπό` είχε ένα βαρκί, που το έπαιρνε ο ίδιος και πήγαινε στους χάνους. Εφερειπεί αυτό το βαρκί να `τονε σαν το δικό σας, πιο μικρό. Σηκώνεται απάνω, νύχτα και κάνει την απόφαση και πάει και ξυπνάει τον συγχωρημένο τον Μήτσο, πιτσιρικάς. Του λεει, «Σήκ` απάνω.» Κι είχεν όλα-όλα του 700 δραχμές. Λέει, «Σήκ` απάνω.» Καλοσύνη, καλοσύνη βέβαια. Λέει, «Πού θα πάμε;» «Ρε σήκω απάνω που σου λέω.» Και φεύγουνε και πάν` κάτω στο Βλυχό, στην αμμουδιά. Εκεί ο γείτονάς μας είχε το βαρκί του βάλει, αυτο το χανόβαρκο, το είχε βάλει μες στο σύρμα. Το φουντάει το βαρκί, το πετάει στην θάλασσα με τον συγχωρεμένο τον Μήτσο και βάζουνε από κει τα κουπιά από μέσα από το Βλυχό. Καβαντζάρουν, καβαντζάρουν τα Σωβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά! </p>



<p><strong>Η:</strong> Με κουπιά ή με μηχανή;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Με κουπιά, με κουπιά. […]</p>



<p><strong>Η:</strong> Πανί;</p>



<p><strong>Ε:</strong> Τίποτα, τίποτα. Τεσσάρι. Δυο μπρος, δυο πίσω κουπιά.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Αγάντα, αγάντα, αγάντα. «Άλα κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου, κάργα Μήτσο μου καλά, κι όταν πάμε στη Μουτσούνα, θα σου πάρω και χαρβά να φας.»</p>



<p><strong>Ε</strong>: Ήλεγε του παιδιού, ήλεγε του παιδιού. </p>



<p><strong>Σ:</strong> Τότες ο χαρβάς ήτανε…</p>



<p><strong>Ε</strong>: Τότες ο χαρβάς ήτανε… πού να τον δεις τον χαρβά. Μαύρο χαβιάρι που λένε ήτον ο χαρβάς. </p>



<p><strong>Σ:</strong> Καμία φορά, αγάντα, αγάντα, αγάντα, πιάνει τις Μάκαρες. Πίσω απ` τις Μάκαρες, ξεκουράσθησα. Ήταν δα και πιο μέρα. Πάλι κουπί, πάλι κουπί και πάνε στη Μουτσούνα. Τα καταφέραν και πήαν στη Μουτσούνα  με το βαρκί. Πάνε λοιπόν, εκεί ο πατέρας μου εγνώριζε έναν που `χε τ` αλεύρια. Τότες η Μουτσούνα άκμαζε! Ήταν τα νεώρια, τα σμιρίγλια, βέβαια, το σμιρίγλι. </p>



<p><strong>Η: </strong>Τι είναι αυτό;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Πέτρα, το σμιρίγλι. Ήταν ο ονομαζόμενος ο Μιχαλούκος ο Σκληράκης. Η Μουτσούνα είπαμε, ότι ήκμαζε. Πάαιναν τα βαπόρια και φορτώναν σμιρίγλι. Κατεβαίναν από πάνω, πάνω από τα ορυχεία κατεβαίναν το σμιρίγλι, το φορτώνανε τα βαπόρια. Νεώριο. Ένας κουβάς απάνω, ένας κάτω. Λοιπό`, πάνε στο Σκληράκη το Μιχάλη. Μπακαλική, τα πάντα, χαρβάδες, μακαρόνια, μπακαλική, τα αλεύρια. Όλα-όλα τα λεφτά του παππού ήταν 700 όλα. Βγάζει το βαρκί, βγαίνει έξω, πάει στο Μιχάλη -τον εγνώριζε, γιατί πααίνανε ψάρια πέρα και πουλούσαν στη Μουτσούνα. Βαρκαριές. Κατεβαίναν οι Αξιώτες κάτω με τα μουλάρια, τότες δρόμους δεν είχε, κι είχαν τα καφάσα οι μανάβηδες και βάζαν τη γούπα και πααίναν στα χωριά. Είχε μεγάλη κίνηση η Μουτσούνα λόγω τα σμιρίγλια. Μπαίνει μέσα λοιπό`, βλεπει το αλεύρι. Ήταν λοιπόν τα αλεύρια εβδομηντάρικα τσουβάλια, οκάδες, εβδομήντα οκάδες ήταν το τσουβάλι. </p>



<p><strong>Ε:</strong> Ήταν οκάδες τότες όχι κιλά.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ήταν τα εβδομηντάρια τσουβάλια 700 δραχμές. Παίρνει το τσουβάλι ο  συχωρεμένος ο πατέρας, το στήνει όρθιο, το πάει επά στο μόλο.  Πάει ακουμπά 700 δραχμές του Μιχαλού.</p>



<p><strong>Ε:</strong> Δεν του `μεινε τίποτα, για να πάρει του παιδιού ένα κομμάτι χαρβά.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Έβλεπε λοιπόν το χαρβά το παιδί και του λέει ο πατέρας, του Μιχαλού λέει, -είπαμε ότι ο χαρβάς τότες ήτον μαύρο χαβιάρι. Του λεει του Μιχαλού που λε` -τον γνώριζε ο πατέρας μου τον Μιχαλό, ήταν πολύ γνώριμοι […]. Λέει, «Μιχάλη, κόψε ένα κομμάτι χαρβά του παιδιού γιατί έτσι κι έτσι.» Λέει, «Ο χαρβάς, Βασίλη, θέλει λεφτά.» Λοιπόν ήθελε να του κόψει ένα κομμάτι…</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ένα κομματάκι του παιδιού να του φύει..</p>



<p><strong>Σ:</strong> H κελομάρα! </p>



<p><strong>E:</strong> Δεν είχε άλλα λεφτά να του πάρει.</p>



<p><strong>Σ:</strong>  Δεν είχε μία. Μένει λοιπό` ο μπάρμπα Βασίλης με το γιό του στη Μουτσούνα, το τσουβάλι τ` αλεύρι, το βαρκί.</p>



<p><strong>E:</strong> Νηστικοί.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Πού να πάει τώρα αυτός ο άνθρωπος; Η καλή του τύχη, η καλή του τύχη ήτανε τότες το Νικητούρι ο Σκοπελίτης, αυτός ήταν ψαράς. Δηλαδή ο Σκοπελίτης το Νικητούρι ήταν αδέρφια με το Σκοπελίτη το Γιώργη. Αδέρφια. Ήταν ψαράδες αυτοί. [&#8230;] Όπως καθόνταν λοιπό` κει δα στη γωνιά κι ήτον απελπισμένος, έρχεται το Νικητούρι με τη βάρκα του φορτωμένη γούπα, με την οικογένειά του, τα παιδιά του, ήταν ο γιός του ο Μήτσος, ο Γιάννης, κι ένα άλλο παιδί, ο Ηλίας, αυτούς είχε. Φέρνου λοιπό` τη γούπα, μόλις βλέπουν τον πατέρα, «Βρε Βασίλη!» του λέει. Τον εκαλέσαν, φάγανε, βράσαν, τηγανίσαν. Μετά του λέει, «Νικήτα, θέλω να πάω στη Ντονούσα.» «Ναι Βασίλη. Βάλε το αλεύρι μες στη μεγάλη βάρκα, δέσε το βαρκί πίσω από τη μεγάλη βάρκα» και βγαίνουν όξω, κάνουν το πανί, έρχονται στις Μάκαρες. Αλλά επειδής ο καιρός ήτον λίγο ατσαλωμένος, τον έφερε, λέει, μέχρι τα μισά. Τον πατέρα με το βαρκί. </p>



<p><strong>E:</strong> Ήτανε καλό, λέει, το Νικητούρι. Πολύ φιλότιμος, καλός!</p>



<p><strong>Σ:</strong> Βάλτει λοιπόν το αλεύρι μες στο βαρκί και το πάει στην Καλοταρίτισσα μες την νύχτα. Σηκώνεται το πρωί ο νοικοκύρης που είχε το βαρκί και πάει κάτω, το πρωί που έφυγε το βαρκί. Δηλαδή πήε ο πατέρας μου τη νύχτα, ηπήρε το βαρκί να πάει στη Μουτσούνα, το αλεύρι. Επήε το πρωί ο νοικοκύρης, να το πάρει να πάει στους χάνους. Έλειπε το βαρκί, έλειπε το βαρκί. Πάει απάνω, «Πω, γαμώ την ψυχήν του, μου πήραν το βαρκί μου!»</p>



<p><strong>Ε:</strong> Όλο την ψυχήν του έλεγε.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Ξέρω εγώ, κι έγινεν φασαρία. Ποιος την πήρε την βάρκα. </p>



<p><strong>Ε: </strong>Νόμιζε το κλέψαν το βαρκί. Λέει το κλέψαν, ποιος το πήρε το βαρκί;</p>



<p><strong>Σ:</strong> Η συχωρημένη η μάνα, ας πούμε η γιαγιά, η μάνα μου, ήξερε την υπόθεση. Ήταν ας πούμε αυτή, ήταν μια γυναίκα καλή γειτόνισσα και η μάνα μου, ας πούμε, ήτον καλή γυναίκα. </p>



<p><strong>Ε:</strong> Φιλότιμη γυναίκα η μάνα του η γιαγιά.</p>



<p><strong>Σ:</strong> Αφού λοιπόν άκουγε τον Δημητράκη, άκουγεν ας πούμε το νοικοκύρη του βαρκιού και οχλαγωγούσε και μάλωνε, ξέρω γω, κι έσκουζε, πάει και της λέει της γειτόνισσας της Μαριώς, η μάνα μου: «Πε του μπάρμπα Δημήτρη να μην φωνάζει, και ο άντρας μου ο Βασίλης ηπήρε το βαρκί και ηπήε στη Μουτσούνα να φέρει αλεύρι, να ζυμώσωμε τη Λαμπρή, που δεν έχωμε ψωμί.» Μάντα δω, μάντα δω [&#8230;] Πάει λοιπόν και του λέει. «Ε, μη φωνάζεις Δημητράκη, μην φωνάζεις Δημητράκη και θα `ρθει το βαρκάκι.» «Γαμώ την ψυχή του! Ποιός μου πήρε τη βάρκα;» Αφού λοιπόν το `φερεν το αλεύρι, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου στο σπίτι, 70 οκάδες αλέυρι, γεμίζει η μάνα μου η συχωρεμένη μία λεκάνη τέτοια αλεύρι. Τότες το αλεύρι ήτονε… </p>



<p><strong>Ε:</strong> Σου λέω για τυρί το τρώαν το άσπρο ψωμί. </p>



<p><strong>Σ:</strong> Γεμίζει λοιπόν μια λεκάνη τέτοια και την πάει απάνω και της λέει… Αυτή ας πούμε η υπόθεση πόσο ήταν, ήτονε 48 ώρες, να πάει ας πούμε ο πατέρας μου στη Μουτσούνα και να `ρτει. Γεμίζει μια λεκάνη αλεύρι, την παίρνει λοιπόν, της την πάει στην κυρά Μαριώ και της λέει, «Έλα Μαρία, πάρε να κάμεις τηγάνι στο Δημητράκη.» «Μάντα δα, ίντα;» «Δεν πειράζει, δεν πειράζει.» Αφού ήρτε λοιπόν ο άντρας της, τα κατσίκια ήβοσκε, του λέει «Μάντα δα, μάντα δα, θα κάνουμε τηγανίτες που… δε` ίντα μας ήφερε η Μαρία που πήρε το βαρκί.» «Ε, γαμώ την ψυχήν του πιο καλά…»</p>



<p><strong>Ε:</strong> Ήταν το βαρκί, αλλά αφού γύρισε ο παππούς, ήβαλε η γιαγιά την λεκάνη με το αλεύρι, του το πήγε, σου λέει «Πάρε και συ να κάμεις τηγανίτες, που `ναι Πάσχα ας πούμε, να κάμεις ένα ψωμί των παιδιών σου.» […] Η ανέχεια, τι είναι η ανέχεια. <strong>Σ:</strong> Αυτά είναι.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>σκεφτόταν</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/">Καβαντζάρουν τα Σοβρανικά μέρη, τον Άσπρο Κάβο, και του δίνουνε ολόκουπο και πάνε στην Μουτσούνα. Ψυχή! Καρδιά!</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/kai-toy-dinoyne-olokoypo-kai-pane-sti-moytsoyna/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Nov 2023 14:16:52 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5179</guid>

					<description><![CDATA[<p>Οι καλλιέργειες. Τα κρεμμύδια, τα καπνά</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/">Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don12-8.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Οι καλλιέργειες. Τα κρεμμύδια, τα καπνά</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Δημ: </strong>Οι καλλιέργειες κρατήσανε, κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του `80 τουλάχιστον, ήτανε φουλ οι καλλιέργειες. Ε, φύγαν μερικά παιδιά, μερικές οικογένειες, αλλά είχεν κόσμο. Αφού να σημειώσω ότι πολλοί είχαμε ζευγάρια που λέμε, όλοι βόδια, ένα ζευγάρι βόδια και κάναμε… 5, 6 γαϊδούρια για να αλωνεύουνε με τα βόδια. Είχαμε, κάναμε καρπούς τότες. Υπήρχαν δυο ανεμόμυλοι κι ηλέθανε το στάρι, το κριθάρι, ξέρω γω. Ζυμώναν όλοι, είχαν φούρνους και ζυμώνανε οι πιο πολλοί, κι όποιος δεν είχε φούρνο επήαινε στο γείτονα. «Να ζυμώσω, να μου αφήσεις το φούρνο, να ψήσω το ψωμί» ας πούμε. Ήφερνες κλαδιά και τα λοιπά. Είχαν κατσίκια μπόλικα, γουρουνόπουλα, κότες κι είχαν και τη θάλασσα, ψάρια μπόλικα τότες, άμα πας στη θάλασσα αμέσως ήπιανες όσα ψάρια ήθελες. Τώρα δεν έχει… Ε, περνούσαν καλά. Η κάμψη της γεωργικής δουλειάς έπεσε από το `90 και δω που πιάσαν κάτι ξηρασίες. Το `90, `91, `92, τρία χρόνια ήτο ξηρασία και σταματήσαν. Δεν μπορούσαν ο κόσμος να ζήσει πια. Έσπερνες και δεν ηθέριζες. Πρωτοβρόχια ήκανε το Νοέμβριο, Δεκέμβριο αλλά Μαρταπρίλη δεν ήβρεχε, ενώ πριν ήβρεχε και ηκάνατε τα κρομμύδια. Ήβγαλε 200 τόνους κρομμύδι και το πουλούσανε, ναι, 200 τόνους. Λοιπόν καΐκια από την Κάλυμνο, από τη Σάμο, από τη Χίο, τη Μυτιλήνη εδώ όλο φέρναν το κρομμύδι όλο εδώ μέσα. Το παίρνανε, φτηνό ήτο βέβαια, αλλά εγίνοτο το κρομμύδι, άνυδρο. Είχαν ένα εισόδημα από αυτό, είχανε ζώα, επουλούσαν αρνοερίφια, μοσχάρια, χοίρους.</p>



<p><strong>Η:</strong> Θείε ήσασταν συνενοημένοι να φυτεύετε όλοι κρεμμύδι επειδή το πουλάγατε; Γιατί όλοι φυτεύανε κρεμμύδι.</p>



<p><strong>Δημ:</strong> ‘Ολοι ναι. Ε ναι, πρώτα εφυτεύανε, λέει, και καπνά, αυτά δεν τα πρόφτασα εγώ. Αλλά ύστερι που απαγορεύτην ο καπνός εδώ στα μέρη στα νησά, γιατί ήκανε παραγωγή η Μακεδονία και η Θράκη που ενσωματώθησαν στο ελληνικό κράτος, και ησταματήξαν εδώ την καλλιέργεια των καπνών, ηθέλαν να βοηθήσουμε τους άλλους Έλληνες εκεί που είχαν παραγωγή, μεγάλη παραγωγή. Με τα καπνά ηβγάλαν λεφτά και τότες και μετά το ρίξαν στο κρομμύδι. Το κρομμύδι είδαν ότι εγινότανε, έτσι τα χωράφια που κάναν καπνοκαλλιέργειες τα κάμαν με κρομμύδια.</p>



<p><strong>Η:</strong> Α, μετά τα καπνά δηλαδή άρχισαν τα κρεμμύδια.</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Ναι, μετά. Και τα κρομμύδια βαστήξαν μέχρι τώρα, τελευταία. Τώρα δε βάλουν ούτε κρομμύδια ούτε στάρια ούτε…</p>



<p><strong>Η:</strong> Τώρα φυτεύουν δωμάτια! (γέλια)</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Και τα λιβάδια τα κάμανε δωμάτια! (γέλια)</p>



<p>&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/">Οι καλλιέργειες κρατήσαν καλά μέχρι τη δεκαετία του ΄80 τουλάχιστον</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/oi-kalliergeies-kratisan-kala-mechri-ti-dekaetia-toy-%ce%8480-toylachiston/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ήταν οι γαλαρίες αυτές και ηδουλεύαν εκεί κόσμος, ήτονε καλά</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/itan-oi-galaries-aytes-kai-idoyleyan-ekei-kosmos-itone-kala/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/itan-oi-galaries-aytes-kai-idoyleyan-ekei-kosmos-itone-kala/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 19:59:36 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=5129</guid>

					<description><![CDATA[<p>Τα μεταλλεία της Δονούσας και των Μακάρων</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/itan-oi-galaries-aytes-kai-idoyleyan-ekei-kosmos-itone-kala/">Ήταν οι γαλαρίες αυτές και ηδουλεύαν εκεί κόσμος, ήτονε καλά</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don12-9.mp3" controls="controls"></audio></figure>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<h5 class="wp-block-heading">Τα μεταλλεία της Δονούσας και των Μακάρων</h5>



<div class="wp-block-spacer" style="height: 30px;" aria-hidden="true"> </div>



<p><strong>Η:</strong> Θείε εσείς για τα μεταλλεία τι ξέρετε;</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Έχω ακούσει ότι υπήρχαν και τα μεταλλεία εκεί και δουλεύανε και μερικοί ντόπιοι εκεί. Στον Κέντρο ήτανε, σε κάτι γαλαρίες.</p>



<p><strong>Η:</strong> Ζούσατε εσείς όταν… `28 γεννηθήκατε, υπήρχαν ακόμα τα μεταλλεία.<strong>Δημ:</strong> Ναι, υπήρχανε, μέχρι το `39 υπήρχανε, και μετά μπήκεν ο πόλεμος και… Θυμούμαι εγώ που πήαινε ο κόσμος και δουλεύαν εκεί, ήμουν 11 χρονώ. Δεν ξέρω κι εγώ τώρα πώς ήτον τα μεταλλεία, ήταν κρατικά ή… . Αυτοί που είχαν έρτει, τα αφεντικά ας πούμε, ήτονε ξένοι, μάλλον ήτονε Αθηναίοι κι ήταν κι ένας Γερμανός. […] Κάπου ανήκανε αλλά δεν το `χουμε ερευνήσει αυτό το θέμα κι έπρεπε να το ερευνήσωμε, ας πούμε. Μόνο ο Κώστας αυτός εδώ θα ξέρει κάτι, γιατί ήτον και μες στα χωράφια του εκεί στον Κέντρο, αυτουνού ήτον τα χωράφια όλα. Των Κωβαίωδων και του Πράσινου, του Πράσινου του Ψεύτη εδώ. Ήταν οι γαλαρίες αυτές και ηδουλεύαν εκεί κόσμος, ήτονε καλά. Γιατί και πριν αυτά υπήρχεν κι άλλο ένα νταμάρι στις Μάκαρες που βγάλαν μάρμαρο, πλάκες, [&#8230;] ξέρω γω τι και πηαίναν και κει και δούλευαν οι από δω. Ήταν κάτι αφεντικά κι από κει από την Αθήνα, ένας Αριστείδης, ένας Γιάγκος. Το θυμάμαι αυτό γιατί με `παιρνε και μένα ο πατέρας μου στις Μάκαρες για να μαζεύω αλάτι τα καλοκαίρια. Ήμουν παιδί, ήμουνα σχολειό, το `35, `36, `37 ας πούμε, αλλά ηπήαινα εγώ στην αλατσαριά, που λέμε, κι μάζευα ένα καλάθι αλάτι κάθε μέρα και το `φερνα κάτω. Άμα ερχόμασταν το Σαββάτο, έρχουντον εδώ όλοι, ήτον καμιά τριανταριά-σαράντα εργάτες με δυο λατίνες, ήταν οι βάρκες μεγάλες, πααίναν και παίρναν τους ανθρώπους άμα ήταν καλός καιρός, και τη Δευτέρα πάλι το πρωί πηαίναν πέρα. Από κει πηαίναν οι βάρκες στη Μουτσούνα και φέρνανε τροφές, ψωμιά, είχε φούρνο στη Μουτσούνα, πηαίναν εκεί. Είχανε χτίσει εκεί μια σαράδα σπίτια, έτσι πρόχειρα, με μάρμαρα, και είχε καθένας ένα σπιτάκι. […] Είχε έτσι παραπάνω ένα μεγάλο κτίριο που ήτονε σιδηρουργείο, κει στομώναν τα εργαλεία.</p>



<p>&nbsp;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/itan-oi-galaries-aytes-kai-idoyleyan-ekei-kosmos-itone-kala/">Ήταν οι γαλαρίες αυτές και ηδουλεύαν εκεί κόσμος, ήτονε καλά</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/itan-oi-galaries-aytes-kai-idoyleyan-ekei-kosmos-itone-kala/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>«Αυτοί που ήρθαν και ψηφίσανε τρώνε άσπρο ψωμί»</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-poy-irthan-kai-psifisane-trone-aspro-psomi/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-poy-irthan-kai-psifisane-trone-aspro-psomi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 27 May 2023 09:38:51 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1830</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η περίοδος της δικτατορίας. Το δημοψήφισμα της χούντας</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-poy-irthan-kai-psifisane-trone-aspro-psomi/">«Αυτοί που ήρθαν και ψηφίσανε τρώνε άσπρο ψωμί»</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-size: 9px;"><span style="color: #999999;">© Φωτό: Δέσποινα Σπύρου</span></p>

<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don53-24-Αυτοί-που-ήρθαν-και-ψηφίσανε-τρώνε-άσπρο-ψωμί.-Κωβαίος-Δημήτρης.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Η περίοδος της δικτατορίας. Το δημοψήφισμα της χούντας</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Λάρα:</strong> Στη δικτατορία εδώ πέρα πάλι δεν πολυεπηρεάστηκε το νησί;</p>



<p><strong>Δημ:</strong> […] Εντάξει είμασταν Αθήνα τότε αλλά…[…] Εντάξει εδώ έφτασε, ήταν ένας κοινοτάρχης ο οποίος ήταν αυτός ο θείος μου τότες, ένας άλλος θείος πάλι αδερφός του πατέρα. Σόι το βασίλειο ας το πούμε (γέλια). Μετά τον πρώτο κοινοτάρχη που `ταν πάλι αδερφός του πατέρα μου, χρηματίσανε ένας, δύο, τρεις. Και μετά ανάλαβε ο άλλος, ο τελευταίος αδερφός του πατέρα μου ο πιο μικρός, ο οποίος ζει ακόμα.</p>



<p><strong>Κατ:</strong> Ο θείος ο Κώστας;</p>



<p><strong>Δημ:</strong> O οποίος ζει ακόμα. Τον έπιασε η χούντα μετά και έμεινε όλα τα εφτά χρόνια, δηλαδή συνέχεια. Τον κρατήσανε, δεν τον αλλάξανε ναι, ήταν δικός τους φαίνεται, ήταν δεξιός τέλος πάντων. Τον κρατήσανε εν πάσει περιπτώσει κι έμεινε μέχρι τέλος. [&#8230;] Συγκεκριμένα ήταν ένας ενωματάρχης βέβαια, γιατί εδώ δεν υπήρχε αστυνομία, από το Κουφονήσι, ερχόταν απάνω, ήταν ένα καθήκι, ε και έκανε ελέγχους.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Τι είδους; Αν υπάρχει…</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Ε ναι, ναι, αν υπάρχουν κουμμουνιστές, αν υπάρχουν αυτά ας πούμε, αλλά εντάξει, εδώ το νησί ήτανε φιλήσυχο, δεν υπήρχε, ας πούμε, τέτοιο πράγμα, τα νησιά εδώ πέρα δεν είχανε. Ακόμα δηλαδή, αν μες στην οικογένεια ύπηρχε κάποιος δεξιός κι ο άλλος ήτανε κεντρώος, θεωρούτανε στίγμα. Κεντρώοι, εδώ τότες ήταν η Ένωση Κέντρου και η δεξιά και πιο μπροστά ήταν οι βασιλικοί και οι βενιζελικοί.</p>



<p><strong>Κατ:</strong> Μετά έγινε η ΕΡΕ και η Ένωση Κέντρου.</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Λοιπό`, μες στις οικογένειες λοιπό` τώρα, ο παππούς μου, ας πούμε, αυτός ο δάσκαλος, ήτανε βενιζελικός. Ο πατέρας μου, ο γαμπρός του δηλαδή του παππού, ήτανε βασιλικός. Εντάξει, δεν είχαν όμως διαμάχη. Δεν είχαν διαμάχη, δεν  ήπιανε φανατισμός, να τσακώνονται και να κάνουν και να δείξουνε. Αλλά θυμάμαι για την δικτατορία, όπως είπατε, γιατί εγώ από το `61 που ψήφισα, ήμουνα στην αεροπορία στο Παλαιό Φάληρο, τότες που λέγαν ότι ψηφίσαν και τα δέντρα, αν το `χετε ακούσει… Ε, εγώ δεν το κατάλαβα αυτό. Γιατί πηγαίναμε, ας πούμε, θυμάμαι, πηγαίναμε μαζί με πολίτες και ψηφίζαμε. Δέκα στρατιώτες, δέκα πολίτες. […]. Επίσης στο πρώτο δημοψήφισμα που `χε κάνει η χούντα, είχα ψηφίσει εδώ. Και μάλιστα βρεθήκανε κάποια ΟΧΙ εδώ. Ήταν ο μπάρμπας μου τότες σ` αυτά. «Ήρθατ` εσείς, εσείς οι Αθηναίοι, θα μας κάνετε ρεζίλι, θα μας κλείσετε το νησί, θα μας το καταστρέψετε, θα `ρθει αστυνόμος τώρ` απάνω, θα κάνει και θα κάνει, έχει να κάνει!» Ο μπάρμπας μου λοιπόν, ήταν κι αυτός φανατικός. Ποιος να ξεμυτίσει να πει ότι ηψήφισε, «εγώ είμαι». Δεν ήμουνα μόνο εγώ, ήτανε κι άλλοι. Πράγματι ήρθ` ο αστυνόμος απάνω μετά και του `βαλε χέρι του μπάρμπα.[…] Μάλιστα κάποιος έλεγε, ένας γέρος ο Σκοπελίτης, ο Ηλίας εκεί πέρα, «Αυτοί που ήρθαν και ψηφίσανε τρώνε άσπρο ψωμί.»</p>



<p><strong>Κατ:</strong> Δηλαδή από Αθήνα.</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Από Αθήνα δηλαδή. Εδώ ητρώγαν το μαύρο ψωμί, ας πούμε, στη Δονούσα.</p>



<p><strong>Λάρα:</strong> Δηλαδή σαν πόσοι είχαν έρθει από Αθήνα, για να ψηφίσουνε;</p>



<p><strong>Δημ:</strong> Ε, δεν είχαν έρθει και πολλοί, αλλά αυτοί οι πέντε-έξι ας πούμε, πόσοι είμαστε, ε, φανήκανε. Τώρα ύπηρχε και κάποιοι από εδώ κατά λάθος, υπήρχαν κι από δω πέρα, δεν μπορούμε να πούμε, αλλά διευκολυνθήκανε… </p>



<p><strong>Ηλίας:</strong> ΟΧΙ είχατε ψηφίσει εσείς ή ΝΑΙ;</p>



<p><strong>Δημ: </strong>ΟΧΙ. Ε, διευκολυνθήκανε, ας πούμε, κι αυτοί που `ταν εδώ πέρα μέσω με μας, ε και πέσαν κάποιοι ψήφοι παραπάνω, κάποια ΟΧΙ παραπάνω. Ε και ήρθε ο αστυνόμος και του `κανε φασαρία του μπάρμπα. Ε κι ο μπάρμπας τα `βαλε με τον κόσμο. Σου λέει, «Ήρθατε εσείς οι Αθηναίοι, να μας καταστρέψετε το νησί.»</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-poy-irthan-kai-psifisane-trone-aspro-psomi/">«Αυτοί που ήρθαν και ψηφίσανε τρώνε άσπρο ψωμί»</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/aytoi-poy-irthan-kai-psifisane-trone-aspro-psomi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</title>
		<link>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/</link>
					<comments>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 24 May 2023 08:04:37 +0000</pubDate>
				<guid isPermaLink="false">https://istoria.donousa.online/?post_type=museum&#038;p=1677</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ιστορίες για φαντάσματα στο Σπήλιο και για νεράιδες στη βρύση</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/">Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-21-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για φαντάσματα στο Σπήλιο</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>Ελ:</strong> Κι εδώ στο Σπήλιο πάλι λέγανε πως… Φοβούμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, που `ρχομαστε από το σχολείο. Τώρα, μας τα λέγανε για να μας φοβίζουνε, για να `ρχόμαστε νωρίς; Γιατί παίζαμε στο δρόμο και ερχόμαστε όλο νύχτα, νύχτα. Άμα περνούσαμε, άμα δεν είμαστε και διπλάρικα μαζί, φοβούμαστε βέβαια, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα, «κου-κου, κου-κου» ακούγαμε. Καμιά φορά ήμουνα το πιο μικρό του σχολείου, άμα ανεβαίναμε -τα άλλα όλα ήταν μεγάλα αγόρια και τρέχανε- ε, εγώ πήγαινα σιγά-σιγά σαν το… και σκοτεινιαζόμουνα, ερχόμουνα νύχτα και τ` άκουγα λοιπό που φωνάζανε και έλεγα λοιπό μόνη μου τώρα, για να παρηγοριέμαι, <em>κουκουβάγια μωρέ είναι, τώρα τι φοβάμαι;</em> Μονολογούσα εγώ κι έλεγα <em>κουκουβάγια είναι μωρέ τώρα, τι φοβάμαι, αφού είναι κουκουβάγια και κάνει «κου-κου», τι να φοβάμαι;</em> Και παρηγοριόμουνα μόνη μου.&nbsp;</p>



<p><strong>Κ: </strong>Θυμάστε τι λέγαν για το Σπήλιο, για το συγκεκριμένο μέρος εκεί; […]</p>



<p><strong>Eλ:</strong> Λέγαν πως εκεί μέσα είναι το μέρος και καλά πιο δύσκολο το μέρος εκείνο, πως έχει φαντάσματα. Εγώ δεν έχω δει. Το μόνο που έχω ακούσει και δεν το `πε ψέματα βέβαια, δεν ξέρω ακριβώς πώς βρέθηκε, ήτανε… Όταν σκοτώθηκε της γριάς Πλυτώ ο πρώτος της άντρας, έπεσε ένας τοίχος και τον πέτρωσε εκεί δα μέσα, όχι στο Σπήλιο, πιο πέρα, στο άλλο που `ναι η ελιά. […] Εκεί ήταν, μέσα στα χωράφια αυτά σκοτώθηκε ο άντρας της. Έκατσε κάτω από τον τοίχο να κολατσίσει και τον είχε ξεσκάψει κι εκεί ξεκόλλησεν από πάνω ο τοίχος και τον ησκότωσεν από κάτω. Ψάχναν, τον ηγυρεύανε, δεν τον ευρίσκανε πουθενά. Και λέγανε τέλος πάντων, πως είχε φαντάξει, ακούγανε διάφορες φωνές. Δηλαδή εκείνη την ημέρα όχι δεν ακούσαν τίποτα. Το μόνο που μας έλεγεν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι ήτανε στο περιβόλι και πήγεν ο πεθερός του και τον εγύρευε στο περιβόλι. Αφού τον εγυρεύανε, μήπως είναι στο περιβόλι, μήπως είναι στη Μεσαριά; Ψάχνανε, τον γυρεύγανε. Ήμουνα μικρό παιδάκι εγώ τότε. Και άκουσε, λέει, από πάνω που έβηξε, γιατί από κάτω είναι το δικό μας περιβόλι, από πάνω αμέσως είναι δικιά του η τραφιά. Και λέει, λοιπόν, ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, «Άκου, ο Δημήτρης» -Δημήτρη τον λέγανε και κείνο- «Άκου, ο Δημήτρης που βήχει από πάνω. Πού τον εγύρευεν ο πεθερός του και δεν τον ευρίσκανε;» Αλλά δεν εμίλησε, λέει, από πάνω φαίνεται θα `τανε και ίσως τον ευρήκανε και δεν ακουγόταν και τίποτα. Άκουσε, λέει, που έβηξε. Λοιπόν είχε φύγει ο Βαγγέλης από την Καλοταρίτισσα […], εδουλεύανε στις Μάκαρες κι ερχότανε τα Σάββατα, τις έφερνεν εδώ ο ίδιος ο επιστάτης, είχε μια βάρκα μεγάλη και τους έφερνεν εδώ τα σαββατοκύριακα, να πλυθούνε, να δουν τους δικούς τους, και προπάντων να πλύνουν και τα ρούχα τους. Και σηκώθηκε λοιπό` αυτός ο Βαγγέλης -ήτανε παλληκαρόπουλο και δούλευεν εις τις Μάκαρες κι αυτός- σηκώθηκε λοιπόν της αυγής για να φύγει […] για να προλάβει τη βάρκα που θα `φευγε και φεύγαν και πρωί-πρωί.  Του λέει ο πατέρας του… -σηκώθηκε νύχτα σκοτεινά- «Μήπως δουλιαστείς<sup>1</sup> να `ρθω κι εγώ μαζί σου;» Ο γέρος δε φοβότανε, αλλά ο μικρός… λέει, «Μπα, πού να `ρχεσαι μαζί μου τέτοιαν ώρα», λέει, «θα πάω.» Λέει, «Αν φοβάσαι να `ρθω γω μαζί σου.» Λέει, «Όχι, όχι, δε φοβάμαι.» Επήρεν τα ρούχα του αυτός κι έφυγε, μόλις επήγεν εκεί δα στην ελιά που σου λέω, ακριβώς είναι μια φίδα από κάτω. Όπως πήγε να περνάει αυτός, όλο και με το φόβο φαίνεται, βλέπει ένα μαύρο γάτο και πηδάει μες στα πόδια του και χύνεται κάτω προς τα κάτω. Αυτό ξεράθηκε το παιδί από το φόβο του. Γιατί πήδηξε με φόρα από πάνω από τον τοίχο και κατέβηκε μες στο δρόμο και πήρε κάτω τη ρεματιά. Και αυτό φοβήθηκε πολύ και πήγε λοιπό στον Κάμπο κι ήτανε άσπρο, λέει, όπως τον τοίχο. Του λέει, «Γιατί είσαι έτσι τρομαγμένος;»  Λέει, «Άστα τώρα.» Δεν ήθελε να πει τίποτα, αλλά μετά τον ξαναρωτήσανε. Του λέει ο Αριστείδης, αυτός που `χε τη βάρκα, λέει, «Γιατί είσαι έτσι; Είσαι κίτρινος», του λέει, «όπως το λεμόνι.» Του λέει, «Κάτι μου `τυχε στο δρόμο, που κατέβαινα νύχτα και κόντεψα να μείνω μες στο δρόμο.» Κι άμα `ρτεν απάνω τα `λεγε στους γονείς του, πως αυτό του `τυχε. Άλλη φορά πάλι, τις ίδιες μέρες εκείνες, κοιμότανε στ `αλώνια τότε, αλωνεύαμε, ήταν η εποχή των αλωνιών. Και κοιμότανε οι αθρώποι όλοι, ο πατέρας μου, της Σοφίας ο πατέρας, ο θείος μου ο Νικόλας, αυτός που σκοτώθηκε, στ` αλώνια κοιμόταν όλοι. Όλο το καλοκαίρι κοιμότανε στ` αλώνια, δεν ερχόταν στο σπίτι. Μία για να λυχνίσουνε, μία πως τους άρεσε και πιο καλά έξω καλοκαίρι που ήτανε, να μη ζεσταίνονται στα σπίτια, είχαν πάρει τα ρούχα τους και κοιμότανε στ` αλώνι. Στάχυα είχε κάτω και ήτανε μαλακά… Και θυμάμαι που `λεγεν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ότι κείνο το βράδυ, κείνη τη βραδιά, άκουσε μία σφυριά από το πίσω μέρος, εδώ που πηγαίνετε εσείς για να αντικρύσετε πώς είναι η ρεματιά, άκουσε μία σφυριά μες στη ρεματιά, που λέει, «Εγώ όσο χρονώ είμαι δεν είχα φοβηθεί ποτέ μου κι άκουσα μία σφυριά που επήγε ο αντίλαλος μέχρι κάτω. Εγώ», λέει, «δεν είχα φοβηθεί ποτέ και άκουσα αυτή τη σφυριά και εκείνο το βράδυ», λέει, «φοβήθηκα.»</p>



<div style="height:70px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h1 class="wp-block-heading">Άκουγα κι εγώ σαν παιδί πως υπήρχανε νεράιδες εις τη βρύση και κλαίγαν τα μωρά</h1>



<figure class="wp-block-audio"><audio controls src="https://istoria.donousa.online/wp-content/uploads/don3-20-ΠΗΓΗ-ΣΠΗΛΙΟ-ΜΑΥΡΟΣ-ΣΚΥΛΟΣ.-ΣΙΓΑΛΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.mp3"></audio></figure>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<h5 class="wp-block-heading">Ιστορίες για νεράιδες στη βρύση</h5>



<div style="height:30px" aria-hidden="true" class="wp-block-spacer"></div>



<p><strong>K:</strong> Σχετικά με θρύλους που λένε διάφορα για τη βρύση, για το νερό κι όλα αυτά, έχετε ακούσει;&nbsp;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Α, τ` άκουγα κι εγώ σαν παιδί, […] πως υπήρχανε νεράιδες εις τη Βρύση και κλαίγαν τα μωρά.&nbsp;</p>



<p><strong>K:</strong> Εγώ θυμάμαι που μας λέγανε ότι όποιος είναι να πάει βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί […] να κρατάς μαζί σου ένα κομμάτι ψωμί. Έχετε ακούσει την ιστορία τι συμβόλιζε αυτό το ψωμί;</p>



<p><strong>Ελ: </strong>Επειδή, πώς το βάζει ο παπάς που σε κοινωνάει, τον σίτο, τον οίνο και το έλαιο… Το ψωμί είχε τη δύναμη και δε σε πλησίαζε, λέει, το ξωτικό, έτσι μας λέγαν κι εμάς. Άμα βγαίναμε βράδυ έξω, λέει κράτα… -εμείς τα παιδιά βέβαια δεν πηγαίναμε πουθενά, αλλά άμα πήγαινε ο πατέρας μου που σηκωνότανε να πάνε στα ψαρέματα τη νύχτα, είτε απ` έξω είτε…-&nbsp; βάλε κι ένα κομματάκι ψωμί μαζί μες στη τσέπη σου. […] Ένα κομματάκι ψωμί. Γιατί το ψωμί είναι σταυρωμένο και δεν κάνει ούτε να το πατάμε ούτε να το πετάμε.</p>



<p><strong>Η:</strong> Κι εδώ για τη Βρύση τι λέγανε;&nbsp;</p>



<p><strong>Ελ: </strong>Μας λέγαν ότι υπήρχανε, λέει, νεράιδες εις τη Βρύση και είχαν ακούσει, λέει, κάποιοι, δεν ξέρω, ότι είχαν τα μωρά τους. Πηγαίναν και πλέναν τα ρούχα τους, λέει, στη Βρύση και τ` ακούγαν που κλαίγανε τα παιδιά. Αυτά θα `ταν φαντασίες. Μια κουκουβάγια να φώναζε τη νύχτα και λέγαν πως είναι τα παιδιά της νεράιδας. Οπότε δεν το πίστεψα βέβαια. Ε, καλά σαν παιδιά μας φοβίζανε και φοβόμασταν να πάμε, αλλά εγώ πολλές φορές που άντεχα και πήγαινα κάτω και πελεμούσα και σκοτεινιαζόμουνα και `ρχοτανε η συχωρεμένη η γριά Πλυτώ εδώ κάτω, έβλεπεν πως δεν είχα ανεβεί απάνω κι έλεγεν της Ειρήνης, «Βρε συ, αυτή η Ελευθερία λες να `παθε τίποτα και δεν έχει ανεβεί ακόμα;» Και κατέβαινε η κακομοίρα κάτω και με γύρευε. Μου `λεγε, λοιπόν, η Ειρήνη, «`ε δουλιέσ`<sup>2</sup> τέτοια ώρα που κάθεσαι κάτω;» Λέω, «Τι να δουλιώ;» «Δεν πάω», μου λέει, «τέτοια ώρα εγώ στη Βρύση, που να μου δίνουνε τι.» Δεν το σκέφτηκα ποτέ να φοβηθώ, σκοτεινά που να `ναι κάτω. Μια φορά εδώ, μόλις στρίβουμε, που `ναι η ταμπέλα «Βρύση» και «Λιβάδι», που `ναι η ταμπέλα ακριβώς, το από κάτω τραφάκι το `χεν ο γέρο Κώστας απάνω και το `χανε όλο αγκιναριές. Τότε όλα  ετούτα τα περγαλίδια ήταν γεμάτα αγκιναριές. Ξέρεις πόση αγκινάρα έβγαζε εδώ; Τα περγαλίδια όλα μόνο αγκιναριές είχε, δεν είχε φραγκοσυκιές καθόλου, ούτε μία, μόνο αγκιναριές είχαμε. Και είχαμε λοιπό μεγαλώσει πια και του λέω… -ήταν ένα βράδυ πια σκοτεινά κι είχεν έρθει κάτω για να βεγγερίσωμε- και του λέω, «Εν κόβεις τις αγκινάρες σου μόνο θα ξεποχιάσουνε, που `ναι κάτω στο Γύρισμα;» Το λέγαμε Γύρισμα επειδή πήγαινε το ένα έτσι και τ` άλλο αλλιώς. Λέει, «Μπα, αφού δεν τις τρώει κανένας.» Λέω «Κρίμασι.» «Ε, δεν πας να τις κόψεις;»  Λέω «Να πάω τώρα;» Μου λέει, «Άμα είσαι άξια να πας τώρα, χαλάλι σου. Πήαινε κόψε τις.» Λέω, «Θα πάω.» Μου λέει, «Δεν το πιστεύω.» Ήταν σκοτεινά πια. Μωρέ πήγα εγώ και γέμισα ένα καλάθι μέχρι απάνω. Λέω, τι να φοβάμαι τις νεράιδες που λένε, πώς κλαίνε στη Βρύση;</p>



<p><strong>Η: </strong>Οι άλλοι δεν πηγαίνανε δηλαδή;</p>



<p><strong>Ελ:</strong> Δεν πηγαίνανε.</p>



<p><strong>Κ: </strong>Δεν πάνε εύκολα.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li><em>φοβηθείς</em></li>



<li><em>δεν φοβάσαι</em></li>
</ol>
<p>Το άρθρο <a href="https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/">Φοβόμαστε να περάσωμε σαν παιδιά, γιατί ακούγαμε τις κουκουβάγιες που φωνάζαν εκεί μέσα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://istoria.donousa.online">ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΟΝΟΥΣΑΣ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://istoria.donousa.online/museum/fovomaste-na-perasome-san-paidia-giati-akoygame-tis-koykoyvagies-poy-fonazan-ekei-mesa/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
